Γράφει ο π.Γεώργιος Δορμπαράκης

 Ο μέγας Πατήρ της Εκκλησίας όσιος Αντώνιος, τον οποίο προβάλλει η Εκκλησία μας ως τύπο αρτίου ανθρώπου διαχρονικά, είχε κατανοήσει ότι δεν υπάρχει περίπτωση να αγιάσει ο χριστιανός, αν δεν ελέγχει τον εσωτερικό του κόσμο, κυρίως δε τους λογισμούς του -  ό,τι τόνιζαν και οι σύγχρονοι άγιοι Πορφύριος, Παῒσιος, Σωφρόνιος κ.ά. Διότι ο έλεγχος αυτός φέρνει την καθαρότητα της ψυχής, η οποία αποτελεί τη μόνη  προϋπόθεση για να ζει κανείς την παρουσία της χάρης του Θεού στην ύπαρξή του – «μακάριοι οι καθαροί τη καρδία ότι αυτοί τον Θεόν όψονται». Λέει συγκεκριμένα:  

«Ας μην απατώμεθα…ούτε να φαινώμεθα δειλοί ούτε να δημιουργούμε φόβους… Ας μη φέρνουμε καθόλου τέτοιες σκέψεις στον νου μας ούτε να μας πιάνη η λύπη σαν να είμαστε πια χαμένοι. Απεναντίας να νιώθουμε θαρραλέοι και πάντοτε χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθή» (Βίος αγίου Αντωνίου από Μ. Αθανάσιο).

Ο μέγας άγιος ευρισκόμενος μέσα στην Παράδοση της Εκκλησίας πίστευε ότι οι καλοί λογισμοί και η εξάσκηση των αρετών είναι τα μόνα σύμφωνα προς τη φύση του ανθρώπου. Διότι ο Θεός μάς δημιούργησε για να ζήσουμε μαζί Του, τηρώντας το θέλημά Του και καλλιεργώντας τις αρετές. Οι φαύλοι λογισμοί και οι πονηρές σκέψεις αποτελούν εκτροπή από την ορθή πορεία. Όπως ο ίδιος το λέει: «Το να είναι η ανθρώπινη ψυχή ευθεία, αυτό αποτελεί τη φυσική της νοερά κατάσταση, όπως δηλαδή δημιουργήθηκε. Όταν όμως διαστραφεί «το κατά φύσιν», τότε αυτή η κατάσταση ονομάζεται κακία της ψυχής. Διότι αν μείνουμε όπως πλασθήκαμε, είμαστε μέσα στην περιοχή της αρετής. Όταν όμως σκεπτόμαστε τα φαύλα πράγματα, σαν κακοί αξίζει να κριθούμε… Εφ’ όσον είναι στα χέρια μας, ας φυλαχθούμε από τους βρωμερούς λογισμούς και ας φυλάξουμε την ψυχή μας για τον Κύριο».

Ιδιαιτέρως είναι σημαντική η επισήμανση του οσίου κατά τη διεξαγωγή του πνευματικού αγώνα: «να νιώθουμε θαρραλέοι και χαρούμενοι, σαν να έχουμε ήδη σωθεί». Όχι μόνο δηλαδή απαιτείται να καλλιεργεί κανείς καλούς λογισμούς, μα εξαιρέτως στις δυσκολίες θα πρέπει να παραστήσει με εικονιστική δύναμη ενώπιόν του τη διέξοδο, την υπέρβαση και τη λύση των δυσκολιών – τον κατεξοχήν καλό λογισμό. Που σημαίνει: μία δυσκολία και ένα πρόβλημα θα ξεπεραστούν στον βαθμό που απεγκλωβίσει κανείς τον νου του από το πρόβλημα και τον προσανατολίσει στη λύση και τη νίκη. «Νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» κατά τη φράση της Γραφής.

Η διδασκαλία αυτή του αγίου δεν ήταν μία γνώση που απέκτησε από μελέτη βιβλίων ή ακούγοντας σοφούς. Ήταν η εμπειρία από τη βιωματική μαθητεία του πολλών χρόνων «παρά τους πόδας» οσίων φημισμένων ασκητών της εποχής του. Κοντά τους δεν έψαχνε τα τυχόν ψεγάδια τους που ασφαλώς ως άνθρωποι είχαν. Τον ενδιέφερε η αρετή που καλλιεργούσαν και αυτήν σημείωνε για δικό του παραδειγματισμό. 

«Υποτασσόταν πραγματικά σε φημισμένους πατέρες. Πήγαινε να τους συναντήσει κι εφάρμοζε στον εαυτό του του καθενός το προτέρημα της αρετής και της ασκήσεως. Έβλεπε στον ένα τον ευχάριστο χαρακτήρα, στον άλλον την προθυμία στην προσευχή, του ενός μελετούσε την πραότητα, του άλλου τα φιλάνθρωπα  αισθήματα... Τον ένα εθαύμαζε για την υπομονή του και τον άλλον για τις νηστείες και την μακροθυμία. Όλων όμως μαζί σημείωνε τον έρωτά τους για τον Χριστό και την μεταξύ τους αγάπη». 

Κι εντέλει να πούμε ότι ο έρωτας για τον Χριστό που εκφραζόταν ως αγάπη προς τον πλησίον πυράκτωσε και τη δική του καθαρή ψυχή. Ό,τι σκεφτόταν, ό,τι έλεγε και έκανε πήγαζε από την αγάπη του αυτή. Το είχε άλλωστε επισημάνει και στον απόστολο Παύλο. Εκείνος δεν έγραφε προς τους Ρωμαίους ότι τίποτε δεν μπορεί να τον χωρίσει από την αγάπη του Χριστού; «Τις ημάς χωρίσει από της αγάπης του Χριστού;» Κατά τον ίδιο τρόπο και ο Αντώνιος είχε διαρκώς το βλέμμα και τους λογισμούς του στην αγάπη Εκείνου. «Δεν με τρομάζουν τα τραύματα που μου κάνατε,  (δαίμονες). Και αν με γεμίσετε με περισσότερα, “τίποτε δεν θα με χωρίσει από της αγάπης του Χριστού”». Γι’ αυτό και κατέληγε πάντα οποιοδήποτε λόγο του με τον ίδιο επίλογο: «Τίποτα να μην προτιμάτε στον κόσμο από την αγάπη προς τον Χριστό». Και: «Χριστόν πάντοτε αναπνέετε».