Του Σταύρου Γουλούλη

 

  Ο Σύγχρονος κόσμος, αναμφίβολα, κατά τη γνώμη των Ιστορικών, είναι πρωτίστως δημιούργημα του Χριστιανισμού. Αλλά ο Χριστός απευθυνόταν σε αγροτική κοινωνία, ο Παύλος τον έφερε στο Άστυ. Οι Τρείς Ιεράρχες πάλι έδωσαν οριστική έκφραση στη διαλεκτική σχέση του Χριστιανισμού με το πολιτικό-πολιτιστικό αποτύπωμα του ελληνορωμαϊκού κόσμου, τα μέτρα και τις ισορροπίες του. 

Πέτυχαν μία πρώτη ταξινόμηση του ελληνορωμαϊκού τρόπου σκέπτεσθαι (λόγος, αντίλογος, διάλογος), σε αντιπαραβολή με την αρχέγονη «Οδό», την πρώτη Εκκλησία. Πίστη βιωματική και λογική, ηθική ανάταση και αμφισβήτηση κατέληγαν σε νέες διατυπώσεις, «όρους πίστεως» (όχι Δόγματα) σε έναν κόσμο πολύ διαφορετικό από αυτόν της Παλαιστίνης. Η γνώμη-δόγμα κανονικά εκφράζει την επέμβαση του κράτους (Πρβλ. το «έδοξε τη βουλή και τω δήμω...»), του αυτοκράτορα που επικύρωνε τις αποφάσεις των Ιερών Συνόδων ως κρατικούς νόμους. 

  Όμως άλλο ήταν το νομικό πλαίσιο άλλο το πνευματικό οπλοστάσιο της Εκκλησίας. Η ελληνόγλωσση και η λατινόγλωσση πατερική γραμματεία οδήγησε σε νέα οριακή κατάσταση την υπαρξιακή αναζήτηση, πάντοτε εξασφαλίζοντας έναν ορθό δρόμο πορείας της σκέψεως, της ζωής. Ορθός δρόμος ως προς τα μέσα. Δεν προσεγγίζεται με απόλυτη διατύπωση το ‘Θείον’. 

  Στη Δύση όμως αντί για το ‘δόγμα’ δημιουργήθηκε το ‘Αλάθητο’, το ‘εθνικό’ κεκτημένο της Ρώμης, κληρονομιά της πρώην οικουμενικής πρωτεύουσας, η οποία όριζε τον Νόμο επί αιώνες. Απορρίφθηκε λόγω και των πολιτικών προεκτάσεών του ως τρόπος σκέψεως όχι μόνον από την έμπειρη συνοδική ελληνόφωνη Ανατολή αλλά και από τη αναδυόμενη Διαμαρτυρόμενη Δύση, στην αρχή της εθνικής αφύπνισης στην Ευρώπη. 

  Τί είναι ‘Αλήθεια’; Πώς μπορεί άνθρωπος, γεννημένος ατελής, να αναμετρηθεί με την ‘Αλήθεια’, ιδίως του Θεού; Μόνο με ορθό (διακριτικό) τρόπο, λόγο, όχι με απόλυτο, ατομικώς ή συλλογικώς. Η ορθή (βιωματική) λογική κρίση οδηγεί στην Αποκάλυψη, αν αυτό είναι τελειότητα. Η νομική κατοχύρωση της απόλυτης αλήθειας, ως απλό κεκτημένο, έγινε για κοινωνική ενότητα, να μη διασπάται μια κοινωνία της Εμπιστοσύνης (Πίστεως) απ’ όσους εκφράζουν την ιδίαν «αίρεσιν» (προτίμηση, επιλογή). Οι Πατέρες της Εκκλησίας προέταξαν την Ορθοδοξία απέναντι στην Άγνοια (αγνωστικισμό), Αμφισβήτηση (διαλεκτική), Πολυγνωμία. Μίλησαν για Ορθή και όχι Μόνη Δόξα, με ‘όρους’ Πίστεως: όρια στη σκέψη κι όχι ‘σύνορα’. Με τα όρια η Αλήθεια εξωτερικεύεται στο περίπου, σε διαβαθμίσεις, αποκαλύπτεται απόλυτα μόνον σε πιο λίγους, αξιόπιστους. Για τους πολλούς η Πίστη (εμπιστοσύνη) σημαίνει κανονικά «δεν γνωρίζω απόλυτα αυτό που αντιλαμβάνομαι», ρυθμίζεται δε με όρια, σταθμούς, περιορισμούς. Πλησιάζει κανείς στη φαινόμενη αλήθεια, είναι στο περίπου, αφού η ‘μυστική αλήθεια’ είναι άλλης υφής. Ανέχεται άλλες γνώμες. Γι’ αυτό (η Ανατολή) δεν είναι απόλυτη, δεν τοποθετεί σε καμιά ψυχή στο ‘πυρ εξώτερον’ (=εκτός ορίων), δεν δημιουργεί Ιερά Εξέταση. 

   Η στάση αυτή δεν συμβαίνει στη διαρκώς υφιστάμενη «Διαμαρτυρία», όταν αυτή μονοπολεί την Αλήθεια, σε σημείο να είναι πια σύμπτωμα παγκόσμιο. Πλέον κυριαρχεί (ως πολιτισμός και πολιτική) ο προτεσταντισμός (διαμαρτυρισμός), αρχίζοντας ως αντίδραση τον 16ο αι. στον Καθολικό ηγέτη (πάπα). Συνέπεσε, δε, με την επιχειρούμενη σύγχρονη χειραφέτηση των εθνών. Οι Βόρειοι λαοί ‘διαμαρτυρήθηκαν’ (πρώτα θεολογικά) στο όνομα κάποιου Δικαίου, μίας δόξας (γνώμης) προς το μέχρι τότε Αλάθητο. ‘Νομική’ η διαφορά τους. Η ανεξαρτησία συνδυάστηκε με οικονομική προκοπή. Οι Άγγλοι έκαναν τον βασιλιά τους αρχηγό της Εκκλησίας (1535), έφτιαξαν την Κοινοπολιτεία. Γάλλοι και Γερμανοί, έφτιαξαν ισχυρά κράτη, αλλά έφτασαν σε θεολογικές-ιδεολογικές ακρότητες: Οι Γάλλοι έφτιαξαν έναν ιδεατό απλησίαστο θεό, ενώ οι Γερμανοί, χωρίς έλεος, αποθέωσαν το έθνος (φυλή) διολισθαίνοντας στο ναζισμό. Συγγενής η φασιστική συνένωση (fasces, δέσμη) λαϊκών (μικροαστικών) μαζών -αυτή δημιούργησε (εγκλώβισε) το σημερινό Βατικανό- όπως και η λενινιστική σύμπραξη εργατών. Τη σκυτάλη σήμερα παρέλαβε η Πολιτική Ορθότητα και ο Δικαιωματισμός, ορίζοντας ένα ‘τέλειο’ σύστημα με συναπτή ορολογία, το οποίο ορίζοντας ‘αλήθεια’ καταπιέζει, φτάνει στον ιμπεριαλισμό. Ο προτεσταντισμός κυριάρχησε σε όλη την Υδρόγειο, θεωρείται πολιτισμικά ως αλάθητο του ατόμου και των συνενώσεών του, δηλαδή της μάζας. 

   Είπαν για την Ορθοδοξία, ότι είναι να πατά κάποιος σε τεντωμένο σκοινί και να ισορροπεί. Ούτε πολύ δεξιά ούτε πολύ αριστερά. Αλλιώς έρχεται πτώση… Ποτέ μόνος. Μέσα σε σύνολο, σύνοδο, εκκλησία. Είναι η παρακαταθήκη πρωτίστως των Τριών Ιεραρχών.

   Φτάνει να μην καταπιέζεται ο άνθρωπος, όπως συμβαίνει, όταν η Πίστη λειτουργεί εκβιαστικά ή συγχέεται με ιστορικές φαντασιώσεις. Ξεπεράστηκαν οι δογματικές διαμάχες και τώρα άλλος πειρασμός, ίσως ο τελευταίος και στον Ορθόδοξο ελληνικό λαό: Διαμαρτυρία αμφισβήτησης προς πρόσωπα: ειδήμονες, επιστήμονες, θεολόγους, επισκόπους, τον ίδιο τον πατριάρχη! Αμφισβητούνται δηλαδή πρόσωπα που διατυπώνουν την πρόοδο της επιστήμης ή εκφράζουν την ενότητα της Εκκλησίας αντί του Χριστού. Βιώνουν ένα ‘ορθόδοξο αλάθητο’, βασισμένοι ίσως μόνον σε κανόνες κι όχι τόσο στην ελευθερία της συνειδήσεως. Είτε μαθαίνουν θεολογία στη δυτική εκδοχή της είτε γιατί στον σύγχρονο πολιτισμό έγιναν Προτεστάντες στην πράξη, πάντως νομίζουν ότι εκπροσωπούν αυτοί έναν λαό που διέρχεται παρατεταμένη ιδεολογική κρίση, σε μία Ορθοδοξία, πληγωμένη από την Ιστορία (δεν είναι τυχαίο ότι συναφείς κύκλοι ενθουσιάζονται στις σύγχρονες θεωρίες εθνικής (βυζαντινής) αποκατάστασης). Ρέπουν προς μία ‘διαμαρτυρόμενη’ θεολογία, δημιουργώντας φαινόμενα παρασυναγωγής. Επιμένουν στη ‘δόξα’, τη γνώμη που συγκροτεί μια δική τους, μόνη ορθή πια, απλουστευμένη, δημιουργούν κάτι σαν μια «ορθή μονοδοξία».