Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστήμιου Θράκης


    Οι εθιμικές πυρές αποτελούν χαρακτηριστική περίπτωση τελετουργικής χρήσης του καθαρτηρίου πυρός. Πρόκειται για το τελετουργικό άναμμα και την αντίστοιχη χρήση φωτιάς, όχι για χρηστικούς λόγους, που γίνεται κατά κύριο λόγο σε σταθμούς του ετήσιου εορτολογικού κύκλου, οι οποίοι χρονικά σχετίζονται με τα δύο  ηλιοστάσια του έτους, το χειμερινό και το θερινό. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε τις εθιμικές φωτιές των εορτών του Δωδεκαημέρου – συνήθως των παραμονών των εορτών των Χριστουγέννων και των Θεοφανίων – ενώ στη δεύτερη τις εθιμικές πυρές της εορτής του Γενεσίου του Τιμίου Προδρόμου, στις 23 Ιουνίου. Η γιορτή αυτή αποτελεί σημαντικό εορτολογικό σταθμό για την θρησκευτική λαογραφία μας. 

         Το γεγονός ότι η χριστιανική εορτή έχει τοποθετηθεί πάνω στις θερινές τροπές του ηλίου, ένα ορόσημο γνωστό στους ανθρώπους λόγω της φυσικής παρατήρησης, συντέλεσε ώστε με την συγκεκριμένη εορτή να συνδεθούν πολλά προχριστιανικά εθιμικά μορφώματα, στα οποία στηρίζονται και πολλές από τις σχετικές λαϊκές τελετουργίες της Ανατολικής Θράκης και της Ανατολικής Ρωμυλίας. 

          Κυρίαρχη τελετουργία της εορτής είναι το άναμμα και η υπερπήδηση πυρών, το βράδυ της παραμονής της εορτής (23 Ιουνίου), ένα έθιμο που γνωρίζει πανελλήνια διάδοση, και φυσικά υπάρχει και στον λαϊκό πολιτισμό της Θράκης. Ο Γ. Α. Μέγας συσχετίζει το πήδημα των πυρών με τον καθαρμό δια του πυρός, τον οποίο συναντούμε σε πολλά ανάλογα πυρολατρικά και καθαρτήρια έθιμα του λαού. Στη Σωζόπολη μάλιστα, πηδώντας τις φωτιές έλεγαν: «σέμπα καλόχρονε, ξέβγα κακόχρονε», μια τελετουργική φράση που επισημαίνει τον συνδυασμό διαβατήριων και γονιμικών πρακτικών, ο οποίος και δίνει το βασικό νόημα στην τελετουργία μας.

           Στο Σκεπαστό πάλι άναβαν τη φωτιά με μεγάλο δένδρο που είχαν τελετουργικά ξεριζώσει ειδικά για τον σκοπό αυτό, ώστε η υπερφυσική δύναμη που συχνά αποδίδεται στα μεγάλα δένδρα και στα πνεύματα που ενοικούν σε αυτά, να ενισχύσει την καθαρτήρια και αποτελεσματική δύναμη της φωτιάς. Οι σκοποί αυτοί συσχετίζονται και με την προσπάθεια τελετουργικής επίτευξης και εξασφάλισης της υγείας, που κυριαρχεί σε πολλές ανάλογες λαϊκές τελετουργίες. 

         Στη Σηλυβρία, για παράδειγμα, πηδούσαν τις φωτιές όλοι, κρατώντας μια πέτρα στο κεφάλι και μια στο στομάχι, «για να μην τους πονούν». Εδώ η δύναμη του καθαρτηρίου και αναγεννητικού πυρός ενισχύεται από την συμβολική μετάδοση στους ανθρώπους των βασικών ιδιοτήτων της πέτρας, δηλαδή της σκληρότητας και του αμετάβλητου, ώστε η υγεία και η φυσική κατάστασή τους να προσδιορίζονται από τα ίδια αυτά χαρακτηριστικά. Μόλις μάλιστα πηδούσαν τη φωτιά έριχναν τελετουργικά τις πέτρες πίσω τους, πιστεύοντας ότι πετροβολούν, άρα αναθεματίζουν και εξορκίζουν, τον «κακόχρονο». Στο ίδιο πλαίσιο, τις φωτιές αυτές στην Τυρολόη και στις Καστανιές τις ονόμαζαν «καλόχρονο», δίνοντάς τους ευφημιστικά το όνομα  αυτού που αποτελούσε την κύρια επιδίωξη της όλης τελετουργίας: της καλής, υγιεινής και αίσιας χρονιάς. 

         Πηδώντας αυτές τις φωτιές, στην Τυρολόη τραγουδούσαν ένα ενδεικτικό τραγούδι, που αποτελεί το λεκτικό συμπλήρωμα της όλης διαβατήριας τελετουργίας. Εθιμικές πυρές έχουμε, σε διάφορες περιοχές και κατά την διαβατήρια και οριακή εποχή της Αποκριάς, με πιο γνωστούς ίσως τους «φανούς» της Κοζάνης. Επίσης ανάβονται εθιμικές πυρές σε εορτές αγίων που σχετίζονται με την αρχέγονη «ηλιακή λατρεία», όπως ο έφορος των μετεωρολογικών φαινομένων προφήτης Ηλίας, και κατόπιν και σε άλλες εορτές αγίων, όπως για παράδειγμα ο άγιος Ανδρέας κ.λπ.

         Συνήθως η συγκέντρωση της καύσιμης ύλης γίνεται στα πλαίσια ενός αγερμού, ενώ το δικαίωμα ανάμματος εκχωρείται κατόπιν εθιμικού εκκλησιαστικού πλειστηριασμό, ή παραχωρείται στον ιερέα, στον πρόεδρο ή σε κάποιον άλλον από τους δημογέροντες του χωριού. Γύρω από την εθιμική πυρά στήνονται χοροί και γλέντια, εκφωνούνται τελετουργικά γονιμικές και ευετηρικές ευχές, ενώ τελείται τελετουργική υπερπήδησή της, και ιδιαίτερη εθιμική σημασία δίνεται συχνά στις στάχτες που αφήνει όταν σβήσει. Για παράδειγμα, την Κυριακή της Τυρινής, στην Αγχίαλο της Βόρειας Θράκης συνήθιζαν να πηγαίνουν στην παραλία, όπου διοργάνωναν τελετουργικούς ιππικούς αγώνες, ο νικητής των οποίων έπαιρνε ως έπαθλο μαντήλια.