Αγία Αγάθη

Η Αγία Αγάθη είναι μάρτυρας της πρωτοχριστιανικής Εκκλησίας, η οποία έζησε τον 3ο αιώνα μ.Χ. και μαρτύρησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου.Ωστόσο, πολλά στοιχεία για τη ζωή της δεν υπάρχουν.Οι όποιες πληροφορίες που υπάρχουν στηρίζονται σε δύο ανώνυμες μαρτυρίες γραμμένες στα λατινικά και τα ελληνικά.Το βέβαιο είναι οτι τον 9ο αιώνα  ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μεθόδιος, συνέταξε Εγκώμιον εις την Αγίαν μεγαλομάρτυρα του Χριστού Αγάθη. Σχεδόν έναν αιώνα αργότερα  στα έργα  του Συμεών του Μεταφραστή υπάρχει και "η ΄Αθλησις της Αγίας και καλλινίκου μαρτύρος του Χριστού Αγάθης παρθένου".

Την καταγωγή της διεκδικούν δύο πόλεις της Σικελίας, η Κατάνη και το Παλέρμο. Στη μεν λατινική μαρτυρία   αλλά και στο εγκώμιο του Μεθόδιου, δεν δίνεται καμία αναφορά στον τόπο καταγωγή της.Αντίθετα στην  ελληνική αναφέρεται η  Κατάνη. Ο Συμεών Μεταφραστής, τέλος, αναφέρει την Πάνορμο.. Την εκ Κατάνης καταγωγή ενισχύει ο Πέτρος επίσκοπος Άργους ,στο Εγκώμιον που συνέταξε για τον εκ Κατάνης καταγόμενο ,επίσκοπο Μεθώνης Αθανάσιο. Ο Πέτρος αναφέρει πως στη ίδια πόλη γεννήθηκε ανατράφηκε και μαρτύρησε η αγία.

Σύμφωνα με την παράδοση προερχόταν από πλούσια οικογένεια ειδωλολατρών. Πληροφορίες την θέλουν να μοιράζει  την οικογενειακή της περιουσία  και οτι  μαρτύρησε δεκαπέντε χρονών ,αφού δεν υπάρχουν στοιχεία για το έτος γέννησής της. Αυτό που είναι βέβαιο σε νεαρή ηλικία ,στις 5 Φεβρουαρίου  251μ.Χ.

Πατριάρχης Πολύευκτος

 

Ήταν μοναχός στη νήσο Πρώτη και ήταν γνωστός για τη θεολογική του παιδεία, τη σεμνότητα και την εγκράτειά του. Από εκεί κλήθηκε το 956 να διαδεχτεί τον Θεοφύλακτο.

Ο ζήλος της πίστης του και η ρητορική του δεινότητα του προσέδωσαν το προσωνύμιο «δεύτερος Χρυσόστομος». Οι διαμαρτυρίες του ενάντια στις πράξεις και την ηθική των υπουργών, αλλά και εναντίον των όρων του Ενωτικού Τόμου, εξόργισαν τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Ζ΄, ο οποίος όμως πέθανε πριν προλάβει να τον καθαιρέσει. Έμεινε επίσης γνωστός για την αγέρωχη στάση του έναντι του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, όταν αυτός επιχείρησε να επιβάλει διάταγμα με το οποίο θα αγιοποιούνταν οι πεσόντες στον πόλεμο κατά των Μουσουλμάνων. Αλλά και έναντι του Ιωάννη Τσιμισκή, μετά τη δολοφονία του Νικηφόρου Φωκά, επιβάλλοντάς του να τιμωρήσει τους δολοφόνους του και να απομακρύνει από το παλάτι τη Θεοφανώ, της οποίας θα γινόταν ο τρίτος σύζυγος. Του ζήτησε επίσης να ακυρώσει τη νομοθεσία του Νικηφόρου που στρεφόταν κατά των μοναστηριών και να αναγνωρίσει των Πατριάρχη ως υπεράνω όλων των εκκλησιαστικών υποθέσεων, ως όρους προκειμένου να τον στέψει αυτοκράτορα.

Επί των ημερών του έλαβε χώρα η επίσκεψη της Όλγας του Κιέβου στην Κωνσταντινούπολη (957), η οποία βαπτίστηκε από τον ίδιο. Κατά τη διάρκεια της Πατριαρχίας του επίσης ιδρύθηκαν οι μονές Μεγίστης Λαύρας και Ιβήρων στο Άγιο Όρος.

Πέθανε στις 16 Ιανουαρίου 970 και τιμάται ως άγιος από την Ορθόδοξη Εκκλησία στις 5 Φεβρουαρίου.