Του Μητροπολίτη Ναυπάκτου κ. Ιερόθεου 

 

Μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Οθωμανούς, άρχισε μια νέα περίοδος στην μέχρι τότε Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Ο Μωάμεθ ο Πορθητής, κατά τον Ranciman, γνώριζε πολύ καλά το τί προβλήματα και δυσαρέσκειες είχε δημιουργήσει η προσπάθεια μερικών δυτικοφρόνων να επιβληθεί η ένωση των Ορθοδόξων Χριστιανών με τη Ρώμη και γι' αυτό ανεζήτησε να βρει τον Γεώργιο-Γεννάδιο Σχολάριο, που είχε αποσυρθεί σε Μονή και ο οποίος εξέφραζε την ομάδα των ανθενωτικών και τον έπεισε να δεχθεί να εκλεγεί Πατριάρχης. Η ενθρόνισή του έγινε τον Ιανουάριο του 1454 και ο Μωάμεθ του δώρισε έναν καινούριο σταυρό, τον περιέβαλε με τα εμβλήματα και του είπε: «Έσο Πατριάρχης με καλή τύχη και να είσαι βέβαιος για την φιλία μας, και για όλα τα προνόμια που είχαν οι Πατριάρχες πριν από σένα». Ο Γεννάδιος Σχολάριος ανέλαβε να σηκώσει έναν μεγάλο σταυρό κατά τα επόμενα χρόνια.

Ο Μωάμεθ επέβαλε στο Οθωμανικό κράτος το σύστημα των μιλλέτ, σύμφωνα με το οποίο κάθε Έθνος θα ασκούσε μια διοίκηση, όπως το επιβάλλει η θρησκεία του. Έτσι, ο Πατριάρχης θεωρήθηκε Εθνάρχης, αρχηγός του ρωμαίικου μιλλέτ. Τα Πατριαρχικά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία σε όλες τις υποθέσεις που αφορούσαν τους Ρωμηούς, ήτοι τους γάμους, τα διαζύγια, τις επιτροπείες των ανηλίκων, τις διαθήκες και τους διαδόχους, εκδίκαζαν εμπορικές υποθέσεις αν οι διάδικοι ήταν Ορθόδοξοι. Δηλαδή, «τα πατριαρχικά δικαστήρια απένεμαν δικαιοσύνη σύμφωνα με τον κανονικό νόμο των Βυζαντινών και με το αστικό και εθιμικό βυζαντινό δίκαιο».

Ο Charles Frazee γράφει ότι η οργάνωση των θρησκευτικών κοινοτήτων και των Χριστιανών μέσα στην κοινωνική και πολιτική διάρθρωση του Οθωμανισμού έγινε βάσει του ισλαμικού δικαίου και της ισλαμικής παράδοσης, οπότε «οι Χριστιανοί θα αποτελούσαν ένα μιλλέτ, ένα "έθνος" υπό τη θρησκευτική και πολιτική διοίκηση των εκκλησιαστικών τους ηγετών». Με αυτόν τον τρόπο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν ήταν μόνον θρησκευτικός ηγέτης όλων των Ορθοδόξων, αλλά και «η κεφαλή του Έθνους», δηλαδή ένας μιλλέτ-μπασί, ο οποίος ήταν υπεύθυνος ενώπιον του Σουλτάνου. Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί ότι, οι κληρικοί και λαϊκοί που ασκούσαν τα εκκλησιαστικά αξιώματα προέρχονταν από την ελληνική κοινότητα της πρωτεύουσας που είχε συγκεντρωθεί στο Φανάρι, εξ ου και ονομάσθηκαν Φαναριώτες. Η δύναμη των Φαναριωτών, που άρχισε τον 16ο αιώνα, αναπτύχθηκε ακόμη περισσότερο στη συνέχεια και αυτοί απέκτησαν παντοδυναμία τον 18ο αιώνα. Αυτό είχε σχέση και με την «αυξανόμενη ελληνοποίηση της Ορθόδοξης Εκκλησίας στα Βαλκάνια», όπως το βλέπουμε κυρίως στις Παραδουνάβειες Ηγεμονίες. 

Ο Γκέρχαντ Ποντσκάλσκυ στο έργο του με τίτλο «Η ελληνική θεολογία επί Τουρκοκρατίας», γράφει ότι ο Σουλτάνος Μεχμέτ Β' (Μωάμεθ ο Πορθητής) καθιέρωσε νέο νομικό καθεστώς, το οποίο ουσιαστικά δεν άλλαξαν οι μετέπειτα Σουλτάνοι μέχρι τον 19ο αιώνα, σύμφωνα με το οποίο αντιμετώπισε την Εκκλησία ως διάδοχο των βυζαντινών αυτοκρατόρων και της ανεγνώρισε «την νομική θέση θρησκευτικής κοινότητας». Βεβαίως, «πολλά μέτρα του κράτους δεν επέτρεπαν στους Έλληνες να λησμονήσουν τη θέση τους ως λαού υποτελούς».

Σημαντικές πληροφορίες για το πώς ζούσαν οι Ρωμηοί κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας υπό την πνευματική καθοδήγηση και διοίκηση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και γενικά της Εκκλησίας, μας δίνει ο Καθηγητής π. Γεώργιος Μεταλληνός στο βιβλίο του με τίτλο «Τουρκοκρατία» και υπότιτλο «Οι Έλληνες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία». Στο βιβλίο αυτό βλέπουμε αναλυτικά την μεγάλη αξία του Εκκλησιαστικού Σώματος, των Ενοριών και των Ιερών Μονών στη ζωή των υποδούλων Ρωμηών, την πολιτική δράση των Φαναριωτών, την ανάπτυξη της παιδείας με πρωτοβουλία της Εκκλησίας, το πρόβλημα του εξισλαμισμού και την αντίδραση της Εκκλησίας σε αυτό και γενικά το πώς η Ρωμανία επιβίωσε με τη συμπαράσταση και την πνευματική βοήθεια που προσέφερε η Εκκλησία.

Μέσα στα πλαίσια αυτά της εθναρχίας λειτουργούσαν οι Ρωμηοί και κέντρο της ρωμαίικης κοινότητας ήταν η Εκκλησία με τον Επίσκοπό της. 

Αν διαβάσει κανείς τους Κανονισμούς με τους οποίους διοικούνταν οι κατά τόπους Δημογεροντίες στις τουρκοκρατούμενες περιοχές, ιδίως μετά τον 17ο αιώνα, θα διαπιστώσει τη μεγάλη προσφορά των Επισκόπων στην όλη διοικητική διάρθρωση των υποδούλων Ρωμηών.

Έχω μελετήσει διεξοδικά και έχω αναλύσει τον Κανονισμό λειτουργίας της Δημογεροντίας των Βοδενών (Εδέσσης) και διαπίστωσα τη θέση που κατείχε ο Μητροπολίτης στη διοίκηση, την παιδεία και την όλη λειτουργία της. Ο Καθηγητής Χαράλαμπος Παπαστάθης δημοσίευσε τέτοιους Κανονισμούς, στους οποίους φαίνεται ότι κέντρο της κοινότητας των Ρωμηών ήταν ο Επίσκοπος και η όλη οργανωτική δομή είχε κέντρο την Εκκλησία. Μάλιστα, γράφει ο ίδιος συμπερασματικά: 

«Κύτταρο της συλλογικής δράσης ήταν η ενορία-κοινότητα· οι κοινοτικές αρχές του αναδεικνύονταν με ψηφοφορία και είχαν επικεφαλής τον επιχώριο επίσκοπο, δημιουργώντας έτσι τη γέφυρα ανάμεσα στη βυζαντινή μας παράδοση, που εκφραζόταν στο πολιτικό-εθνικό πεδίο με τη Μεγάλη Ιδέα, και στα δημοκρατικά ιδεώδη της δεύτερης πεντηκονταετίας του ευρωπαϊκού 19ου αιώνα· συνάμα συνιστούσαν το ιδανικώτερο, με τα μέτρα πάντοτε της εποχής, σύστημα αυτοδιοίκησης, –ανέφικτο πρότυπο ακόμη για τη σύγχρονή μας Ελλάδα. Η πολιτική και θρησκευτική κεφαλή, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, εκλεγόταν από μικτή συνέλευση κληρικών και λαϊκών. Αμόλυντη από ξενικές επιρροές η Μεγάλη Εκκλησία μπόρεσε, μολονότι επιβίωνε σε αλλόθρησκη και απολυταρχική χώρα, να συστήσει ένα ελληνοκεντρικό κρατικό μόρφωμα μέσα στον κορμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας, να εισαγάγει –έστω σε προδρομική μορφή– την αρχή της λαϊκής κυριαρχίας στην οργάνωση του ποιμνίου της, να το συντηρήσει, αναπτύξει και ετοιμάσει για τη μεγάλη εκείνη ώρα της Ανάστασης, που ποιμένες και ποιμαινόμενοι ονειρεύονταν να λειτουργήσουν και να λειτουργηθούν στην Αγιά-Σοφιά».

Έτσι δεν αλλοιώθηκε η ταυτότητα της Ελληνορθόδοξης Παράδοσης και του Γένους μας, παρά τις διάφορες ξενοκρατίες που περάσαμε και τα τραγικά αποτελέσματά τους.

 

Άγιοι και μοναστικά κέντρα

Σε όλη την εκκλησιαστική ιστορία συναντούμε τη μεγάλη σημασία και σπουδαιότητα των Μοναστηριών, μέσα στα οποία καλλιεργήθηκε η ορθόδοξη θεολογία στην πρακτική της εφαρμογή. Είναι γνωστόν ότι κατά τη διάρκεια της ενδόξου Ρωμηοσύνης στο Πανεπιστήμιο της Μαγναύρας, στην Κωνσταντινούπολη, δεν διδασκόταν η θεολογία, αλλά η θύραθεν επιστήμη και η φιλοσοφία, διότι όποιος ήθελε να μάθει ορθόδοξη θεολογία πήγαινε στα Μοναστήρια, όπου ζούσαν ασκητές, οι οποίοι γνώριζαν τη θεολογία εμπειρικώς. 

Έτσι, τα Ορθόδοξα Μοναστήρια και κατά την Τουρκοκρατία απέβησαν τα πνευματικά φροντιστήρια του ορθοδόξως και θεολογικώς ζην και στήριξαν τον λαό. Ήταν, πράγματι, τα πνευματικά θεραπευτήρια που βοήθησαν τον λαό να ζει ορθόδοξα και να πιστεύει ορθόδοξα. Άλλοτε λειτουργούσαν ως πνευματικοί μαγνήτες που είλκυαν τον λαό προς αυτά και άλλοτε ήταν τα ορμητήρια από τα οποία, με την ευλογία των ηγουμένων και των εκκλησιαστικών αρχών, εξέρχονταν εξαγιασμένοι μοναχοί και επιτελούσαν ένα θαυμαστό ιεραποστολικό έργο, στήριζαν τον λαό.

Στην εισαγωγή του βιβλίου «Βίος και πολιτεία Ιακώβου του νέου οσιομάρτυρος» (υπό Πατέρων της Ιεράς Μονής Παναγίας της Χρυσοποδαριτίσσης, εις Νεζερά Πατρών) γίνεται αναφορά σε μερικά τέτοια πνευματικά μοναστικά κέντρα και σε θεοκίνητους κληρικούς που έζησαν τον 16ον αιώνα, τον πρώτο αιώνα της δουλείας και υπήρξαν πνευματικές εστίες που έθρεψαν τον λαό και τον κράτησαν στην ορθόδοξη πίστη και την Ορθόδοξη Εκκλησία. Κοινό γνώρισμα όλων αυτών ήταν ότι υπήγονταν στην κανονική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και συνδέονταν με το Άγιον Όρος. Θα τους αναφέρω περιληπτικώς.

Ο άγιος Θεωνάς (+1541) προερχόταν από την Ιερά Μονή Παντοκράτορος Αγίου Όρους, έγινε ηγούμενος της Ιεράς Μονής της Αγίας Αναστασίας της Φαρμακολυτρίας, στη Χαλκιδική και μετά Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης.

Ο όσιος Διονύσιος εν Ολύμπω (+1541) που ήταν ηγούμενος της Ιεράς Μονής Φιλοθέου, και κτήτωρ δύο Μονών, της Αγίας Τριάδος Ολύμπου και της Σούρβιας Πηλίου.

Ο όσιος Νικάνωρ (+1549) κτήτωρ της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως της Ζάβορδας, στη Δυτική Μακεδονία, που μετέφερε εκεί το ησυχαστικό και κοινοβιακό «πνεύμα» του Αγίου Όρους.

Ο όσιος Συμεών (+1594), κτήτωρ της Ιεράς Μονής Φλαμουρίου Πηλίου, που λειτούργησε με βάση τον αθωνιτικό μοναχισμό και μετέφερε στην περιοχή το «πνεύμα» αυτό με τις περιοδείες και τις ομιλίες του.

Ο όσιος Θεοφάνης ο Νέος (τέλη 16ου αιώνος) έζησε ασκητικά στο Άγιον Όρος και στη Σκήτη Βεροίας και δίδαξε την ευσεβή πίστη στους Χριστιανούς της Μακεδονίας.

Πολλοί άγιοι έζησαν στις αρχές του 16ου αιώνος στα Μετέωρα, όπου παρετηρείτο άνθηση του μοναχισμού.

Οι άγιος Βησσαρίων Β  (+1540) Μητροπολίτης Λαρίσης, υπήρξε κτήτωρ της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως Σωτήρος-Δουσίκου, με τυπικό αγιορείτικο και μεγάλη πνευματική παρουσία στην περιοχή.

Ο άγιος Δαυίδ εν Ευβοία (16ον αιώνα) ήταν ηγούμενος της Ιεράς Μονής Βαρνακόβης Δωρίδος.

Την εποχή αυτή παρατηρείται άνθηση του αγιορειτικού μοναχισμού και ως προς τον αριθμό και ως προς την ανοικοδόμηση κτιρίων και την αγιογράφηση, αλλά και ως προς την εμφάνιση πολλών πνευματικών και λογίων μοναχών, όπως του οσίου Θεοφίλου του Μυροβλύτου (+1548) και του αγίου Μαξίμου του Γραικού του Βατοπαιδινού (+1556).

Επίσης, αυτήν την εποχή ανεδείχθησαν πολλοί Οικουμενικοί Πατριάρχες που ζούσαν ασκητικά και ασκούσαν ποιμαντική δράση, όπως ο άγιος Διονύσιος Α', ο άγιος Μάξιμος Γ', ο άγιος Νήφων Β'. 

Καθ’ όλη τη διάρκεια της δουλείας στους Οθωμανούς, τα Μοναστήρια και οι άγιες προσωπικότητες, Κληρικοί, και Μοναχοί, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη διαπαιδαγώγηση του λαού προκειμένου να παραμείνει σταθερός στην ορθόδοξη παράδοση. 

Πρέπει να εξάρουμε τη μεγάλη προσφορά της Αθωνικής Πολιτείας, του Αγίου Όρους, που ήταν πάντοτε η κονίστρα των πνευματικών αγώνων, μέσα στην οποία αγιάσθηκαν πολλοί κληρικοί και μοναχοί, και από εκεί, στη συνέχεια, εξήλθαν στον κόσμο κηρύσσοντας τη Βασιλεία του Θεού και διατηρώντας τον λαό στην ευλάβεια του Γένους. 

Ο καθηγητής, Παναγιώτης Χρήστου, αναφέρεται στην ατμόσφαιρα του Αγίου Όρους, κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, από τον 16ο αιώνα και μετά, με τους λογίους που συνδέονταν με το Άγιον Όρος, την Αθωνιάδα Ακαδημία και την όλη φιλοκαλική αναγέννηση που παρατηρήθηκε στο Άγιον Όρος. Επίσης, αναφέρεται και στο γεγονός ότι την περίοδο αυτή παρατηρείται μια πνευματική συναλλαγή, αφού μοναχοί έρχονται από τον κόσμο για να μονάσουν στο Άγιον Όρος και από εκεί εξέρχονταν μοναχοί και επισκέπτονταν τον κόσμο, παρά τις δύσκολες συνθήκες ζωής. Επισκέπτονταν το πλήθος των μετοχίων που είχαν στη Σερβία, τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία, όπου έμεναν και μετέφεραν τη ζωή της Αθωνικής Πολιτείας, με το ορθόδοξο ησυχαστικό πνεύμα. Με τον τρόπο αυτόν όχι μόνο παρηγορούσαν τον λαό, του ανέπτυσσαν τη συνείδηση της ορθόδοξης ταυτότητας αλλά και τη συνείδηση της εθνικής υποστάσεώς του. 

Ειδική μνεία πρέπει να γίνει της μεγάλης προσφοράς του αγίου Κοσμά του Αιτωλού. Με την ευλογία των Πνευματικών του Πατέρων της Ιεράς Μονής Φιλοθέου του Αγίου Όρους και την κανονική άδεια του Οικουμενικού Πατριάρχου αλλά και των τοπικών εκκλησιαστικών και κοσμικών αρχόντων, περιόδευε επανειλημμένως σε πολλά μέρη της Ελλάδος και κήρυττε θεοφώτιστα και εμπνευσμένα, έκανε θαύματα, προέλεγε τα μέλλοντα και οδηγούσε στη μετάνοια και στη σωτηρία πολλούς ανθρώπους, αλλά συγχρόνως αναπτέρωνε την ελπίδα σε πολλούς ανθρώπους για την πνευματική και εθνική ελευθερία. 

Ο άγιος Κοσμάς, όπως το βλέπουμε στις ομιλίες του, δίδασκε τους Χριστιανούς να αγαπούν τον Θεό, να παραμένουν μέσα στην Εκκλησία, να μαθαίνουν γράμματα προκειμένου να διαβάζουν τα Ευαγγέλια, τους βίους των αγίων και την ιστορία του Γένους, να υπομένουν στις δοκιμασίες της ζωής, να ταπεινώνονται, να δείχνουν αγάπη στους πτωχούς κ.λπ. 

Με τις ομιλίες του μετέφερε την ησυχαστική παράδοση που είχε ζήσει στο Άγιον Όρος. Όταν μελετήσει κανείς τις ομιλίες του, διαπιστώνει ότι είναι γεμάτες από ησυχαστικά στοιχεία.

Σε μια ομιλία τονίζει δύο σημεία που πρέπει να έχουν πάντοτε στο νου τους οι Χριστιανοί. Το ένα να μη κάνουν στους άλλους αυτό που οι ίδιοι μισούν και το δεύτερο να προσεύχονται συνεχώς στον Χριστό. Για το δεύτερο αυτό γράφει: 

«Το δεύτερον είναι να μη σας λείπη ποτέ ετούτη η προσευχή: Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων σου των αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου. Αυτό, αδελφοί μου, πάντοτε να το λέγετε και με το στόμα σας και με τον νου σας και ημέραν και νύκτα, όπου και αν είστε, η τρώτε η περιπατείτε η δουλεύετε η κάθεσθε, αυτό πάντα να μελετάτε. Και αν δεν το εξεύρετε, να το γράψετε, να το μάθετε και αυτό σας ωφελεί κατά πολλά και εδώ σας ελευθερώνει από κάθε κακόν και εκεί σας λυτρώνει από την αιώνιον Κόλασιν και σας αξιώνει και πηγαίνετε εις τον Παράδεισον, εις την αιώνιον πατρίδα μας».

Και σε άλλη ομιλία του κάνει λόγο για την αξία της ευχής με το «κομπολόγι»-κομποσχοίνι, αλλά και την αξία του σημείου του Σταυρού. Γράφει:

«Τώρα εις το τέλος σας συμβουλεύω να κάμετε όλοι σας από ένα κομπολόγι, μικροί και μεγάλοι, άνδρες και γυναίκες, παιδιά και κορίτσια και να έχη εκατόν τρία σπυριά και να το κρατήτε με το αριστερόν χέρι και με το δεξιόν να σμίγης τα τρία σου δάκτυλα, να κάνης τον σταυρόν σου και να λέγης: «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ και Λόγε του Θεού του ζώντος, δια της Θεοτόκου και πάντων των Αγίων ελέησόν με τον αμαρτωλόν και ανάξιον δούλον σου». Μέσα εις το «Κύριε Ιησού Χριστέ» θεωρείται η αγία Τριας, ο Θεός, η ένσαρκος οικονομία του Χριστού μας, η Δέσποινά μας η Θεοτόκος και πάντες οι Άγιοι.

Ο πανάγαθος Θεός τον σταυρόν μας εχάρισεν, με τον σταυρόν να ευλογούμεν και τα Άχραντα Μυστήρια, με τον σταυρόν να ανοίγωμεν και τον Παράδεισον, με τον σταυρόν να κατακαίωμεν και τους δαίμονας, μα πρώτα και εμείς να έχωμεν το χέρι μας καθαρόν από αμαρτίες και αμόλυντο και τότε, ωσάν κάνωμεν τον σταυρόν, κατακαίεται ο Διάβολος και φεύγει. Ειδέ και είμεσθεν μεμολυσμένοι με αμαρτίες, δεν πιάνεται ο σταυρός οπού κάνομεν. Όθεν, αδελφοί μου, η τρώτε η πίνετε κρασί η νερόν η περιπατείτε η δουλεύετε να μη σας λείπει αυτός ο λόγος από το στόμα σας και ο σταυρός από το χέρι σας. Και αν ημπορήτε το ημερόνυκτο να κάμετε πενήντα και εκατό κομποσχοίνια, καλόν και άγιον είναι έργον. Και να προσεύχεσθε πάντοτε την αυγήν και το βράδυ και μάλιστα το μεσόνυκτον όλον οπού είναι ησυχία».