Αρχική » Ο κανονισμός της Πανορθόδοξης Συνόδου που θα γίνει στην Κρήτη

Ο κανονισμός της Πανορθόδοξης Συνόδου που θα γίνει στην Κρήτη

από kivotos

Στην Κρήτη, στις 16 Ιουνίου, έπειτα από 962 χρόνια, θα γίνει τελικά η Πανορθόδοξη Σύναξη. Είναι η πρώτη φορά μετά το Σχίσμα του 1054 που περίπου 400 εκπρόσωποι των Ορθοδόξων από όλο τον κόσμο θα συμμετάσχουν, έπειτα από πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχη. Αρχικά, η απόφαση ήταν η Σύναξη να γίνει στην Κωνσταντινούπολη, αλλά, στη συνάντηση των εκπροσώπων των Ορθόδοξων Εκκλησιών στη Γενεύη, επιλέχτηκε η Κρήτη, προκειμένου να λάβουν μέρος όλοι απρόσκοπτα.

Σύμφωνα με τη σχετική ανακοίνωση, στη Σύνοδο θα παραστούν ως παρατηρητές και εκπρόσωποι της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας, αλλά και άλλων ομολογιών. Όπως αναφέρεται στον σχετικό Κανονισμό, ο οποίος ψηφίστηκε στη Γενεύη, στη Σύνοδο της Κρήτης θα πάρουν μέρος οι Προκαθήμενοι των Πατριαρχείων Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας, Ιεροσολύμων, Μόσχας, Βελιγραδίου, Βουκουρεστίου, Σόφιας και Γεωργίας, αλλά και των Αρχιεπισκοπών Κύπρου, Αθηνών, Πολωνίας, Αλβανίας και Τσεχίας.

Επίσης, θα συμμετάσχουν είκοσι τρεις αρχιερείς από κάθε Αυτοκέφαλη Εκκλησία, από τη Βόρεια και τη Νότια Αμερική, την Αφρική, την Ωκεανία την Ευρώπη και την Ασία. Ειδική μέριμνα έχει ληφθεί για την εκπροσώπηση των Εκκλησιών εκείνων που διαθέτουν λιγότερους από 23 αρχιερείς στη Σύνοδό τους, όπως η Αλβανία, η Τσεχία και η Κύπρος.

Επίσης, θα λάβουν μέρος έξι μέλη από τις 14 Ορθόδοξες Εκκλησίες (κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί), δηλαδή 84 στελέχη των Εκκλησιών, όπως και τρία βοηθητικά στελέχη από όλες τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.

 

Και παρατηρητές

Εκτός των Ορθοδόξων, θα συμμετάσχουν ως παρατηρητές εκπρόσωποι της Ρωμαιοκαθολικής και της Αγγλικανικής Εκκλησίας, Λιθουρανοί, Κόπτες, Αρμένιοι, Συροϊακωβίτες και Αιθίοπες, εκπρόσωποι της Διάσκεψης των Ευρωπαϊκών Εκκλησιών και ο γενικός γραμματέας του Παγκόσμιου Συμβουλίου Εκκλησιών και του Συμβουλίου των Εκκλησιών της Μέσης Ανατολής, καθώς και του Τμήματος «Πίστη και Τάξη».

Όπως αποφασίστηκε, τα κείμενα της Συνόδου θα εκδοθούν στα ελληνικά, στα ρωσικά, στα γαλλικά και στα αγγλικά, ενώ θα υπάρξουν ειδικές μεταφράσεις και στα αραβικά.

Για την επιτυχή έκβαση της Συνόδου αποφασίστηκε να υπάρχουν περιορισμοί ως προς τον τρόπο και το περιεχόμενο των τοποθετήσεων.

•       Απαγορεύεται η οποιαδήποτε συζήτηση εκτός θέματος, εκτός και αν το ζήτημα είναι διαδικαστικό ή προσωπικό.

•       Κανένας δεν μπορεί να μιλήσει, εάν προηγουμένως δεν έχει λάβει την έγκριση του προέδρου.

•       Δεν επιτρέπονται άσχετες διαλογικές συζητήσεις και αντιπαραθέσεις.

•       Απαγορεύονται οι προσωπικές διενέξεις μεταξύ των μελών της Συνόδου, διότι, όπως αναφέρεται στον Κανονισμό, «είναι όχι μόνον ξέναι, αλλά και αντιτίθενται προς την αποστολήν της».

•       Οι εκπρόσωποι των άλλων Χριστιανικών Εκκλησιών δεν έχουν δικαίωμα λόγου και ψήφου.

 

Τα δύο μεγάλα «αγκάθια», το Σχίσμα του 1054 και όσα ακολούθησαν

Με τον όρο «Σχίσμα» εννοούμε τη διάσπαση της αδιαίρετης κατά την πρώτη χιλιετία Χριστιανικής Εκκλησίας, που έγινε το 1054. Αν και στη διάσπαση των δύο Εκκλησιών σημαντικό ρόλο έπαιξαν οι πολιτικοί και οικονομικοί παράγοντες σε Ανατολή και Δύση, η βασική αιτία ήταν θεολογική, αφού οι Χριστιανοί της Ανατολής και της Δύσης διαφωνούσαν για τις παπικές αξιώσεις και το filioque.

Του Σχίσματος είχαν προηγηθεί πολλές και σημαντικές διενέξεις, οι οποίες είχαν επηρεάσει αρνητικά στις σχέσεις των δύο Εκκλησιών. Μια σημαντική διαφορά αφορούσε στον τρόπο της εκκλησιαστικής διοίκησης (συνοδικό σύστημα στην Ανατολή, μονοκρατορία του Πάπα στη Δύση), στην ερμηνεία της παράδοσης (filioque) και, κυρίως, στην τέλεση της λατρείας (Εικονομαχία, διαφορές στη νηστεία και την τέλεση των μυστηρίων, χρήση αγαλμάτων στους ναούς της Δύσης, υποχρεωτική αγαμία για όλο τον κλήρο στη Δύση κ.ά).

Οι ήδη κακές σχέσεις της Ορθόδοξης Ανατολής και της Λατινικής Δύσης αυξήθηκαν κατά τη διάρκεια του 8ου αιώνα, οπότε επιχειρήθηκε η ανασύσταση της Δυτικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τους Φράγκους, ως ανταγωνίστριας δύναμης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η Ρώμη, που μέχρι τότε ήταν τμήμα του βυζαντινού κόσμου, περνούσε προοδευτικά στην επιρροή των Φράγκων, ιδιαίτερα από την εποχή του Καρλομάγνου.

Τα δύο μεγάλα «αγκάθια» που οδήγησαν στο Σχίσμα ήταν οι παπικές αξιώσεις και το filioque. Οι παπικές αξιώσεις συνοψίζονται στο πρωτείο του Ποντίφικα έναντι των άλλων τεσσάρων Πατριαρχών της Ανατολής (Κωνσταντινουπόλεως, Αλεξανδρείας, Αντιοχείας και Ιεροσολύμων). Στη Δύση υπήρχε μόνο μία μεγάλη επισκοπική έδρα που προέβαλλε το προνόμιο της ίδρυσής της από τον Απόστολο Πέτρο. Η Ορθόδοξη Ανατολή δεν αρνείται το πρωτείο της Εκκλησίας της Ρώμης, αλλά το εντάσσει στο πλαίσιο της συνοδικότητας.

Η άλλη μεγάλη δυσκολία ήταν το filioque. H διαμάχη είχε σχέση με τη διατύπωση του συμβόλου της πίστεως («Πιστεύω») για το Άγιο Πνεύμα. Το επίμαχο σημείο, όπως διαμορφώθηκε από τις Συνόδους Νικαίας και Κωνσταντινουπόλεως και ισχύει έως σήμερα στην Ορθόδοξη Εκκλησίας, είχε ως εξής: «… Και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον…». Η Δυτική Εκκλησία παρενέβαλε τη φράση «και εκ του Υιού» (filioque στα λατινικά), ώστε το Σύμβολο της Πίστεως να διαβάζεται στο συγκεκριμένο σημείο: «… Και εις το πνεύμα το Άγιον, το Κύριον, το Ζωοποιόν, το εκ του Πατρός και εκ του Υιού εκπορευόμενον, το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον…».

Αν και δεν υπάρχουν ακριβή στοιχεία για το πότε έγινε η προσθήκη, φαίνεται ότι για πρώτη φορά χρησιμοποιήθηκε στην Ισπανία από τους εκεί Χριστιανούς, στην προσπάθειά τους να προστατευθούν από την αίρεση του αρειανισμού. Οι Ορθόδοξοι διαφωνούν με την προσθήκη του filioque, γιατί τη θεωρούν θεολογικό λάθος και υποστηρίζουν ότι η όποια αλλαγή στο σύμβολο της πίστεως μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από τη σύγκληση Οικουμενικής Συνόδου, κάτι που βεβαίως δεν έγινε ποτέ.

Με αφορμή αυτές τις διαμάχες, ο Πάπας αφόρισε την Ανατολική Εκκλησία, η οποία με τη σειρά της ανταφόρισε τους παπικούς. Χρειάστηκε να περάσουν 911 χρόνια για να αρθούν οι αφορισμοί, με πρωτοβουλία του Οικουμενικού Πατριάρχη Αθηναγόρα και του Πάπα Παύλου ΣΤ΄, το 1965.

Η πρώτη μεγάλη αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας σημειώθηκε το 857, όταν είχε ξεσπάσει η διαμάχη ανάμεσα στον Πατριάρχη Ιγνάτιο και τον Μεγάλο Φώτιο (έναν φωτισμένο θρησκευτικό ηγέτη, που ήταν αντίθετος με τις πρακτικές της Ρώμης) για τον θρόνο του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης. Στη διαμάχη τότε παρενέβη ο Πάπας Νικόλαος Β’, ο οποίος έθεσε το θέμα των πρωτείων του και αξίωσε να έχει λόγο στην εκλογή του Πατριάρχη. Η αντιπαράθεση έληξε το 869 με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αφού ο αυτοκράτορας Βασίλειος Α’ ο Μακεδών είχε χρίσει Πατριάρχη τον εκλεκτό του Πάπα, Ιγνάτιο, στοχεύοντας στην υποστήριξή του, προκειμένου να κατοχυρώσει τα συμφέροντα του Βυζαντίου στην Ιταλία, που απειλούνταν από τους Φράγκους.

Η νέα διαμάχη, που έφθασε τα πράγματα στα άκρα και τη ρήξη, σημειώθηκε επί Πατριαρχίας του Μιχαήλ Κηρουλάριου (1043-1059), ο οποίος θέλησε να αντιμετωπίσει αποφασιστικά την προσπάθεια του Πάπα Λέοντος Θ’ (1049-1054) να επιβάλει εκκλησιαστικές καινοτομίες στις βυζαντινές επαρχίες της Νότιας Ιταλίας. Ο Πάπας, περνώντας στην αντεπίθεση, αμφισβήτησε τον τίτλο του Οικουμενικού Πατριάρχη Μιχαήλ και ζήτησε να υπαχθούν στη δικαιοδοσία του οι Εκκλησίες της Βουλγαρίας και της Ιλλυρίας (σημερινής Αλβανίας).

Το επόμενο βήμα ήταν ο αφορισμός του Πατριάρχη από τον Πάπα. Ο απεσταλμένος του Πάπα στην Κωνσταντινούπολη καρδινάλιος Ουμβέρτος άφησε επιδεικτικά τη βούλα αφορισμού στην αγία τράπεζα της Αγίας Σοφίας, στις 16 Ιουλίου 1054, πριν από την έναρξη της Θείας Λειτουργίας, παρόντων του αυτοκράτορα και του Πατριάρχη. Αμέσως μετά, ο Ουμβέρτος και η ακολουθία του αναχώρησαν από την Κωνσταντινούπολη με προορισμό τη Ρώμη, έχοντας πληροφορηθεί τον θάνατο του Λέοντος Θ’. Καθώς περνούσαν από τη δυτική πύλη της Βασιλεύουσας, ο καρδινάλιος ακούστηκε να λέει: «Ο Θεός ας δει και ας κρίνει». Μάταια ένας διάκονος έτρεξε πίσω του, παρακαλώντας τον να πάρει πίσω το έγγραφο του αφορισμού. Ο Ουμβέρτος αρνήθηκε και πέταξε το έγγραφο στον δρόμο.

Η αντίδραση του Μιχαήλ ήταν άμεση. Παρά τις επιφυλάξεις του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Θ’ του Μονομάχου, συγκάλεσε την Ενδημούσα Σύνοδο στις 24 Ιουλίου και ανταφόρισε όσους παπικούς είχαν συντάξει τον αφορισμό ή συμφωνούσαν με το περιεχόμενό του. Επιπλέον, ζήτησε από τους υπόλοιπους Πατριάρχες να αποδεχθούν την απόφαση αυτή της Ενδημούσας Συνόδου. Έτσι, οριστικοποιήθηκε το Μεγάλο Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Χριστιανοσύνης, το οποίο επισφραγίστηκε με την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους (1204).

Μέχρι την Άλωση της Πόλης από τους Οθωμανούς (1453) έγιναν κάποιες προσπάθειες για την επανένωση των Εκκλησιών. Προσέκρουσαν, όμως, στις αξιώσεις του Πάπα και στο ανθενωτικό κλίμα που επικρατούσε στο Βυζάντιο. Οι σημαντικότερες ήταν οι Σύνοδοι της Λυών (1274) και της Φεράρας-Φλωρεντίας (1438-1445).   

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ