Του Μητροπολίτη Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ 

 

Η ζωή του εκπεσμένου από την κοινωνία του Θεού και τη μετοχή στην θεία ζωή ανθρώπου είναι τραγική• ταλαιπωρία και πάλη, καθώς κινείται ή εξελίσσεται, θα λέγαμε, ανάμεσα στις δύο συμπληγάδες, την ηδονή και την οδύνη. Και οι δύο αποτελούν δυο δίδυμα θηρία που κατασπαράσσουν ανηλεώς τη ζωή του ανθρώπου όχι μόνο την παρούσα, αλλά απειλούν σοβαρώς και τη μέλλουσα. Ο άνθρωπος ζει και αγωνίζεται επιδιώκει να απολαύσει έως τρυγός τις ηδονές των αισθήσεων χωρίς ποτέ να κορεσθεί και να χορτάσει, να αισθανθεί πεπληρωμένος πάσης χαράς και ευφροσύνης. Κι αντιθέτως αγωνίζεται ν’ αποφύγει κάθε πόνο, πάσαν λύπην, στεναγμόν σωματικόν, ψυχικόν, πνευματικόν. Αποκρούει πάσαν θλίψη και στενοχώρια του βίου τούτου, πλην ματαίως. Η ζωή μας είναι ζυμωμένη με τα δάκρυα, τους πόνους, την φθορά, τον θάνατο, τη ματαιότητα.

Ο λόγος του Θεού μας διδάσκει, ότι ο άνθρωπος δεν επλάσθη από τον Θεό για να ζει σ’ αυτή την ταλαιπωρία, για να συνθλίβεται και να συμπιέζεται από την ηδονή και την οδύνη. Τον δημιούργησε ανώτερον αμφοτέρων, ελεύθερον ηδονών και οδυνών. Συγχρόνως ο άνθρωπος ήτο και ευτυχισμένος, διότι ευφροσύνη και αγαλλίαμα της καρδίας του ήτο ο ίδιος ο Θεός και η μετ’ Αυτού κοινωνία και ζωή. Ο διάβολος όμως εξαπάτησε και απεπλάνησε τον άνθρωπο. Του πρότεινε να απορρίψει και να αρνηθεί τον Θεόν και την μετ’ Αυτού κοινωνία και ζωή και να στραφεί προς τον κόσμο και την απόλαυση της ζωής των αισθήσεων.

 

Τότε λοιπόν ο άνθρωπος συγκατετέθη εις τον λογισμόν του διαβόλου, απέρριψε τον Θεό και εστράφη προς τον κόσμον και την απόλαυσή του πιστεύοντας ότι θα συνεχίσει να είναι πεπληρωμένος ευτυχίας και ζωής. Αγνοεί τί σήμαινε η δελεαστική πρόταση του διαβόλου και ποία παγίς υπεκρίπτετο εις αυτήν. Ο διάβολος πρότεινε και υπέδειξε εις τον άνθρωπον τη ζωή των αισθήσεων και του απέκρυψε, ότι η αποδοχή της προτάσεώς του απ’ αυτόν θα είχε ως συνέπεια και τη ζωή των οδυνών και ότι θα εστερείτο την όντως χαρά και απόλαυση. Ούτως εγεννήθησαν εν ημίν, μέσα μας δηλαδή, οι δύο αυτές θηριώδεις και άγριες καταστάσεις της ηδονής και της οδύνης. Η μία πολεμά εναντίον της άλλης έως ότου ο άνθρωπος εξουθενωθεί και υποκύψει εις τον νόμον του θανάτου. Όσο περισσότερο ο άνθρωπος κυνηγά τις ηδονές τόσο περισσότερο οδυνάται. Οδυνόμενος δε ορέγεται την τρυφή και απόλαυση των ματαίων αισθήσεων.

Εις και μοναδικός άνθρωπος, ο θεάνθρωπος Κύριος Ιησούς Χριστός εγεννήθη και έζησε ελεύθερος ηδονών και οδυνών. Και τις μεν ηδονές και απολαύσεις τις ηρνήθη κατά την επί της γης ζωήν Του. Επέτρεπε δε, εις την ανθρωπίνη φύση Του να πάσχει τα ανθρώπινα κατά τον πρύτανη της θεολογίας Ιωάννη τον Δαμασκηνό, να πεινά, να διψά, να ιδρώνει, να κουράζεται, κυριαρχών και εξουσιάζων απολύτως και τα λεγόμενα αδιάβλητα πάθη της ανθρώπινης σαρκός. Τις δε οδύνες, τις κατεδέχθη με τη θέλησή Του. Πόνεσε και υπέφερε όχι διότι εντέλει υπό τον αυτό νόμο ως ημείς, αλλά εξ αγάπης και οικονομικώς, ίνα διά των ιδικών Του πόνων θεραπεύσει τους δικούς μας πόνους, τους οποίους γέννησε η επιθυμία των ματαίων ηδονών των αισθήσεων. «Τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς οἱ πάντες ἰάθημεν» (Ἡσαΐου Νγ΄ 5). Ο μεγαλοφωνότατος των Προφητών Ησαΐας προορών τον πάσχοντα Υιόν του Θεού εξήγησε, ότι οι άνθρωποι θα νομίζουν, ότι θα υποφέρει και θα τιμωρείται από τον Θεόν, η αλήθεια όμως θα είναι διαφορετική «αὐτός βαστάζει ἐπάνω του τίς ἁμαρτίες μας καί πρός χάριν μας ὀδυνᾶται, πονεῖ καί ὑποφέρει, αὐτός ὅμως ἐταλαιπωρήθη γιά τίς ἁμαρτίες μας καί γιά τίς ἀνομίες μας ἐκτυπήθη» (Ἡσαΐου Νγ΄ 4).

Ούτως ο Κύριος μας ελευθέρωσε εκ των διδύμων τούτων θηρίων της ηδονής και της οδύνης. Έκτοτε εις την αγίαν Εκκλησίαν μας αγωνιζόμεθα να αναδειχθούμε ανώτεροι και ισχυρότεροι των δύο τούτων καταστάσεων. Και τις μεν ηδονές αρνούμεθα με τη θέλησή μας ασκούμενοι διά νηστείας, εγκρατείας, σωφροσύνης, προσευχής, λιτότητος βίου εναντίον πάσης πλεονεξίας και φιληδονίας. Τις δε οδύνες και πάντα πόνον υπομένομεν αγογγύστως και αδιαμαρτυρήτως. Αν ο Κύριος «άφωνος» δεν άνοιξε το στόμα Του, να διαμαρτυρηθεί προς το Θεόν, παρά το ότι έπασχε αδίκως και αναιτίως, πόσον μάλλον εμείς δεν νομιμοποιούμεθα να διαμαρτυρώμεθα διότι πονούμε και υποφέρουμε.

Ασκούμενοι εις την υπομονή ενώπιον των παντοίων θλίψεων θα πρέπει να γνωρίζουμε δύο ακόμη αλήθειες της θεολογίας της Εκκλησίας μας:

Η πρώτη είναι, ότι η υπομονή και η αντοχή εις τας θλίψεις δε συνιστά μοιρολατρία, ούτε υποτίμηση της ανθρώπινης ζωής και αξίας. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο και προς ανακούφισή μας ο Θεός πρώτον μας έδωσε την χάριν Του αλλά και την επιστήμη της ιατρικής και κάθε άλλη αγαθή γνώση για να αντιμετωπίσουμε τις οδύνες της παρούσης ζωής. Ωστόσο, μας υπέδειξε τον τρόπο της οριστικής υπερβάσεως και απελευθερώσεώς μας από το δίδυμο «ηδονής και οδύνης» διά της ενώσεώς μας μετά του Ιησού Χριστού. Μόνο μετ’ Αυτού δυνάμεθα να αγωνισθούμε για να αναδειχθούμε ανώτεροι και ελεύθεροι ηδονών και οδυνών.

Η δεύτερη αλήθεια είναι ότι, οι αλγηδόνες των αγίων δεν αφήνουν τον Θεό ασυγκίνητο, αν μπορούμε να αναφερθούμε μ’ αυτό τον τρόπο στον απαθή και απροσδεή Θεό και Πατέρα μας. Οι πόνοι και οι ταλαιπωρίες των δικαίων λειτουργούν εξιλεωτικώς υπέρ αυτών. Η Γραφή λέγει ότι οι θλίψεις των δικαίων είναι πολλές, αλλά είναι εξίσου μεγάλο και το έλεος, η φιλανθρωπία και η αγάπη του Θεού η οποία θα κυκλώσει τον άνθρωπο για να τον ενισχύσει κατά την ώρα του πειρασμού. 

Είναι γεγονός, ότι η κοινωνία και ο κόσμος μας κινείται προς εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Αυτό οφείλεται εις το ότι δεν έχει κατανοήσει και δεν έχει ερμηνεύσει σωστά τις δύο αυτές καταστάσεις της ζωής μας. Το αποτέλεσμα είναι ο άνθρωπος ακόρεστος να αναζητεί ηδονικές συγκινήσεις ανώτερες και ισχυρότερες, διαρκέστερες και μονιμότερες, όσων ήδη έλαβε πείραν. Να αγκομαχεί, να άγχεται, να ταλαιπωρείται επειδή δεν μπορεί να απολαύσει τα πάντα και να ικανοποιήσει τις επιθυμίες του εκ των οποίων εξαρτά την ευτυχία του. Και συγχρόνως να τρομάζει και να πανικοβάλλεται προ των οδυνών. Οι οδύνες απειλούν την απόλαυση των ηδονών κι αυτό είναι δυσάρεστο για τον άνθρωπο κι υποφέρει και πληρώνει υπέρογκα ποσά προκειμένου να προσθέσει και μία ημέρα εις την ζωή του και πήχυν ένα εις το ύψος και μία στιγμή εις την ηλικία του.

Αντιθέτως, εις την Εκκλησία, αγωνιζόμεθα να αρνηθούμε την ηδονή των αισθήσεων και να περιστείλωμεν τις ηδονικές και μάταιες απολαύσεις των ηδονών υπομένοντες πάσαν θλίψη και στενοχώρια του αθλίου τούτου βίου μας «ἕως οὗ ἡμέρα διαυγάσῃ καί φωσφόρος ἀνατείλῃ ἐν ταῖς καρδίαις ἡμῶν» (Β΄ Πέτρου α΄ 19).