"Ο επιδιωκόμενος κοινός εορτασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την «ημερολογιακή συμπόρευση Φαναρίου –Βατικανού», η οποία όμως συμπόρευση δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την «προσαρμογή του Ορθοδόξου Πασχαλίου προς το παπικό»" σημειώνει μεταξύ άλλων η ανακοίνωση ,σχολιάζοντας σχετικά δημοσιεύματα που πρώτα είδαν το φώς απο το "Πενταπόσταγμα".

Το γραφείο αιρέσεων της μητρόπολης σε ανακοίνωση που εξέδωσε αναφέρει πως  ο επιδιωκόμενος κοινός εορτασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την «ημερολογιακή συμπόρευση Φαναρίου –Βατικανού», η οποία όμως συμπόρευση δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την «προσαρμογή του Ορθοδόξου Πασχαλίου προς το παπικό»

 

Η ανακοίνωση 

ΔΡΟΜΟΛΟΓΕΙΤΑΙ ΚΟΙΝΟΣ ΕΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΚΑΙ ΕΝΩΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΙΡΕΤΙΚΟΥΣ ΤΟ 2025!

 

Το 2025 είναι ένας σημαντικός ιστορικός σταθμός για την εκκλησιαστική μας ιστορία, διότι τη χρονιά αυτή η Ορθόδοξη Εκκλησία μας εορτάζει την συμπλήρωση 1700 χρόνων από την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου (325). Όπως είναι γνωστό η Σύνοδος αυτή καταπολέμησε και καταδίκασε την αρειανική αίρεση, η οποία αρνήθηκε τη θεία φύση του Χριστού. Δεν θα ήταν υπερβολή αν χαρακτηρίσουμε την Σύνοδο αυτή ως την σπουδαιότερη Σύνοδο της Εκκλησίας μας, όχι μόνο για το αντιαιρετικό της έργο, αλλά και διότι αποτέλεσε σημείο αναφοράς σε όλες τις μεταγενέστερες, Οικουμενικές και Τοπικές. Η σπουδαιότητά της καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι καθόρισε και τον ακριβή χρόνο εορτασμού του Πάσχα, έτσι ώστε να εορτάζεται παγκοσμίως, σε Ανατολή και Δύση, την ίδια ημέρα, συμβάλλοντας έτσι στην εορτολογική και λειτουργική ενότητα της ενιαίας, τότε, Χριστιανοσύνης και θέτοντας τέρμα σε μια μακροχρόνια ενδοεκκλησιαστική έριδα, που προηγήθηκε.

Ωστόσο το κατ’ αρχήν χαρμόσυνο αυτό επετειακό γεγονός σκιάζεται από δημοσιεύματα και περιρρέουσες φήμες, που δημιουργούν μέσα μας αισθήματα θλίψεως και ανησυχίας. Και τούτο διότι κύκλοι θιασωτών της παναιρέσεως του Οικουμενισμού, που κατ’ αυτούς δεν υφίσταται, (!!!), θεωρούν την εν λόγω επέτειο ως μια καλή ευκαιρία για την καθιέρωση κοινού εορτασμού του Πάσχα όλων των χριστιανών, Ορθοδόξων και ετεροδόξων, και γιατί όχι, ως αφετηρία για τη δρομολόγηση της πλήρους ορατής «ένωσής» μας με τους ετεροδόξους στο κοινό Ποτήριο. Καλλιεργούν ένα «κλίμα» εντεινόμενης σύγκλησης κυρίως με τους Παπικούς και πιστεύουν ότι ο κοινός εορτασμός θα «φέρει ακόμη πιο κοντά» τις «Εκκλησίες» οι οποίες θα «συνειδητοποιήσουν την ανάγκη» της ενότητας και θα προχωρήσουν προς την «πολυπόθητη ένωση»! Ήδη ένα πρώτο μεγάλο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή πραγματοποιήθηκε στην «Σύνοδο της Κρήτης» (2016), με την αναγνώριση των ετεροδόξων ως ιστορικών Εκκλησιών με έγκυρα μυστήρια και αποστολική διαδοχή, (;).

Ένα μεγάλο εμπόδιο που φαίνεται να φράζει το δρόμο προς την «ένωση», είναι το πρόβλημα του παπικού Πρωτείου, το οποίο εδώ και 14 χρόνια, (από το 2007), συζητείται στον Θεολογικό Διάλογο μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών, χωρίς μέχρι σήμερα οι εκατέρωθεν διαλεγόμενοι να έχουν φθάσει σε ένα κείμενο κοινής αποδοχής. Όπως είχαμε επισημάνει σε πρόσφατη ανακοίνωσή μας (βλ. κείμενο με τίτλο: «Η ‘ενίσχυση της Συνοδικότητος’: Μια ακόμη δολερή παγίδα του Παπισμού», στην παρούσα χρονική συγκυρία καταβάλλεται εργώδης προσπάθεια να βρεθεί μια φόρμουλα εναρμόνισης του παπικού Πρωτείου, που χαρακτηρίζει το Παπισμό, με την Συνοδικότητα που χαρακτηρίζει την Ορθοδοξία. Ο Ρωμαιοκαθολικός Καρδινάλιος κ. Kurt Koch, Συμπρόεδρος της Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου, σε πρόσφατη δήλωσή του πρότεινε μια «λύση» του προβλήματος, η οποία δεν φαίνεται να απορρίφθηκε, αλλά μάλλον έγινε δεκτή από την πλευρά των Ορθοδόξων. Σύμφωνα με τη «λύση» που προτείνει ο κ. Koch, η μεν Ορθόδοξη Εκκλησία από την πλευρά της θα αναγνωρίσει στο Βατικανό μια μορφή πρωτείου, που θα περιλαμβάνει νομικά στοιχεία, ενώ το Βατικανό από την πλευρά του θα προχωρήσει σε μια ενίσχυση του Συνοδικού Θεσμού, χωρίς όμως να θίγεται ούτε στο ελάχιστο το παπικό Πρωτείο. Η παρά πάνω δήλωση «δένει» άριστα με ανάλογη πρόσφατη δήλωση, (όπως θα δούμε παρά κάτω), του Αρχιεπισκόπου Τελμησσού Ιώβ, Συμπροέδρου της Μικτής Επιτροπής επί του Θεολογικού Διαλόγου ότι «οι Ορθόδοξοι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσουν το πρωτείο της Ρώμης». Το συμπέρασμα είναι ότι το πρόβλημα του Πρωτείου μάλλον πάει να βρεί τη «λύση» του, σύμφωνα όμως με τα σχέδια και τις επιθυμίες των οικουμενιστών και όχι κατά το θέλημα του Θεού και εντός του πλαισίου της Α΄ Ψευδοσυνόδου του Βατικανού του 1870.

Τις παρά πάνω θλιβερές διαπιστώσεις μας για το που οδηγούνται τα πράγματα με αφορμή τους εορτασμούς των 1700 ετών από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο, ήρθε να επιβεβαιώσει ένα πρόσφατο δημοσίευμα στο ιστολόγιο «Πενταπόσταγμα» με θέμα: «Πάμε για κοινό εορτασμό Πάσχα Ορθοδόξων – Ρ/καθολικών το 2025», του δημοσιογράφου κ. Μάνου Χατζηγιάννη. Σύμφωνα με το δημοσίευμα: «Στρώνουν οικουμενιστικό χαλί για κοινό εορτασμό του Πάσχα μεταξύ Ορθοδόξων και Ρωμαιοκαθολικών το 2025 Βατικανό και Φανάρι με την σύμφωνη γνώμη της Μόσχας! Σημειώνεται ότι το 2025 το Πάσχα και στις δύο Εκκλησίες έχει μια κοινή ημερομηνία! Υπενθυμίζεται επίσης πως το 2025 θα έχουμε και τους εορτασμούς της 1.700ης επετείου της Οικουμενικής Συνόδου της Νίκαιας»! Στη συνέχεια παραθέτει συνέντευξη του παν. Οικουμενικού Πατριάρχη κ. Βαρθολομαίου, στην οποία δηλώνει, πως ο εορτασμός μπορεί να χρησιμεύσει ως ευκαιρία για τις χριστιανικές Εκκλησίες «να προβληματιστούν για την πορεία τους, για τα λάθη του παρελθόντος, καθώς και του παρόντος, και να αναλάβουν περισσότερο καθορισμένη οικουμενική πορεία, αξιοποιώντας τα μαθήματα για πάνω από έναν αιώνα σύγχρονης οικουμενικής εμπειρίας. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος της Νίκαιας είναι ένα σύμβολο, ένας σταθμός, ένα σημείο καμπής στην ιστορία του Χριστιανισμού, επειδή εξέδωσε 20 κανόνες. Η Νίκαια λοιπόν προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία για την εκτίμηση της κοινής μας κανονικής κληρονομιάς της πρώτης χιλιετίας και για την εξέταση της σημασίας του κανόνα, του νόμου ως μέσου για την προώθηση του οικουμενικού διαλόγου».

Αλλά και από την πλευρά του Βατικανού γίνονται ανάλογες δηλώσεις, όπως συνεχίζει το αποκαλυπτικό δημοσίευμα: «…τις τελευταίες ημέρες με αφορμή και την ενθρόνιση του νέου Μητροπολίτου Ιταλίας το θέμα αναβίωσε έντονα. Ο Καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και ο επικεφαλής του Ποντιφικού Συμβουλίου για την Προώθηση της Χριστιανικής Ενότητας Κούρτ Κοχ είπε ότι στον Πάπα Φραγκίσκο άρεσε η πρόταση του μόνιμου Αντιπροσώπου του Οικουμενικού Πατριαρχείου στο Παγκόσμιο Συμβούλιο Εκκλησιών (ΠΣΕ), Αρχιεπισκόπου Τελμησσού Ιωβ για τη μεταρρύθμιση του Ορθόδοξου ημερολογίου για έναν κοινό εορτασμό του Πάσχα με τους Καθολικούς έως το 2025, αναφέρει το ιστολόγιο Katholisch.de….Ο Ιεράρχης του Φαναρίου φέρεται να είπε: "Αυτή είναι μια καλή ευκαιρία να υπενθυμίσουμε στους Χριστιανούς την ανάγκη για μεταρρύθμιση του ημερολογίου" . Ο Καρδινάλιος Κοχ, με τη σειρά του, σημείωσε ότι αν και δεν θα είναι εύκολο να ορίσουμε μια κοινή ημερομηνία για το Πάσχα, αξίζει η προσπάθεια. Υπενθυμίζεται πως ο ίδιος Ορθόδοξος Ιεράρχης φέρεται να έχει δηλώσει πως οι Ορθόδοξοι δεν έχουν κανένα πρόβλημα να αναγνωρίσουν το πρωτείο της Ρώμης. Στο μεταξύ ο Πάπας Φραγκίσκος και ο Καρδινάλιος Κοχ ελπίζουν ότι θα υπάρξει πλήρης κοινωνία και ‘ορατή ενότητα’ μεταξύ της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας και του Οικουμενικού Πατριαρχείου!»!

Σε παλαιότερη ανακοίνωσή μας (βλ. κείμενο με τίτλο: «Μια ακόμη πληγή στο Σώμα της Εκκλησίας. Σύντομος σχολιασμός του Παλαιοημερολογητικού ζητήματος», 7.4.2014), είχαμε παραθέσει μερικά εισαγωγικά σχετικά με το ημερολογιακό ζήτημα, με το οποίο είναι άρρηκτα συνδεδεμένο και το ζήτημα του εορτασμού του Πάσχα, (το λεγόμενο πασχάλιο), και παραπέμπουμε εκεί τον αναγνώστη για περισσότερα στοιχεία. Επιγραμματικά εδώ αναφέρουμε, ότι η Εκκλησία της Ελλάδος καθιέρωσε το 1924 το διορθωμένο Ιουλιανό Ημερολόγιο, το οποίο ταυτιζόταν με το Γρηγοριανό μόνον ως προς τις ημερομηνίες των ακινήτων εορτών, ενώ διέφερε ριζικά από αυτό ως προς το πασχάλιο. Το πασχάλιο παρέμεινε αμετακίνητο, διότι τυχόν μεταρρύθμισή του θα παραβίαζε τους όρους που έθεσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, η οποία προέβλεπε δύο τινά: α) Να εορτάζεται το Πάσχα την πρώτη Κυριακή μετά την πρώτη πανσέληνο της εαρινής ισημερίας και β) Ουδέποτε να συμπίπτει, ή να προηγείται το χριστιανικό Πάσχα από το Πάσχα των Εβραίων. Το Γρηγοριανό Ημερολόγιο, που ακολουθούν οι παπικοί, ναι μεν τηρεί τον πρώτο όρο που έθεσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, όχι όμως και τον δεύτερο, με αποτέλεσμα σε πάμπολλες περιπτώσεις, είτε να συνεορτάζουν οι Λατίνοι με τους Εβραίους, την ίδια ημέρα το Πάσχα, είτε να προηγούνται σε σχέση με το Πάσχα των Εβραίων. Τους παρά πάνω όρους που θέτει η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος επαναλαμβάνει και η Τοπική Σύνοδος της Αντιοχείας στον Α΄ Ιερό Κανόνα της, ενώ ο Ζ΄ Αποστολικός Ιερός Κανόνας ορίζει σαφέστατα, (με απειλή μάλιστα καθαιρέσεως), το «μη μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα».

Το θέμα του κοινού εορτασμού του Πάσχα δεν είναι ένα καινούργιο «φρούτο» που μας σερβίρουν σήμερα οι θιασώτες του Οικουμενισμού. Έχει μια ιστορία πάνω από 100 χρόνια. Στις γραμμές που ακολουθούν θα μνημονεύσουμε με άκρα συντομία τους κυριότερους σταθμούς του, ώστε ο αναγνώστης, αφ’ ενός μεν να έχει μια γενική, συνοπτική εικόνα του θέματος και αφ’ ετέρου για να καταδειχθεί ότι ο κοινός εορτασμός πάντοτε, μα πάντοτε, στο παρελθόν χρησιμοποιήθηκε σαν «όχημα» και σαν εργαλείο για την «ένωση» Ανατολής και Δύσεως, Ορθοδοξίας και Παπισμού.

Ο πρώτος «Ορθόδοξος» Πατριάρχης που έριξε τον σπόρο περί κοινού εορτασμού ήταν ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ΄. Σε Εγκύκλιο Γράμμα του, το 1902, προς τα λοιπά Πατριαρχεία και Τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες κάνει λόγο μεταξύ άλλων: «περί κοινού εορτολογίου…αποδοχής του Γρηγοριανού…και περί της κατ’ αναγκαίαν ακολουθίαν μεταστάσεως του καθ’ ημάς εκκλησιαστικού ημερολογίου…ως ευοίωνον απαρχήν της ελπιζομένης και ποθητής παγκοσμίου χριστιανικής ενότητος».1

Μερικά χρόνια αργότερα, επί πατριαρχίας Δωροθέου του Α΄, (τοποτηρητού στον οικουμενικό θρόνο), εξεδόθη η περιβόητη Πατριαρχική Εγκύκλιος του 1920, όπου γίνεται πάλι λόγος περί κοινού εορτασμού και επαναλαμβάνεται ουσιαστικά η πρόταση του προκατόχου του, Ιωακείμ του Γ΄.

Λίγο αργότερα, το 1923, ο γνωστός μασόνος Πατριάρχης κυρός Μελέτιος ο Δ΄ ο Μεταξάκης, επιχειρεί νέα προσπάθεια αλλαγής του Πασχαλίου. Σε Συνέδριο που διοργάνωσε το 1923 αποφασίσθηκε, εκτός από την αποδοχή του Γρηγοριανού ως προς τις ακίνητες εορτές, η αλλαγή και του πασχαλίου ως «δυνατή», πλην όμως δεν πραγματοποιήθηκε λόγω αρνητικής στάσεως άλλων Τοπικών Εκκλησιών.

Επί των ημερών του Οικουμενικού Πατριάρχου κυρού Αθηναγόρου του Α΄, (1949-1972), περιβόητου και πρωτοπόρου στην προώθηση του Οικουμενισμού, ο πανχριστιανικός εορτασμός του Πάσχα ήταν ένα θέμα συνεχώς επαναλαμβανόμενο σε όλα σχεδόν τα Μηνύματα, Διαγγέλματα, Διασκέψεις Συνελεύσεις και Συνέδρια, συνδεόμενο και τοποθετούμενο πάντοτε στο γενικότερο πλαίσιο της «ενώσεως των Εκκλησιών».

Ο διάδοχός του κυρός Δημήτριος ο Α΄ συνέχισε την ίδια οικουμενιστική γραμμή που χάραξε ο προκάτοχός του. Όταν το 1975 συνέπεσε το Πάσχα των Ορθοδόξων και των Λατίνων, (14η Απριλίου), έσπευσε να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και έστειλε Πασχάλιο Μήνυμα στον Πάπα και στους Προτεστάντες προτείνοντας «σταθεράν Κυριακήν» κοινού εορτασμού του Πάσχα την Β΄ Κυριακή του Απριλίου, μάλιστα ήδη από το επόμενο έτος 1975!

Ο διάδοχός του ο νυν Οικουμενικός πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος ο Α΄, δεν ήταν δυνατόν να υστερήσει στο όραμα του κοινού εορτασμού. Με την ευκαιρία της συμπτώσεως του Πάσχα των Ορθοδόξων και των Λατίνων στις 15 Απριλίου του 2001, συμφώνησαν από κοινού ο Πάπας και το Οικουμενικό Πατριαρχείο, ερήμην των άλλων Τοπικών Εκκλησιών, να εγκαινιάσουν μαζί, επίσημα πλέον, τον κοινό εορτασμό του Πάσχα ως διαρκή και μόνιμο κατά τον νέο 21ο αιώνα της Νέας Εποχής. Η κοινή αυτή προσπάθεια χαιρετίστηκε θετικά από τα ΜΜΕ. Στην εφημερίδα «Επενδυτής» δημοσιεύθηκε άρθρο, (30.3.1996), στο οποίο εκφραζόταν η άποψη ότι: «το θέμα έχει τεράστια σημασία καθώς η ημερολογιακή συμπόρευση Φαναρίου –Βατικανού αναμένεται να συνδυαστεί με μια ιστορική εκκλησιαστική συνεργασία που ισοδυναμεί με άρση του γνωστού σχίσματος».2 Εν όψει του γεγονότος αυτού, ήδη από το 1995 το Οικουμενικό Πατριαρχείο έστειλε Εγκύκλιο προς τις Ιερές Μητροπόλεις της Διασποράς της Δύσεως, για να βολιδοσκοπήσει πιθανές αντιδράσεις του Ορθοδόξου κλήρου και του λαού. Ο σχεδιαζόμενος κοινός εορτασμός προέβλεπε αλλαγή και προσαρμογή του Ορθοδόξου Πασχαλίου προς το παπικό. Ευτυχώς και η προσπάθεια αυτή απέτυχε, διότι όλες οι Ιερές Μητροπόλεις της Διασποράς απάντησαν στην πατριαρχική Εγκύκλιο αρνητικά.

Από τα παρά πάνω αβίαστα βγαίνει το συμπέρασμα, ότι ο επιδιωκόμενος κοινός εορτασμός είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με την «ημερολογιακή συμπόρευση Φαναρίου –Βατικανού», η οποία όμως συμπόρευση δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνο με την «προσαρμογή του Ορθοδόξου Πασχαλίου προς το παπικό», όπως φάνηκε με όσα παραθέσαμε προηγουμένως. Ωστόσο μια τέτοια προσαρμογή μοιραία θα οδηγήσει στην παραβίαση των όρων που έθεσε η Α΄ Οικουμενική Σύνοδος, όπως επίσης και στην παραβίαση του Ζ΄ Αποστολικού Κανόνος, που προβλέπει «μη μετά Ιουδαίων επιτελείν το Πάσχα». Η θεοφώτιστη αυτή ιεροκανονική παραγγελία ισοδυναμεί με το «μη μετά αιρετικών ετεροδόξων εορτάζειν το Πάσχα», κάτι το οποίο όμως μανιωδώς και επιμόνως επιθυμούν και επιδιώκουν οι οικουμενιστές. Εάν ακόμη και η απλή συμπροσευχή με αιρετικούς απαγορεύεται από τους Ιερούς Κανόνες, πόσο μάλλον ο συνεορτασμός της «εορτής των εορτών και της πανηγύρεως των πανηγύρεων»;

Κλείνοντας θεωρούμε αναγκαίο να επισημάνουμε, ότι σε περίπτωση που επιχειρηθεί νέα μεταρρύθμιση του νυν ισχύοντος, (διορθωμένου Ιουλιανού) Ημερολογίου, θα προκληθούν νέες διασπάσεις, καθόλου μικρότερες με το ήδη υφιστάμενο παλαιοημερολογιτικό και μάλιστα κανονικώς κατοχυρωμένες, (!!!), κατά την πρόβλεψη του ΙΕ΄ Ιερού Κανόνος της Α΄ και Β΄ Αγίας Συνόδου. Πάντως αν τυχόν πραγματοποιηθεί μια τέτοιου είδους μεταρρύθμιση, με την ευκαιρία του εορτασμού των 1700 χρόνων από την σύγκληση της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου, εμείς δεν πρόκειται να την αποδεχθούμε. Όπως επίσης δεν θα αποδεχθούμε οποιαδήποτε απόπειρα «ενώσεώς» μας με τους ετεροδόξους στο «κοινό Ποτήριο», χωρίς μετάνοια και επιστροφή των αιρετικών - ετεροδόξων. Δεν θα αρνηθούμε την φιλτάτη μας Ορθοδοξία και δεν θα συμμετάσχουμε στην προδοσία της πίστεως των μαρτύρων και των ηρώων της Ορθοδοξίας και των αγίων και θεοφόρων Πατέρων των αγίων εννέα Οικουμενικών Συνόδων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

1 Καθηγητή Ιω. Καρμίρη, «Τα δογματικά και συμβολικά μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας», τομ. ΙΙ, σελ. 946ε και 946ζ.

2 Βλ. Εισήγηση μοναχού Νικοδήμου Μπιλάλη με τίτλο: «Οικουμενισμός και αλλαγή πασχαλίου» σε Διορθόδοξο Συνέδριο με τίτλο: «Οικουμενισμός: Γένεση, Προσδοκίες, Διαψεύσεις», στο Α.Π.Θ., 20-24/9/2004, Πρακτικά Διορθοδόξου Επιστημονικού Συνεδρίου, Τομ. Β΄, σελ. 955-956.