του Δημητρίου Π. Λυκούδη, Θεολόγου, Φιλολόγου, Ιστορικού

 

Σήμερα, ξεκίνησα τα γραφόμενά μου με την οσιοτάτη μορφή του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς (1896-1966, εορτάζει 02 Ιουλίου). Εταπείνωσε τον εαυτό του όσο λίγοι. Επέρασε πολλά ξενύχτια προσευχόμενος, κακουχούμενος, λοιδορούμενος και παραγκωνισμένος, ξεχασμένος απ᾿ όλους, νηστικός και έρημος. Πλην, όμως, δεν τον ελησμόνησε ο Ουρανός και η Κυρία Θεοτόκος, που τόσο αγαπούσε και ευλαβείτο. 

Στις 21 Νοεμβρίου 1934, ως Επίσκοπος Σαγκάης, φθάνει στην περιφέρειά του και αντικρίζει έναν μισογκρεμισμένο ναό και ένα ποίμνιο διχασμένο. Εκεί οργάνωσε ορφανοτροφείο, μέσα στο οποίο αγκάλιασε φτωχά, πεινασμένα και άστεγα παιδιά. Πόση αγάπη είχε για τα παιδιά! Τα κοιτούσε, τα αγκάλιαζε και φωτιζόταν ολόκληρος! Μόνο στα παιδιά επέτρεπε να ομιλούν εντός του ναού και κατά τη διάρκεια των ιερών ακολουθιών, σε κανέναν άλλον. Και το πλέον θαυμαστό: εξεκίνησε το ορφανοτροφείο με οκτώ παιδιά και έφθασε σχεδόν τις 3.500! Αυτά τα παιδιά, στις 2/7/1966, την ημέρα που εκοιμήθη ο άγιος, έφηβοι και ενήλικοι τότε οι περισσότεροι, σπρώχνονταν και "εμάλωναν" μεταξύ τους ποιος θα πρωτοκρατήσει το φέρετρο του πατέρα τους, διότι έτσι τον εθεωρούσαν και ένιωθαν: ως φιλόστοργο και φιλάνθρωπο πατέρα!

Το δωμάτιό του ήταν λιτότατο. Αρκούσαν δυο καρέκλες, ένα μικρό ξύλινο γραφείο και μια μεγάλη σακούλα με ξερά πρόσφορα. Βλέπετε, τού άρεσε πολύ να τρώει ψωμί μετά τη Θεία Λειτουργία, την οποία ετελούσε καθημερινά. Εκοιμόταν ελάχιστα, καθιστός ή με το μέτωπο κατά γης, στάση που τον χαρακτήριζε προσευχόμενο δια βίου. Και μόνο αυτό, όμως, και αν διαβάσει κανείς, είναι ικανό να συγκινηθεί, να λιώσει η ψυχρότητα της καρδιάς του και πολύ ν᾿ αγαπήσει τον οσιότατο Ιωάννη Μαξίμοβιτς: μονίμως εξαντλημένος, δεν αποστρεφόταν ποτέ όσους τον καλούσαν στο τηλέφωνο για ποιμαντικά και πνευματικά ζητήματα. Ήταν δε τόσο κουρασμένος που, πολλές φορές, το ακουστικό του τηλεφώνου έπεφτε από τα χέρια του και εκοιμόταν για μερικά λεπτά...! Ο συνομιλητής του, χωρίς να αντιληφθεί το παραμικρό, εσυνέχιζε να ομιλεί! Και, ω του θαύματος: Όταν, προς στιγμήν, εξυπνούσε ο ταπεινός επίσκοπος, έδιδε έτοιμες και καταπλήσσουσες απαντήσεις και κατευθύνσεις στον συνομιλητή του. Λες και ο δεσπότης δεν εκοιμήθη καθόλου, λες και παρακολουθούσε και άκουγε τα πάντα!

Διαβάζω στο Γεροντικό, εκεί που συχνά καταφεύγω για να ξεκουράσω και διασκεδάσω τους λογισμούς μου: «Έλεγε κάποιος από τους Γέροντες: "Παρεκάλεσα τον αββά Σισώη να μου πει έναν λόγο. Και μου είπε ότι όσα μπορεί ο άνθρωπος να τα αποφύγει και δεν λαμβάνει τα μέτρα του, είναι σαν να προκαλεί την αμαρτία"» (Το Μέγα Γεροντικόν, τόμος Γ', Ησυχ. Το Γενέσιον της Θεοτόκου, Θεσ/νίκη 1997, σελ. 154-155). 

Και για όσους δειλιάζουν γρήγορα και ευθέως αποκάμνουν και απελπίζονται ένεκα των αμαρτιών τους, ωσάν και εγώ, να, διάβασε ετούτο και θέλεις βρεις βοήθεια σημαντική και παρηγορία θεία: «Κάποτε κάποιος (ενν. μοναχός που αμάρτησε) αποσύρθηκε στην ησυχία για να ασκήσει κανόνα μετανοίας. Δεν πρόλαβε όμως, διότι συνέβη ευθύς να σκοντάψει πάνω σε πέτρα και να χτυπήσει το πόδι του. Και από το πολύ αίμα που έτρεξε, λιποθύμησε και πέθανε. Έφθασαν, λοιπόν, οι δαίμονες ζητώντας να πάρουν την ψυχή του. Και τους λένε οι άγγελοι: "Προσέξτε την πέτρα και δείτε το αίμα που έχυσε για τον Κύριο". Και μ᾿ αυτό που είπαν οι άγγελοι ελευθερώθηκε η ψυχή από τους δαίμονες» (Αυτόθι, σελ. 174-175).

Ο Βίκτωρ Ουγκώ (1802-1885), αυτός ο μεγάλος και σπουδαίος εκπρόσωπος του γαλλικού ρομαντισμού, συνήθιζε τις νύχτες να συγγράφει και να μελετά έως τα χαράματα. Η δε σπιτονοικοκυρά του, βλέποντας κάθε βράδυ τη φωτισμένη λάμπα στο δωμάτιό του, δεν άντεξε, και τον ρώτησε: «Μα κύριε Ουγκώ, βλέπω πως ξενυχτάτε κάθε βράδυ. Δεν καταλαβαίνετε πως έτσι μειώνετε τις νύχτες της ζωής σας;». Και ο σπουδαίος Ουγκώ, επειδή πράγματι, μελετούσε, της απήντησε: «Μα, ακριβώς κυρία μου, με αυτό τον ίδιο τρόπο αυξάνω τις ημέρες του βίου μου!».

Πέμπτη, 08 Απριλίου και διαβάζω στο συναξάρι για τον Άγιο Νεομάρτυρα Ιωάννη, τον άξιο ναύκληρο. Αυτός εξισλαμίστηκε δια της βίας, από τους Τούρκους στην Κω. Λίγο καιρό αργότερα, απεκδύθη των τουρκικών ιματίων του, ντύθηκε χριστιανικά και ομολογούσε ότι είναι χριστιανός σε όλους! Συνελήφθη, εμαστιγώθη, εδάρη και εμαρτύρησε καιόμενος για την αγάπη του Νυμφίου Χριστού. Ήταν 8 Απριλίου 1669. Ω περίσσευμα γλυκύτατον της μετανοίας, που ως «ειρηνικός όμβρος κατέρχεσαι και ποτίζεις τη ξηρασία και ανομβρία της ταλαιπώρου μου καρδίας», ως θα έλεγε ο σκιαθίτης κυρ Αλέξανδρος!

Ο Αββάς Ευπρέπιος επέρασε έτη πολλά στην ησυχία και ερημία της εν χριστώ μονώσεως. Πεπειραμένος ασκητής, πέλαγος ο ίδιος ταπεινώσεως και θείας διακρίσεως, συνήθιζε να λέγει στα πνευματικά του παιδιά: «Εάν θέλεις να σωθείς, όπου και αν πας, μη βιαστείς να πάρεις τον λόγο, πριν σε ρωτήσει κάποιος».

Θα κλείνω το σημερινό κείμενο ως εξεκίνησα, κάμνοντας αναφορά και προσευχητική αναγωγή στην οσιακή μορφή του Αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς, που τόσο αγαπώ και πάνυ ευλαβούμαι. Ήταν Ιούλιος, δεύτερη ημέρα του μήνα, στα 1966. Ο δεσπότης ελειτούργησε κατανυκτικά, όπως πάντοτε. Αμέσως μετά, κατευθύνθηκε στο δωμάτιό του. Έμεινε εκεί τρεις περίπου, ώρες προσευχόμενος, και, αποκαμωμένος ως συνήθως, εκάθισε στην πολυθρόνα του, εκεί που εσυνήθιζε λίγο να ξεκουράζεται τα ξημερώματα. Εκεί και εκοιμήθη οσιακά, αθόρυβα, ταπεινά. Το ρολόι στο δωμάτιό του έδειχνε 3:50 μ.μ.

Καθισμένος στη δική μου πολυθρόνα, τώρα που πήρα και ετελείωσα το κείμενο αυτό, κοιτάζω την εικόνα του αγίου Ιωάννου Μαξίμοβιτς, του ταπεινού και παραγκωνισμένου δεσπότη, που έχω απέναντι από το γραφείο μου. Και, χωρίς υπερβολή, κάμνοντας νοερά μια άτυπη σύγκριση της δικής μου φαυλότητος μετά της δικής του αγιοσύνης, είναι αλήθεια, πολύ εντρέπομαι για όσα βράδια και νύχτες εκοιμήθηκα με γεμάτο στομάχι και φιμωμένη τη συνείδησή μου... για όσα βράδια και νύχτες δεν αγρύπνησα προσευχόμενος υπέρ των δικών μου αμαρτιών και υπέρ της σύμπασας κτίσης, ορατής και αοράτου...!

Και έμεινα στη θέση αυτή να τον εσκέπτομαι, να τον κοιτάζω, να προσεύχομαι έως αργά το πρωί! Τί κι αν η πολυθρόνα του Αγίου, επί της οποίας και εκοιμήθη ο ταπεινός δεσπότης, πλέον είναι άδεια. Ο Άγιος, αν και ετάφη τόσο μακριά, και όμως, ευρίσκεται δίπλα και ανάμεσά μας.

Και έμεινα στη θέση αυτή να τον εσκέπτομαι, να τον κοιτάζω, να προσεύχομαι έως αργά το πρωί!