Νέες κόντρες ξέσπασαν στον Ναό της Αναστάσεως με αφορμή την πρωτοβουλία που ανέλαβαν Αρμένιοι Μοναχοί να τοποθετήσουν καγκελά με αποτέλεσμα να  επέμβει η Αστυνομία.

 

Νέες κόντρες ξέσπασαν στον Ναό της Αναστάσεως με αφορμή την πρωτοβουλία που ανέλαβαν Αρμένιοι Μοναχοί να τοποθετήσουν καγκελά με αποτέλεσμα να  επέμβει η Αστυνομία.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα της Τετάρτης, 1ης /14ης Απριλίου 2021, εργάτες των Αρμενίων κληρικών των Ιεροσολύμων ανέβηκαν από το παράθυρο στο στενό εξώστη της πρόσοψης του Ναού της Αναστάσεως και τοποθέτησαν κάγκελα.

Το συμβάν αντιλήφθηκε από την οικία του στην Μονή Αβραάμ ο Γέρων Σκευοφύλαξ του Παναγίου Τάφου Σεβασμιώτατος Αρχιεπίσκοπος Ιεραπόλεως κ. Ισίδωρος, που φώναξε στους εργάτες να σταματήσουν. Επειδή εκείνοι δεν σταματούσαν, ο Γέρων Σκευοφύλαξ, ειδοποίησε την Αστυνομία ότι οι Αγιοταφίτες Πατέρες θα κατέβουν από τα δωμάτιά τους στο Κεντρικό Μοναστήρι και τη Μονή Αβραάμ και θα καταρρίψουν βιαίως τα κάγκελλα. Τότε η Αστυνομία απείλησε τους εργάτες, οι οποίοι διέκοψαν τις εργασίες χωρίς να προλάβουν να στερεώσουν τα κάγκελλα.

Το επεισόδιο αυτό έφτασε σε αυτό το σημείο, επειδή οι Αρμένιοι εξαπάτησαν την Αστυνομία, λέγοντας  ότι θα ανέβουν να κατεβάσουν τη σκαλωσιά, την οποίαν είχαν τοποθετήσει, για να βάψουν το παράθυρο, πράγμα που είχαν δικαίωμα να κάνουν.

Τη σκαλωσιά αυτήν αρνούνταν εδώ και δύο μήνες να κατεβάσουν, παρά την κοινή επιστολή του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και των Φραγκισκανών προς το Υπουργείο Εσωτερικών του Ισραήλ και την Ισραηλινή Αστυνομία των Ιεροσολύμων.

Το πρωί της Πέμπτης, 2ας/15ης Απριλίου 2021, ο Μακαριώτατος Πατριάρχης Ιεροσολύμων κ.κ. Θεόφιλος δέχθηκε στο Πατριαρχείο τον Κουστωδόν της Αγίας Γης αιδεσιμολογιώτατο π. Φραγκίσκο Πατό και τους συνεργάτες του, π. Ντομπρομίρο και π. Αθανάσιο Μακόρα, και από κοινού διαμαρτυρήθηκαν εντόνως προς την Αστυνομία, απαιτούντες την εντός της ημέρας απομάκρυνση των καγκέλλων, καθ’ ότι η πράξη αυτή αποτελεί κατάφωρον παραβίαση του Προσκυνηματικού Καθεστώτος και βάναυσο βανδαλισμό προς το αρχαιότερο και ιερώτερο μνημείο της Χριστιανοσύνης.

Η αμετακίνητη σκάλα του Ναού της Αναστάσεως στα Ιεροσόλυμα

 


Στην Ιερουσαλήμ υπάρχει μια ξύλινη σκάλα που δεν μπορεί να μετακινηθεί λόγω της διαμάχης μεταξύ της Ελληνορθόδοξης και της Αρμένικης Εκκλησίας. Ονομάστηκε "Αμετακίνητη" μιας και βρίσκεται στο ίδιο μέρος από τον 18ο αιώνα.


Κάποια στιγμή, μέσα στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, ένας τεχνίτης, ο οποίος δούλευε στην αποκατάσταση του ναού, τοποθέτησε μια σκάλα σε έναν από τους τοίχους του ναού. Κανείς δεν είναι σίγουρος ποιος ήταν ή σε ποια Εκκλησία ανήκε -αν και υπάρχουν εικασίες ότι ανήκε στην Αρμένικη. Από τότε, η σκάλα παραμένει εκεί και κανείς δεν τολμά να την αγγίξει, για να μην διαταραχθεί το status quo και προκαλέσει την οργή των υπολοίπων μιας και το καθεστώς ιδιοκτησίας του Ναού μοιράζεται μεταξύ της Ελληνορθόδοξης Εκκλησίας, της Ρωμαιοκαθολικής, της Κοπτικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, της Αρμενικής Αποστολικής Εκκλησίας, της Συριακής Ορθόδοξης Εκκλησίας και της Ορθόδοξης Εκκλησίας Tewahedo της Ερυθραίας.

Η πρώτη φορά που αναφέρεται η σκάλα είναι σε ένα φιρμάνι του 1757 από τον Οθωμανό σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Α' ακολουθούμενο από ένα άλλο από τον σουλτάνο Αμπντούλ Μετζίτ Α' το 1852.

Διάφορες λιθογραφίες δείχνουν τη σκάλα στα τέλη της δεκαετίας του 1830. Πιθανόν, η παλαιότερη εικόνα είναι ένα χαρακτικό που χρονολογείται από το 1728. Η παλαιότερη φωτογραφία στην οποία φαίνεται η σκάλα είναι από τα 1850.

 

Το 1981, ένα μήνα μετά από την απόπειρα δολοφονίας του Πάπα Ιωάννη Παύλου Β', έγινε μια απόπειρα να μετακινηθεί η σκάλα, αλλά αποτράπηκε άμεσα από την τοπική αστυνομία -αν και ο ένοχος δεν πιάστηκε. Το 1997, η σκάλα αφαιρέθηκε και χάθηκε για εβδομάδες. Πιστεύεται ότι ήταν φάρσα, αλλά επεστράφη αργότερα λόγω των φημών για περαιτέρω συγκρούσεις. Το 2009 η σκάλα μετακινήθηκε και πάλι. Τοποθετήθηκε στο αριστερό παράθυρο για λίγο, ίσως για να καθαριστούν οι σκαλωσιές μετά την ολοκλήρωση της ανακαίνισης του καμπαναριού.

 

Το χρονικό της σύγκρουσης

Στην Αγία Γη οι έλληνες ορθόδοξοι μοναχοί-μέλη της Αγιοταφικής Αδελφότητας και οι Αρμένιοι (προχαλκιδώνιοι ή μονοφυσίτες, όπως είναι ευρύτερα γνωστοί) μοναχοί επί δέκα και πλέον αιώνες δίνουν μάχες σώμα με σώμα στην προσπάθειά τους είτε να προασπίσουν είτε να διευρύνουν τα προνόμια που τους κληροδότησαν με χρυσόβουλα αυτοκράτορες και επικύρωσαν με φιρμάνια σουλτάνοι και βασιλείς. Σχεδόν κάθε χρόνο και ιδιαίτερα τις ημέρες του Πάσχα σημειώνονται συρράξεις μεταξύ των δύο μοναστικών κοινοτήτων.


Η παρουσία αρμενίου κληρικού στον προθάλαμο του Παναγίου Τάφου επί του οποίου τελείται η Αφή του Αγίου Φωτός φαίνεται ότι άρχισε να συντελείται αργά αλλά σταθερά. Η ισχυρή παρουσία των Αρμενίων στην τελετή αρχίζει τον 9ο αιώνα και ενισχύεται στα τέλη του 13ου και στις αρχές του 14ου αιώνα. Ωστόσο, όπως δηλώνουν οι αγιοταφίτες, οι Αρμένιοι δεν περιορίζονται μόνο στα προνόμια που έχουν σήμερα. Διακαής τους πόθος, τονίζουν, ήταν και παραμένει η είσοδος στον Πανάγιο Τάφο και η τέλεση από ομοδόξους τους κληρικούς της Αφής του Αγίου Φωτός. Σύμφωνα με ορισμένους αγιοταφίτες, τα τελευταία χρόνια της πατριαρχίας Διόδωρου οι Αρμένιοι διεκδικούσαν κι άλλα προνόμια, αφού ο μακαριστός, καθήμενος σε αναπηρικό καροτσάκι, δεν μπορούσε να εισέλθει εύκολα στον Πανάγιο Τάφο, η διάμετρος και το ύψος του οποίου είναι μερικά εκατοστά του μέτρου.


Η διένεξη μεταξύ ορθοδόξων και Αρμενίων ανά τους αιώνες προκάλεσε το ενδιαφέρον πολλών κληρικών και αποτέλεσε την αφορμή για τη δημιουργία θρύλων, παραδόσεων και θαυμάτων. Θαυμάτων τα οποία, όπως επισημαίνουν οι αγιοταφίτες, τελέστηκαν για να σταλεί το μήνυμα της νίκης επί του θανάτου, να προστατευτεί η πίστη των ορθοδόξων, αλλά και το προνόμιο της Αγιοταφικής Αδελφότητας να δίνει το Αγιο Φως σε όλες τις χριστιανικές κοινότητες.


Σύμφωνα με τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, το 1580 οι Αρμένιοι κατάφεραν να εξαγοράσουν τον διοικητή της Ιερουσαλήμ. Ο ηγεμόνας, αφού έλαβε τα χρήματα – σύμφωνα με κάποια εκδοχή, του προσφέρθηκαν και μερικές δεκάδες νεαρές παρθένες -, απαγόρευσε την είσοδο και την τέλεση λειτουργίας από τον ορθόδοξο Πατριάρχη στον Ναό. «Εισήλθαν λοιπόν μόνοι οι Αρμένιοι εν χαρά, ελπίζοντες να λάβωσι το Αγιον Φως» λέει ο Αρχιμανδρίτης. Εξω από τον Ναό στην αυλή στεκόταν χιλιάδες ορθόδοξοι με πρώτο τον Πατριάρχη και προσεύχονταν στον Θεό με δάκρυα στα μάτια για να δείξει το έλεος και την ευσπλαχνία του. Τότε, σύμφωνα με την παράδοση, σχίστηκε ο κίονας της εισόδου και από εκεί ο Πατριάρχης έλαβε το Αγιο Φως. Σύμφωνα με τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο, αμέσως μόλις οι μουσουλμάνοι θυρωροί είδαν το θαύμα άνοιξαν τις πύλες του Ναού για να εισέλθουν ο Πατριάρχης και οι πιστοί. Ανάμεσα στους ανθρώπους που παρακολούθησαν το θαύμα ήταν και ένας μουσουλμάνος, ο οποίος ασπάστηκε τον Χριστιανισμό, γεγονός που προκάλεσε την οργή των ομοθρήσκων του που τον έριξαν στην πυρά.


Το 1634 ο Πατριάρχης Θεοφάνης εξιστορεί τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τους Αρμενίους στον τσάρο της Ρωσίας Μιχαήλ. Κατά τη διάρκεια της Ανάστασης και ενώ ο Πατριάρχης βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη οι Αρμένιοι επιχείρησαν και πάλι να αμφισβητήσουν το πρωτείο των ορθοδόξων.


«Μη γνωρίζοντες τι να πράξωσιν, διά της εξουσίας των αλλοθρήσκων δεν επέτρεπον εις τους ορθοδόξους χριστιανούς κατά το παλαιόν Πασχάλιον να επιτελέσωσι το Μ. Σάββατον την τελετή του Αγίου Φωτός και αξιωθώσι να ίσωσιν αυτό» αναφέρει στην επιστολή του ο Πατριάρχης. Σύμφωνα με τις περιγραφές του, οι χριστιανοί έκλαιγαν γιατί οι φύλακες του Ναού τους έδιωξαν από την τελετή. Ξαφνικά όμως, σημειώνει, έγινε σεισμός και το Αγιο Φως φάνηκε από τις οπές της σκέπης του Παναγίου Τάφου και φωτίστηκε ολόκληρη η εκκλησία. Οι χριστιανοί με δάκρυα χαράς ευχαριστούσαν τον Θεό. «Οι δε Αρμένιοι, βλέποντας ότι ο Κύριος εφανέρωσε το Αγιον Φως, ίνα κρύψωσι το αίσχος αυτών, διένειμαν χρήματα τοις αλλοθρήσκοις ίνα σιωπήσωσι την εμφάνισιν αυτού».


«Οι γυναίκες ξεφώνιζαν θρηνώντας σπαρακτικά»…

Οι λατίνοι κληρικοί άρχισαν να αποκτούν δύναμη στην Αγία Γη στα χρόνια της παντοκρατορίας του Καρλομάγνου. Σύμφωνα με το ιστορικό του Αγίου Φωτός που καταγράφει το 1711 ο ιησουίτης μισιονάριος Ντε Μπερμάντ στον καθολικό Επίσκοπο της Τουλούζης, «ο εξομολογητής του Μποντουέν του Α’, δεύτερου βασιλιά της Ιερουσαλήμ, το Μεγάλο Σάββατο, παραμονή του Πάσχα, ο Θεός θέλοντας να τιμήσει τον τάφο του Ιησού και να αναθερμάνει την πίστη των χριστιανών έστειλε από τον ουρανό μια φλόγα που κατέβηκε στον Αγιο Τάφο και άναψε όλα τα καντίλια που, σύμφωνα με τα εκκλησιαστικά έθιμα, ήταν σβηστά από τη Μεγάλη Παρασκευή».


Σύμφωνα με ορισμένες μελέτες, ο Πάπας Ουρβανός ο Β’ επικαλέστηκε, μεταξύ άλλων, το Αγιο Φως και το θαύμα στην προσπάθειά του να πείσει τους βασιλείς και τους πρίγκιπες της Ευρώπης να απελευθερώσουν τους Αγίους Τόπους.

Σύμφωνα με τον Ντε Μπερμάντ, κατά τη διάρκεια της βασιλείας των σταυροφόρων «ο ζήλος των πριγκίπων της χριστιανοσύνης είχε υποχωρήσει και η ευλάβεια των καθολικών είχε εκφυλισθεί. Και ενώ οι καθολικοί παραδέχονται ότι το θαύμα δεν γίνεται πια, οι σχισματικοί (σ.σ.: οι Ορθόδοξοι) βρήκαν την ευκαιρία να το διαιωνίσουν». Ετσι «παπάδες και Πατριάρχες εκμεταλλεύονται την ευπιστία του ποιμνίου που προσμένει την άγια ουράνια φλόγα τη νύχτα του Μεγάλου Σαββάτου. Εφτά – οχτώ χιλιάδες πιστοί, ερεθισμένοι από την περιέργεια, συρρέουν στην Ιερουσαλήμ για να παρακολουθήσουν το θέαμα. Αυτό το πλήθος αποτελεί σημαντική πηγή πόρων για τους σχισματικούς Ελληνες που εξασφαλίζουν την επιβίωση τους και την κανονική καταβολή των φόρων στους Τούρκους».


Ανάλογες εντυπώσεις φαίνεται ότι αποκόμισε και ένας άλλος ρωμαιοκαθολικός κληρικός που επισκέφθηκε την Αγία Γη στα μέσα του 17ου αιώνα. Περιγράφοντας τους πιστούς λέει: «Οι γυναίκες ξεφώνιζαν θρηνώντας σπαρακτικά και αναστενάζοντας. Υψωναν τα χέρια και τα βλέμματα ψηλά και έκαναν τέτοιες χειρονομίες που νόμιζες ότι έβλεπαν να ανοίγουν τα ουράνια και να κατεβαίνει το φως πάνω στις κεφαλές τους. Καθώς πλήθαιναν εκείνοι και έτρεχαν οι Ελληνες και οι Τούρκοι ακόμη που βρίσκονταν μπροστά στην πύλη του Αγίου Τάφου χτυπούσαν τους δρομείς με ραβδιά και σκοινιά για να τρέχουν και να κραυγάζουν πιο πολύ. Και έβλεπες τότε να πέφτει ο ένας πάνω στον άλλον, να γκρεμίζονται καταγής μέσα σ’ ένα τρομερό πανδαιμόνιο που έκανε τον ναό να τρέμει ολόκληρος. Και αφού έτρεξαν και ούρλιαξαν δύο ώρες χωρίς ούτε μιας στιγμής διακοπή, μη μπορώντας πια να συνεχίσουν άρχισαν να τραβολογούν και τους άλλους για να τρέξουν και να ξεφωνίσουν όπως και εκείνοι. Με γρόθους και με λακτίσματα ανάγκαζαν ακόμη και τους γέροντες να χοροπηδούν. Μερικοί μάλιστα για να δείξουν περισσότερη ευλάβεια, ή μάλλον για να τη γελοιοποιήσουν, πηδούσαν στους ώμους των άλλων έτσι όπως παίζουν τα παιδιά».


Λαμπάδα δόξας και θριάμβου


Από τα πρώτα χριστιανικά χρόνια οι πιστοί κατά τη διάρκεια της Ακολουθίας του Μεγάλου Σαββάτου κρατούσαν λαμπάδες και κεριά στα χέρια τους ως σύμβολο χαράς, θριάμβου και δόξας. Η πρώτη σημαντική αναφορά στο Αγιο Φως και στα όσα συντελούνται επί αιώνες στην Αγία Πόλη γίνεται – σύμφωνα με την παράδοση – το 162, όταν Επίσκοπος της Ιερουσαλήμ ήταν ο Νάρκισσος. Τότε οι διάκονοι έμειναν χωρίς λάδι και οι πιστοί στεναχωριούνταν, αφού δεν μπορούσαν να ανάψουν τις κανδήλες του Ναού. Οπως λέγεται, ο Επίσκοπος έδωσε εντολή στους υπευθύνους για τον φωτισμό να πάρουν νερό από ένα πηγάδι και να γεμίσουν τις κανδήλες. Στη συνέχεια κάλεσε τους πιστούς να προσευχηθούν όλοι μαζί και οι κανδήλες άναψαν, αφού με θαυματουργό τρόπο το νερό μετατράπηκε σε λάδι.

 


Το σημερινό τυπικό άρχισε να διαμορφώνεται τον 4ο αιώνα, οπότε και βρέθηκε ο Πανάγιος Τάφος και κτίστηκε ο Ναός της Αναστάσεως. Ως τότε, όπως επισημαίνει στο «Βήμα» η θεολόγος κυρία Αγγελική Χατζηιωάννου, στο σημείο όπου ενταφιάστηκε το σώμα του Χριστού υπήρχε από το 135 ειδωλολατρικός ναός, αφιερωμένος στη θεά Αφροδίτη, που κτίστηκε από τον ρωμαίο αυτοκράτορα Αδριανό. Ετσι οι χριστιανοί γιόρταζαν την Ανάσταση σε μικρούς ναούς της Παλαιάς Πόλης. Την εντολή να κατεδαφιστεί ο ναός της Αφροδίτης έδωσε η Αγία Ελένη, προκειμένου να αποκαλυφθεί, όπως και έγινε, ο Πανάγιος Τάφος, γύρω από τον οποίο χτίστηκε ο Ναός της Αναστάσεως. Από εκείνη την εποχή, δηλαδή από το 314 ως το 333, εμφανίζονται οι πρώτες ιστορικές αναφορές στις τελετές του Αγίου Φωτός που γίνονται επί του Παναγίου Τάφου.


Ο Μέγας Κωνσταντίνος φαίνεται ότι ως αυτοκράτορας έδωσε εντολή για τη φωταγώγηση της πόλης της Ιερουσαλήμ μετά την Ανάσταση με λαμπάδες. Κείμενο του 1122 περιγράφει όλη τη διαδικασία που εφαρμοζόταν από το πρώτο ήμισυ του 9ου αιώνα. Εκείνη την εποχή ο Επίσκοπος Εμέσσης Βασίλειος έζησε κατά τη διάρκεια της χειροτονίας του από τους Πατριάρχες Ιεροσολύμων και Αντιοχείας στον Ναό της Αναστάσεως την τελετή του Αγίου Φωτός.


Αντίστοιχες αναφορές κάνει και ο μοναχός Βερνάρδος, ο οποίος επισκέφθηκε τον Ναό το 870. Και το 947 σε επιστολή του προς τον αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Πορφυρογέννητο ο Νικήτας, βασιλικός κληρικός της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, περιγράφει τις εντυπώσεις του από την τελετή του Αγίου Φωτός και τον θαυμαστό τρόπο με τον οποίον ο Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων Χριστόδουλος έλαβε το Αγιο Φως, ενώ ο Αμηράς απειλούσε τη ζωή του.


Ρώσοι μοναχοί που επισκέφθηκαν την περιοχή συνέταξαν εκτενείς διηγήσεις για τα δρώμενα στην Ιερουσαλήμ. Ο ρώσος ηγούμενος Δανιήλ το 1106 επισκέφθηκε την πόλη και ζήτησε από τον σταυροφόρο βασιλιά Βαλδουίνο να τοποθετήσει στον Πανάγιο Τάφο μια κανδήλα, αφιέρωμα των ρώσων ηγεμόνων. Εκεί κατά τη διάρκεια της Αναστάσεως, λέει ο μοναχός: «Εβλεπε τις και τον ηγεμόνα Βαλδουίνον αισθανόμενον συγκίνησιν βαθύτατην και εκχέοντα δάκρυα». Οπως προσθέτει «κατά την εβδόμην ώραν της ημέρας του Μεγάλου Σαββάτου ο ηγεμών Βαλδουίνος και οι περί αυτόν ώδευον γυμνόποδες εκ της οικίας εις τον Αγιον Τάφον».


Το 1118 ο Σαλάχ ελ Ντιν με διάταγμα ορίζει ότι «Πατριάρχης των Ελλήνων θα είναι ο κύριος του Καμάρ και αυτός θα παίρνει από τον Τάφο του Ικάς το Αγιο Φως για να το μοιράζει στους Ναζωραίους».