Η μετανοημένη ψυχή του χριστιανού, αυτή πού έχει συναίσθηση της αμαρτωλότητος και της συντριβής, στρέφει τα μάτια της προς τον Εσταυρωμένο Νυμφίο

 

Η μετανοημένη ψυχή του χριστιανού, αυτή πού έχει συναίσθηση της αμαρτωλότητος και της συντριβής, στρέφει τα μάτια της προς τον Εσταυρωμένο Νυμφίο

Τα περιοριστικά μέτρα προκαλούν μια αίσθηση θλίψης και αλλοτρίωσης αλλά δεν θίγουν την πίστη μας αναφέρει μεταξύ άλλων στο μήνυμά του προς τον ιερό Κλήρο, τις Μοναστικές αδελφότητες και τον λαό ο Μητροπολίτης Λευκάδος Θεόφιλος.

Ακολουθεί ολόκληρο το μήνυμα :

«Φθάσαντες, πιστοί, το σωτήριον πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ,

τήν ἄφατον αὐτοῦ μακροθυμίαν δοξάσωμεν…»

(Ἀπόστιχο Αἶνων Κυριακῆς Βαΐων)

Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί Ἀδελφοί,

Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Λαζάρου ἤδη καί τή θριαμβευτική Εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ στά Ἱεροσόλυμα, ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία μᾶς προετοιμάζει γιά τήν ὑποδοχή τῆς ἱερότερης ἑβδομάδας τοῦ ἔτους, τήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα, στήν ὁποία εἰσερχόμαστε ἀπό σήμερα καί ἡ ὁποία θά ὁλοκληρωθεῖ μέ τήν λαμπροτέρα Ἀνάστασή Του, τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα.

Ξεκινώντας ὁ Κύριος από τό ταπεινό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, εἰσέρχεται μετά βαΐων καί κλάδων στά Ἱεροσόλυμα, γιά νά καταλήξει στόν μαρτυρικό δρόμο τοῦ Γολγοθά, φορτωμένος τόν βαρύ Σταυρό Του, σκυφτός καί πληγωμένος ἀπό τήν ἀνθρώπινη κακία. Ὅμως, μ’ ἐκείνη τή μοναδική γλυκύτητα, τό ‘’γλυκύ ἔαρ’’ πορεύεται γιά νά ἀνέβει πάνω στόν Σταυρό, γιά τή σωτηρία ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Μία μεγάλη Ἀγάπη σταυρώνεται καί κάτω ἀπό τή σκιά τοῦ μαρτυρικοῦ Σταυροῦ Του οἱ ὄμορφες καρδιές θά ξαποσταίνουν καί θά ἀντλοῦν δύναμη, γιά νά γίνουν κήρυκες καί μάρτυρες τοῦ «λόγου τοῦ Σταυροῦ» (Α’ Κορινθ. 1, 18). Οὕτως ὥστε κί ἐκείνοι νά ἀνέβουν πάνω στόν Σταυρό, ἀναφωνώντας τό: «συμπορευθῶμεν Αὐτῷ καί συσταυρωθῶμεν».

Οἱ σταυρωτές Του «διεμεροίσαντο τά ἰμάτιά Του». Πιστές ψυχές παραμένουν, κάτω ἀπό τόν Σταυρό, ἡ Παναγία, ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Εὐαγγελιστής καί οἱ Μυροφόρες. Τήν καρδιά τους ματώνει τό θέαμα τοῦ Σταυρωμένου, ἡ βαριά Του ἀναπνοή, τό “διψῶ” καί τό “τετέλεσται” κί ἐκείνη ἡ πρωτόγνωρη συγγνώμη. Ἀργότερα, εὐλαβικά κί εὐλογημένα, θά Τόν ἀποκαθηλώσουν καί θά Τόν ἐνταφιάσουν. Εἶναι ἐκείνοι πού ἔχουν στήν καρδιά τους τόν Ἐσταυρωμένο (Γαλατ. 2, 20) καί τρέφονται ἀπό Αὐτόν.

Ἡ μετανοημένη ψυχή τοῦ χριστιανοῦ, αὐτή πού ἔχει συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητος καί τῆς συντριβής, στρέφει τά μάτια της πρός τόν Ἐσταυρωμένο Νυμφίο καί τελικά ἀντιλαμβάνεται ὅτι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ἡ Ἄνω Ἱερουσαλήμ, ὁ οὐράνιος κόσμος, ὁ αἰώνιος καί ἀναλλοίωτος εἶναι ὁ νυμφῶνας τοῦ Θεοῦ, ἐκεῖ πού κατοικεῖ ὁ Θεός, ἐκεῖ πού οἱ ἄγγελοι ψάλλουν ἀκαταπαύστως τό: «Ἅγιος, Ἅγιος, Ἅγιος εἷ ὁ Θεός ἡμῶν». Σ’ ἐκεῖνον τόν οὐράνιο κόσμο βρίσκεται ἡ μακαριότητα τοῦ Θεοῦ, ἡ εὐτυχία καί τό κᾶλλος.

Ὅλοι ἐμεῖς ὅμως δέν κατανοοῦμε, δυστυχῶς, τό γεγονός αὐτό, διότι ἡ ψυχή καί τό σῶμα μας δέν εἶναι καθαρά. Γι’ αὐτό ἀκριβώς καί δέν εἶναι ἀνοιχτά τά μάτια τῆς ψυχῆς μας, οὕτως ὥστε νά δοῦμε τόν οὐράνιο αὐτό κόσμο, αὐτήν τήν ὀμορφιά, τήν ὁποία εἶδε γιά λίγο ὁ Ἂπόστολος Παῦλος καί ἀνεφώνησε ἀπό ἔκπληξη καί θᾶμβος: «Ὡ βάθος πλούτου καί σοφίας καί γνώσεως Θεοῦ!». 

Σ’ αὐτόν τόν οὐράνιο νυμφῶνα καλούμαστε νά γίνουμε οἰκήτορες καί νά κατοικήσουμε μετά τῶν Ἀγγέλων, μετά τῶν Ἁγίων, σέ οὐράνια παστάδα, στήν Ἄνω Ἱερουσαλήμ, στό κάλλος τής Βασιλείας τῶν Οὐρανῶν, στό φῶς τό ἀπρόσιτο, στόν ὑπέρφωτο γνόφο τῆς ἀγνωσίας τοῦ Θεοῦ, ἀφοῦ καθαρίσουμε τόν χιτῶνα τῆς ψυχῆς μας.

Σ’ αὐτήν τήν κάθαρση τοῦ χιτῶνος, πού καλούμαστε νά ἐπιτύχουμε, συντελεῖ ἡ συμμετοχή μας στή μυστηριακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας. Γι’ αὐτό τό λόγο, τόν χρόνο αὐτό, πού ἀνοίχθηκε μπροστά μας καί φέτος, αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες – μέ τή γενική ἄποψη τῆς νηστείας, ὄχι μόνον ἀπό τροφές, ἄλλά κυρίως ἀπό ἐγκράτεια κακῶν ἐπιθυμιῶν- πρέπει ὁ κάθε χριστιανός, πού ποθεῖ νά σωθεῖ, νά ἀνασυγκροτήσει τίς σκέψεις καί τίς ἀποφάσεις του καί νά ἀγωνισθεῖ νά ζήσει ‘’ἐν μετανοίᾳ’’, πιό σεμνά, πιό ἀπέριττα, πιό ἀπλά, σταματώντας τήν ἐπίτευξη τῆς ἐξωτερικῆς ὠραιότητος καί στρεφόμενος στόν ἐσωτερικό καλλωπισμό του.

Σέ κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, τῆς δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αὐτό βλέπουμε ἐξάλλου στή μετανοημένη πόρνη γυναίκα, κατά τή διήγηση τῆς Μεγάλης Τρίτης, ἡ ὁποία, ἀφ’ ἧς στιγμῆς ἀπεφάσισε νά μετανοήσει, ἄρχισε νά κλίνει πρός τό φῶς καί τήν ἀλήθεια. Ἔτσι καί κάθε ἁμαρτωλή ψυχή, πού κλαίει, πού βρέχει νοερῶς τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μας, δέχεται τήν ἴδια ἀνταπόκριση, τήν ὁποία δέχθηκε καί ἡ γυναίκα ἐκείνη. Δέν εἶναι μόνο τό ὅτι σώθηκε, ἀλλά καί τό ὅτι ἔγινε φωτεινό παράδειγμα γιά κάθε παραστρατημένη ψυχή, γιατί τῆς δείχνει τόν τρόπο, τόν δρόμο καί τό φῶς τῆς ἐπιστροφῆς στόν Κύριο. Ὁ Χριστός γι’ αὐτά τά δάκρυα τῆς ἔδωσε πλήρη ἄφεση ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν της. Ἔτσι καί σέ κάθε ἄνθρωπο, πού ἐπιστρέφει κοντά Του, τοῦ δίνει πλούσια τή συγγνώμη, ἀρκεῖ νά μετανοήσει εἰλικρινά.

      Ἄς ἀκολουθήσουμε, λοιπόν, τόν φωτεινό δρόμο τῆς μετανοίας. Ἑάν μετανοήσουμε εἰλικρινά, τότε ὁ Θεός δέχεται τή μετάνοιά μας καί δημιουργεῖ νέα σχέση μαζί μας. Ἄλλωστε ἔχουμε ἀναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ἀνθρώπων, εὑρισκομένων μακρᾶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖοι ἐπέστρεψαν καί ὄχι ἀπλῶς σώθηκαν, ἀλλά ἄγγιξαν μεγάλα μέτρα ἁγιότητος.

Γι’ αὐτήν τή μεγάλη εὐσπλαχνία ὀφείλουμε νά εὐχαριστήσουμε τόν Θεό καί νά τόν προσκυνήσουμε μέ ὅλη τήν εὐγνωμοσύνη τῆς ψυχῆς μας.

Ἀγαπητοί μου ἀδελφοί,

Εἰσερχόμαστε στήν Ἁγία καί Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Παθῶν, ἔχοντας διατρέξει ἄλλη μία Μεγάλη Τεσσαρακοστή διαφορετική ἀπό τίς προηγούμενες. Ἡ πανδημία τοῦ κορωνοϊοῦ ἐπηρεάζει, δυστυχῶς ἀκόμα, τήν καθημερινότητα καί τήν ἐκκλησιαστική μας ζωή. Τά περιοριστικά μέτρα εξάπλωσής τοῦ προκαλοῦν ἴσως μιά αἴσθηση θλίψης καί ἀλλοτρίωσης ἀλλά σέ καμιά περίπτωση δέν θίγουν τήν πίστη μας. Ὁ νυμφῶνας «ἠνέωκται», ὁ Χριστός μᾶς περιμένει· δέν πρέπει νά βραδύνουμε. Καθημερινῶς δοκιμαζόμαστε ὅλοι, ἀλλά μαθαίνουμε καί ἵσως αὐτή νά εἶναι ἡ εὐκαιρία νά διορθώσουμε τή δική μας πορεία, θέτοντας γερά θεμέλια, γιά μία ζωή μέ πράξεις ἀγάπης καί ἀλληλεγγύης, συλλογικότητα, ἀπλότητα, ταπείνωση, κατανόηση, ἐμπιστοσύνη στούς ανθρώπους καί στό Θεό. Τό στάδιον τῆς νηστείας καί τῆς καθάρσεως τό βαδίζουμε τώρα, τό λουτρό τῆς μετανοίας μᾶς περιμένει. Ἀς ἀξιοποιήσουμε τόν χρόνο τώρα, πού ὅλα συμβάλλουν στή μετάνοια.

Ἄς γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα καί ἄς ζητοῦμε νά μᾶς χαρίζει ὁ Θεός πνεῦμα κατανύξεως καί δακρύων. Ἐάν σκεπτόμαστε ἐπιστροφή, ἐάν μετανοοῦμε εἰλικρινά, ἐάν ἀλλάζουμε οὐσιαστικά, αὐτό εἶναι Χάρις Θεοῦ. Ἄς δοκιμάσουμε τούς ἑαυτούς μας, γιά νά βρεθοῦμε νικητές ἐνάντια στήν ἀμέλεια καί τή ραθυμία, διότι αὐτά εἶναι τελικά ἐκεῖνα πού ἐμποδίζουν τά ἀγαθά τοῦ Θεοῦ πρός τόν ἄνθρωπο. Ἄς βοηθήσουμε καί τούς συνανθρώπους μας, μιλώντας τους γιά τόν Θεό καί τήν ἀγάπη τοῦ Οὐρανίου Πατρός· δίνοντάς τους θᾶρρος καί ἐλπίδα. Μία ψυχή νά βοηθήσουμε, εἶναι σίγουρα ἡ μεγαλύτερη ἐλεημοσύνη. Ζῶντας λοιπόν «ἐν τῷ κόσμῳ τούτῳ», μποροῦμε ταυτόχρονα νά μήν εἴμαστε «ἐκ τοῦ κόσμου τούτου», δηλαδή νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπό τή σκλαβιά τοῦ θανάτου καί τῆς ἁμαρτίας καί νά συμμετέχουμε στόν «ἐπερχόμενο αἰῶνα». Γιά νά γίνει κάτι τέτοιο θά πρέπει καί ἐμεῖς νά πραγματοποιήσουμε τή δική μας, τήν προσωπική διάβαση, τό προσωπικό μας Πάσχα, νά καταδικάσουμε τόν παλαιό Ἀδάμ μέσα μας καί νά ‘’ἐνδυθοῦμε’’ τόν Χριστό. Μόνον ἔτσι τό Πάσχα δέν γίνεται μία ἐτήσια ἀνάμνηση -ἱεροπρεπῆς φυσικά καί ὠραῖα- γεγονότων τοῦ παρελθόντος, ἀλλά τό Γεγονός ἐκεῖνο πού μᾶς προσφέρθηκε καί ἀποτελεσματικά μᾶς ἀναγγέλλει τήν ἀρχή τῆς νέας ἐν Χριστῷ ζωῆς.