Του Μητροπολίτου Καισαριανής, Βύρωνος και Υμηττού κ. Δανιήλ

 

1. Ἐκείνη ἡ νύχτα μεταξὺ τῆς Παρασκευῆς πού σταυρώθηκε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός καὶ τῆς «μεγάλης ἡμέρας» τοῦ Σαββάτου πού ἑορτάζετο τό Πάσχα τῶν Ἰουδαίων ὑπῆρξε μιά ἐξαιρετικὴ νύκτα γιὰ τὰ µέλη τοῦ Μεγάλου Ἰουδαϊκοῦ Συνεδρίου, ποὺ θριαμβολογοῦσαν. Ἐτέλεσαν τὸ πασχαλινὸ δεῖπνο ὄχι µόνον μὲ τήν πατροπαράδοτη ἐξωτερικὴ εὐθυμία, ἀλλ᾽ ἐπίσης μὲ μιὰ ἰδιαίτερα ἐσωτερικὴ ἱκανοποίησι, ἂν καὶ αὐτὴ δὲν εἶχε -ἢ τουλάχιστο ἀπ᾿ ὅ,τι φαινόταν ἔμοιαζε νὰ μὴ ἔχη- καμιὰ σχέσι μὲ τὴν πασχαλινὴ ἐπισημότητα,

Ἐκεῖνος ὁ Γαλιλαῖος τελείωσε, ἔφυγε, ξεχάστηκε· ἦταν νεκρός, βεβαιότατα νεκρός! Δὲν ὑπῆρχε πιὰ κίνδυνος νὰ ξανακούσουν τὶς ἐπιπλήξεις του καὶ νὰ μειωθῆ τὸ κύρος τους ἐμπρὸς στὸ λαό! Οἱ δυὸ-τρεῖς μαθητὲς ποὺ εἶχε μαζί του, χωρὶς ἄλλο θὰ διασκορπίζονταν μὲ τὸν θάνατο τοῦ διδασκάλου τους καὶ κανεὶς δὲν θὰ μιλοῦσε πιά. Ὅλα πέτυχαν, χάρις στὴν βοήθεια ὄχι τόσο τοῦ Μωϋσῆ καὶ τοῦ Ἠλία, ὅσο ἐκείνου τοῦ ἀπεριτμήτου Πιλάτου πάντως, εἴτε μὲ περιτομὴ εἴτε χωρὶς αὐτήν, ἐπέτυχαν θαυμάσια, καὶ μὲ αὐτὴ τὴ σκέψι φαινόταν πραγματικὰ νὰ αὐξάνη ἡ γεῦσις τοῦ πασχαλινοῦ δείπνου.

Κι ὅμως μὲ τὸ νὰ ξανασκέπτωνται, ἐκεῖνοι οἱ ὀξυδερκεῖς ἄνθρωποι ἀντελήφθησαν ὅτι στὸ ἀστραφτερὸ κρύσταλλο τοῦ θριάµβου τους πρόβαλλε μιὰ µικρὴ χαραγµατιά. Τιποτένιο πρᾶγμα, βέβαια, ἀλλὰ ποὺ δὲν ἔπρεπε νά τὸ παραµελήσουν. Θυμήθηκαν ὅτι ὁ Ἰησοῦς, ὅταν ἀκόμη ἦταν στὴ ζωή, προεῖπε ὅτι τρεῖς µέρες μετὰ τὸν θάνατό του θὰ ἀνασταινόταν. Τώρα, εἶναι ἀληθὲς ὅτι αὐτὴ ἡ ἀγγελία ἦταν μιὰ καθαρὴ οἴησις, ἀκόμα γιατὶ αὐτοὶ ἦταν κατὰ τὸ πλεῖστον Σαδδουκαῖοι πεπεισμένοι καὶ γι΄ αὐτὸ θεωροῦσαν ἀδύνατη τὴν ἀνάστασι τῶν νεκρῶν· ἐντούτοις ἡ ἐσφαλμένη ἐκείνη πρόρρησις μποροῦσε νὰ δώση ἀφορμὴ σὲ ἀπάτες, σὲ διαδόσεις κι ἄλλες ὀχληρὲς συνέπειες. Ἦταν ἑπομένως σκόπιµο νὰ προλάβουν τὸ κακό, διορθώνοντας παρευθὺς τὴ μικρή ἐκείνη χαραγματιὰ ποὺ ἀνεκάλυψαν. Γι’ αὐτὸ τὴν ἑπομένη µέρα, ἂν καὶ ἦταν γι᾿ αὐτοὺς ἡμέρα τοῦ Σαββάτου τοῦ Πάσχα πού δέν ἐπετρέπετο κατά τόν θρησκευτικό τους νόμο νά βαδίζουν, ἔκαναν ἕνα μικρὸ καὶ θεμιτὸ ἐπιτρεπόμενο περίπατο γιὰ νὰ πᾶνε στὸν Πιλᾶτο νὰ τοῦ δώσουν μιὰ πολὺ ὠφέλιμη συµβουλή: «Κύριε, ἐμνήσθημέν ὅτι ἐκεῖνος ὁ πλάνος εἶπεν ἔτι ζῶν· μετὰ τρεῖς ἡμέρας ἐγείρομαι, Κέλευσον οὖν ἀσφαλισθῆναι τὸν τάφον ἕως τῆς τρίτης ἡμέρας, µή ποτε ἐλθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ κλέψωσιν αὐτὸν καὶ εἴπωσιν τῷ λαῷ· ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν, καὶ ἔσται ἡ ἐσχάτη πλάνη χείρων τῆς πρώτης». Ὁ Πιλᾶτος ἀπήντησε μὲ σκαιότητα: «Ἔχετε κουστωδίαν (φρουρά)· ὑπάγετε ἀσφαλίσασθε ὡς οἴδατε».

Ἡ σκαιότης τοῦ Ρωμαίου Ἐπιτρόπου ἦταν µόνον φαινομενικὴ καὶ διόλου πραγµατική, χρησίμευε µόνον γιὰ νὰ κρύψη ἀπὸ τὸν ἑαυτό του μιὰ νέα παραχώρησι ποὺ ἔκανε· στὴν πραγµατικότητα ὑπεχώρησε στὴ νέα αἴτησι, κι ἐπέτρεψε ἀκόμα κι αὐτὴ τὴ φορὰ στὰ µέλη τοῦ Συνεδρίου νὰ χρησιμοποιήσουν τὴν Κουστωδίαν, πού συνήθιζε νὰ θέτη στὴ διάθεσί τους καὶ ποὺ ἀπετελεῖτο ἀπὸ ρωµαίους στρατιῶτες (Ματθ. 28, 14: πρβλ. Ἰωάνν. 18,12). Τέλος, ὁ Ἐπίτροπος, ἐνῶ µιλοῦσε σκαιῶς, ἔλεγε ἔπειτα πάντα ναὶ στὰ µέλη τοῦ Συνεδρίου. Αὐτοὶ δὲν ζήτησαν τίποτε ἄλλο καὶ τὸ ἴδιο ἐκεῖνο Σάββατο ὠδήγησαν τοὺς στρατιῶτες ἐπί τόπου.

᾽Αλλὰ κανεὶς δὲν µπέρεσε νὰ ξεπεράση στὴν ὀξυδέρκεια - ἐκείνους τοὺς σπουδαίους Ἰουδαίους· ἔτσι προέβλεψαν ἀκόμα καὶ γιὰ μιὰ περίπτωσι γιὰ τὴν ὁποία ἄλλοι δύσκολα θὰ σκέπτονταν. Ὅτι δηλαδὴ οἱ στρατιῶτες, ἀκόμα κι ἂν φύλαγαν τὸν τάφο, μποροῦσαν νὰ ἀφήσουν νὰ τοὺς διαφθείρουν μὲ τὸ χρῆμα οἱ μαθητὲς τοῦ Ἰησοῦ καὶ νὰ ἐπιτρέψουν τὴν εἴσοδο στὸν τάφο. «Δὲν ἤξερε κανεὶς τί μποροῦσε νὰ συµβῆ: τώρα ποὺ οἱ δυό τους σύντροφοι τοῦ Συνεδρίου, ὁ Ἰωσὴφ καὶ ὁ Νικόδημος, ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ φροντίσουν γιὰ τὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ ἐσταυρωμένου, μποροῦσε κανεὶς ν᾿ ἀναμένει ὅτι οἱ δυὸ θὰ ἐμιμοῦντο τὸ Συνέδριο ἐξαγοράζοντας μὲ τὸν ἦχο τῶν σίκλων (νομισμάτων) τοὺς στρατιῶτες τῆς φρουρᾶς, ὅπως τὸ Συνέδριο ἀγόρασε τὸν Ἰούδα. Γι’ αὐτὸ ἔβαλαν τὶς σφραγίδες τους μεταξὺ τῆς στρογγυλῆς πέτρας ποὺ γυρνοῦσε μπρὸς στὴν εἴσοδο τοῦ τάφου καὶ τοῦ βράχου ὅπου εἶχε σκαφεῖ.

Μὲ αὐτὴ τὴ φρόνιµη πρόβλεψη κανεὶς δὲ θὰ κατώρθωνε νὰ εἰσέλθη χωρὶς νὰ σπάσει τὶς σφραγίδες, γιὰ τὶς ὁποῖες ἦταν ὑπεύθυνοι οἱ στρατιῶτες, καὶ ὁ νεκρὸς δὲν θὰ μποροῦσε ποτὲ ν’ ἀναστηθεῖ. 

Ὅσο κι ἄν ἤθελαν νά προλάβουν τήν «ἐσχάτη πλάνη» δέν μπόρεσαν νά ἐλέγξουν τίς ἐξελίξεις, διότι ὁ Κύριος ἐξῆλθε «ἐσφραγισμένου τοῦ μνήματος».

Διατυπώθηκαν πολλές θεωρίες ἀπό ἀνθρώπους πού ἀμφισβήτησαν τήν ἀνάστασι τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ.

2. Μετά ταῦτα ἡ ἀμφισβήτηση συνεχίσθηκε ἀπό τούς ἀρνητές. Ἔτσι διατυπώθηκε ἡ ἄποψη πώς οἱ γυναῖκες πῆγαν σέ λάθος τάφο. Σκεφτεῖτε το αὐτό γιά λίγο: Εἶναι δυνατό νά λαθέψετε τόν τάφο τοῦ πιό ἀγαπημένου σας προσώπου ἀνάµεσα στήν Παρασκευή τό ἀπόγευμα καί στή Κυριακή τό πρωί; Ἐπιπλέον, αὐτό δέν ἦταν κάποιο νεκροταφεῖο πού ἀνῆκε στόν Ἰωσήφ τῆς Ἀριμαθαίας ἀλλά ὁ ἰδιωτικός του κῆπος. Δέν ὑπῆρχαν ἄλλοι τάφοι ἐκεῖ!

Ἅς ποῦμε ὅµως πώς ὑπῆρχαν καί ἄλλοι τάφοι ἐκεῖ, πού δέν ὑπῆρχαν, κι ἄς ὑποθέσουµε πώς τά µάτια τῶν γυναικῶν ἐµποδίζονταν ἀπό τά δάκρυα νά δοῦν καθαρά τόν σωστό τάφο, καί πῆγαν στόν λάθος. Ἄς δεχτοῦμε πώς αὐτό ἴσχυε γιά τίς γυναῖκες. Τι θά ποῦμε ὅµως γιά τόν σκληραγωγηµένο Πέτρο καί τόν Ἰωάννη, δυό ψαράδες πού δέν εἶχαν δάκρυα στά μάτια, πού πῆγαν µέρα στό µνήµα καί τό βρῆκαν ἀδειανό; Πῆγαν κι αὐτοί σέ λάθος τάφο; Ἀλλά καί πέρα ἀπ’ αὐτό; Ὅταν πῆγαν στό µνήμα καί τό βρῆκαν ἄδειο, ἦταν καί ἕνας ἄγγελος ἐκεῖ, πού τούς εἶπε «Δέν εἶναι ἐδῶ, ἀναστήθηκε. Ἐλᾶτε νά δεῖτε καί τό µέρος ὅπου ἔκειτο ὁ Κύριος». Πῆγε κι ὁ ἄγγελος σέ λάθος τάφο; Ὅλες αὐτές τίς θεωρίες τίς ἀνέπτυξαν «ἔξυπνοι ἄνθρωποι», «διανοούµενοι».

3. Κάποιοι ἄλλοι ἔχουν διατυπώσει τήν ἄποψη πώς ὁ Ἰησοῦς δέν πέθανε ἀλλά ἔχασε ἁπλῶς τίς αἰσθήσεις του, καί µέσα στήν ὑγρασία τοῦ τάφου ἀνένηψε καί µέ κάποιον τρόπο βγῆκε κι ἐξαφανίστηκε. Μπροστά στό στόµιο τοῦ µνήµατος εἶχαν κυλίσει µία τεράστια πέτρα καί τήν εἶχαν σφραγίσει µέ σφραγίδες τῆς ρωμαϊκῆς διοίκησης. Κανένας δέν μποροῦσε ἀπό μέσα νά κυλίσει µία τέτοια πέτρα, ὅταν μάλιστα αὐτή εἶχε ἐφαρμόσει τόσο καλά µέ τό στόμιο τοῦ βράχου ἀπ’ ἔξω. Πῶς μπόρεσε ἕνας ἀναιµικός, ἐξαντληµένος νά βγεῖ ἀπό ἕναν τέτοιο τάφο;

Ἡ µόνη ἁπλή ἀλήθεια εἶναι πώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ ἀποτελεῖ ἕνα καλά τεκµηριωμµένο ἱστορικό γεγονός. Μετά τό πάθος Του ἐμφανίστηκε στούς µαθητές τοῦ μέ πολλές καί ἀδιάσειστες ἀποδείξεις. Σκεφτεῖτε αὐτές τίς μοναδικές στιγµές, πού ἐμφανίστηκε στούς δικούς Του:

 

α) Στή Μαρία τή Μαγδαληνή (Μάρκ, 16:9-11)

β) Στίς γυναῖκες (Ματθ. 28:8-10). 

γ) Στόν Πέτρο (Λουκ. 24:34).

δ) Στούς δύο µαθητές στόν δρόµο πρός τήν Ἐμμαούς (Λουκ. 24:13-32).

ε) Στούς µαθητές, ἐνῶ ἔλειπε ὁ Θωμᾶς (Ἰωάν. 20:19-25). 

στ) Στούς µαθητές, µαζί µέ τόν Θωμᾶ (Ἰωάν. 20:26-31).

ζ)Στούς ἑπτά µαθητές στή θάλασσα τῆς Τιβεριάδας (Ἰωάν. κεφ. 21).

η) Σέ πάνω ἀπό 500 πιστούς (Α΄ Κορ. 15:7).

θ) Στόν Ἰάκωβο (Α΄ Κορ. 15:7).

ι) Στούς µαθητές στό Ὄρος τῶν Ἐλαιῶν (Πράξ. 1, 3-12).

 

4. Ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους θεμελιώδεις λίθους τῆς πίστεώς µας ὡς Χριστιανῶν, σταθερός κι ἀµετακίνητος, εἶναι ἡ ἱστορικά τεκµηριωµένη ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἐσεῖς κι ἐγώ μποροῦμε νά στηριχτοῦµε σ’ αὐτήν καί νά δώσουμε τή μάχη µας γιά τήν πίστη, γιατί  ἔχουµε νά κάνουμε µέ µία πραγµατικότητα πού κανένας δέν µπορεῖ νά τήν ἀντικρούσει. Μπορεῖ νά τήν ἀρνηθεῖ, ἀλλά δέν µπορεῖ νά τήν διαψεύσει.

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό πιό ἔνδοξο κεφάλαιο τῆς Καινῆς Διαθήκης τό δέκατο πέμπτο τῆς Πρώτης Πρός Κορινθίους ἐπιστολῆς ἐπιχειρηματολογεῖ γιά τήν πίστη μας στήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ καί τό κήρυγμα τῆς Ἐκκλησίας ὑποστηρίζοντας, ὅτι «εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν. εὑρισκόμεθα δὲ καὶ ψευδομάρτυρες τοῦ Θεοῦ, ὅτι ἐμαρτυρήσαμεν κατὰ τοῦ Θεοῦ ὅτι ἤγειρε τὸν Χριστόν, ὃν οὐκ ἤγειρεν, εἴπερ ἄρα νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται· εἰ γὰρ νεκροὶ οὐκ ἐγείρονται, οὐδὲ Χριστὸς ἐγήγερται. εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, ματαία ἡ πίστις ὑμῶν· ἔτι ἐστὲ ἐν ταῖς ἁμαρτίαις ὑμῶν. ἄρα καὶ οἱ κοιμηθέντες ἐν Χριστῷ ἀπώλοντο. 19 εἰ ἐν τῇ ζωῇ ταύτῃ ἠλπικότες ἐσμὲν ἐν Χριστῷ μόνον, ἐλεεινότεροι πάντων ἀνθρώπων ἐσμέν.» (Πρός Κορινθίους Α΄, ιε΄, 14-19).

Δηλαδή: «Καί ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, τότε τό κήρυγμά μας εἶναι χωρίς νόημα, τό ἴδιο καί ἡ πίστη σας. Κι ἀκόμα παρουσιαζόμαστε ψευδομάρτυρες ἀπέναντι στό Θεό, ἀφοῦ εἴπαμε γι’ αὐτόν ὅτι ἀνάστησε τό Χριστό ἐνῶ δέν τόν ἀνάστησε, ἄν βέβαια δεχτεῖ κανείς πώς οἱ νεκροί δέν ἀνασταίνονται. Γιατί ἄν οἱ νεκροί δέν ἀνασταίνονται, τότε οὔτε ὁ Χριστός ἔχει ἀναστηθεῖ. Κι ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, ἡ πίστη σᾶς εἶναι χωρίς περιεχόμενο·ζεῖτε ἀκόμα μέσα στίς ἁμαρτίες σας. Πρέπει ἐπίσης νά συμπεράνει κανείς ὅτι καί οἱ χριστιανοί πού πέθαναν ἔχουν χαθεῖ. Ἄν ἡ χριστιανική ἐλπίδα μᾶς περιορίζεται μόνο σ’ αὐτή τή ζωή, τότε εἴμαστε οἱ πιό ἀξιοθρήνητοι ἀπ’ ὅλους τους ἀνθρώπους»