Ο Όσιος καταγόταν από το χωριό Ζάελι, που βρίσκεται κοντά στην Αταλάντη. Οι ευσεβείς γονείς του από βρέφους του δίδαξαν την αγάπη προς το Θεό και όταν ο νεαρός Σωτήριος (το κατά κόσμον όνομα του Οσίου) έφτασε σε ηλικία, τους εγκατέλειψε και πήγε  να μονάσει στο μοναστηράκι του Προφήτη Ηλία στο όρος Κάρκαρα. Από εκεί, επειδή ενοχλείτο από γνωστούς και συγγενείς μεταβαίνει στη Μονή των Αγίων Αναργύρων στην Αταλάντη, όπου έμεινε περίπου έξι μήνες.

Αναζητώντας την έρημο φτάνει στο Σαγμάτιο Όρος, στη Μονή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Εκάρη μοναχός και μετά από πολλές πιέσεις χειροτονήθηκε διάκονος και στη συνέχεια πρεσβύτερος. Λόγω όμως των πολλών αρετών του άρχισε να διαδίδεται η φήμη του στη γύρω περιοχή, γι’ αυτό για να αποφύγει τους επαίνους, με την ευλογία του ηγουμένου Γερμανού έφυγε για να συνεχίσει την άσκησή του σε ερημική τοποθεσία, δυτικά του Ελικώνα, στη θέση Δομπού, λίγο πιο κάτω από το σημερινό Μοναστήρι. Εκεί «ὡς ἄλλος Ἀντώνιος τῆς Λιβυκῆς ἐρήμου, περικαλύπτων τήν ἀγγελικήν αὐτοῦ πολιτείαν, πολλάς ψυχάς ἀπολωλότων ἀνθρώπων ὡδήγησεν εἰς τον εὔδιον τῆς σωτήρίας λιμένα», γράφει ο βιογράφος του. Καθημερινά πλήθος ανθρώπων ανέβαιναν στο ασκητήριο του Αγίου να τον ακούσουν και να πάρουν την ευλογία του. Αυτό λυπούσε τον Άγιο, ο οποίος πολύ επιθυμούσε την αδιάλειπτο προσευχή και τους συνεχείς πνευματικούς αγώνες. Εγκαταλείπει λκαι πάλι το Μονύδριον -μετά από δέκα χρόνια ζωής εκεί- και μεταβαίνει δύο ώρες μακρύτερα, στην κορυφή που σήμερα λέγεται κελί του Αγίου.

Λόγω όμως των αυξανόμενων αναγκών της μοναστικής του αδελφότητος, αφού αγόρασε από τους κατοίκους της Δομβού έκταση σε ερημική τοποθεσία, άρχισε να οικοδομεί το Μοναστήρι, αφού προηγουμένως έλαβε τη σχετική άδεια από το Πατριαρχείο. Το έργο αυτό  προκάλεσε αντιδράσεις , γι’ αυτό και με εντολή του άρχοντα της Λιβαδειάς, οδηγήθηκε ο Άγιος δεμένος από τρείς Τούρκους στη Λιβαδειά. Στο δρόμο όμως οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν, ύστερα από σημεία που έκανε ο Άγιος, ότι επρόκειτο μάλλον για συκοφαντία και τον άφησαν ελεύθερο να συνεχίσει το έργο του.

Τρία χρόνια μετά την αποπεράτωση της Μονής, κατάλαβε ο Άγιος το τέλος του, κάλεσε τους μαθητές του και τους απηύθυνε τα παρακάτω λόγια:

«Τέκνα μου ἀγαπητά, ὁ χρόνος τῆς ἐπιγείου ζωῆς μου ἐπερατώθη. Τόν ἀγῶνα, τόν ὁποῖον μοι ἀνέθηκεν ο Κύριος, ἠγωνίσθην ὅσον ἠδυνάμην. Λοιπόν, ἀπομένει εἰς ἐμέ ἅπαξ να ἁποθάνω. Μή λυπεῖσθε, τέκνα μου ἀγαπητά, διότι ἐγώ ἀφ’ ὑμῶν ἀπἐρχομαι, ἁλλά χαίρετε καί ἀγάλλεσθε διότι ἐπερατώσαμεν το ἔργον, τό ὁποῖον θέλει μένει ἐπί τῆς γῆς, είς δόξαν τοῦ ὀνόματος τοῦ ὑψίστου Θεοῦ…

…Μίαν δε ἀκόμη ἐντολήν δίδω προς ὑμᾶς, καί παρακαλῶ να ἐκπληρώσετε ταύτην. Ὅταν ἡ ψυχή μου ἐξέλθη ἐκ τοῦ σώματος τούτου, νά παραλάβετε καί νά θάψετε αὐτό εἰς τό παλαιόν Μοναστήριον, ὅπου μοι ἀπεκαλύφθη ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος καί ἵνα μένη ἄγνωστος ὁ τόπος ταφῆς μου καί οὕτω ἀποφεύγεται ἡ συρροή τῶν ἀνθρώπων».

Εκοιμήθη οσιακά σε ηλικία 75 ετών στις 6 Μαΐου του έτους 1602, ημέρα της Μεσοπεντηκοστής.