Αρχική » Η Ανάσταση του Χριστού μεταξύ πίστεως και ορθολογισμού

Η Ανάσταση του Χριστού μεταξύ πίστεως και ορθολογισμού

από christina

 

 

Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα ,Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Κοιτάζοντας κάποιος το κενό Μνημείο με τα μάτια ενός πιστού είναι φυσικό να επιβεβαιώνει την επαλήθευση της προαναγγελίας του Χριστού για την «απόδρασή» Του από τα δεσμά του Άδη τρεις ημέρες μετά την ταφήν Του. Με άλλες σκέψεις και με άλλα συναισθήματα βλέπει όμως τον άδειο Τάφο ένας ορθολογιστής, που δεν αποδέχεται την Σταυρό-Αναστάσιμη εκδοχή του Χριστιανισμού. Στην αντίληψή του η θέα του κενού Μνημείου παραπέμπει σε κάποια ανθρώπινη παρέμβαση, που κατασκεύασε και στη συνέχεια συντήρησε τον μύθο της Ανάστασης, επάνω στον οποίο οικοδομήθηκε η νέα Θρησκεία στο όνομα του Χριστού. Η ορθολογική αυτή παραδοχή υπογραμμίζει την άποψη ότι ο Χριστός πέθανε επάνω στον Σταυρό, ετάφη, αλλά ουδέποτε αναστήθηκε. Απλά κάποιοι, που είχαν συμφέρον να δημιουργήσουν τον μύθο της Αναστάσεως, έκλεψαν και εξαφάνισαν το Σώμα του νεκρού Ιησού και στη συνέχεια διέδωσαν ότι το Μνημείο βρέθηκε κενό, επειδή αναστήθηκε ο Χριστός. Θα δούμε στη συνέχεια, πιο κάτω, ότι αυτή την ορθολογική αντίληψη την εξέφρασαν πρώτοι οι Ιουδαίοι, οι οποίοι, αν και πίστευαν στον Θεό, δεν αποδέχοντο το δόγμα της αναστάσεως των νεκρών που ευαγγελίσθηκε ο Ναζωραίος κατά τη Διδασκαλία Του. Θα αφήσουμε για λίγο στην άκρη τα λόγια του Ιησού Χριστού, που μας μιλάει για την ανάσταση των νεκρών και για τη δική Του Ανάσταση, αλλά και όσα γράφουν τα Ευαγγέλια για το ζήτημα αυτό, για να σταθούμε στην ορθολογική προσέγγιση της Αναστάσεως. 

Ο ορθολογισμός απορρίπτει την Ανάσταση του Χριστού, επειδή αυτή ως συμβάν υπερβαίνει τις παραδοχές της κοινής λογικής, μέσα στην οποία δεν χωράει το Μυστήριο της Θείας Οικονομίας, που δεν είναι τίποτε άλλο από μια αλληλουχία θαυμάτων, τα οποία αρχίζουν με την υπερφυά κατά σάρκα Γέννηση του Υιού του Θεού και τελειώνουν με την Ανάστασή Του, που αποτελεί το θαύμα των θαυμάτων. Τα θαύματα δεν μπορούν, ασφαλώς, να εξηγηθούν με τη λογική. Γι’ αυτό είναι, κατ’ αρχήν, κατανοητή η αποστασιοποίηση του ορθολογισμού από αυτά. Υπάρχουν, όμως, σε όλη τη διαδρομή της υλοποίησης του Μυστηρίου της Θείας Οικονομίας ορισμένα γεγονότα που είναι αλληλένδετα με τα σχετικά θαύματα και είναι ασφαλώς προσπελάσιμα στον ορθό λόγο, ώστε αυτός σε τελευταία ανάλυση να επιμαρτυρεί την πραγματοποίησή τους. Είχαμε την ευκαιρία να μιλήσουμε σε άλλα άρθρα μας για ορισμένα από αυτά τα γεγονότα που επιμαρτυρούν τη Γέννηση του Θείου Βρέφους στο Σπήλαιον της Βηθλεέμ. Σήμερα, στην καρδιά της αναστάσιμης περιόδου που διανύουμε, δεν θα βάλουμε βέβαια τον ορθολογισμό να μας μιλήσει για ένα συμβάν που το απορρίπτει. Θα χρησιμοποιήσουμε, όμως, τη μαρτυρία του, για να επιβεβαιώσουμε τη συνδρομή γεγονότων που οδηγούν στην Ανάσταση του Κυρίου.

Ας ξεκινήσουμε, λοιπόν, από τις ιστορικά βεβαιωμένες τρεις αναστάσεις νεκρών που πραγματοποίησε ο Χριστός: Την ανάσταση του υιού της χήρας του Ναΐν, την ανάσταση της κόρης του αρχισυναγώγου Ιαείρου και την πιο εντυπωσιακή απ’ όλες ανάσταση του Λαζάρου, που έλαβε χώρα 4 ημέρες μετά τον θάνατο αυτού. Είναι ιστορικά βεβαιωμένες οι εν λόγω αναστάσεις νεκρών, όχι διότι το λένε τα Ευαγγέλια, τα οποία μπορεί να μη τα πιστεύει κάποιος, αλλά διότι επιμαρτυρείται η πραγματοποίησή τους και από άλλες πηγές. Σημειώνω εδώ, μεταξύ των πηγών αυτών, την επιστολή-αναφορά του Πούμπλιου Λέντουλου, προκατόχου του Ποντίου Πιλάτου στην θέση του Διοικητή της Ιουδαίας, με την οποία αυτός ενημερώνει τον Αυτοκράτορα της Ρώμης για τη δράση του Χριστού. Λέει, μεταξύ άλλων, ο Λέντουλος στην σχετική επιστολή-αναφορά του προς τον Καίσαρα που είναι γραμμένη στα λατινικά: «Μεγαλειότατε, ήκουσα ότι επιθυμείς να μάθης ό,τι σοι γράφω νυν, περί ανθρώπου δηλ. λίαν εναρέτου, καλουμένου Ιησού Χριστού, όν ο λαός θεωρεί Προφήτην, Θεόν δε οι μαθηταί αυτού, λέγοντες ότι είναι Υιός του Θεού, του δημιουργού των Ουρανών και της Γης… Τη αληθεία, Καίσαρ, ακούονται καθ’ εκάστην θαυμάσια πράγματα περί του ανθρώπου αυτού. Εγείρει νεκρούς και θεραπεύει ασθενείς δια μιας λέξεως». Η επιστολή περιγράφει στη συνέχεια τα φυσιογνωμικά γνωρίσματα του Ιησού και τελειώνει με την υπογράμμιση της ετοιμότητας του Λέντουλου να πράξει για τον Χριστό ότι τον διατάξει ο Καίσαρας.

Από την προαναφερθείσα επιστολή κρατούμε την αναφορά της στην έγερση νεκρών από τον Χριστό. Και θέτουμε εδώ ευθέως το ερώτημα περιμένοντας την απάντηση του ορθολογισμού επ’ αυτού: Τί άλλο, εκτός από Θεός, μπορεί να είναι εκείνος, ο οποίος έχει τη δύναμη να ανασταίνει νεκρούς; Και γιατί πρέπει να μας ξενίζει το γεγονός ότι Αυτός που ανέστησε άλλους στο τέλος αναστήθηκε και ο Ίδιος μετά την θανάτωσή Του από τους Ιουδαίους; Και ακόμη: Όταν κάποιος προλέγει τον θάνατό Του, αλλά και την εκ νεκρών Αναστασίν Του ορίζοντας μάλιστα τον ακριβή χρόνο της πραγματοποίησής της, ποιός άλλος χαρακτηρισμός μπορεί να Του δοθεί ομοίως δια του ορθολογισμού; Θυμίζουμε: Ο Ιησούς Χριστός μιλώντας στους Μαθητές Του, αλλά και στα πλήθη, που άκουγαν τον λόγο Του, είχε κατ’ επανάληψη προαναγγείλει τη σύλληψή Του από τους Γραμματείς και τους Φαρισαίους, τον Σταυρικό Του Θάνατο και την μετά τριήμερο Ανάστασή Του (βλ. ενδεικτικά Μαρκ η΄ 31 & θ΄ 31, Λουκ θ΄ 22, Ιω γ΄ 14 & ιβ΄ 32).

Και εάν η επίκληση στο σημείο αυτό των Ευαγγελίων νοθεύει τον ορθολογικό χαρακτήρα της σχετικής επιχειρηματολογίας, ας το πούμε και αλλιώς, για να παρουσιάσουμε το σχετικό περιστατικό ως αδιαμφισβήτητο ιστορικό γεγονός: Αρκετές φορές ο Χριστός, απευθυνόμενος στους εκπροσώπους της άρχουσας εκκλησιαστικής τάξης των Ιουδαίων, τούς έλεγε αλληγορικά: «Γκρεμίστε αυτόν τον Ναό και εγώ θα τον ξαναχτίσω σε τρεις ημέρες». Και είναι βέβαια προφανές ότι με τη φράση αυτή υπονοούσε ο Ιησούς ότι τρεις ημέρες μετά τη θανάτωσή Του επάνω στον Σταυρό θα αναστηθεί εκ νεκρών. Άλλο τώρα ότι οι Αρχιερείς διαστρέβλωσαν σκόπιμα το νόημα της σχετικής φράσης του Ναζωραίου, για να την χρησιμοποιήσουν ως στοιχείο της κατηγορίας εναντίον του. Δεν πρέπει, επίσης, να λησμονούμε ως ιστορικό στοιχείο την επιγραφή που έβαλαν οι Ιουδαίοι στον Σταυρό του Κυρίου. Με την επιγραφή αυτή μπορεί οι Ιουδαίοι να αποκαλούσαν ειρωνικά τον Ναζωραίο «Βασιλέα», εμμέσως όμως επιβεβαίωναν την βασιλική ιδιότητα που ισχυρίζετο ο Ιησούς ότι έχει. Ακόμη και ενώπιον του Πιλάτου, όταν του έλεγε ότι «η Βασιλεία η εμή ουκ έστι εκ του κόσμου τούτου». 

Η «κλεψύδρα» λοιπόν για την τριήμερη προθεσμία που είχε δώσει ο Χριστός στους Ιουδαίους, για να διαπιστώσουν την αληθινή Του Ιδιότητα, αλλά και τη σχέση Του με τη Ζωή και τον Θάνατο, άρχισε να τρέχει από την στιγμή που ακούστηκε την Μεγάλη Πέμπτη επάνω στον Σταυρό, την 9η ώρα με τους υπολογισμούς των Εβραίων (3 η ώρα το απόγευμα με τα δικά μας ρολόγια), το «τετέλεσται» και επιβεβαιώθηκε ο Θάνατος του Χριστού από το «αίμα και το ύδωρ», που εξήλθε από την τρυπημένη με την λόγχη πλευρά Του. Αυτή την έσχατη ώρα την περίμεναν οι Ιουδαίοι, για να δουν, αν θα τελειώσουν οριστικά με τον, κατ’ αυτούς, «θεομπαίχτη» Ναζωραίο ή αν θα τούς προκύψει κάποια άλλη απρόβλεπτη περιπέτεια. Την περίμεναν, αλλά και την φοβόντουσαν παράλληλα, διότι δεν ξεχνούσαν την τριήμερη προθεσμία που τούς είχε τάξει ο Χριστός. Μόλις λοιπόν Αναστήθηκε ο Ιησούς, όπως είχε προαναγγείλει, το καταφύγιό των Ιουδαίων ήταν ο ορθολογισμός. Βασικό σενάριο των Αρχιερέων ήταν ο ισχυρισμός της κλοπής του Σώματος του Χριστού από τους Μαθητές Του τη νύχτα που κοιμόντουσαν οι φρουροί του τάφου. Την ορθολογική αυτή αντίληψη των Ιουδαίων την είδαμε να εκδηλώνεται και ως φόβος κλοπής του Ιησού από τους μαθητές Του αμέσως μετά την Ταφή του Κυρίου. Γι’ αυτό οι Αρχιερείς ζητούσαν από τον Πιλάτο πρόσθετα μέτρα φρούρησης του Τάφου; (Ματθ κζ΄ 62).

Η κλοπή όμως και η εξαφάνιση του σώματος ενός νεκρού έρχεται σε αντίθεση με την πραγματικότητα, καθώς ο Χριστός μετά την Ανάστασή Του ήταν πάλι πανταχού παρών. Και ποιός τον είδε; Οι Μαθητές Του. Δεν λαμβάνεται υπόψη η μαρτυρία τους, θα παρατηρήσουν κάποιοι, διότι είναι διαβλητή. Μα τον είδαν και πολλοί άλλοι. Ποιοί; Οι Προφήτες, όπως ο Ησαΐας εκατοντάδες χρόνια νωρίτερα που είδε τον Χριστό μετά την Ταφή Του να «σπάζει» τα «δεσμά» του Άδη, να ανοίγει τις «πύλες» του και να ελευθερώνει τον Αδάμ και την Εύα. Τον είδαν ακόμη τα νέφη των μαρτύρων που δεχόντουσαν να γίνουν βορά των θηρίων, για να κερδίσουν τη Βασιλεία των Ουρανών, την οποία δεν χαρίζει ποτέ ένας νεκρός, αλλά μόνον ένας ζωντανός και αιώνιος Βασιλιάς

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ