Του Δημητρίου Π. Λυκούδη

Θεολόγου, Φιλολόγου, Ιστορικού

Από τις πρώτες μου επισκέψεις στον Αγιώνυμο Άθωνα, λίγο πριν ολοκληρώσω το Γυμνάσιο, άκουγα συνεχώς τη φράση: «Για να γνωρίσεις το Άγιον Όρος, πρέπει να το περπατήσεις». Αυτή η φράση διαρκώς αντηχούσε μέσα μου. Πολλές φορές, και ήταν αυτές οι περισσότερες, τα λόγια αυτά αποκτούσαν μεγαλύτερη ισχύ όταν επέστρεφα στον κόσμο, στην καθημερινότητά μου. Και τότε, και σήμερα, όσο μπορώ και δύναμαι να θυμάμαι επακριβώς, η φράση αυτή σιγόκαιγε σα θυμιατήρι, ακατάπαυστα, στην καρδιά μου, και με συντρόφευε στα ξενύχτια της νιότης, και ερχόταν και με παρακινούσε να καταπιαστώ με τη "γνωριμία" μου αυτή, μετά του Αγίου Όρους και των Οσίων οικιστών του.

Πολλοί γνωστοί τόποι στο Περιβόλι της Παναγίας ευωδιάζουν. Ακόμη περισσότερο, όμως, ευωδιάζουν από λείψανα αγίων ανδρών, των οποίων την οσιότητα, την ασκητική ζωή και τον ενάρετο αγώνα τους δεν γνωρίζουμε. Οι Αγιορείτες Πατέρες συνηθίζουν να λέγουν ότι «οι ανώνυμοι, ασκήσει και αθλήσειαγωνισάμενοι στο Άγιον Όρος Όσιοι, είναι απείρως περισσότεροι από τους γνωστούς και επωνύμους αγίους αυτού. Γι᾿αυτό, σε όποιο μέρος και τόπο του Αγίου Όρους βρεθεί, ο ευλαβής προσκυνητής, όταν έχει θερμή πίστη, θα αισθανθεί το άρωμα και την πνευματική ευωδία κάποιου από τους Αγίους αυτούς, των οποίων τα άγια Λείψανα ο Κύριος γνωρίζει, πού είναι κρυμμένα, ως την ημέρα της κοινής Αναστάσεως του ανθρωπίνου γένους» (Ανδρέου Θεοφιλοπούλου, Μον., Γεροντικό του Αγίου Όρους, Αθήνα 1994, σελ. 254).

Είναι η ώρα, έχω την αίσθηση, φίλε αναγνώστα, να σου μιλήσω για ένα θαυμαστό γεγονός, που έλαβε χώρα στην περιοχή της Μικρής Αγιάννας, του Αγίου Όρους. Ξεκίνησε κάποιος από την Κρήτη με προορισμό το Περιβόλι της Παναγίας. Είχε σκοπό να επισκεφθεί τον εξάδελφό του, Γέροντα Ευθύμιο, ο οποίος εγκαταβίωνε ασκητικά στο κατώτερο μέρος της Μικρής Αγίας Άννας. Έφθασε από τη Δάφνη με ένα μικρό πλοιάριο στον όμορφο φυσικό ορμίσκο της Σκήτης. Επειδή, όμως, δεν εγνώριζε ακριβώς τα μονοπάτια που οδηγούσαν στην Αγία Άννα, προσπάθησε ν᾿ακολουθήσει τους οδοδείχτες, όσους απ᾿ αυτούς συναντούσε στο διάβα του. Είναι αλήθεια, πως αν δεν έχεις έμπειρο οδηγό στις περιπατητικές περιπλανήσεις σου στον Άθωνα, πολύ εύκολα μπορείς να χαθείς και να περιφέρεσαι, ώρες και ώρες, γύρω από το ίδιο σημείο -όσο γι᾿αυτό, ομιλώ και γράφω εκ πείρας! Περνούσε η ώρα και το μονοπάτι τον οδήγησε μπροστά σε μία σπηλιά! Και, πράγματι! Όσα αξιώθηκε να δει, να συναντήσει, σε πολλούς από εμάς φαντάζουν ακατανόητα, ανερμήνευτα, και ανεξήγητα!

Ας αφήσουμε τον ίδιο τον προσκυνητή να μάς διηγηθεί την ιστορία του, όπως την κατέθεσε αργότερα, όταν έδωσε ο Θεός και έφθασε στην περιοχή της Σκήτης: «Γέροντα, από την Αγιάννα βγήκα σ᾿αυτά τα βράχια, δεν ήξερα πού να πάω και τί δρόμο να πάρω για να έρθω εδώ. Με κόπο και πολύ κίνδυνο ανέβηκα ψηλά και βρέθηκε μπροστά μου μια σπηλιά, μπήκα μέσα και είδα πάνω σε πέτρινο κρεβάτι ξαπλωμένον ένα σεβάσμιο Γέροντα να κοιμάται. Είπα ένα χαιρετισμό και περίμενα απάντηση, ο κοιμώμενος Γέροντας δε σάλεψε από τη θέση του και τότε, αφού διαπίστωσα ότι είχε κοιμηθεί τον αιώνιο ύπνο, πλησίασα περισσότερο, και είδα πάνω από το κεφάλι του ένα σταυρό, την εικόνα της Παναγίας και ένα καντηλάκι να καίει. Έκαμα το σταυρό μου, προσκύνησα τρεις φορές και σκέφθηκα πως, ο γέροντας αυτός, θα είχε πεθάνει τώρα και επειδή δεν προλάβατε να τον θάψετε, ασφαλώς θα τον θάβατε αύριο. Αισθάνθηκα ευωδίαμοσχολιβανιού και νόμισα πως ’κείνη την ώρα είχατε θυμιάσει και φύγατε» (Αυτόθι, σελ. 79-80).

Βέβαια, όταν οι Πατέρες της Σκήτης οδηγήθηκαν στο σημείο που τούς υπέδειξε ο προσκυνητής, βρήκαν τη σπηλιά έρημη, όμως η ευωδία από το μοσχοθυμίαμα παρέμεινε για αρκετές ημέρες ακόμη. Και αυτό είναι ένα από τα θαυμαστά και πάνυ χαριτωμένα που συμβαίνουν στον Άθωνα. Πολλές φορές ο προσκυνητής, στην προσπάθειά του να εξερευνήσει περπατώντας το Άγιον Όρος, θα αισθανθεί άρρητη ευωδία να διαχέεται σχεδόν παντού γύρω του, διανθίζοντας κάθε μονοπάτι, κάθε έρημο καλύβι και κάθε ακατοίκητο σπήλαιο που θα συναντήσει.

Η δε έκπληξη του προσκυνητή από την Κρήτη, όταν αντίκρισε, μαζί με τους άλλους Πατέρες της Σκήτης, το έρημο σπήλαιο, τον τόπο εκείνο που λίγο πριν είχε εκείνη την "οσιακή συνάντηση", όχι τόσο καθάρια, αλλά κάπως αμυδρά, αποτυπώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα, που εκφράζει και τη δικαιολογημένη του αντίδραση: «"Να, εδώ, σε τούτο το δέντρο δίπλα [...] πούντη τώρα; Τί γίνηκε; Αχ μωρέ, δεν ήξερα πως είναι άγιο λείψανο να το πάρω στον ώμο μου και να φύγω!". Τότε είπαμε το προφητικό λόγιο της Αγίας Γραφής: "Θαυμαστός ο Θεός εν τοις αγίοις Αυτού και τοις αγίοις τοις εν τη γη αυτού εθαυμάστωσεν ο Κύριος" και αμέσως γυρίσαμε πίσω, γεμάτοι πνευματική χαρά και αγαλλίαση, με πλήρη τη βεβαιότητα, πως όλα τα βράχια και όλες οι πέτρες του Αγίου Όρους κρύβουν κι από έναν άγιο, τον οποίον, όταν θέλει και σε όποιον θέλει, ο Πανάγαθος Θεός, αποκαλύπτει. Και δοξάσαμε μ᾿ένα στόμα τον Τρισυπόστατο Ένα Θεόν, τον Πατέρα, τον Υιόν και το Άγιον Πνεύμα» (Αυτόθι, σελ. 80).

«Για να γνωρίσεις το Άγιον Όρος, πρέπει να το περπατήσεις». Αυτή η φράση διαρκώς αντηχούσε μέσα μου. Πολλές φορές, και ήταν αυτές οι περισσότερες, τα λόγια αυτά αποκτούσαν μεγαλύτερη ισχύ όταν επέστρεφα στον κόσμο, στην καθημερινότητά μου. Και τότε, και σήμερα, όσο μπορώ και δύναμαι να θυμάμαι επακριβώς, η φράση αυτή σιγόκαιγε σα θυμιατήρι, ακατάπαυστα, στην καρδιά μου, και με συντρόφευε στα ξενύχτια της νιότης, και ερχόταν και με παρακινούσε να καταπιαστώ με τη "γνωριμία" μου αυτή, μετά του Αγίου Όρους και των Οσίων οικιστών του.

Και μ᾿ αυτές τις σκέψεις, ωχ! Κοιτάζω το ρολόι μου, πώς πέρασε η ώρα! Και μ᾿ αυτές τις σκέψεις σχεδόν ξημέρωσε, πέρασε το βράδυ, το φως, δειλά-δειλά, αρχίζει και κάμνει την άγουρη και πρωινή εμφάνισή του. Και έμεινα να καταπιάνομαι με ερημικά σπήλαια, με άφθαρτα λείψανα Οσίων ασκητών και με αγιορείτικα μονοπάτια μπροστά σε μία νέα καθημερινότητα, που, ήδη πλέον, είχε ξεκινήσει!