Την Πέμπτη 10 Ιουνίου 2021, ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ. Βαρθολομαίος, επί την εορτή του Αγίου Αποστόλου Βαρθολομαίου, ημέρα κατά την οποία ο Πατριάρχης άγει τα Ονομαστήριά του, χοροστάτησε στον Εσπερινό στη Μονή Βαλουκλή.

Συμμετείχαν αρχιερείς του Οικουμενικού Θρόνου, Αντιπροσωπείες των Αυτοκεφάλων Εκκλησιών, αρχιερείς από τις Εκκλησίες Ελλάδας και Γεωργίας, Ηγούμενοι Μονών του Αγίου Όρους, κληρικοί, Άρχοντες Οφφικιάλιοι του Οικουμενικού Θρόνου κ.ά.

Μεταξύ των συμμετεχόντων ξεχώρισε η παρουσία του Έλληνα Υφυπουργού Εξωτερικών κ. Κωνσταντίνου Βλάση, κοινοτικών παραγόντων, πλήθους πιστών από την πόλη αλλά και το εξωτερικό.

Στο τέλος του Εσπερινού, ο κ. Βαρθολομαίος ο Παναγιώτατος τίμησε με το Οφφίκιο του Άρχοντος Νομοδότου του Οικουμενικού Θρόνου τον Εντιμ. κ. Παναγιώτη Λαδά, Ομότιμο Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. 

Στην ομιλία του, ο Πατριάρχης, αναφέρθηκε στην προσωπικότητα του καθηγητή εξαίροντας το ήθος και την επιστημονική του κατάρτιση. Ανέφερε σχετικά: «Εντάσσομεν, κατ’ ιδίαν Πατριαρχικήν προαίρεσιν και φιλοτιμίαν, εις την χορείαν των Οφφικιαλίων του Οικουμενικού Πατριαρχείου, του υπάτου Θεσμού του Γένους, την υμετέραν Εντιμολογιότητα, τον διακεκριμένον καθηγητήν της Νομικής Σχολής του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ο οποίος, επί 37 συναπτά έτη, προσέφερε πάμπολλα και πολυτιμότατα εις την Νομικήν Επιστήμην διά της ερεύνης, της διδασκαλίας και της συγγραφής, διετέλεσε δε αντιστοίχως, επί τριετίαν, Κοσμήτωρ της Σχολής και Αντιπρύτανις του Αριστοτελείου. Χαιρόμεθα διά το γεγονός ότι τρία μέλη της Πατριαρχικής Αυλής υπήρξαν φοιτηταί σας. Τιμώμεν σήμερον, επίσης, τον χαρισματικόν και δραστήριον νομικόν, ο οποίος ήσκησε το λειτούργημα του δικηγόρου επί 48 έτη και διηκόνησεν ευόρκως και αποτελεσματικώς σημαντικούς θεσμούς από υψηλάς θέσεις ευθύνης. Οι Άρχοντες Οφφικιάλιοι, πολλά προσέφερον εις την Εκκλησίαν και το Γένος, συνεχίζουν δε και σήμερον την διακονίαν των διά μέσου των δύο Αδελφοτήτων των, της παγκοσμίου, υπό την επωνυμίαν «Παναγία η Παμμακάριστος», εις την οποίαν ανήκετε πλέον και υμείς, και του Τάγματος του Αγίου Ανδρέου, των εν Ηνωμέναις Πολιτείαις Αμερικής Αρχόντων.

Και υμείς, Εντιμολογιώτατε, ως Άρχων Νομοδότης της Αγίας του Χριστού Μεγάλης Εκκλησίας, θα είσθε εις το εξής συνεργάτης και αρωγός του Προκαθημένου αυτής εις το διακονικόν έργον και εις την υπεράσπισιν των Δικαίων του Οικουμενικού Θρόνου. Η Εκκλησία έχει ανάγκην προσωπικοτήτων ως υμείς. Σας εγνωρίσαμεν κατά το ακαδημαικόν έτος 1967/68 εις το Πανεπιστήμιον του Μονάχου εις την τότε Δυτικήν Γερμανίαν, και εξετιμήσαμεν τον χαρακτήρα, τας γνώσεις και τα οράματά σας. Εν τω προσώπω σας συνυπάρχουν η μόρφωσις και η ευφυία, η επιστημοσύνη και η αφοσίωσις εις το καθήκον, το χριστιανικόν φρόνημα και η σεμνότης. Αφιερώσατε την ζωήν σας εις την πραγμάτωσιν αξιών, ως ερευνητής και διεθνώς γνωστός μελετητής του Αστικού Δικαίου, ως καθηγητής, πιστός εις την «αγίαν αποστολήν» του δασκάλου (Β. Τατάκης), κατηξιωμένος και σεβαστός εις όλας τας απαιτητικάς διοικητικάς θέσεις, εις τας οποίας εκλήθητε να υπηρετήσετε το δημόσιον συμφέρον».

Και πρόσθεσε: «Συνδυάζετε, Εντιμολογιώτατε Άρχων, την αφοσίωσιν εις την Νομικήν Επιστήμην με την ορθόδοξον χριστιανικήν πίστιν και τον σεβασμόν προς την Μητέρα Μεγάλην Εκκλησίαν, διακονούντες τον πολιτισμόν της δικαιοσύνης και της αγάπης. Η δικαιοσύνη και η αγάπη εκπροσωπούν, εις την ιστορίαν του πολιτισμού μας, τον απόλυτον σεβασμόν προς τον άνθρωπον, την αξιοπρέπειαν και την ελευθερίαν του. Η ανθρωπίνη αξιοπρέπεια είναι αδύνατον να θεμελιωθή επί μιάς φυσιοκρατικής θεωρήσεως του ανθρώπου, όπου αυτός εμφανίζεται ως εις μεταξύ των απειραρίθμων εκπροσώπων του ανθρωπίνου είδους. Ορθώς υποστηρίζεται, ότι μία τοιαύτη προσέγγισις ευνοεί την μετατροπήν του ανθρώπου εις αντικείμενον και χειραγωγήσιμον μέγεθος.

Το όλως αντίθετον του νατουραλισμού, εγγύησις διά την πρόοδον των ανθρωπιστικών κατακτήσεων, είναι η θεώρησις του ανθρώπου επί τη βάσει της δικαιοσύνης και της αγάπης, εις την αδιάσπαστον ενότητά των. Η μονομερής θεμελίωσις του ήθους επί της ιδέας της δικαιοσύνης, συμπορεύεται με νομικισμόν και ορθολογιστικήν συρρίκνωσιν του ήθους, και πηγάζει από παρανόησιν και υποτίμησιν της αγάπης. Υπάρχει, βεβαίως, και ο λεγόμενος «αγαπισμός», ο οποίος διαχωρίζει καισαρικώς την δικαιοσύνην από την αγάπην, υποβαθμίζει, εις το όνομα του «απροϋποθέτου» της αγάπης, την δικαιοσύνην, αδικώντας εν τη ιδεοληψία του τόσον την αγάπην, όσον και την δικαιοσύνην. Είναι ευρέως γνωστόν, ότι κατά τον παρελθόντα αιώνα, ο αγαπισμός αυτοπροεβλήθη ως αυθεντική χριστιανική διδασκαλία και γνήσιον περιεχόμενον της Καινής Διαθήκης.

Αληθές είναι ότι εις τον Χριστιανισμόν είναι δεδομένη η ακατάλυτος αλληλουχία και αλληλοπεριχώρησις αγάπης και δικαιοσύνης. Το ευάγγελον μήνυμα της Καινής Διαθήκης είναι ότι «ήγγικεν η βασιλεία των ουρανών» (Ματθ. δ’, 17), την οποίαν εγκαινιάζει ο Χριστός, η νέα πραγματικότης, όπου κυριαρχεί η αγάπη και η δικαιοσύνη. Η εντολή της αγάπης προς τον πλησίον εμπεριέχει την δικαίαν συμπεριφοράν προς αυτόν. Εν τη εννοία ταύτη, η άποψις ότι η δικαιοσύνη είναι «ολόκληρον το ηθικόν περιεχόμενον της Παλαιάς Διαθήκης», ενώ η αγάπη αποτελεί τον ηθικόν πυρήνα της Καινής Διαθήκης, ισχύει, μόνον εφ’ όσον δεχθώμεν την άρρηκτον σύνδεσιν, αλληλεξάρτησιν και αλληλοσυμπλήρωσιν αγάπης και δικαιοσύνης. Τότε δεν έχομεν ουδεμίαν δυσκολίαν να θεωρήσωμεν την βιβλικήν, και ευρύτερον την χριστιανικήν ανθρωπολογίαν, ως μίαν εκ των βασικών πηγών και ριζών της διαμορφώσεως του νομικού πολιτισμού, του κράτους δικαίου και των διακηρύξεων των δικαιωμάτων του ανθρώπου».

Και, αναφερόμενος στη χριστιανική αγάπη και στην όλη σχέση της με τη δικαιοσύνη, συμπλήρωσε: «Με την λήθην αυτής της στενής σχέσεως δικαιοσύνης και αγάπης, αναφορικώς προς τον Χριστιανισμόν, συνδέεται και η θεώρησις της χριστιανικής αγάπης ως «ήθους των αδυνάτων». Πρόκειται περί πλήρους παρανοήσεως της ισχύος της αγάπης και της εμβελείας της χριστιανικής ανθρωπολογίας. Εις μίαν ομιλίαν μας εις το κλεινόν άστυ, προ εικοσαετίας ακριβώς, είχομεν αναφέρει τα εξής: «Ο άνθρωπος της αγάπης είναι ανδρείος και επιεικής. Επιείκεια, λέγει ο Ιερός Χρυσόστομος, είναι να υπομένωμεν την αδικίαν, η οποία διαπράττεται εις βάρος μας, και ανανδρία να ανεχώμεθα την αδικίαν η οποία γίνεται εις βάρος άλλων (Ομιλία εις τας Πράξεις, 48, 2, PG 60, 336). Την ταπεινήν και ανδρείαν αυτήν αγάπην διδάσκει και προβάλλει ο Χριστιανισμός εις όλους» (Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2001, σελ. 35)».

Το χριστιανικόν «δέον περί του ανθρώπου» υπερβαίνει εις δύναμιν και δέσμευσιν τον ανθρωπισμόν και τον εμπλουτίζει. «Όλα έχουν το αντίτιμόν των, μόνον ο άνθρωπος έχει αξιοπρέπειαν», απόλυτον αξίαν, ανεξαρτήτως από κοινωνικήν θέσιν, μόρφωσιν, θρησκείαν, φύλον, πολιτισμικήν καταβολήν κ.α. Δεν υπάρχει αντίτιμον, τίποτε δεν είναι δυνατόν να είναι αντίστοιχον της αξίας του ανθρωπίνου προσώπου. Αυτήν την αλήθειαν αποκαλύπτει, με μοναδικόν τρόπον και έμφασιν, και η βιβλική θεώρησις του ανθρώπου. Ο δημιουργηθείς κατ’ εικόνα Θεού και έχων αιώνιον προορισμόν την ομοίωσιν Θεώ, την κατά χάριν θέωσιν άνθρωπος, έχει ασύγκριτον αξίαν. Εν τη βεβαιότητι ότι εκφράζομεν και την ιδικήν σας άποψιν, Εντιμολογιώτατε, υπογραμμίζομεν ότι το ανθρωπιστικόν ήθος έχει ανάγκην αυτής της υπερβατικής θεμελιώσεως. Ο προσανατολισμός απλώς και μόνον εις τον «άνθρωπον» δεν επαρκεί. Με απαράμιλλον τρόπον εξέφρασε και ο Πλάτων την αλήθειαν αυτήν, με την ρήσιν «Πάντων χρημάτων μέτρον θεός» (Νόμοι, 716c), η οποία εστρέφετο κατά του «Πάντων χρημάτων άνθρωπος» του σοφιστού Πρωταγόρου. Το μέλλον δεν ανήκει εις τον αυτοχειροτόνητον «ανθρωποθεόν», ο οποίος δεν αναγνωρίζει τα αμετάθετα όρια και καταργεί το «μέτρον». Δεν υπάρχει μέλλον άνευ αναφοράς εις το Υπερβατικόν.

Περαίνοντες τον λόγον, συγχαίρομεν υμίν ολοθύμως, Εντιμολογιώτατε, διά την ανύψωσίν σας εις Άρχοντα της Κωνσταντινουπολίτιδος Εκκλησίας και δη με τον συνάδοντα τη ταυτότητι και τη προσφορά υμών, ως μύστου της νομικής Επιστήμης και υπερασπιστού του Δικαίου, τίτλον του Άρχοντος Νομοδότου, και καλωσορίζομεν εις την Πόλιν των Πόλεων την έντιμον συνοδείαν σας, ευχαριστούντες δε τους παρόντας και συμπροσευχομένους εις την εόρτιον ταύτην ιεράν σύναξιν τιμιωτάτους αδελφούς και τα προσφιλέστατα τέκνα, επικαλούμεθα επί πάντας υμάς, πρεσβείαις της αγιοπρώτου Παναγίας της Βαλουκλιώτισσας και των Αγίων Αποστόλων Βαρθολομαίου και Βαρνάβα, την χάριν και το έλεος του φιλανθρώπου και δικαιοκρίτου Θεού. Άξιος!».

Στην αντιφώνησή του, ο νέος Άρχων ευχαρίστησε τον Οικουμενικό Πατριάρχη για την ιδιαίτερη μεγάλη τιμή που του επιφύλαξε και αναφέρθηκε στους στενούς δεσμούς της οικογένειάς του με την Πόλη και τον μεγάλο σεβασμό της πάντοτε προς την Αγία του Χριστού Μεγάλη Εκκλησία. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις σπουδές του στη Νομική επιστήμη.

Το πρωί της Πέμπτης, ο Παναγιώτατος παρέστη συμπροσευχόμενος στο Ι. Βήμα του Πατριαρχικού Ναού, κατά την Θεία Λειτουργία για την εορτή της Αναλήψεως, που τελέστηκε χοροστατούντος του Σεβ. Μητροπολίτου Ικονίου κ. Θεολήπτου.