Στο Γιώργο Ρήγα

 

Στην πρώτη γραμμή της προσφυγικής κρίσης, ο Μητροπολίτης Σάμου Ευσέβιος μιλά αποκλειστικά στην «Κιβωτό της Ορθοδοξίας» για την πνευματική ωριμότητα που έχει επιδείξει ο ακριτικός λαός του νησιού απέναντι στα κύματα των μεταναστών και των προσφύγων. Ειδοποιεί, ωστόσο, την κυβέρνηση ότι πρέπει «οι μετανάστες-πρόσφυγες να είναι διερχόμενοι από το νησί» και επισημαίνει ότι το κοινωνικό κήρυγμα της φιλανθρωπίας και της αγάπης, που τον τελευταίο καιρό έγινε «της μόδας», αν δεν ξεκινά από την πίστη στον Θεό, καταλήγει σε έναν ιδιότυπο κοινωνικό ακτιβισμό.

 

Πώς μπορεί η Εκκλησία να βοηθήσει στην αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος στη Σάμο;

Για την τοπική μας Εκκλησία, το πρόβλημα της εισόδου παράτυπων μεταναστών δεν είναι κάτι καινούργιο. Εδώ και μία δεκαετία σχεδόν, αραιά και κατά μικρές ομάδες, διερχόμενοι πρόσφυγες-μετανάστες έρχονταν από τις χώρες της Μέσης Ανατολής και αλλαχού. Όλα αυτά τα χρόνια, αθόρυβα, πλην όμως ουσιαστικά, σταθήκαμε στο πλευρό αυτών των εμπερίστατων ανθρώπων, προσφέροντας νερό, τρόφιμα και είδη ρουχισμού, ανταποκρινόμενοι ακόμα και σε έκτακτες ανάγκες τους με την πληρωμή των φαρμάκων και των νοσηλίων τους. Πράττουμε, δε, τούτο σε συνέχεια της μεγάλης προσπάθειας που καταβάλλουμε με σκοπό τη στήριξη των πολλών εμπερίστατων οικογενειών και αναξιοπαθούντων αδελφών μας εξαιτίας της οικονομικής κρίσεως μέσα από το κοινωνικό παντοπωλείο «Η Αγάπη», την «Ιματιοθήκη» και το Κοινωνικό Φαρμακείο μας, τα οποία έχουμε συστήσει από πενταετίας.

 

Συμμερίζεσθε τους φόβους όσων δεν επιθυμούν το hot spot στο νησί;

Στη Σάμο, η μέχρι τώρα φροντίδα που δείχνει ο ακριτικός μας κλήρος και λαός για τους μετανάστες-πρόσφυγες φανερώνει μια πνευματική ωριμότητα. Βέβαια, πάντοτε υπό την προϋπόθεση ότι οι μετανάστες-πρόσφυγες θα είναι διερχόμενοι από το νησί και αυτό ελπίζουμε να ληφθεί σοβαρά υπ’ όψιν από τα κέντρα εξουσίας, όπως επανειλημμένως έχουμε επισημάνει. Θα ήθελα, επίσης, εξ αφορμής του φόβου στον οποίον αναφέρεσθε να υπενθυμίσω πως, σύμφωνα με τον Ευαγγελιστή της αγάπης, τον Θεολόγο Ιωάννη, ο φόβος είναι αποτέλεσμα μάλλον της έλλειψης πραγματικής αγάπης. Στο 4ο κεφάλαιο της Α’ Καθολικής Επιστολής του πραγματεύεται την έννοια της αυθεντικής αγάπης και τελειώνοντας επισημαίνει: «Φόβος ουκ έστιν εν τη αγάπη, αλλ’ η τελεία αγάπη έξω βάλλει τον φόβον». Εάν το ενδιαφέρον και η φροντίδα μας για τους ελάχιστους αδελφούς είναι αποτέλεσμα της αγάπης μας στον Χριστό και απόδειξη της πίστης μας σε Εκείνον ως Σωτήρα και Λυτρωτή, τότε η έννοια του φόβου αναγκαστικά θα υποχωρήσει. Έχουμε τη βέβαιη πίστη πως ό,τι επιτρέπει ο Χριστός τούτο είναι για την παιδαγωγία μας και εν τέλει για τη σωτηρία μας. Αρκεί να το διαχειρισθούμε με σύνεση και σωφροσύνη και, κυρίως, χωρίς να παίρνουμε τη ματιά μας από τον Χριστό.

Ο ίδιος ο Χριστός εξάλλου μας τόνισε πως η έμπρακτη αγάπη θα είναι το κριτήριο της Δευτέρας Παρουσίας Του, όπως θα ακούσουμε την Κυριακή των Απόκρεω. Ας επισημανθεί εδώ ότι το κοινωνικό κήρυγμα της φιλανθρωπίας και της αγάπης, που τον τελευταίο καιρό έγινε «της μόδας», αν δεν ξεκινά από την πίστη στον Θεό και δεν επιτελείται ως εφαρμογή της εντολής Του για δικαιοσύνη και αγάπη, αχρηστεύεται και χάνεται. Γίνεται αόριστη και θεωρητική διδασκαλία, έξω από τα πρόσωπα και τα πράγματα, όπως τα φανερώνει η ζωή στον τόπο μας, και γι’ αυτό φοβίζει τον άνθρωπο και υπερκαλύπτει την αγάπη του.

Όταν ο λόγος για αγάπη διαχωρίζεται από τον Θεό Λόγο και αρκείται στο να βασίζεται μόνο σε κάποια ανθρώπινη ιδεολογία ή μια θεωρητική διδασκαλία κάποιου κοινωνικού συστήματος, στερείται ουσίας και δυναμικής. Καταλήγει σε έναν ιδιότυπο κοινωνικό ακτιβισμό, επιδοτούμενο και εν πολλοίς υποκινούμενο. Μια τέτοια κοινωνική δραστηριοποίηση, επειδή δεν έχει τη βάση της στον Χριστό, είναι καταδικασμένη να «εξατμισθεί» γρήγορα και εν τέλει να αποτύχει. Άλλωστε και οι αρχαίοι μας πρόγονοι τόνιζαν διά του Πλάτωνος ότι «πάσα επιστήμη χωριζομένη δικαιοσύνης και της άλλης αρετής, πανουργία, ου σοφία φαίνεται».

Η έμπρακτη αγάπη, όταν διενεργείται αποσυνδεδεμένη από τον Χριστό, δίνει αρχικά την ψευδαίσθηση της αυτάρκειας και της τελειότητας. Προϊόντος του χρόνου, όμως, πείθει τον άνθρωπο πως η ζωή είναι μόνον ο επί Γης βίος. Του στερεί έτσι τη φροντίδα, αλλά και την αναμονή της αιωνιότητας. Χωρίς όμως τη βέβαιη προσδοκία της ζωής του μέλλοντος αιώνος, όπως εμφατικά τονίζουμε οι Ορθόδοξοι στο τελευταίο άρθρο του «Συμβόλου της Πίστεως», εύκολα προδίδεται ο ενθουσιασμός του εγχειρήματος της φιλανθρωπίας. Ο άνθρωπος κουράζεται από τα εμπόδια και τις απειλές που με επιμέλεια ορθώνει ο διάβολος μπροστά του και απογοητεύεται, με αποτέλεσμα να εγκαταλείπει τον προκείμενο αγώνα του, επειδή η όποια προσπάθεια εξαντλήθηκε στα μέσα και απώλεσε τον στόχο της εν Χριστώ ζωής και σωτηρίας.

Μιλήσατε για «μόδα». Κρίνετε πως το Προσφυγικό είναι η μεγάλη πρόκληση της εποχής μας;

Το Προσφυγικό -βέβαια όχι σε αυτήν την έκταση- δεν είναι κάτι καινούργιο ούτε για τα ακριτικά μας νησιά ούτε, πολλώ γε μάλλον, για την Εκκλησία, η οποία στο διάβα των αιώνων αντιμετώπισε πολλές φορές με τη Χάρη του Θεού τέτοιες κρίσεις. Εξάλλου, το έργο της, ως ταμειούχου της Χάρης του Θεού, είναι να καταστέλλει την αμαρτία και τις τραγικές της συνέπειες, από όπου κι αν προέρχονται. Το σίγουρο πάντως είναι ότι η αντιμετώπιση κάθε είδους κρίσης επιβάλλει την επί τη βάσει του θείου θελήματος δραστηριοποίηση, σε συνδυασμό πάντοτε με τις δυνατότητες, τις προοπτικές, αλλά και τα προβλήματα ή και τις ανάγκες του σύγχρονου κόσμου μας. Θα έλεγα όμως ότι ο όρος «πρόκληση» δεν μας ταιριάζει. Προδιαθέτει τον πιστό για άμυνα, γιατί ο πειρασμός συνήθως τον προκαλεί. Η κάθε κρίση για εμάς εξετάζεται και αντιμετωπίζεται πάντοτε υπό τον θείο φωτισμό του Χριστού, ο οποίος είναι το φως το αληθινόν, που φωτίζει και αγιάζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο. Εξάλλου, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Κύριός μας στη λέξη «κρίση» δίνει και μία άλλη διάσταση αναφορικά με την αντιμετώπισή του ως φωτός. Γι’ αυτό και θεωρούμε πως κάθε κρίση αποτελεί μια άσκηση ετοιμότητας, στην οποία πρέπει να λειτουργήσουμε στα πλαίσια της πίστης και της ζωής της Εκκλησίας μας και μόνον. Αρκεί να θυμηθούμε τη, λίγο δυσνόητη, αλλά σημαντική παραβολή του κακού διαχειριστή και να φροντίσουμε, αξιοποιώντας και όχι εκμεταλλευόμενοι τις καταστάσεις, να φανούμε ως υιοί του Φωτός, φρονιμότεροι των υιών του αιώνος τούτου. Τούτο αποτελεί και απόδειξη της παράθεσής μας στην πρόνοια του Θεού.

Το κοινωνικό κήρυγμα της φιλανθρωπίας και της αγάπης, που τον τελευταίο καιρό έγινε «της μόδας», αν δεν ξεκινά από την πίστη στον Θεό και δεν επιτελείται ως εφαρμογή της εντολής Του για δικαιοσύνη και αγάπη, αχρηστεύεται και χάνεται.

Άρα, πέρα από την υλική υποστήριξη, πιστεύετε ότι και ποιμαντικά πρέπει οι ιερείς του νησιού να περάσουν ένα ιδιαίτερο μήνυμα σε ντόπιους και μετανάστες;

Αρκεί που το έργο μας γίνεται σιωπηρά, αθόρυβα και απηχεί την ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος.

Κληρικοί και λαϊκοί αδελφοί εν ενότητι δρουν υπέρ του πλησίον, γλυκαίνοντας τον πόνο, θεραπεύοντας την ανάγκη και φιλοξενώντας την περίσταση της ζωής των συνανθρώπων τους, και γίνονται τύποι και ζωντανές εικόνες του «αοράτως ημίν συνόντος Χριστού».

Κλήρος και λαός χαιρόμαστε εάν, εκτός από την πληθωρική υλική συμπαράστασή μας σε όλους αυτούς τους μετανάστες-πρόσφυγες, που γνωρίζουν, εκτός των άλλων, τη βιαιότητα του πολέμου και του ισλαμισμού, μπορούμε να δώσουμε ένα όμορφο παράδειγμα του τι σημαίνει να είσαι Ορθόδοξος Χριστιανός και Έλληνας ταυτόχρονα. Μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, μέλος του Σώματος του Χριστού, που αγωνίζεσαι καθημερινά να αναγνωρίζεις το θείο Του θέλημα.

 

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ

Ο Μητροπολίτης Ευσέβιος (κατά κόσμον Ευάγγελος) γεννήθηκε το 1949 στο Παλαιό Καρλόβασι Σάμου. Από το 1976 και μέχρι την εκλογή του ως μητροπολίτη υπηρέτησε ως ιεροκήρυκας, προϊστάμενος της Θρησκευτικής Υπηρεσίας της Ελληνικής Αστυνομίας και υπήρξε καθηγητής στην Αστυνομική Ακαδημία και σε όλες τις σχολές της Αστυνομίας και του Πυροσβεστικού Σώματος. Μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας εξελέγη από την Ιεραρχία τον Ιούλιο του 1995 και χειροτονήθηκε στον Ιερό Ναό Αγίας Τριάδος Πειραιά στις 22 Ιουλίου από τον τότε Μητροπολίτη Πειραιώς, Καλλίνικο. Από το καλοκαίρι του 2014 έχει αναλάβει πρόεδρος της Εκκλησιαστικής Κεντρικής Υπηρεσίας Οικονομικών της Εκκλησίας της Ελλάδος.