Αρχική » 19 ΜΑΙΟΥ: Ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων

19 ΜΑΙΟΥ: Ημέρα μνήμης της Γενοκτονίας των Ποντίων

από kivotos

Η 19η Μαΐου είναι ημέρα-ορόσημο για τους Έλληνες του Πόντου, καθώς τότε τιμώνται οι εκατοντάδες χιλιάδες νεκροί των Ελλήνων που ζούσαν στην Τουρκία. Πρόκειται για τη Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού, η οποία έχει αναγνωριστεί ως τέτοια από πολλές χώρες, αλλά και πόλεις, όπως έγινε πρόσφατα από το Τορόντο του Καναδά.

Δυστυχώς, πριν από μερικούς μήνες ο υπουργός Παιδείας, Νίκος Φίλης, επιχείρησε να προσεγγίσει το ζήτημα από μια άλλη οπτική, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις εντός και εκτός της κυβέρνησης και, όπως ήταν φυσικό, ανάμεσα στους Ποντίους. Όπως είχε δηλώσει, οι ομαδικές σφαγές δεν ήταν γενοκτονία, αλλά μια «αιματηρή εθνοκάθαρση»: «…Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αναγνωρίζουμε το αίμα, τον πόνο, όσα έχουν υποστεί οι Πόντιοι, από τη θηριωδία των Τούρκων. Αυτό είναι άλλο πράγμα και άλλο πράγμα η γενοκτονία, με αυστηρή επιστημονική έννοια».

Ο υπουργός Παιδείας ανέφερε ότι δεν θέλει να επιβάλει τις προσωπικές του απόψεις, επισημαίνοντας πως «η κρατική πολιτική αναγνωρίζει ημέρα γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού». Σημείωσε πως, «αν γίνει συζήτηση επί επιστημονικού επιπέδου, αλλιώς ορίζεται η εθνοκάθαρση και αλλιώς η γενοκτονία». «Ως γενοκτονία ορίζεται η προγραμματισμένη και με βιομηχανικό τρόπο εξόντωση ενός ολόκληρου έθνους», συμπλήρωσε, λέγοντας πως υπάρχει η επιστημονική κοινότητα και το θέμα «ας κρίνεται εκεί, πάντα με σεβασμό στον πόνο των Ποντίων».

Το Μαξίμου, σε μια προσπάθεια να κατευνάσει τα πνεύματα, φρόντισε να κρατήσει αποστάσεις από τις δηλώσεις Φίλη: «Είναι εκπεφρασμένη η θέση του Κοινοβουλίου για το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων, όπως και της κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, ο καθένας έχει το δικαίωμα να διατυπώνει προσωπικές απόψεις επιστημονικού χαρακτήρα».

Ανεξάρτητα από τις θέσεις Φίλη, όταν μιλάμε για γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου, αναφερόμαστε στις σφαγές και τους εκτοπισμούς ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου, που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923. Εκτιμάται ότι στοίχισαν τη ζωή 326.000-382.000 Ελλήνων, ενώ όσοι επέζησαν κατέφυγαν στον Άνω Πόντο (ΕΣΣΔ) και, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή το 1922, στην Ελλάδα. Τα γεγονότα αυτά αναγνωρίζονται επισήμως ως γενοκτονία από το ελληνικό κράτος, την Κύπρο, την Αρμενία, τη Σουηδία, ορισμένες ομοσπονδιακές Δημοκρατίες της Ρωσίας, τη Σερβία, οκτώ πολιτείες των ΗΠΑ και την Αυστραλία, αλλά και από διεθνείς οργανισμούς, όπως η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών.

Στις σφαγές και τους εκτοπισμούς ελληνικών πληθυσμών στην περιοχή του Πόντου, που πραγματοποιήθηκαν από το κίνημα των Νεότουρκων κατά την περίοδο 1914-1923 εκτιμάται ότι έχασαν τη ζωή τους 326.000-382.000 Έλληνες

Η εν λόγω γενοκτονία θεωρείται μέρος της ενιαίας Γενοκτονίας του Ελληνισμού της Ανατολής, η οποία ήταν μία από τις πρώτες σύγχρονες. Ήταν ένα προμελετημένο έγκλημα, το οποίο η κυβέρνηση των Νεότουρκων έφερε σε πέρας με συστηματικότητα. Οι μέθοδοι που χρησιμοποίησε ήταν ο ξεριζωμός, η εξάντληση με κακουχίες, τα βασανιστήρια, η πείνα, η δίψα και τα στρατόπεδα θανάτου στην έρημο.

Η διεθνής βιβλιογραφία και τα κρατικά αρχεία πολλών χωρών βρίθουν μαρτυριών για το ειδεχθές έγκλημα που διαπράχθηκε εναντίον του ελληνικού λαού. Η Γενοκτονία των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε παράλληλα με αυτές και άλλων Χριστιανικών πληθυσμών της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

Το 1994, κατόπιν εισήγησης του τότε πρωθυπουργού, Ανδρέα Παπανδρέου, η Βουλή των Ελλήνων αναγνώρισε τη Γενοκτονία και ψήφισε την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο». Το 1998, η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 14ης Σεπτεμβρίου ως «Ημέρα εθνικής μνήμης της Γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος».

Οι τρεις φάσεις της εξόντωσης

Η εξόντωση των ελληνικών πληθυσμών του Πόντου χωρίζεται, όπως έχει καταγραφεί ιστορικά, σε τρεις συνεχόμενες φάσεις: Η πρώτη ξεκινά με την έναρξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου και φθάνει έως την κατάληψη της Τραπεζούντας από τον ρωσικό Στρατό (1914-1916), η δεύτερη τελειώνει με το τέλος του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου (1916-1918) και η τελευταία ολοκληρώνεται με την εφαρμογή του συμφώνου για την ανταλλαγή των πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας (1918-1923).

Το κύμα μαζικών διώξεων ξεκίνησε στον Πόντο με τη μορφή εκτοπίσεων το 1915. Οι εκτοπίσεις συνεχίζονταν ακατάπαυστα και κατά την εποχή που τα ρωσικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τραπεζούντα, στις αρχές του 1916. Ιδιαίτερα με το πρόσχημα ότι οι Πόντιοι υποστήριζαν τις κινήσεις των Ρώσων, μεγάλος αριθμός κατοίκων από τις περιοχές της Σινώπης και της Κερασούντας εκτοπίστηκαν στην ενδοχώρα της Μικράς Ασίας. Σημειώθηκαν επίσης και εξαναγκαστικοί εξισλαμισμοί γυναικείων πληθυσμών.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις του επισκόπου Τραπεζούντας, ο αριθμός των θυμάτων αυτών των πολιτικών ανήλθε, για εκείνο το διάστημα, σε περίπου 100.000. Δεν έπαψαν και οι διαμαρτυρίες από Αυστριακούς και Αμερικανούς διπλωμάτες κατά της οθωμανικής κυβέρνησης.

Ύστερα από τη συνθηκολόγηση της Ρωσίας και την απόσυρση του ρωσικού Στρατού από την περιοχή, εντάθηκαν οι διώξεις. Με την άφιξη του Κεμάλ Ατατούρκ, τον Μάιο του 1919, και την έξαρση του κινήματός του εντάθηκε η δράση άτακτων ομάδων (τσετών) κατά των Χριστιανικών πληθυσμών. Στις 29 Μαΐου ο Κεμάλ ανέθεσε στον περιβόητο τσέτη Τοπάλ Οσμάν τη διενέργεια μαζικών επιχειρήσεων εξόντωσης του τοπικού πληθυσμού. Σε αυτό το πλαίσιο πραγματοποιήθηκαν οι σφαγές και οι εκτοπίσεις των Ελλήνων στη Σαμψούντα και σε 394 χωριά της περιοχής, κατοικημένα από ελληνικούς πληθυσμούς. Σχετικές αναφορές έχουν καταγραφεί από το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών, καθώς και από τον Αμερικανό πρέσβη Χένρι Μοργκεντάου.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν σπεύσει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της περιοχής. Συνολικά από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ το 90% δολοφονήθηκε, ενώ από τους υπόλοιπους οι περισσότεροι εκτοπίστηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι προύχοντες και οι προσωπικότητες του πνεύματος συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε θάνατο από τα λεγόμενα «δικαστήρια της ανεξαρτησίας» στην Αμάσεια, τον Σεπτέμβριο του 1921. Παράλληλα, νεαρά κορίτσια και αγόρια αρπάζονταν από τις οικογένειές τους και δίνονταν για τα χαρέμια των εύπορων Τούρκων.

Μεταξύ Φεβρουαρίου και Αυγούστου 1920 πραγματοποιήθηκε η πυρπόληση της Μπάφρας και η μαζική εξόντωση των 6.000 Ελλήνων που είχαν σπεύσει να βρουν προστασία στις εκκλησίες της περιοχής. Συνολικά από τους 25.000 Έλληνες που ζούσαν στις περιοχές της Μπάφρας και του Ααζάμ το 90% δολοφονήθηκε

Τα θύματα

Για τον ελληνικό πληθυσμό της οθωμανικής αυτοκρατορίας στη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη από την άνοιξη του 1914 μέχρι το 1923 ο Αριστοκλής Ι. Αιγίδης στο σημαντικότατο βιβλίο που έγραψε για το προσφυγικό ζήτημα «Η Ελλάς χωρίς τους πρόσφυγας» (Αθήνα, 1934) τονίζει ότι «1.200.000 ψυχές αποτελούν τον τραγικόν εις ανθρώπινας απώλειας απολογισμόν του αγώνος». Ο Θεοφάνης Μαλκίδης, διδάκτωρ Κοινωνικών Επιστημών, που διδάσκει στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, τονίζει ότι «μιλάμε για πάνω από 800.000 Έλληνες». Στις 20 Μαρτίου 1922, ο Άγγλος διπλωμάτης Ρέντελ συνέταξε ένα μνημόνιο για τις τουρκικές ωμότητες σε βάρος των Χριστιανών από το 1919 κι έπειτα. Στο προοίμιο αυτού διαβάζουμε: «Η επίτευξη της ανακωχής με την Τουρκία, στις 30 Οκτωβρίου 1918, φάνηκε να επέφερε μια προσωρινή παύση των διωγμών των μειονοτήτων εκ μέρους των Τούρκων, που διαπράχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου. Στην επιδίωξη αυτών των διωγμών είναι γενικώς αποδεκτό … ότι πάνω από 500.000 Έλληνες εξορίστηκαν, εκ των οποίων συγκριτικώς ελάχιστοι επέζησαν…».

Πριν από τον όρο «γενοκτονία» υπήρχε ο όρος «εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας». Πρόβλημα στη δίκη των γενοκτόνων μπορεί να υπάρξει με τον νομικό όρο «nullum crimen nulla poena sine lege», δηλαδή δίχως προϊσχύοντα νόμο δεν υπάρχει έγκλημα, ούτε ποινή. Ο όρος της «γενοκτονίας» δεν υπήρχε την εποχή εκείνη και έτσι η τιμωρία και η καταδίκη των αυτουργών τίθενται με ερωτηματικό. Το Ποινικό Δίκαιο, για να εξασφαλίσει τη δίκαιη μεταχείριση των κατηγορουμένων, δεν μπορεί να δράσει αναδρομικά. Από την άλλη άποψη, όμως, σε όλα τα νομικά πλαίσια υπήρχε η τιμωρία της δολοφονίας.

Στις 24 Φεβρουαρίου 1994, η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη της 19ης Μαΐου ως «Ημέρας Μνήμης για τη Γενοκτονία των Ελλήνων στον Μικρασιατικό Πόντο», όταν δηλαδή ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα. Επίσης, το 1998 η Βουλή ψήφισε ομόφωνα την ανακήρυξη «της 14ης Σεπτεμβρίου ως ημέρας εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το τουρκικό κράτος».

Τον Δεκέμβριο του 2007 η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars ή IAGS) αναγνώρισε επίσημα τη γενοκτονία των Ελλήνων, μαζί με τη γενοκτονία των Ασσυρίων, και εξέδωσε το εξής ψήφισμα:

«ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η άρνηση μιας γενοκτονίας αναγνωρίζεται παγκοίνως ως το έσχατο στάδιο γενοκτονίας, που εξασφαλίζει την ατιμωρησία για τους δράστες της γενοκτονίας, και ευαπόδεικτα προετοιμάζει το έδαφος για τις μελλοντικές γενοκτονίες,

ΕΚΤΙΜΩΝΤΑΣ ότι η οθωμανική γενοκτονία εναντίον των μειονοτικών πληθυσμών κατά τη διάρκεια και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο παρουσιάζεται συνήθως ως γενοκτονία εναντίον μόνο των Αρμενίων, με λίγη αναγνώριση των ποιοτικά παρόμοιων γενοκτονιών εναντίον άλλων Χριστιανικών μειονοτήτων της οθωμανικής αυτοκρατορίας,

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ ότι είναι πεποίθηση της Διεθνούς Ένωσης Μελετητών Γενοκτονιών ότι η οθωμανική εκστρατεία εναντίον των Χριστιανικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας, μεταξύ των ετών 1914 και 1923, συνιστά γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, Ασσυρίων, Ποντίων και των Ελλήνων της Ανατολίας.

ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΤΑΙ η Ένωση να ζητήσει από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες εναντίον αυτών των πληθυσμών, να ζητήσει επίσημα συγγνώμη και να λάβει τα κατάλληλα και σημαντικά μέτρα προς την αποκατάσταση (μη επανάληψη)».

Η Τουρκία δεν αναγνωρίζει ότι υπήρξε γενοκτονία και αποδίδει τους θανάτους σε απώλειες πολέμου, λοιμό και ασθένειες. Ωστόσο, πολλοί Τούρκοι επιστήμονες έχουν δημοσίως χαρακτηρίσει τα γεγονότα ως γενοκτονία.

 

Τα πρόσωπα του αγώνα

Γερμανός Καραβαγγέλης

Ο Μητροπολίτης Καστοριάς Γερμανός Καραβαγγέλης (1866-1935) ήταν από τα πρόσωπα που διαδραμάτισαν σημαντικό ρόλο στη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα, καθώς και των αγώνων των Ποντίων ως Μητροπολίτης Αμασείας (Σαμψούντος) την περίοδο των διωγμών. Ο Γερμανός γεννήθηκε στη Στύψη της Λέσβου στις 16 Ιουνίου 1866, από Ψαριανό πατέρα. Οι γονείς του, Χρυσόστομος και Μαρία, απέκτησαν, εκτός από τον πρωτότοκο Στυλιανό, τον μετέπειτα Γερμανό, και άλλα επτά παιδιά, έξι κορίτσια και ένα αγόρι, από τα οποία το αγόρι και ένα κορίτσι πέθαναν νωρίς.

Ο Γερμανός μεγάλωσε στο Αδραμύττιο της Μικράς Ασίας, όπου μετακόμισε η οικογένειά του όταν ο Στυλιανός ήταν δύο χρόνων και ο πατέρας του άνοιξε εκεί εμπορικό κατάστημα. Από το Αδραμύττιo έφυγε νέος για τη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία αποφοίτησε το 1888 με άριστα. Την ημέρα της αποφοίτησης χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πατριάρχη Διονύσιο Ε’ και πήρε το όνομα «Γερμανός» προς τιμήν του ιδρυτή της Σχολής, Πατριάρχη Γερμανού Δ’. Κατόπιν, συνέχισε τις σπουδές του, με δαπάνες του πλούσιου ομογενούς Στεφάνοβικ, σπουδάζοντας Φιλοσοφία στα Πανεπιστήμια της Λειψίας και της Βόννης.

Μετά την ανακήρυξή του σε διδάκτορα, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου το 1891 διορίστηκε καθηγητής της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Το 1896 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Πέραν, με τον τίτλο «Επίσκοπος Χαριουπόλεως», όπου και ανέπτυξε σπουδαία δράση υπέρ των Ελλήνων μαθητών, πολλοί εκ των οποίων μέχρι τότε φοιτούσαν σε ξένες σχολές και κυρίως των Καθολικών.

Το 1900 τοποθετήθηκε Μητροπολίτης Καστοριάς από τον Πατριάρχη Κωνσταντίνο Ε’ και από την πρώτη στιγμή προσπάθησε να αναπτερώσει το ηθικό των Ελλήνων, ξεσηκώνοντάς τους κατά των Βουλγάρων, οι οποίοι εκείνη την περίοδο επιχειρούσαν την προσάρτηση των ελληνογενών Χριστιανικών πληθυσμών στη βουλγαρική Εξαρχία. Ο αγώνας του -είχε οργανώσει και ένοπλα σώματα- γρήγορα στέφθηκε με επιτυχία, με αποτέλεσμα πολλά χωριά και κωμοπόλεις να αποσκιρτήσουν από τη βουλγαρική Εξαρχία και να επανενταχθούν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Διαβλέποντας τις μεγάλες αλλαγές που έρχονταν και τις προσπάθειες των Βουλγάρων να κυριαρχήσουν στη Βόρεια Ελλάδα, ο ίδιος με συνέταξε εκθέσεις με όσα συνέβαιναν στην περιοχή, με τις οποίες ζητούσε την επίσημη παρέμβαση του ελληνικού κράτους. Οι εκθέσεις έφτασαν στα χέρια της κυβέρνησης, η οποία τελικά αποφάσισε να ενεργοποιηθεί στο Μακεδονικό το 1904 και να στηρίξει έμπρακτα τον ένοπλο αγώνα κατά των Βουλγάρων.

Ο Γερμανός Καραβαγγέλης, σε συνεργασία με τον αξιωματικό του Ελληνικού Στρατού Γεώργιο Τσόντο ή καπετάν-Βάρδα, αντέδρασαν έντονα στις σφαγές που έκαναν οι Βούλγαροι σε βάρος του άμαχου πληθυσμού. Ως ηγέτης του αντιβουλγαρικού αντάρτικου κινήματος έγραψε: «Οι αντάρτικες ομάδες μεγάλωναν και αυξάνονταν συνεχώς (παραθέτονται τα ονόματα 30 Κρητών που ήταν επικεφαλής τέτοιων ομάδων). Διατηρούσα μαζί τους τακτική επαφή, μέσω του προξενείου του μοναστηρίου και των μητροπολιτών. Συναντιόμουν προσωπικά μαζί τους και τους συμβούλευα να σκοτώνουν όλους τους ιερείς και Βούλγαρους δασκάλους». Αυτές οι θέσεις που διατύπωνε ανοιχτά προκάλεσαν πολλές συζητήσεις γύρω από τη δράση του.

Οι ελληνικές προσπάθειες για την προσάρτηση των εδαφών όπου κατοικούσαν και Βούλγαροι της Μακεδονίας έφεραν αποτέλεσμα μετά την παρέλευση δέκα τουλάχιστον χρόνων από τη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα, το 1913, όταν και υπεγράφη η πρώτη συνθήκη ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ της Βουλγαρίας και της οθωμανικής αυτοκρατορίας.

Το 1908 ήταν η χρονιά που ο Γερμανός γύρισε σελίδα και συνέδεσε το όνομά του με τον Πόντο. Τότε, η κυβέρνηση της Τουρκίας, μετά από επιμονή στο Πατριαρχείο, ζήτησε τη μετακίνησή του στη Μητρόπολη της Αμασείας, με έδρα τη Σαμψούντα. Όπως και στην Καστοριά, έτσι και εκεί ανέπτυξε έντονη δράση, δημιουργώντας σχολεία και ιδρύοντας γυμνάσιο, αλλά και σχηματίζοντας ένοπλες ομάδες κατά Τούρκων ατάκτων που λυμαίνονταν την περιοχή. Το 1913, ως Μητροπολίτης Αμασείας, διετέλεσε τοποτηρητής του Πατριαρχικού Θρόνου της Κωνσταντινούπολης. Αντιστάθηκε σθεναρά στις διώξεις των Νεότουρκων, υπερασπιζόμενος με κάθε τρόπο τα δικαιώματα των Χριστιανικών πληθυσμών, δηλαδή των Ελλήνων και των Αρμενίων. Για τη δράση του αυτή, συνελήφθη και φυλακίστηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1917 για μικρό χρονικό διάστημα.

Στις 10 Μαρτίου 1921 ο Γερμανός πρότεινε στην τότε ελληνική κυβέρνηση τη συνεργασία με Κούρδους και Αρμενίους εναντίον του Κεμάλ, με σκοπό την ίδρυση μιας αυτόνομης Χριστιανικής Δημοκρατίας (κράτους) στην περιοχή του Πόντου. Η κυβέρνηση όμως του Γούναρη, απομονωμένη από τους συμμάχους, δεν πήρε καμιά πρωτοβουλία. Αργότερα, το 1924, ο Γερμανός Καραβαγγέλης τοποθετήθηκε έξαρχος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Βιέννη. Παρά τη δράση του και τον σημαντικό ρόλο που έπαιξε όλα αυτά τα χρόνια στη Μακεδονία, πέθανε πάμφτωχος στις 11 Φεβρουαρίου 1935, στην αυστριακή πρωτεύουσα.

 

Χρύσανθος, ο προστάτης των Ποντίων

Ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, γεννήθηκε το 1881 στη Γρατινή της Κομοτηνής. Το 1897 εισήχθη στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης, από την οποία και αποφοίτησε μετά από μια εξαετία. Το 1903 χειροτονήθηκε διάκονος και τον ίδιο χρόνο ακολούθησε τον Μητροπολίτη Κωνσταντίνο Καρατζόπουλο στην Τραπεζούντα, όπου και άρχισε την υπηρεσία του ως ιεροκήρυκας και καθηγητής στο «Φροντιστήριο» (γυμνάσιο) της πόλης, διδάσκοντας θρησκευτικά μαθήματα και αναπληρώνοντας τον συνοδικό μητροπολίτη (που είχε μεταβεί στη Κωνσταντινούπολη) ως πρόεδρος των σχολικών επιτροπών.

Μετά την κοίμηση του μητροπολίτη, ο Χρύσανθος διατήρησε τη θέση του και επί του διαδόχου μητροπολίτη, του μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχη Κωνσταντίνου ΣΤ’, μέχρι το 1907, οπότε και έφυγε για να συνεχίσει τις σπουδές του στη Λειψία της Γερμανίας και στη Λωζάννη της Ελβετίας. Στη συνέχεια, επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Πατριάρχης Ιωακείμ Γ’ του ανέθεσε τη διεύθυνση και αρχισυνταξία του επίσημου πατριαρχικού οργάνου «Εκκλησιαστική Αλήθεια». Ήταν η περίοδος που η οθωμανική αυτοκρατορία αντιμετώπιζε πολλά προβλήματα στο εσωτερικό, ενώ και στο εξωτερικό η κατάσταση γι’ αυτήν δεν ήταν καλή.

Τότε ήταν που βρήκε γόνιμο έδαφος και η κίνηση για ανεξάρτητη Χριστιανική Δημοκρατία του Πόντου, ένα σχέδιο που έμεινε στα χαρτιά, καθώς οι Άγγλοι, οι οποίοι το πληροφορήθηκαν, φρόντισαν να το γνωστοποιήσουν στον σουλτάνο.

Αμέσως μετά τη λήξη του πολέμου με τη Βουλγαρία, ο Χρύσανθος βρέθηκε στην Κομοτηνή, όπου ανέλαβε δράση, με σκοπό να ενώσει Έλληνες και Τούρκους προκειμένου να πετύχει την αυτονομία της Δυτικής Θράκης πριν εμπλακούν ενεργά στην περιοχή η Βούλγαροι. Εκείνη την περίοδο, τον Μάρτιο του 1913, ο τότε Μητροπολίτης Τραπεζούντας μετατέθηκε στην Κύζικο και οι Τραπεζούντιοι αξίωσαν τον Χρύσανθο ως νέο μητροπολίτη τους. Έτσι, το ίδιο έτος, εξελέγη μητροπολίτης στην Τραπεζούντα του Πόντου. Η περίοδος αυτή ήταν και η πιο σκληρή για τον Χρύσανθο, αφού οι Νεότουρκοι με τη βοήθεια των Γερμανών άρχισαν να προετοιμάζουν τους διωγμούς κατά του ελληνικού στοιχείου. Το 1914, ξεκίνησαν οι ομαδικές εκτοπίσεις από τη Θράκη και τις άλλοτε ιωνικές και αιολικές ακτές της Μικράς Ασίας, που άρχισαν όμως γρήγορα να επεκτείνονται και προς την Ανατολή.

Τον Απρίλιο του 1916 ο Χρύσανθος υποδέχθηκε τον ρωσικό στρατό και φρόντισε για την προστασία των Ελλήνων αλλά και των Τούρκων, η οποία έγινε πιο αποτελεσματική όταν ανέλαβε τη διοίκηση της Τραπεζούντας από τον Τούρκο βαλή Μεχμέτ Τζεμάλ Αζμή μπέη. Επί δύο χρόνια, ο Χρύσανθος ήταν αυτός που έφερνε πιο κοντά Χριστιανούς και μουσουλμάνους. Έτσι, την περίοδο της ανακωχής, κατά τη Συνθήκη του Μούδρου -(η Συνθήκη του Μούδρου ή Συνθήκη Ανακωχής του Μούδρου ήταν η συμφωνία ανακωχής, που συνήφθη στον όρμο Μούδρο της Λήμνου, στις 30 Οκτωβρίου 1918 και υπογράφτηκε την επομένη, 31 Οκτωβρίου, μεταξύ των δυτικών συμμαχικών δυνάμεων, της Αντάντ (Entente), αφενός, και της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αφετέρου, σηματοδοτώντας ουσιαστικά και τη λήξη του Α’ Παγκόσμιου Πολέμου)-, η μορφή του Χρύσανθου δέσποζε στην περιοχή, αφού ήταν η δημοφιλέστερη προσωπικότητα μεταξύ ομογενών και αλλογενών, κάτι που του αναγνώριζαν και οι Μεγάλες Δυνάμεις.

Υπό αυτές τις συνθήκες, το 1919 ο Χρύσανθος κλήθηκε να εκπροσωπήσει τον Ελληνισμό του Πόντου στο Παρίσι κατά τις εκεί διασκέψεις. Από τις επιστολές του τότε υπουργού Εξωτερικών, Ν. Πολίτη, από έγγραφα και πρακτικά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, αλλά και από δημοσιεύματα του Τύπου (ελληνικού και ξένου) της εποχής φαίνεται ότι ο Χρύσανθος χειρίστηκε με επιδεξιότητα την κατάσταση, όπως αυτή είχε διαμορφωθεί μετά τη Συνθήκη του Μούδρου. Τότε ο Ελευθέριος Βενιζέλος τον εξουσιοδότησε να προχωρήσει σε διακρίβωση των δυνατοτήτων για απευθείας συνεννοήσεις με τους Τούρκους.

Το 1920 ο Χρύσανθος ταξίδεψε στη Γεωργία, που μετά τη ρωσική επανάσταση είχε ημιαυτονομηθεί, προκειμένου να τακτοποιήσει εκκλησιαστικά ζητήματα Ορθοδοξίας που είχαν προκύψει. Στην πραγματικότητα, ο κύριος σκοπός του στο ταξίδι εκείνο ήταν η χάραξη ορίων μεταξύ του νεοπαγούς κράτους της Γεωργίας και της σχεδιαζόμενης αυτονόμησης της ελληνικής πολιτείας του Πόντου. Πράγματι, αυτό συντελέστηκε με την υπογραφή της μυστικής διμερούς συμφωνίας Χρύσανθου – Χατισιάν (του Αρμένιου πρωθυπουργού της Γεωργίας), λεγόμενη και Συμφωνία Εριβάν, από το όνομα της πόλης όπου συνομολογήθηκε.

Το 1921 ο Δημήτριος Γούναρης κάλεσε τον Χρύσανθο να μετάσχει στην ελληνική αποστολή στο Λονδίνο. Κατά τον χρόνο της παραμονής του εκεί, στην Τουρκία ειδικό «δικαστήριο της ανεξαρτησίας» καταδίκασε ερήμην του τον Μητροπολίτη Τραπεζούντας εις θάνατον. Αυτό είχε ως συνέπεια την εσπευσμένη επιστροφή του Χρύσανθου στην έδρα του, ο οποίος στη συνέχεια, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψή του από τις κεμαλικές δυνάμεις που είχαν ήδη εγκατασταθεί στη μητροπολιτική περιφέρειά του, κατέφυγε στο Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Μετά όμως και το άδοξο τέλος της Μικρασιατικής Εκστρατείας, το 1922, ο Χρύσανθος κατέφυγε τελικά στην Αθήνα. Από τότε βρισκόταν στην Αθήνα, αλλά παρέμενε μακριά από τα τεκταινόμενα, ως απλός θεατής.

Το 1926 διορίστηκε από την τότε κυβέρνηση ως «αποκρισάριος» του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Αθήνα, αξίωμα που διατήρησε μέχρι το 1938. Από τη θέση αυτή ο Χρύσανθος στην αρχή διαχειρίστηκε όλα τα των εξωτερικών θεμάτων και σχέσεων της Μεγάλης Εκκλησίας. Το 1927 ανέλαβε και έφερε σε πέρας την πρώτη εκκλησιαστική συμφωνία με τα Τίρανα, τακτοποιώντας τα πρώτα θέματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας στην Αλβανία. Όταν όμως λίγο αργότερα η κυβέρνηση των Τιράνων αθέτησε τα συμφωνημένα, το 1929, αμέσως ο Χρύσανθος επιχείρησε ένα μακρύ ταξίδι στο Βουκουρέστι, το Βελιγράδι και τη Βαρσοβία, προκειμένου να ενημερώσει τις Εκκλησίες των χωρών αυτών περί της αθέτησης της Αλβανίας και να συστήσει επιφύλαξη και αποχή από αντικανονικές επαφές. Συνέπεια εκείνου του ταξιδιού ήταν η μετέπειτα συμμόρφωση της Αλβανίας στα συμφωνηθέντα θρησκευτικά θέματα.

Το 1930, ο Χρύσανθος, ως εκπρόσωπος του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, προήδρευσε του τότε Πανορθοδόξου Συνεδρίου στο Άγιον Όρος, το οποίο και καθόρισε τα της ημερήσιας διάταξης θέματα της Πανορθόδοξης Συνόδου, που όμως δεν συγκλήθηκε ποτέ. Τον ίδιο χρόνο, συνεπικουρούμενος από αντιπροσωπείες των Πατριαρχείων Ιεροσολύμων και Αλεξανδρείας, κατάφερε σε ταξίδι του στη Δαμασκό να αποκαταστήσει την ειρήνη στο Πατριαρχείο Αντιοχείας (Εκκλησία της Αντιοχείας) με την αναγνώριση του Πατριάρχη Αλέξανδρου. Τον επόμενο χρόνο, ο Χρύσανθος έσπευσε για τον ίδιο σκοπό στη Ρόδο, για την αποκατάσταση της θρησκευτικής ειρήνης της Δωδεκανησιακής Εκκλησίας, και αμέσως μετά βρέθηκε στην Κύπρο, όταν εκδηλώθηκε το αγγλικό πραξικόπημα του 1931. Το 1937 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Μετά την κοίμηση του Αρχιεπισκόπου Χρυσοστόμου (22 Οκτωβρίου 1938) ο «από Τραπεζούντος» Χρύσανθος εκλέχθηκε για να διεκδικήσει στη Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος τη θέση του Προκαθημένου της Ελλαδικής Εκκλησίας, έχοντας ως αντίπαλο τον Μητροπολίτη Κορινθίας και μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, ιεράρχη με επίσης έντονη κοινωνική δραστηριότητα. Έτσι, στις 5 Νοεμβρίου 1938 εκλέχθηκε οριακά μετά από τρίτη ψηφοφορία ο Κορινθίας Δαμασκηνός, λαμβάνοντας 31 ψήφους έναντι 30 του Χρύσανθου. Με την εκλογή όμως αυτή ο τότε Μητροπολίτης Φθιώτιδας Αμβρόσιος εξεγέρθηκε αμφισβητώντας το αποτέλεσμα και θεωρώντας το άκυρο. Τον Αμβρόσιο ακολούθησε τότε σχεδόν η μισή Ιεραρχία της Ελλάδος, με συνέπεια την πρόκληση τεράστιου εκκλησιαστικού ζητήματος. Οι λόγοι ακυρότητας για τους οποίους αντέδρασε τότε η μισή Ιερά Σύνοδος, καθοδηγούμενη από τον Αμβρόσιο, ήταν κυρίως δύο:

α) Στην εκλογή εκείνη, σύμφωνα με την υφιστάμενη τότε νομοθεσία, ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος είχε τη δυνατότητα να θέσει υποψηφιότητα, αλλά όχι να παραστεί και να ψηφίσει ο ίδιος, επειδή ανήκε σε άλλο «κλίμα», ήταν δηλαδή, όπως έλεγαν τότε, «εξωελλαδικός». Όπως και συνέβη και δεν ψήφισε, σε αντίθεση με τον αντίπαλό του, Δαμασκηνό, που παρέστη και ψήφισε.

β) Την τελευταία στιγμή προ της εκλογής, από λάθος (όπως υποστηρίχθηκε) του υπουργείου Θρησκευμάτων στον κατάλογο των ψηφοφόρων περιλαμβανόταν και ο (πρώην) Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως, Ιωάννης, που είχε εν τω μεταξύ εκπέσει της διοίκησης της Επαρχίας του και είχε παυθεί από μητροπολίτης, κατηγορούμενος για σιμωνία, ο οποίος τελικά και είχε ψηφίσει ως Μητροπολίτης Δρυϊνουπόλεως.

Οι παραπάνω αυτοί λόγοι οδήγησαν την υπόθεση, κατόπιν αίτησης των μητροπολιτών Αμβροσίου (Φθιώτιδας), Ιακώβου (Μυτιλήνης) και Ειρηναίου (Σάμου), στο Συμβούλιο της Επικρατείας, το αρμόδιο για την επίλυσή της, το οποίο και τελικά ακύρωσε την εκλογή του Δαμασκηνού.

Η τότε κυβέρνηση (του Ιωάννη Μεταξά), προκειμένου να δώσει τέλος στην όλη υπόθεση, αφενός μεν έπαυσε τον υπουργό Θρησκευμάτων, Κ. Γεωργακόπουλο, για το λάθος που είχε συμβεί, και αφετέρου με πρόταση των τότε υπουργών Θ. Νικολούδη και Μανιαδάκη εξέδωσε στις 3 Δεκεμβρίου 1938 Αναγκαστικό Νόμο (Α.Ν. 1493/3-12-1938) με τον οποίο και κατάργησε τον υφιστάμενο νόμο της Επανάστασης του 1922, που θέσπιζε τα περί εκλογής Αρχιεπισκόπου, και επανέφερε τον προηγούμενο σχετικό νόμο, που ίσχυε όλον τον πρώτο αιώνα της ελληνικής ανεξαρτησίας. Έτσι, σύμφωνα με εκείνον, στις 12 Δεκεμβρίου 1938 ακολούθησε νέα εκλογή υπό «αριστίνδην σύνοδο» (σύνοδο της οποίας τα μέλη έχουν επιλεγεί αυθαίρετα από την κυβέρνηση), όπου και αναδείχθηκαν τελικά τρεις υποψήφιοι: ο από Τραπεζούντος Χρύσανθος με 11 ψήφους και οι μητροπολίτες Λήμνου και Δράμας, από 4 έκαστος. Σύμφωνα λοιπόν με τα οριζόμενα του παλαιού νόμου, ο βασιλεύς Γεώργιος Β’ εξέλεξε τον Χρύσανθο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών.

Το 1939, εξελέγη μέλος της Ακαδημίας Αθηνών. Με την εμπλοκή της Ελλάδας στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος ανέπτυξε έντονη εθνική δράση, εμψυχώνοντας τον λαό και τον Στρατό της χώρας. Όταν η Ελλάδα έπεσε στα χέρια του Άξονα, το 1941, ο Αρχιεπίσκοπος αρνήθηκε να ορκίσει τη δωσίλογη κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Δεν μπορώ να ορκίσω κυβέρνηση προβληθείσα από τον εχθρό. Εμείς γνωρίζουμε ότι τις κυβερνήσεις τις ορίζει ο λαός ή ο βασιλεύς». Η τοποθέτησή του έναντι της πρώτης κατοχικής κυβέρνησης ήταν σαφής: Αρνείτο να προχωρήσει στην πολιτική νομιμοποίησή της, παραμένοντας πιστός τόσο στον βασιλιά και στην κυβέρνησή του, που συνέχιζαν την πολεμική προσπάθεια στην Κρήτη, όσο και στις δεσμεύσεις της χώρας προς τη Βρετανία. Ο Χρύσανθος είχε προκαλέσει την οργή των Γερμανών για το διάγγελμα που είχε εκφωνήσει με αφορμή την κήρυξη του πολέμου της Γερμανίας εναντίον της Ελλάδας. Ο Γερμανός καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μονάχου Franz Dölger, εξοργισμένος, ζήτησε εξηγήσεις για το διάγγελμα αυτό από τον πρόεδρο της Ακαδημίας Αθηνών, Γεώργιο Σωτηρίου. Για τη στάση του αυτή, στις 2 Ιουνίου 1941, με συντακτική πράξη της κατοχικής κυβέρνησης καθαιρέθηκε από το αξίωμά του.

Όταν η Ελλάδα έπεσε στα χέρια του Άξονα, το 1941, ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος αρνήθηκε να ορκίσει τη δωσίλογη κυβέρνηση του Γεωργίου Τσολάκογλου

H μεθόδευση της απομάκρυνσής του ενισχυόταν και από τον Δαμασκηνό, ο οποίος ήταν πρόθυμος να παράσχει τη συναίνεσή του στον σχηματισμό της κατοχικής κυβέρνησης, κρίνοντάς τον ως μέτρο ανάγκης. Επίσης, η τότε κυβέρνηση, τονίζοντας τον απολυταρχικό χαρακτήρα του καθεστώτος της 4ης Αυγούστου, ήθελε να ταυτίσει τον Χρύσανθο με τη μεταξική διακυβέρνηση. Ο Χρύσανθος αντέδρασε χαρακτηρίζοντας την κυβέρνηση Τσολάκογλου εξίσου δικτατορική με την προηγούμενη. Ο κατοχικός υπουργός της Εθνικής Οικονομίας, Πλάτων Χατζημιχάλης, συνδεόταν φιλικά με τον Χρύσανθο και τον θεωρούσε νόμιμο Αρχιεπίσκοπο, ενώ πίστευε ότι η κυβέρνηση στην οποία συμμετείχε είχε υπηρεσιακό χαρακτήρα, επομένως ήταν αναρμόδια για την επίλυση του αρχιεπισκοπικού ζητήματος. Στις 17 Ιουνίου 1941, η κυβέρνηση Τσολάκογλου δημοσίευσε νομοθετικό διάταγμα για τη σύγκληση Μείζονος Συνόδου, που θα αποφάσιζε για το κύρος της αρχιεπισκοπικής εκλογής του Χρύσανθου και στην οποία «ουσιαστικά μεθοδευόταν (…) η επαναφορά του Δαμασκηνού στην ηγεσία της Εκκλησίας». Η Σύνοδος θεωρούσε, με απόφασή της, ως μη γενόμενη την εκλογή του Χρύσανθου και ανύπαρκτη την αρχιεπισκοπική του θητεία, ενώ χαρακτηριζόταν «επιβάτης» του Θρόνου, δηλαδή παράνομα ευρισκόμενος στην ηγεσία της Ελλαδικής Εκκλησίας.

Σε όλη τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής ο Χρύσανθος τήρησε την ίδια εχθρική στάση απέναντι σε όλες τις δωσίλογες κυβερνήσεις. Ακόμα και όταν του δόθηκε από την κυβέρνηση του Ιωάννη Ράλλη η δυνατότητα να επανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, την απέρριψε. Πέθανε το 1949.

 

 

Άγιος Ιωάννης Βαζελώνος, η μονή-κάστρο του Ελληνισμού του Πόντου

Η Μονή του Αγίου Ιωάννη του Βαζελώνος είναι μία από τις τρεις σημαντικότερες του Πόντου. Οι άλλες δύο είναι η Παναγία Σουμελά και ο Άγιος Γεώργιος Περιστερεώτα. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, ιδρύθηκε κατά το 270 μ.Χ. από Χριστιανούς, οι οποίοι κινήθηκαν προς το εσωτερικό του Πόντου την περίοδο των διωγμών του Δεκίου και του Βαλλεριανού.

Για την ονομασία της υπάρχουν δύο εκδοχές: Η πρώτη λέει ότι πήρε το όνομά της από το όρος στο οποίο χτίστηκε και η δεύτερη το αποδίδει στην περιοχή «Ζαβουλών», από όπου άρχισε το κήρυγμα ο Ιωάννης ο Πρόδρομος.

Η μονή στα χρόνια του Βυζαντίου γνώρισε μεγάλη άνθηση, αφού είχε τη στήριξη και την προστασία των αυτοκρατόρων. Λόγω της καλής σχέσης της με το παλάτι, απέκτησε σημαντική περιουσία, την οποία καλλιεργούσαν και προστάτευαν οι πάροικοι που ζούσαν γύρω από αυτή. Έτσι, απέκτησε και πλούτο αλλά και εξουσία στην ευρύτερη περιοχή, όπως και πολλά προνόμια, τα οποία διατήρησε και μετά την Άλωση της Πόλης. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι στο αρχειοφυλάκιο του Οικουμενικού Πατριαρχείου στην Κωνσταντινούπολη έχουν βρεθεί γύρω στα 300 έγγραφα που αφορούν τη μονή.

Αυτό που την κάνει ξεχωριστή είναι ότι συνέβαλε τα μέγιστα στην ίδρυση και ανέγερση της Μονής της Παναγίας της Σουμελά το 386 μ.Χ. Τότε, οι ιδρυτές της, Βαρνάβας και Σωφρόνιος, όταν έφτασαν στο σημείο όπου θα έχτιζαν το νέο μοναστήρι, διαπίστωσαν ότι δεν είχαν τα μέσα ούτε για να επιβιώσουν. Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, παρουσιάστηκε στον ηγούμενο της Μονής του Βαζελώνος σε όραμα ο Άγιος Ιωάννης, ο οποίος τον πρόσταξε να βοηθήσει τους δύο μοναχούς. Ο ηγούμενος έστειλε τρεις μοναχούς με τρία μουλάρια, φορτωμένα με ό,τι χρειάζονταν. Από τότε η Μονή Σουμελά έστελνε κάθε χρόνο, προς ένδειξη ευγνωμοσύνης, στη Μονή Βαζελώνος 50 άσπρα, 12 οκάδες κερί και λάδι και κάθε εφτά χρόνια ένα μουλάρι. Το έθιμο αυτό κράτησε μέχρι το 1800.

Η πρώτη μονή καταστράφηκε από τους Πέρσες στα τέλη του 6ου αιώνα, αλλά ανεγέρθηκε μεγαλύτερη και λαμπρότερη από τον στρατηγό του Ιουστινιανού Βελισάριο. Ο Ιουστινιανός εξέδωσε χρυσόβουλο υπέρ της μονής, με το οποίο την ανακήρυξε βασιλική. Το μοναστήρι ανοικοδομήθηκε σε απόσταση μίας ώρας από την αρχική του θέση, για να προστατεύεται καλύτερα από τις επιδρομές, εκεί όπου βρίσκονται και σήμερα τα ερείπιά του.

Και τα τρία μοναστήρια κατά την κατάκτηση της περιοχής από τους Οθωμανούς φαίνεται πως διαδραμάτισαν σωτήριο ρόλο και ο πληθυσμός που διέμενε κοντά σε αυτές παρέμεινε αμιγής και ακμαίος, ενώ εκεί διατηρήθηκαν τα περισσότερα από τα χριστιανικά μνημεία.

Παρά τους γενικούς εξισλαμισμούς και τις βιαιότητες την εποχή της σκληρής τυραννίας των Ντερεμπέηδων, σύμφωνα με τον Θεοδόσιο Κυριακίδη, ο Πατριάρχης Ιεροσολύμων Δοσίθεος, ο οποίος επισκέφθηκε το 1681 τον Πόντο, διαπίστωσε ότι στις περιοχές των τριών μεγάλων σταυροπηγιακών μονών και στη Χαλδία διασώθηκαν αμιγείς Χριστιανικοί πληθυσμοί.

Ο ηγούμενος, ως έξαρχος της γύρω περιοχής, ασκούσε πνευματικό και κοινωνικό έργο, εκδίδοντας άδειες γάμου και διαζύγια και μεριμνώντας για την εκπαίδευση των κατοίκων, ενώ πολλές φορές αναλάμβανε να λύνει όποιες διαφορές προέκυπταν, αφού οι ίδιοι οι κάτοικοι της Εξαρχίας προτιμούσαν να απευθύνονται σε αυτόν και όχι στα τουρκικά δικαστήρια. Σημειωτέον πως οι αποφάσεις του ηγουμένου και του ηγουμενοσυμβουλίου γίνονταν σεβαστές και από τις δύο πλευρές.

Το έτος 1719, η μονή λεηλατήθηκε από ληστές, οι οποίοι απογύμνωσαν το πλούσιο αρχειοφυλάκιό της. Στη σταδιακή απώλεια των κειμηλίων της συνετέλεσε και το γεγονός της κλοπής τους από περιηγητές και ερευνητές που κατά καιρούς την επισκέπτονταν. Από τα σημαντικότερα χειρόγραφα της μονής που έχουν διασωθεί είναι ο 5ος Κώδικας, τον οποίο μετέφερε στο Μουσείο του Λένινγκραντ ο βυζαντινολόγος Θεόδωρος Ουσπένσκι, ο οποίος να αναφέρουμε εδώ ότι δολίως απέσπασε πάρα πολλά χειρόγραφα από τις μονές του Πόντου μαζί με τον έτερο ιστοριοδίφη Μηνά Μηνωίδη. Ο 5ος Κώδικας είναι τα λεγόμενα Acta Vazelonos, τα οποία μας δίνουν πολύ σημαντικές πληροφορίες για την αγροτική, κοινωνική και οικονομική ζωή στο Βυζάντιο, καθώς και για το Δίκαιο της εποχής.

Κατά το τέλος του 17ου αιώνα, η Μονή του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος πέρασε οικονομική κρίση και κόντεψε να διαλυθεί, εξέλιξη που αποσοβήθηκε με την υποστήριξη των τσάρων της Ρωσίας Πέτρου και Ιωάννου. Στις αρχές του 19ου αιώνα η μονή συνέχισε να έχει σοβαρά οικονομικά προβλήματα, λόγω κυρίως της «αφαίμαξης» από τους Ντερεμπέηδες της περιοχής, αλλά και του λοιμού που κράτησε από το 1810 έως το 1812 και της πανούκλας που ενέσκηψε στην περιοχή το 1811.

Το έτος 1863 αποτέλεσε σημαντικό σταθμό στη νεότερη ιστορία των σταυροπηγιακών μοναστηριών του Οικουμενικού Πατριαρχείου, συνεπώς και της Μονής του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος, καθώς, σύμφωνα με τους εθνικούς κανονισμούς, καταργήθηκαν οι εξαρχίες. Έτσι, τα εξαρχιακά χωριά των μονών του Αγίου Ιωάννη Βαζελώνος, της Παναγίας Σουμελά και του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα συγκροτούσαν πλέον την Αρχιεπισκοπή Ροδοπόλεως. Κατά τη διάρκεια της συστηματικής εξόντωσης του Χριστιανικού στοιχείου του Πόντου, στις αρχές του 20ού αιώνα, σημαντικότατη υπήρξε η ευεργετική δράση των μονών. Σε αναφορά του προεδρείου του Κεντρικού Συμβουλίου των Επαρχιακών Συνδέσμων του Πόντου προς τον Οικουμενικό Πατριάρχη, στις 29 Φεβρουαρίου 1922, σημειώνονται τα εξής αποκαλυπτικά: «Εν τω μέσω της μαινόμενης ταύτης κολάσεως, αι ιεραί Μητροπόλεις και Μοναί του Πόντου αποτελούσι τα μόνα Κέντρα εκ των οποίων ο εκεί χειμαζόμενος Ελληνισμός αντλεί θάρρος εν τη αντοχή και δι’ ων συνέχεται εν τη ιδέα της εθνικής υποστάσεως και θρησκευτικής συνειδήσεως αυτού. Παρ’ αυτώ, αι τρεις ιστορικαί Πατριαρχικαί και Σταυροπηγιακαί μοναί του Πόντου, η του Αγίου Ιωάννου Βαζελώνος, η της Παναγίας Σουμελά, η του Αγίου Γεωργίου Περιστερεώτα και η του Αγίου Γεωργίου Χουτουρά εισίν ιερά άσυλα ανακουφίσεως και καταφυγής. Μαρτυρούσαι από χιλιετηρίδων επί των υπερποντίων ορέων, εξακολουθούσι να καλύπτωσι τους φεύγοντας, να ενθαρρύνωσι τους ηλαττωμένους και να τρέφωσι τους πεινώντας».

Κατά τη διάρκεια της κατοχής της Τραπεζούντας από τους Ρώσους, την περίοδο 1916-18, η μονή που βρισκόταν στην τουρκική πλευρά εκκενώθηκε και λεηλατήθηκε από τους Τούρκους. Κάποια στιγμή, οι μοναχοί επέστρεψαν, αλλά το 1923 ακολούθησαν τη μοίρα των Ελλήνων του Πόντου. Ο μοναχός Διονύσιος Αμαραντίδης κατά την έξοδο από το μοναστήρι διέσωσε και μετέφερε στην Ελλάδα, στη Μονή της Αγίας Τριάδος στις Σέρρες, την εικόνα του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου.

 

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ