Του Πάνου Ευαγγέλου

 

Επειτα από πολλές δεκαετίες, η Μονή του Αγίου Παντελεήμονος, γνωστή ως «ρωσικό μοναστήρι», απέκτησε Ρώσο ηγούμενο. Ο νέος ηγέτης της μονής είναι ο μοναχός Ευλόγιος, 58 χρόνων, ο οποίος διαδέχτηκε τον Ουκρανό Ιερεμία, ο οποίος εκοιμήθη σε ηλικία 101 χρόνων. Έτσι, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της μονής, αν και η συντριπτική πλειονότητα των μοναχών είναι Ουκρανοί, εξελέγη Ρώσος σε μια περίοδο που η Ρωσική Εκκλησία δεν τα πάει καλά με την Ουκρανική, ενώ κρατά αποστάσεις και από το Φανάρι, που έχει την ευθύνη του Αγίου Όρους.

Η εκλογή του Ευλόγιου ξάφνιασε και προκάλεσε ποικίλα σχόλια, αφού ο συγκεκριμένος μοναχός υπηρετούσε σε μετόχι της μονής στην Κωνσταντινούπολη και ελάχιστη επαφή είχε με τη μονή, αλλά και τον Άθω γενικότερα. Αντίθετα, ο αντίπαλός του, ο Μακάριος, ο οποίος είναι Ουκρανός και τα τελευταία χρόνια ήταν το δεξί χέρι του Ιερεμία, ο οποίος δυσκολευόταν να ασκήσει τα καθήκοντά του λόγω ηλικίας, δεν κατάφερε να συγκεντρώσει ικανό αριθμό ψήφων και έτσι για πρώτη φορά η ηγουμενία πέρασε στη Ρωσία. Στις τελευταίες εκλογές, από το σύνολο των 103 μοναχών ο Ευλόγιος έλαβε 23 ψήφους και ο Μακάριος μόλις 14.

Το γεγονός ότι από έναν τόσο μεγάλο αριθμό μοναχών ψήφισαν ελάχιστοι δεν οφείλεται μόνο σε παρασκηνιακές κινήσεις, αλλά κυρίως στο γεγονός ότι ο Μακάριος τα τελευταία χρόνια, λόγω του ότι ακολουθούσε μια ιδιαίτερα σκληρή στάση έναντι των νέων μοναχών, δεν τους ενέγραφε στο μοναχολόγιο και έτσι μοιραία δεν είχαν δικαίωμα ψήφου.

Το Φανάρι το επόμενο διάστημα θα κληθεί να αναγνωρίσει τον νέο ηγούμενο του «κλίματος της Μόσχας», σε μια περίοδο που οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών δεν είναι καλές. Οι σχέσεις του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου και του Ρώσου κ.κ. Κύριλλου το τελευταίο διάστημα διανύουν περίοδο έντασης με αφορμή την προσπάθεια της Μόσχας να ηγηθεί μιας ομάδας Ορθοδόξων Εκκλησιών (Βουλγαρία, Αντιόχεια, Πολωνία κ.ά.), προκειμένου να αυξήσει την επιρροή της.

Τελευταία, η κόντρα μεταξύ Φαναρίου και Μόσχας έχει επηρεάσει και το Άγιον Όρος, αφού η Ρωσική Εκκλησία θέλει να έχει ισχυρό ρόλο και στον Άθω, ενώ ο ίδιος ο Βλ. Πούτιν αλλά και πλούσιοι Ρώσοι επιχειρούν να καταστήσουν τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα παγκόσμιο σύμβολο των Ρώσων Ορθοδόξων. Άλλωστε, Ρώσοι ολιγάρχες τα τελευταία χρόνια έχουν προσφέρει τεράστια ποσά για την ανακαίνιση των κτιρίων της μονής, η οποία έχει πλέον τη δυνατότητα να στηρίζει το βουλγαρικό, το σερβικό και το ρουμανικό μοναστήρι, τα οποία θεωρούνται από τα πιο φτωχά...

Εκτός από το χρήμα που ρέει άφθονο, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται και μια προσπάθεια μαζικής εγκατάστασης μοναχών από τη Ρωσία στο «Περιβόλι της Παναγιάς», γεγονός που έχει προκαλέσει πονοκέφαλο στο Οικουμενικό Πατριαρχείο.

Τελευταία, η κόντρα μεταξύ Φαναρίου και Μόσχας έχει επηρεάσει και το Άγιον Όρος, αφού η Ρωσική Εκκλησία θέλει να έχει ισχυρό ρόλο και στον Άθω, ενώ ο ίδιος ο Βλ. Πούτιν αλλά και πλούσιοι Ρώσοι επιχειρούν να καταστήσουν τη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα παγκόσμιο σύμβολο των Ρώσων Ορθοδόξων

Το Φανάρι, βλέποντας όλες αυτές τις κινήσεις, επί της ουσίας επιχείρησε να αποτρέψει τη μαζική κάθοδο Ρώσων μοναχών επιβάλλοντας περιορισμούς. Δηλαδή, δεν επιτρέπει αριθμός άνω του 10% του συνόλου της μοναστικής κοινότητας να είναι αλλοδαποί. Βεβαίως έχουμε φτάσει στο σημείο πολλοί νέοι επισκέπτες να φτάνουν έως τον Άγιο Παντελεήμονα, να παραμένουν εκεί, αλλά χωρίς να μπορούν να γραφτούν στο μοναχολόγιο και μοιραία δεν μπορούν να πάρουν την ελληνική υπηκοότητα.

Όλα αυτά έχουν προκαλέσει εντάσεις ανάμεσα στο Φανάρι και τη Μόσχα, με αποκορύφωμα τον εορτασμό των 1.000 χρόνων από την ίδρυση της Μονής του Αγίου Παντελεήμονα, όπου δεν παρέστη ο Οικουμενικός Πατριάρχης, με το αιτιολογικό ότι δεν υπήρχε χρόνος. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν τότε για να πέσουν οι τόνοι, οι παλιές έχθρες δεν κρύφτηκαν. Μάλιστα η Ρωσική Εκκλησία τα τελευταία χρόνια επιχειρεί να αυξήσει την επιρροή της στο Άγιον Όρος ακόμη και με αύξηση των μαθητών που φοιτούν στην Αθωνιάδα Ακαδημία!

Επίσης, οι Ρώσοι το τελευταίο διάστημα έχουν έρθει αρκετά κοντά και με τους μοναχούς του ρουμανικού, του σερβικού και του βουλγαρικού μοναστηριού, αναδεικνύοντας με τις κινήσεις τους τη... θρησκευτική διπλωματία ως εργαλείο για την αύξηση της επιρροής τους στην Ορθόδοξη Εκκλησία.

Και σαν να μην έφτανε αυτό, επισήμως πλέον διεκδικούν από την Ιερά Κοινότητα μετόχια που ανήκουν σε ελληνικές μονές. Οπως έχει γίνει γνωστό, ζητούν τις σκήτες του Αγίου Ανδρέα, που ανήκει στη Μονή Ιβήρων και βρίσκεται στις Καρυές, και Προφήτη Ηλία, που ανήκει στη Μονή Παντοκράτορος.

Την ίδια στιγμή, και η Ιερά Κοινότητα δεν μένει με σταυρωμένα τα χέρια. Διεκδικεί από την πλευρά της ένα μετόχι, τη Μονή του Αγίου Νικολάου, η οποία βρίσκεται μόλις 100 μέτρα από την Κόκκινη Πλατεία, η οποία κάποτε ανήκε στη Μονή Ιβήρων. Ακόμη, διεκδικεί μετόχια στην Οδησσό, όπως και παλιά χειρόγραφα, τα οποία έχουν βγει παράνομα από τον Άθω και βρίσκονται σήμερα στη Ρωσία.

Βεβαίως, σε όλα αυτά κανείς δεν μπορεί να αγνοήσει την «προαιώνια έχθρα» που αφορά τους Αγίους Τόπους. Οι Ρώσοι έχουν αυξήσει τις πιέσεις το τελευταίο διάστημα για να έχουν ουσιαστικότερο ρόλο στην περιοχή, καθώς υποστηρίζουν ότι σε αυτή ζουν δεκάδες χιλιάδες Ρωσοεβραίοι (στα Ιεροσόλυμα κυριαρχούν οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι καθολικοί).

 

Η ιστορία της μονής

Η ιστορία της Ιεράς Μονής του Αγίου Παντελεήμονος (ρωσική) είναι συνδεδεμένη με τρία κέντρα: τη Μονή «Ξυλουργού», η οποία ταυτίζεται με τη σκήτη Βογορόδιτσα, τη μονή «Θεσσαλονικέως», το σημερινό Παλαιομονάστηρο, και τη Μονή Αγίου Παντελεήμονος (ρωσική).

Μια παλιά σλαβική παράδοση αναφέρει πως τη Μονή «Ξυλουργού» την ίδρυσε ο Άγιος Βλαδίμηρος ο Ισαπόστολος, ο ιδρυτής του ρωσικού-χριστιανικού κράτους (949-1015). Όμως, το 1169 η αδελφότητα μεταφέρθηκε στη Μονή «Θεσσαλονικέως», όπου βρίσκεται το Παλαιομονάστηρο, και αυτό αποτέλεσε το δεύτερο κέντρο της. Το σχετικό έγγραφο, που εκδόθηκε από τον Πρώτο Ιωάννη και τη Σύναξη το 1169, αναφέρει ότι ο κύριος Λαυρέντιος, ο ηγούμενος, ζήτησε από αυτόν και τη Σύναξη να του δώσουν ένα μοναστήρι για να εγκατασταθεί η αδελφότητα. Οι γέροντες της Σύναξης κατέληξαν ότι το κατάλληλο σκήνωμα είναι η του «Θεσσαλονικέως μονή», η οποία, αν και παλαιότερα ετύγχανε πολυάνθρωπος, σήμερα «αφανής οράται». Επίσης, δώρισαν στη συνοδεία του Λαυρεντίου και τα κελιά της μονής που βρισκόταν στις Καρυές.

Ο Στέφανος Ντουσάν επισκέφθηκε ως προσκυνητής το Όρος το 1345 και ευνόησε ιδιαίτερα τη Μονή «Θεσσαλονικέως» λόγω της κουράς του προγόνου του, Αγίου Σάββα. Ο ίδιος τοποθέτησε εκεί ηγούμενο τον Σέρβο λόγιο μοναχό Ησαΐα. Το 1363 της προσήλωσαν το μονύδριο του Κάτζαρη. Η μονή αποτελούνταν από Έλληνες και Ρώσους μοναχούς. Από τους Βυζαντινούς την ευεργέτησαν οι Παλαιολόγοι Ιωάννης Ε’ (1341-76) και Μανουήλ Β’ (1391-1425), καθώς και η Ελένη Παλαιολογίνα, το 1407. Επίσης Σέρβοι ηγεμόνες ενδιαφέρθηκαν για τη μονή, όπως και οι τσάροι της Ρωσίας. Στο τέλος του 16ου αιώνα ο Πατριάρχης Ιώβ (1591) και ο τσάρος Θεόδωρος Ιωάννοβιτς (1592) επέτρεψαν εράνους υπέρ της μονής. Από τους Ρουμάνους την ευεργέτησαν ο βοεβόδας Ουγγροβλαχίας Ιωάννης Βλαντ (1487), που όρισε ετήσια επιχορήγηση 6.000 άσπρων, και ο Ιωάννης Ραντού, με άλλα 3.000 άσπρα (1496), που αργότερα (1502) τα ανέβασε στα 4.000.

Η Μονή Παντελεήμονος μεταφέρθηκε στη σημερινή της θέση, κοντά στη θάλασσα, το 1765, με την ονομασία Ρούσικο. Το Καθολικό, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Παντελεήμονα, άρχισε να χτίζεται το 1812 και τελείωσε το 1821. Τον 18ο αι. η μονή επανήλθε σε ελληνικά χέρια, για να επικρατήσουν ξανά οι Ρώσοι το 1875, οπότε ορίστηκε οι ακολουθίες να ψάλλονται και στην ελληνική και στη ρωσική γλώσσα.

Τα χρόνια εκείνα, η αδελφότητα είχε 1.000 μοναχούς και στις αρχές του 20ού αι. περίπου 2.000. Η τράπεζα χτίστηκε το 1890 και είναι χωρητικότητας 1.000 μοναχών. Στη μονή φυλάσσονται πολλές φορητές εικόνες και πλήθος κειμηλίων και αμφίων. Η βιβλιοθήκη της περιέχει 1.320 ελληνικά χειρόγραφα, 600 σλαβικά και πάνω από 20.000 βιβλία, ελληνικά και ρωσικά. Από τους θησαυρούς της ξεχωρίζουν οι εικόνες της Παναγίας της Ιεροσολυμίτισσας, του Προδρόμου, του Αγίου Παντελεήμονος και η ψηφιδωτή εικόνα του Αλεξάνδρου Νιέφσκι. Εκεί υπάρχει και η δεύτερη μεγαλύτερη καμπάνα στον κόσμο, βάρους 13 τόνων.