Αρχική » Άγιος Δημήτριος, ο προστάτης της Θεσσαλονίκης

Άγιος Δημήτριος, ο προστάτης της Θεσσαλονίκης

από christina

Της Ελένης Χριστοδουλοπούλου

Ο Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε το 280-284 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ιδιαίτερα γνωστή σε όλη την πόλη. Την περίοδο που γεννήθηκε ο Δημήτριος, είχαν αρχίσει να κτίζονται πολλοί και σημαντικοί χριστιανικοί ναοί στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος από μικρός –με τη συμβολή των γονέων του– έμαθε να υπηρετεί το καλό, ενώ ακολουθούσε και τις πολεμικές τέχνες. Μέσα σε λίγα χρόνια, είχε γίνει γνωστός σε όλους τους Θεσσαλονικείς για την πνευματική του υπεροχή, «την ωραιότητα της εμφάνισης» και της ηθικής του. Ο Μαξιμιανός Γαλέριος, τετράρχης της πόλης, άκουσε για τις αρετές του Δημητρίου και τον προσέλαβε ως μέλος της Συγκλήτου τη πόλης. Αργότερα του έδωσε το αξίωμα του δούκα, διορίζοντάς τον στρατηγό όλης της Θεσσαλίας.

Ο Δημήτριος, ως Χριστιανός, προχώρησε από νωρίς στο ιεραποστολικό έργο, διδάσκοντας τον Θείο Λόγο, το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή. Συγκεκριμένα, είχε ιδρύσει έναν κύκλο νέων, όπου μελετούσαν την Αγία Γραφή. Συνήθιζε να διδάσκει στη «χαλκευτική στοά», στο υπόγειο του ναού της Αειπαρθένου Θεομήτορος, κοντά στο δημόσιο λουτρό.

Εκείνη την περίοδο, ο Μαξιμιανός Γαλέριος προετοιμαζόταν για εκστρατεία κατά των Ισαύρων. Έτσι, τον διόρισε ανθύπατο και αυθέντη όλης της Ελλάδας, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν Χριστιανός. Μάλιστα, του έδωσε την ανάλογη στρατιωτική στολή, το δακτυλίδι και τον υπατικό ωρατίωνα.

Όταν ο Μαξιμιανός επέστρεψε νικητής από την εκστρατεία, τον πλησίασαν κάποιοι ειδωλολάτρες και του είπαν: «Γνώρισε, λοιπόν, πως ο Δημήτριος, ο οποίος ετιμήθη με τον βαθμό του ηγεμόνος της Θεσσαλίας, αρνήθηκε την παραδοσιακή θρησκεία και πιστεύει εις τον Χριστόν, εκείνον τον οποίον εσταύρωσαν οι Εβραίοι. Επιπλέον, κηρύττει φανερά αυτόν τον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν». Ο Μαξιμιανός διέταξε να τον συλλάβουν και να τον φέρουν μπροστά του για να μάθει από τον ίδιο την αλήθεια. Οι στρατιώτες συνέλαβαν τον άγιο την ώρα που δίδασκε στη «Καταφυγή» και τον οδήγησαν στον βασιλιά, χωρίς ο ίδιος να φέρει καμία αντίσταση. Ενώπιον του Μαξιμιανού ρωτήθηκε: «Και ποιος είναι ο Θεός σου και βασιλεύς;». Ο Δημήτριος απάντησε: «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εκείνος είναι Θεός αληθινός και Βασιλεύς Παντοκράτωρ».

Ο άγιος, στη συνέχεια, φυλακίστηκε σε ένα παλαιό λουτρό που ήταν πολύ βρώμικο και γεμάτο απόνερα. Η παράδοση λέει ότι, όταν μπήκε στη φυλακή, είδε έναν μεγάλο σκορπιό που προσπαθούσε να τον τσιμπήσει. Ο Δημήτριος, τότε, σχημάτισε το σημείο του σταυρού και είπε: «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού, ο οποίος είπε να πατάμε επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού». Στη συνέχεια πάτησε τον σκορπιό και τότε εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου και του είπε: «Χαίρε, Δημήτριε, στρατιώτα του Χριστού, έχε θάρρος, ενδυναμού και νίκα τους εχθρούς σου». Ο άγγελος, τότε, έβαλε ένα στεφάνι στο κεφάλι του αγίου. Με τη στήριξη του Θεού, ο Δημήτριος άντεξε μέσα στη φυλακή για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Εκείνη την περίοδο, οι βασιλιάδες συνήθιζαν να διοργανώνουν σκληρούς αγώνες (πένταθλο) σε όλη την Ελλάδα. Έτσι και στη Θεσσαλονίκη ο Μαξιμιανός διοργάνωσε τέτοιους αγώνες, στους οποίους θα έπαιρνε μέρος και ένας δικός του άνθρωπος, με το όνομα Λυαίος. Ο Λυαίος, λοιπόν, καταγόταν από την Ουάνδηλα της Σκυθίας και ήταν ιδιαίτερα ψηλός και δυνατός. Ο βασιλιάς τον χρησιμοποιούσε πάντα στους αγώνες, καθώς κέρδιζε συνέχεια, με αντάλλαγμα να του χαρίζει πλούσια δώρα.

Κάποιος κρυφός Χριστιανός και μαθητής του Αγίου Δημητρίου, ο Άγιος Νέστορας, βλέποντας τον Λυαίο να κερδίζει συνεχώς σκοτώνοντας όλους τους αντιπάλους του, επισκέφτηκε τον Άγιο Δημήτριο στη φυλακή και του ζήτησε να τον ευλογήσει για να κερδίσει. Ο Άγιος Δημήτριος σχημάτισε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο του Νέστορος και του είπε: «Ύπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις». Ο Νέστορας πήγε στον τόπο όπου γίνονταν οι αγώνες και φώναξε: «Ω Λυαίε, έλα να παλέψουμε οι δύο». Ο νέος πλησίασε, τότε, τον Λυαίο και, ρίχνοντας το πανωφόρι του, του είπε: «Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι». Αμέσως μετά, ο Νέστορας χτύπησε τον Λυαίο στο στήθος και τον σκότωσε. Ο βασιλιάς κάλεσε κοντά του τον Νέστορα λέγοντάς του: «Νέε, με ποιες μαγείες νίκησες τον Λυαίο; Αυτός φόνευσε τόσους ανθρώπους δυνατότερους από εσένα, εσύ πώς τον θανάτωσες;». Ο Νέστορας τότε του αποκρίθηκε: «Εγώ, βασιλιά μου, δεν ενίκησα τον Λυαίο με μαγείες, αλλά με τη δύναμη του Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού». Ο Μαξιμιανός, ακούγοντας αυτά τα λόγια, εξοργίστηκε και διέταξε αμέσως έναν από τους στρατιώτες να βγάλει έξω από τον χώρο όπου γίνονταν οι αγώνες και να τον αποκεφαλίσει. Αυτό ήταν το τέλος του Νέστορα, ο οποίος ανακηρύχτηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.

Έπειτα από λίγο καιρό, ο βασιλιάς έμαθε την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ο Λυαίος σκοτώθηκε ύστερα από τις οδηγίες του Δημητρίου. Έτσι, διέταξε αμέσως τους στρατιώτες να πάνε στο λουτρό και να σκοτώσουν τον Δημήτριο με το μαρτύριο της λόγχης. Όταν ο Δημήτριος είδε τους στρατιώτες, ύψωσε από μόνος του το δεξί του χέρι για να τον λογχεύσουν. Οι στρατιώτες, όμως, λόγχευσαν τον άγιο σε όλο του το σώμα, με αποτέλεσμα να βρει μαρτυρικό θάνατο.

Ο Λούπος, μαθητής του Αγίου Δημητρίου, που ήταν παρών την ώρα του μαρτυρίου, πήρε το δαχτυλίδι από το χέρι του αγίου, το μαντήλι καθώς και το πανωφόρι από τους ώμους του, το οποίο έβαψε, μάλιστα, με το αίμα του μεγαλομάρτυρος. Χρησιμοποιώντας τα αντικείμενα αυτά, έκανε θαύματα, γιατρεύοντας αρρώστους και δαιμονισμένους. Ο βασιλιάς, όμως, δεν άργησε να μάθει για τη δράση του αυτή και διέταξε τον αποκεφαλισμό του.

Ο Λούπος, μαθητής του Αγίου Δημητρίου, που ήταν παρών την ώρα του μαρτυρίου, πήρε το δαχτυλίδι από το χέρι του αγίου, το μαντήλι καθώς και το πανωφόρι από τους ώμους του, το οποίο έβαψε, μάλιστα, με το αίμα του μεγαλομάρτυρος. Χρησιμοποιώντας τα αντικείμενα αυτά, έκανε θαύματα, γιατρεύοντας αρρώστους και δαιμονισμένους

Κάποιοι Χριστιανοί, μετά το μαρτύριο του Δημητρίου, μπήκαν κρυφά στο παλαιό λουτρό για να πάρουν το σώμα του αγίου και να το θάψουν. Ύστερα από αρκετά χρόνια, το 412, ενταφίασαν το λείψανό του στο σημείο όπου μαρτύρησε. Πάνω από τον τάφο χτίστηκε ο ναός του Αγίου Δημητρίου από τον έπαρχο του Ιλλυρικού Λεόντιο.

Σήμερα, ο Άγιος Δημήτριος είναι πολιούχος της Θεσσαλονίκης και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου. Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Άγιος Δημήτριος εμφανίζεται ως καβαλάρης σε κόκκινο άλογο (αντίθετα από τον Άγιο Γεώργιο, που είναι σε λευκό άλογο), να πατά τον Λυαίο.

Σύμφωνα με τα εγκώμια που έχουν γραφτεί από τους Γρηγόριο Παλαμά, Ευστάθιο Θεσσαλονίκης και Δημήτριο Χρυσολωρά, ο τάφος του αγίου μεταβλήθηκε σε βαθύ φρέαρ, όπου ανάβλυζε μύρο. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Άγιος Δημήτριος είναι γνωστός με την προσωνυμία Μυρόβλυτος.

 

Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου

Ο ναός του Αγίου Δημητρίου θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά κτίσματα της Θεσσαλονίκης. Όπως αναφέρεται και παραπάνω, ο αρχικός ναός χτίστηκε από τον έπαρχο Λεόντιο του Ιλλυρικού το 412-413 μ.Χ. Ο ναός είναι κτισμένος ακριβώς πάνω από τον τάφο του αγίου, στο λουτρό όπου μαρτύρησε. Το 324 ο Χριστιανισμός ορίστηκε ως επίσημη θρησκεία και οι Θεσσαλονικείς οικοδόμησαν έναν τρίκλιτο ναό σε αυτό το σημείο. Ο τάφος του Αγίου Δημητρίου ανάβλυζε μύρο και γρήγορα εξαπλώθηκε η φήμη του σε όλον το χριστιανικό κόσμο. Πολλοί ήταν οι πιστοί που κατέφθαναν στη Θεσσαλονίκη για να θεραπευτούν από διάφορες ασθένειες, όταν έμαθαν για τις ιαματικές ικανότητες του μύρου.

Το 413 μ.Χ. ο τρίκλιτος ναός αντικαταστάθηκε με μια επιβλητική βασιλική και πάλι από τον Λεόντιο. Η εκκλησία μετά το 641 καταστράφηκε από μεγάλη φωτιά. Στη συνέχεια οικοδομήθηκε με κάποιες μικρές διαφορές, αλλά στην πορεία των χρόνων δεν γλίτωσε από τις λεηλασίες. Το 924 λεηλατήθηκε για πρώτη φορά από τους Σαρακήνους και το 1185 από τους Νορμανδούς. Κατά τη τελευταία λεηλασία κάποιοι καλόγεροι μετέφεραν τα λείψανα του αγίου στην Ιταλία, με σκοπό να τα προφυλάξουν.

Ο ναός ανακαινίστηκε και ανοικοδομήθηκε το 13ο αιώνα. Όμως, δεν άργησε να λεηλατηθεί ξανά, αυτήν τη φορά πιο βάναυσα, από τους Οθωμανούς, το 1430 κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος, με το όνομα «κασιμιά τζαμί», και έμεινε σε αυτή τη κατάσταση μέχρι και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης. Το 1917 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε τα δύο τρίτα της πόλης μαζί και τον ναό του Αγίου Δημητρίου. Τελικά, ο ναός αναστηλώθηκε και παραδόθηκε στους πιστούς στις 26 Οκτωβρίου του 1949.

Η σημερινή εκκλησία ανακαινίστηκε το 1958. Τα λείψανα του αγίου επέστρεψαν 20 χρόνια αργότερα από την Ιταλία το 1978. Από το 1988 ο υπόγειος χώρος του ναού λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος με πολύ σημαντικά εκθέματα, όπως είναι η κρήνη αγιάσματος του μύρου, αρχιτεκτονικά γλυπτά (επίκρανα, θωράκια κ.ά. του 5ου αιώνα), θραύσματα κιβωρίου της Αγίας Τράπεζας (13ος αιώνας), θραύσματα διακόσμησης ταφικού μνημείου (14ος αιώνας), ψηφιδωτά και τοιχογραφίες του ναού.

Από το 1988 ο υπόγειος χώρος του ναού λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος με πολύ σημαντικά εκθέματα

Από όλα τα ψηφιδωτά εντύπωση προκαλεί ένα που απεικονίζει τον Άγιο Δημήτριο με δύο μικρά παιδιά.

Το 1988 η UNESCO ανακήρυξε τον ναό του Αγίου Δημητρίου Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς.


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ