Ο αναγκαστικός εγκλεισμός όλων μας στο σπίτι αυτήν τη δύσκολη περίοδο λόγω του θανατηφόρου κορωνοϊού, φέρνει στην επιφάνεια με άμεσο και ανάγλυφο τρόπο ό,τι η Εκκλησία μας χαρακτηρίζει καίριο θέμα στην πνευματική ζωή ενός ανθρώπου: το θέμα των λογισμών. Ολοι οι άγιοί μας, παλαιότεροι και νεώτεροι, επισημαίνουν ότι η πνευματική ζωή δεν μπορεί να κατορθωθεί σε όλα τα στάδιά της, από το πιο μικρό έως και το ανώτερο, αν ο άνθρωπος, ιδίως δε ο πιστός, δεν μάθει να ελέγχει τους λογισμούς του. Από το πώς δηλαδή κάποιος αντιμετωπίζει τους λογισμούς του, ή αλλιώς από το τι λογισμούς επικρατούν και κυριαρχούν μέσα του, καταλαβαίνει το πνευματικό του επίπεδο, που θα πει το χριστιανικό του επίπεδο. Κοίτα λοιπόν τους λογισμούς σου και δες τι κατηγορίας χριστιανός είσαι.

Γιατί λέμε ότι η περίοδος αυτή ιδίως θέτει με οξύτητα το θέμα των λογισμών; Διότι με τον εγκλεισμό μας στο σπίτι και με την απειλή του κορωνοϊού που επικρέμαται στα κεφάλια όλων μας ή πολλών τέλος πάντων από εμάς, σε περίπτωση που βγούμε έξω – υποθέτουμε πως παρόμοιος προβληματισμός και ένταση παρουσιάζεται και σε όλους εκείνους που είναι έγκλειστοι σε κάποιον τόπο εκτός της θελήσεώς τους, πολλώ δε μάλλον στους εγκλείστους σε περιορισμένο και μικρό χώρο σαν τους φυλακισμένους – υφίσταται ο πειρασμός να δεχτούμε μέσα στην καρδιά μας την «επίθεση» της παγκόσμιας κυριαρχίας του κορωνοϊού, με άλλα λόγια να κυριαρχήσει ως πρώτος στην πνευματική μας υπόσταση ο λογισμός της κυριαρχίας του συγκεκριμένου ιού. Κι εδώ ακριβώς αναμετράται ο πιστός με την πίστη του. Διότι κατά τη χριστιανική μας πίστη τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο για όλους και για όλα τον έχει ο Δημιουργός μας, ο Κύριος Ιησούς Χριστός. Είτε ζώντας σε θεωρούμενη (εξωτερική) ελευθερία είτε εν φυλακή, ο Χριστός είναι ο Πατέρας κι Εκείνος από τον οποίο εξαρτάται απολύτως η ζωή του κάθε όντος. «Αυτός διδούς πάσι ζωήν και πνοήν και τα πάντα», κατά τον λόγο του αποστόλου Παύλου στους Αθηναίους στο κήρυγμά του στην Πνύκα, διότι «Αυτός εστιν ο Ων» κατά την αποκάλυψή Του στον Μωυσή. Ηδη το πρώτο άρθρο του Συμβόλου της Πίστεως έρχεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο να μας υπενθυμίζει καθημερινά την πραγματικότητα αυτή, που θα πει ότι ο χριστιανός, όπου και να είναι και κάτω από οποιεσδήποτε συνθήκες, τον Χριστό έχει υπ’ όψιν του κι Εκείνον βλέπει εν χάριτι να προσδιορίζει τη ζωή του.

Κατά συνέπεια, ο κορωνοϊός και κάθε άλλος ιός, όπως και κάθε απειλή για τον άνθρωπο και σύνολη την παγκόσμια πραγματικότητα, εντάσσεται μέσα σ’ Εκείνου την πανταχού παρουσία και «λειτουργεί» μέσα στο δικό Του κατ’ ευδοκίαν ή κατά παραχώρηση θέλημα – τίποτε δεν γίνεται χωρίς Εκείνος να το επιτρέψει. Οπότε, ο χριστιανός που «περιπατεί διά πίστεως και ου δι’ είδους», που στοχεύει πάντοτε στα μη βλεπόμενα, δηλαδή στην παντοδύναμη ενέργεια του Τριαδικού Θεού και όχι στα αισθητά βλεπόμενα που έρχονται και παρέρχονται, δεν αφήνεται στον καταιγισμό των «πολεμικών» ειδήσεων, πολλώ μάλλον δεν αφήνεται στην αλλοίωση της αληθινής εικόνας που του δίνει η πίστη‧ αλλά μένει προσηλωμένος και «κολλημένος» κυριολεκτικά στα πέραν των αισθητών, στο πρόσωπο του Χριστού Πατέρα, στην επιμονή της αίσθησης ότι αποτελεί μέλος Χριστού και ότι σύνολη η πραγματικότητα κινείται και υπάρχει μέσα στην Πρόνοια της Τριαδικής Θεότητας, διότι «εν Αυτώ ζώμεν και κινούμεθα και εσμέν». Και πώς να δει αλλιώς τα πράγματα, όταν ο ίδιος ο Κύριος μάς καλεί να δούμε την Πρόνοιά Του αυτή ακόμη και στο παραμικρότερο χόρτο ενός αγρού, στη φροντίδα Του και για το παραμικρό πετούμενο, για την παρουσία Του με τρόπο που δεν μπορούμε να διανοηθούμε στην ίδια μας την ύπαρξη, αφού «και οι τρίχες της κεφαλής μας είναι από Αυτόν αριθμημένες»; «Και τα πάντα εν Αυτώ συνέστηκεν».

Και πέραν του λογισμού αυτού με τον οποίο καλείται να επιβεβαιώνει την πίστη του, θα πρέπει να αντιμετωπίσει και έναν άλλον λογισμό πάλιν των ημερών αυτών, (ξένο όπως και ο άλλος προς την αποδοχή της Πρόνοιας του Θεού, πολύ κοινό όμως για ολόκληρη την καθημερινότητά του, είτε την «ελεύθερη» είτε την έγκλειστη): τον λογισμό της διάρκειας και της συνέχειας, τον πειρασμό του βάθους του χρόνου. «Για πόσο θα είμαστε έγκλειστοι; Και θα περάσει πράγματι το πρόβλημα; Κι αν ξανάρθει;» Και λέμε κι εδώ πως πρόκειται για «πλανεμένο» και μη χριστιανικό λογισμό, γιατί ο ίδιος ο Κύριος, χωρίς δεύτερη κουβέντα, μας εξήγησε ότι ο κύριος προβληματισμός μας που αφορά το σημαντικότερο της ζωής μας: τη σωτηρία μας (πέραν ενός αυτονόητου προγραμματισμού για το μέλλον, δηλαδή όντως μίας κατάστρωσης σχεδίου για την περαιτέρω παρουσία μας στον κόσμο με βάση και τη λογική και τα φυσικά δεδομένα μας, διότι «ουκ εκπειράσεις Κύριον τον Θεόν σου»), πρέπει να αναφέρεται στο βάθος της μίας ημέρας. «Μη μεριμνήσητε εις την αύριον‧ η γαρ αύριον μεριμνήσει τα εαυτής. Αρκετόν τη ημέρα η κακία αυτής». Λοιπόν, καλό βεβαίως είναι να κοιτάμε το μέλλον μας, αλλά όχι με τέτοιον τρόπο που να μας διαφεύγει το παρόν, το οποίο είναι και το πιο καθοριστικό για την ισορροπημένη και καλή πνευματική μας πορεία. Πόσοι συνάνθρωποί μας αγωνιώντας για το μέλλον είδαν με τρόμο ότι έχασαν τη ζωή μέσα από τα χέρια τους, πόσοι δεν θα άκουσαν τη φωνή του Δημιουργού που είπε «άφρον, ταύτη τη νυκτί την ψυχήν σου απαιτούσιν από σου. Α δε ητοίμασας, τίνι έσται;».

Συνεπώς, οι ημέρες που διερχόμαστε είναι κρίσιμες, όχι τόσο ως προς το θέμα του θανατηφόρου ιού, όσο ως προς το θέμα της κρίσεως της πνευματικής μας ισορροπίας και της κρίσεως της ποιότητας της χριστιανικής μας αυτοσυνειδησίας. Θα το ξαναπούμε: ναι, το πρόβλημα υφίσταται, το βλέπουμε και ανθρωπίνως παίρνουμε όλα τα προβλεπόμενα μέτρα που μας υποδεικνύουν οι υπεύθυνοι της υγείας και του κράτους μας, αλλά πέραν τούτου: κοιτάμε «προς τον μόνον δυνάμενον σώζειν», τον Κύριο της ζωής και του θανάτου, Εκείνον που με ένα νεύμα Του, μόλις δει το όποιο σημάδι της μετανοίας μας, μπορεί να άρει τον πειρασμό.