Γεννήθηκαν εντός των ορίων της χώρας μας. Καθ΄όλη τη διάρκεια της ζωής αγνωνίστηκαν για την πίστη τους και την πατρίδα. Θυσιάστηκαν και η Εκκλησία μας τους αναγνώρισε ως αγίους σε μια αιώνια τιμή που την κέρδισαν με το αίμα τους .




1.Άγιος Διονύσιος Αρεοπαγίτης
Γεννήθηκε τον 1ον αιώνα μ. Χ. και συγκεριμένα 9 χρόνια μετά τη γέννηση του Χριστού, στην πολή των Αθηνών και έζησε τα χρόνια του Αυτοκράτορα Δομετιανού. Αρχικά, ήταν ειδωλολάτρης και λόγω της υψήλης μόρφωσης του, μέλος του Αρείου Πάγου (για αυτό ονομάστηκε και Αρεοπαγίτης).
Σύμφωνα με την συναξαριακή παράδοση, ο Άγιος Διονύσιος, ταξίδεψε στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου και το ταξίδι του αυτό συνέπεσε με τη σταύρωση του Χριστού. Την ημέρα, λοιπόν της Μεγάλης Παρασκευής την ώρα της στάυρωσης, παρόλο που ήταν μεσημέρι, όπως είναι γνωστό και από τις Γραφές, ο ήλιος κρύφτηκε και έγινε παντού σκοτάδι. Βλέποντας, το φαινόμενο αυτό ο Άγιος Διονύσιος είπε: «Ή Θεός πάσχει ή το πάν απόλλυται» (ή ο Θεός υποφέρει ή χάνεται το σύμπαν). 
Όταν επέστρεψε στην Αθήνα, άκουσε το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο, ο οποίος αναφέρθηκε και στα υπερφυσικά φαινόμενα κατά την ημέρα της στάυρωσης του Κυρίου. Ο Άγιος Διονύσιος πείστηκε αμέσως για την ορθότητα της χριστιανοσύνης και βαπτίστηκε με την οικογένειά του. 
Σύμφωνα και πάλι με την παράδοση, όταν ο Άγιος πληροφορήθηκε ότι ζει η μητέρα του Ιησού, στα Ιεροσόλυμα, πήγε να την επισκεφτεί, καθώς ήθελε να την γνωρίσει. Ο Διονύσιος, ταξίδεψε και δεύτερη φορά στα Ιεροσόλυμα όταν η Παναγία εκοιμήθη. 
Στην Αθήνα, γρήγορα έγινε γνωστή η χριστιανική του δράση, και έτσι δεν άργησε να χειροτονηθεί επίσκοπος Αθηνών, διαδεχόμενος τον πρώτο επίσκοπο Ιερόθεο. 
Ο Άγιος Διονύσιος, απ’ ότι φαίνεται ταξίδεψε αρκετά και σε πολλά μέρη της Δύσης, όπου κύριο μέλημά του ήταν η διάδοση του χριστιανισμού και η ερμηνεία των ιερών γραφών. Κάποια στιγμή, που βρισκόταν στο Παρίσι, μαζί με τους μαθητές του Ρουστικό και Ελευθέριο, συνελήφθησαν ύστερα από διαταγή του ηγεμόνα της περιοχής και αποκεφαλίστηκαν. Κάποιοι συναξαριστές, βέβαια, διαφωνούν με αυτή την άποψη και υποστηρίζουν πως ο Άγιος Διονύσιος δεν μαρτύρησε στο Παρίσι, χωρίς, όμως, να κάνουν γνωστό τον ακριβή τόπο του μαρτυρίου. 
Ο Άγιος Διονύσιος είναι γνωστός και για το πλήθος θεολογικών συγγραμάτων που συνέγραψε, με πιο γνωστό όλων το “Περί θείων ονομάτων”. Τμήματα του ιερού λειψάνου του Αγίου φυλάσσονται: στη μονή Δοχειαρίου και Σίμωνος Πέτρας Αγίου Όρους, στη μονή Διονυσίου Αγίου Όρους, στη μονή παντοκράτορος Αγίου Όρους, στη μονή Γρηγορίου Αγίου Όρους, στη μονή Οσίου Διονυσίου Λιτοχωρίου Πιερίας, στη μονή Νταού Πεντέλης και στη μονή Βουλκάνου Μεσσηνίας.
Ο Άγιος Διονύσιος, είναι πολιούχος της πόλης των Αθηνών,του χωριού Γαργαλιάνων Μεσσηνίας, του χωριού Διονύσι(πήρε το όνομά του από τον Άγιο) που βρίσκεται στα νότια του νομού Ηρακλείου και προστάτης των δικηγόρων και των δικαστικών. Στην Αθήνα υπάρχουν δυο μεγάλοι ναοί, αφιερώμενοι σε αυτόν. Ο πρώτος βρίσκεται στο Κολωνάκι και ο δεύτερος στην Καθολική μητρόπολη της Αθήνας.Η μνήμη του κανονικά τιμάται στις 3 Οκτωβρίου, μα ύστερα από εγκύκλιο της Ιερά Αρχιεπισκοπής Αθηνών (Σεπτέμβρης 1999) αποφασίστηκε η μνήμη του Αγίου να τιμάται και στις 12 Οκτωβρίου, όπου τιμάται και η Σύναξις των εν Αθήναις Αγίων. 


2.Δάμαρις Νεομάρτυς
Η Δάμαρις, γεννημένη στην Αθήνα κατά τον 1ο αιώνα μ. Χ., ήταν η πρώτη γυναίκα που ακούγοντας το κήρυγμα του Αποστόλου Παύλου στον Άρειο Πάγο ασπάστηκε το χριστιανισμό. Δεν υπάρχουν αρκέτες πληροφορίες σχετικά με τη ζωή της, εκτός του ότι υπήρξε μαθήτρια του Διονύσιου Αρεοπαγίτου. Μαρτύρησε κατά τον διωγμό του αυτοκράτορα Δομετιανού (81-96 μ. Χ). Η μνήμη της τιμάται στις 3 Οκτωβρίου.

3.Ρουστίκος και Ελευθέριος
Οι Άγιοι Ρουστίκος και Ελευθέριος γεννήθηκαν στην Αθήνα κατά τον 1ο αιώνα μ. Χ. Υπήρξαν μαθητές του Διονύσιου Αρεοπαγίτου και μαρτύρησαν κατά τον διωγμό του αυτοκράτορα Δομετιανού. Η μνήμη τους τιμάται κάθε χρόνο στις 3 Οκτωβρίου.

4.Αθηναγόρας ο απολογητής
Ο Αθηναγόρας ο Αθηναίος έζησε στην Αθήνα από το 133-190 μ. Χ. , στα χρόνια των ρωμαίων αυτοκρατόρων: Μάρκου Αυρηλίου και Κομμόδου. Υπήρξε χριστιανός, φιλόσοφος και απολογητής. Ο Άγιος Αθηναγόρας, ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους σύγχρονους απολογητές, χάρη στα δυο έργα του που διασώθηκαν: “Πρεσβεία περί χριστιανών” και “Περί αναστάσεως νεκρών”. Η μνήμη του τιμάται στις 24 Ιουλίου.

5.Μάρτυρες Διονύσιος, Χριστίνα, Ηράκλειος, Παυλίνος και Βενέδημος
Όλοι αυτοί οι Άγιοι μαζί με τους Αγίους, Πέτρο, Παύλο και Ανδρέα (που δεν κατάγονταν από την Ελλάδα), μαρτύρησαν στα χρόνια του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251 μ. Χ). Οι Άγιοι Διονύσιος και Χριστίνα θανατώθηκαν δια λιθοβολισμού και οι Ηράκλειος, Παυλίνος και Βενέδημος αποκεφαλίστηκαν. Η μνήμη τους τιμάται στις 18 Μαϊου.

6.179 Οσιομάρτυρες
Οι Άγιοι 179 Οσιομάρτυρες, ήταν μοναχοί της μονής Νταού Πεντέλης. Μαρτύρησαν κατά τα τέλη του 17ου αιώνα και πιθανώς το 1680 μ. Χ, όταν ένα βράδυ, κάποιος από τους υπηρέτες της μονής, συνεννοήθηκε με Αλγερινούς πειρατές, που λεηλατούσαν τα παράλια μέρη, και τους έβαλε στη μονή την ώρα που οι μοναχοί γιόρταζαν την Ανάσταση. Οι πειρατές έσφαξαν όλους του μοναχούς και λεηλάτησαν την μονή. Ο μοναδικός που σώθηκε ήταν ο ιερέας της μονής, ο οποίος είχε πάει στο Μετόχι Γεροτσακούλι, για να τελέσει εκεί την λειτουργία της Ανάστασης. Όταν επέστρεψε στη μονή και βρήκε όλους τους πατέρες σφαγμένους, συνέλεξε τα λείψανα των μοναχών και τα ενταφίασε. Για πάρα πολλά χρόνια ο τάφος των 179 οσιομαρτύρων παρέμενε άγνωστος. Το 1965, όμως, καθώς πραγματοποιούνταν έργα στο δάπεδο της μονής, εντοπίστηκαν οι τάφοι με τα λείψανα των μοναχών. Όταν βρέθηκαν όλοι οι τάφοι , η εκκλησία αναγνώρισε επίσημα τους 179 μάρτυρες, ύστερα από συνοδική απόφαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, στις 14 Αυγούστου του 1992. Σήμερα, τα λείψανα των Αγίων φυλάσσονται σε λάρνακα στον πρόναο του καθολικού της μονής. Η μνήμη τους τιμάται κάθε χρόνο 2 ημέρες μετά το Άγιο Πάσχα.

7.Αγία Φιλοθέη η Αθηναία
Υπήρξε πλουσιοκόριτσο, που στα 17 του χρόνια εγκατέλειψε τη κοσμική ζωή για να γίνει καλόγρια. Έδωσε όλη την περιουσία που είχε κληρονομήσει από την οικογένεια της (τη γνωστή οικογένεια Μπενιζέλου) για τη στήριξη των φτωχών. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας, τον 16ο αιώνα, αγκάλιασε αδιακρίτως πιστούς και μη, Έλληνες και Τούρκους, στους οποίους προσέφερε καταφύγιο στο μοναστήρι-συγκρότημα «Παρθενώνας». Έχτισε σχολεία, νοσοκομεία και ορφανοτροφεία για χιλιάδες κατατρεγμένους. Και δεν σταμάτησε εδώ. Με τη δίψα της για προσφορά να μεγαλώνει όλο και περισσότερο, παρά τα βασανιστήρια και τις δυσκολίες, έδωσε και εθνικούς αγώνες για την απελευθέρωση των Ελλήνων.
Για αυτούς τους αγώνες, η Φιλοθέη, γνωστή και ως «κυρά των Αθηνών», ανακηρύχθηκε από την Ορθόδοξη Εκκλησία αγία. Η μνήμη της τιμάται στις 19 Φεβρουαρίου.
Γεννήθηκε το 1522 και ονομάζονταν Ρηγούλα ή χαϊδευτικά Ρεβούλα (Παρασκευούλα) Μπενιζέλου. Ο πατέρας της, ο Άγγελος Μπενιζέλος, υπήρξε από τους μεγαλύτερους γαιοκτήμονες της εποχής και η μητέρα της, η Σηρίγη, ήταν γόνος της βυζαντινής οικογένειας Παλαιολόγου.
Η μητέρα της δεν μπορούσε να αποκτήσει παιδιά και διαρκώς προσευχόταν. Μια ημέρα λέγεται πως είδε στον ύπνο της όραμα. Ένα δυνατό φως βγήκε μέσα από την εικόνα της Παναγίας. Ξύπνησε τρομαγμένη και αργότερα συνειδητοποίησε πως με τη Χάρη του Θεού θα αποκτήσει το δικό της παιδί. Τελικά, ύστερα από εννέα μήνες, γέννησε τη Ρηγούλα.
Από μικρή η αγία διακρίνονταν για την καλοσύνη και την ευφυΐα της. Και ήταν ιδιαίτερα μορφωμένη για τα δεδομένα της εποχής. Όταν συναντούσε φτωχούς στον δρόμο, δεν τους γύριζε τη πλάτη, αλλά τους βοηθούσε όσο μπορούσε. Μάλιστα, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στον βίο της, κάποια ημέρα επέστρεψε στο σπίτι χωρίς να φορά το ακριβό πανωφόρι της. Το είχε χαρίσει σε μια άπορη ηλικιωμένη που κρύωνε.
Όταν έκλεισε τα δεκατέσσερα, οι γονείς της την πίεσαν να παντρευτεί έναν κατά πολύ μεγαλύτερό της άντρα, τον Ανδρέα Χειλά. Η ίδια, αν και δεν το ήθελε, δέχτηκε να τον παντρευτεί, για να μη στενοχωρήσει τους δικούς της.
Από τις πρώτες ημέρες του γάμου άρχισαν και οι δυσκολίες. Λέγεται πως ο σύζυγός της την κακομεταχειρίζονταν και, παρά το γεγονός ότι ήταν πλούσιοι, της είχε απαγορεύσει να προσφέρει στους φτωχούς. Ο ίδιος, μάλιστα, έφτανε στο σημείο να κοιτάζει καθημερινά την αποθήκη του σπιτιού, μήπως κι έλειπαν τρόφιμα.
Μια μέρα που εκείνος έλειπε από το σπίτι, η νεαρή Ρηγούλα θέλησε να βοηθήσει κάποιους φτωχούς και τους έδωσε λάδι από το βαρέλι που είχε. Φοβήθηκε, όμως, πως, αν ο άντρας της έβρισκε το βαρέλι άδειο, θα θύμωνε και θα τη χτυπούσε. Γι’ αυτό το γέμισε με νερό, προσευχόμενη διαρκώς εκείνος να μην καταλάβει τίποτα. Ξαφνικά, το νερό μετατράπηκε σε λάδι. Ήταν ένα από τα πρώτα σημάδια όσων θα ακολουθούσαν...
 Ο γάμος της διήρκησε μόνο τρία χρόνια, καθώς πέθανε ο άντρας της. Η Ρηγούλα «διέτριβε του λοιπού εις το πατρικόν της οσπήτιον προς ένα και μόνον σκοπόν αφορώσα αγαθοεργίες».
Όμως, οι γονείς της ήθελαν να την αποκαταστήσουν. Εκείνη στα δεκαεφτά της ήταν όχι μόνο πλούσια και μορφωμένη, αλλά και αρκετά όμορφη. Έτσι, λίγο καιρό μετά τον θάνατο του σύζυγου της, έγινε μια από τις περιζήτητες νύφες, ακόμα και εκτός Αθηνών. Παρά το γεγονός ότι καθημερινά τη διεκδικούσαν πολλοί, δεν ήθελε να παντρευτεί ξανά. Και, παρά τις νέες πιέσεις που δέχτηκε από την οικογένειά της, αρνήθηκε. Τότε ήταν που για πρώτη φορά αποφάσισε να τους μιλήσει ανοιχτά και να τους ανακοινώσει την πρόθεσή της να γίνει καλόγρια.
 
Δέκα χρόνια μετά τον θάνατο των γονιών της και έχοντας ήδη στο ενεργητικό της πλούσιο φιλανθρωπικό έργο, εκάρη μοναχή με το όνομα Φιλοθέη. Από την πρώτη στιγμή αφοσιώθηκε στον άνθρωπο και τον Θεό. Η Φιλοθέη δεν ξεχώριζε ανθρώπους. Πιστοί και μη, Τούρκοι και Έλληνες, αμαρτωλοί και κυνηγημένοι, ήταν για εκείνη μια πρόκληση προσφοράς.
Η μοναχή Φιλοθέη άπλωσε ένα δίκτυο προστασίας στους συνανθρώπους της, χωρίς κανένα αντάλλαγμα. Θυσίασε την πλούσια κοσμική της ζωή και μοίρασε ό,τι είχε και δεν είχε για να τους προσφέρει αγάπη και στήριξη.
Όλα ξεκίνησαν έπειτα από όραμα που είδε, σύμφωνα με την παράδοση. Ήταν ο Άγιος Ανδρέας, χάρη στον οποίον πήρε την απόφαση να ανακαινίσει στο όνομά του το μικρό εκκλησάκι που βρίσκονταν δίπλα στο πατρικό της αρχοντικό, στη περιοχή της Πλάκας. Η Φιλοθέη, με ατέλειωτες ώρες δουλειάς, τελικά κατάφερε να το μετατρέψει σε μοναστήρι, το οποίο και ονομάστηκε «Παρθενώνας». Το Καθολικό του Αγίου Ανδρέα και το πηγάδι της μονής σώζονται σήμερα στον περίβολο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Η Φιλοθέη φιλοξένησε αρχικά στο μοναστήρι τις κοπέλες που τη φρόντιζαν στο αρχοντικό σπίτι, όπου διέμενε με τους γονείς της. Στη συνέχεια, στη μονή εγκαταστάθηκαν κόρες επιφανών οικογενειών της Αθήνας. Ο χρόνος βρήκε τη μονή ασφυκτικά γεμάτη με τουλάχιστον 200 μοναχές. Ανάμεσά τους και πολλές εκχριστιανισμένες μουσουλμάνες.
Όμως, δεν ήταν ένα συνηθισμένο μοναστήρι, όπως όλα τα άλλα. Με προσωπική εργασία της ηγουμένης Φιλοθέης, λειτουργούσαν μέσα σε αυτό σχολείο, νοσοκομείο, γηροκομείο, ορφανοτροφείο και εργαστήρια εκμάθησης υφαντικής. Η ίδια έφτιαξε και πολλούς ξενώνες.
Μαζεύονταν τα παιδιά και διδάσκονταν γράμματα, μάθαιναν για την Ορθόδοξη πίστη. Οι γυναίκες ασχολούνταν με διάφορες τέχνες, κεντούσαν και ύφαιναν. Και δεν της άρεσαν οι ανέσεις. Είναι χαρακτηριστικό ότι, ενώ οι νέες έμεναν σε περιποιημένα κελιά, εκείνη περνούσε το μεγαλύτερο μέρος της ημέρας σε ένα ασκητήριο το οποίο βρίσκονταν κάποια μέτρα κάτω από τη γη.
Η Φιλοθέη, παρά τις δυσκολίες της εποχής, άνοιξε την πόρτα της μονής και για χιλιάδες κυνηγημένες γυναίκες. Τις έκρυβε σε ειδικά διαμορφωμένες κρύπτες και στη συνέχεια τις φυγάδευε για τον τόπο τους. Κάποιες άλλες, αφού ολοκλήρωναν τα μαθήματά τους στα εργαστήρια, αφήνονταν ελεύθερες να αποφασίσουν αν ήθελαν να γίνουν μοναχές ή να παντρευτούν, χωρίς καμία πίεση: να ακολουθήσουν τον έναν ή τον άλλον δρόμο. Αν επέλεγαν τον γάμο, η ηγουμένη φρόντιζε να τις προικίσει. Και, μπορεί κάποιες να εγκατέλειπαν το μοναστήρι-καταφύγιο, καθώς επέλεγαν να παντρευτούν, δεν εγκατέλειψαν, ωστόσο, ποτέ τους τη Φιλοθέη. Όπου βρίσκονταν μιλούσαν για εκείνη. Έτσι, το έργο της διαδόθηκε παντού.
 
 Κάποια στιγμή, έγινε γνωστό ότι η Φιλοθέη φυγάδευε σκλάβες. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στον πασά. Εκείνος, στη προσπάθειά του να την κάνει να απαρνηθεί την πίστη της, την απείλησε ότι θα την αποκεφαλίσει. Η ίδια δεν φοβήθηκε και απάντησε ότι είναι έτοιμη να θυσιαστεί στο όνομα του Χριστού.
Την επομένη, Τούρκοι που είχαν συγκεντρωθεί στο μέρος όπου ήταν φυλακισμένη, φώναζαν και ζητούσαν τη θανατική της ποινή. Τότε, ο ηγεμόνας έδωσε την εντολή να τη φέρουν ενώπιόν του. Τη ρώτησε εάν προτιμά να θανατωθεί με ξίφος ή να απαρνηθεί την πίστη της.
Εκείνη του απάντησε πως είναι αποφασισμένη να υπομείνει οποιοδήποτε βασανιστήριο για την αγάπη του Χριστού.
Την οδήγησαν και πάλι στη φυλακή. Οι Τούρκοι είχαν αιχμαλωτίσει τρεις καλόγριες από το μοναστήρι και τις είχαν απομονώσει στο ίδιο κελί. Εκεί, η ηγουμένη δεν το έβαλε κάτω. Ώρες πολλές προσπαθούσε να τις εμψυχώσει, λέγοντας ότι ο Θεός δεν θα τους εγκαταλείψει. Και πράγματι, κάποιοι Χριστιανοί φρόντισαν και έδωσαν χρήματα στον ηγεμόνα και, έτσι, η Φιλοθέη με τις τρεις καλόγριες απελευθερώθηκαν και επέστρεψαν στο μοναστήρι.
 
Τα δύο παραρτήματα - μετόχια
Η μοναχή Φιλοθέη οραματιζόταν έναν κόσμο δίχως φτώχεια και δυστυχίες. Η ατέλειωτη επιθυμία της να βοηθά όλο και περισσότερο κόσμο και γενικότερα τη χώρα, την οδήγησαν στην απόφαση να ιδρύσει και δύο παραρτήματα της μονής. Ένα στα Πατήσια και ένα στην περιοχή της Καλογρέζας. Το πρώτο βρισκόταν στην οδό Λευκωσίας, στην πλατεία Αμερικής. Το μετόχι είχε ναό στο όνομα του Αγίου Ανδρέα, ο οποίος ανεγέρθηκε μετά το 1550.
Χρόνια μετά, παρήκμασε και ερημώθηκε. Ακόμα και ο ναός του Αγίου Ανδρέα (υπάγεται στο Άσυλο Ανιάτων) ερειπώθηκε, αλλά μεταξύ των ετών 1936-1950 αναστηλώθηκε, σύμφωνα με τις οδηγίες του ακαδημαϊκού Αναστασίου Ορλάνδου. Την περίοδο 1948-1952 ιστορήθηκε ο ναός από τον Φώτη Κόντογλου και σήμερα είναι επισκέψιμος με πλούσια λατρευτική ζωή.
Το άλλο μετόχι, που ιδρύθηκε στην περιοχή της Καλογρέζας (σ.σ.: έλαβε το όνομά της από τη λέξη «καλογραία», δηλαδή καλογριά, που αναφερόταν στο πρόσωπο της Αγίας), ονομαζόταν και «μετόχι του Περσού». Από το νερό, δηλαδή, του ποταμού που περίσσευε και που έδωσε αργότερα και το όνομα στον Περισσό της Ν. Ιωνίας. Αυτό το μετόχι χτίστηκε πάνω σε περιουσία της αγίας, όπου, σύμφωνα με τον ακαδημαϊκό Δημήτριο Καμπούρογλου, υπήρχε πριν τον 16ο αιώνα μονή με ναό αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η Φιλοθέη αγόρασε τεράστιες εκτάσεις γύρω από το μετόχι της Καλογρέζας, οι οποίες σήμερα καλύπτουν το σύνολο της έκτασης του Ολυμπιακού Σταδίου, τις συνοικίες Αλσούπολη και Καλογρέζα και την περιοχή της Φιλοθέης.
Στην ίδια οφείλεται και η ονομασία της περιοχής του Ψυχικού. Με δική της πρωτοβουλία φτιάχτηκε πηγάδι για να υδρεύεται ο τόπος και να ξεδιψούν οι αγρότες, οι οποίοι επί ώρες εργάζονταν κάτω από τον ήλιο. Από το «ψυχικό» αυτό «βαπτίστηκε» έτσι και η περιοχή. Λέγεται, επίσης, πως έγραψε πάνω στο μαρμάρινο χείλος του πηγαδιού την λέξη «ψυχικόν», δηλωτικό της ψυχικής ωφέλειας.
Στο μέρος όπου παρέδωσε το πνεύμα της, στην Καλογρέζα, υψώνεται ο ναός της Αγίας Φιλοθέης, ενώ το όνομά της φέρει και ολόκληρο το γνωστό προάστιο των Αθηνών.
Η αγία ανέγειρε, επίσης, μετόχι στη Τζια που φέρει την προσωνυμία Μονή Δάφνης. Εκεί ζούσαν πάνω από είκοσι μοναχές και χρησίμευε ως καταφύγιο για την προστασία των μοναζουσών από τις επιθέσεις των Τούρκων. Η Φιλοθέη διέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα καθοδηγώντας πνευματικά τις ασκούμενες μοναχές, καθώς στο συγκεκριμένο έστελνε όσες φοβούνταν να μείνουν στην Αθήνα και διέτρεχαν άμεσα τον κίνδυνο του εξισλαμισμού από τους Τούρκους. Η Μονή Δάφνης λειτούργησε ως γυναικείο κοινόβιο μέχρι τον 19ο αιώνα, όταν λεηλατήθηκε από τους Τούρκους.
 
Οικονομικές δυσκολίες και αιτήσεις βοήθειας
Μέρα με τη μέρα, οι καλόγριες γίνονταν όλο και περισσότερες και οι ανάγκες του επισιτισμού μεγαλύτερες. Παρόλο που η μονή του Αγίου Ανδρέα είχε περιουσία (δύο μετόχια στην Αθήνα, ένα στην Κέα, κτήματα στην Αττική και στην Αίγινα), υπήρχε μεγάλη ανάγκη για οικονομική ενίσχυση. Για αυτό και λέγεται ότι η Φιλοθέη έβαλε ενέχυρο τα σκεύη της εκκλησίας και τα υπάρχοντα του μοναστηριού.
Σε επιστολή της αγίας που εντοπίστηκε από τον Κωνσταντίνο Μέρτζιο σε βιβλιοθήκη της Βενετίας με παραλήπτη τη Βενετική Γερουσία, ημερομηνίας 22 Φεβρουαρίου 1583, ζητείται χρηματική βοήθεια για να ξεπληρώσει χρέη που είχαν προκύψει γιατί ήθελε να γλιτώσει το μοναστήρι και τις μοναχές από τις τουρκικές λεηλασίες. Η Βενετική Γερουσία αποφάσισε να συνδράμει με 200 τσεκίνια (χρυσά νομίσματα).
Η Φιλοθέη απευθύνθηκε για βοήθεια και στο Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, το οποίο απέστειλε στην Αθήνα τον μέγα λογοθέτη, Ιέρακα, ώστε να ερευνήσει από κοντά τα γεγονότα και να ενημερώσει τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Όταν έφτασε στην Αθήνα, συναντήθηκε με τον Μητροπολίτη αλλά και με τους Ρωμιούς προεστούς της πόλης και ενημερώθηκε για τη δραστηριότητα της ηγουμένης Φιλοθέης. Ο ίδιος επισκέφθηκε το μοναστήρι του Αγίου Ανδρέα και έμεινε έκπληκτος από το φιλανθρωπικό και πνευματικό έργο που επιτελούνταν εκεί. Αφού ενημερώθηκε για τις δυσκολίες που εμπόδιζαν τη συνέχιση της κοινωνικής δραστηριότητας της αγίας, υποσχέθηκε να ενημερώσει με κάθε λεπτομέρεια το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ώστε να στηρίξει υλικά και πνευματικά το έργο της. Έτσι, η μονή επέζησε από την οικονομική «αιμορραγία» και συνέχισε τις φιλανθρωπικές της δράσεις.
 
Το τέλος της Αγίας Φιλοθέης
Ήταν ξημερώματα της 3ης Οκτωβρίου του 1588, στο μετόχι στα Πατήσια. Η Φιλοθέη και οι μοναχές έκαναν ολονυχτία προς τιμή του Αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου. Ξαφνικά, ακούσθηκε θόρυβος. Πέντε Τούρκοι είχαν πηδήξει από τον μαντρότοιχο και είχαν εισβάλει μέσα στο καθολικό. Αφού άρπαξαν τη Φιλοθέη, άρχισαν να τη μαστιγώνουν, και μάλιστα με τέτοια μανία, ώστε από τον βασανισμό και τις κακώσεις την άφησαν σχεδόν μισοπεθαμένη.
Ήταν τόσο μεγάλο το μίσος τους, ώστε την έβγαλαν στο προαύλιο του ναού και την έδεσαν σε μια κολώνα, η οποία σώζεται μέχρι σήμερα. Στην κρίσιμη αυτή στιγμή για τη ζωή της, η Φιλοθέη ευχαριστούσε τον Θεό που την αξίωσε να μαρτυρήσει στο όνομά Του. Οι υπόλοιπες μοναχές κατόρθωσαν και έφυγαν, αλλά όταν επέστρεψαν βρήκαν την ηγουμένη σε άθλια κατάσταση.
Τότε αποφάσισαν να τη μεταφέρουν στο μετόχι της Καλογρέζας, για να μπορέσει να αναρρώσει, αλλά και για να προστατευθεί από την οργή των Τούρκων. Εκεί έμεινε νοσηλευόμενη επί πέντε μήνες, από τον Οκτώβριο του 1588 έως τις 19 Φεβρουαρίου του 1589, ημέρα κατά την οποία η «κυρά και μαΐστρα των Αθηνών» παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο.
Ενταφιάσθηκε στο μετόχι της Καλογρέζας και μόλις έπειτα από είκοσι ημέρες ευωδίαζε ο τόπος. Ύστερα από αιώνες, το σκήνωμά της μεταφέρθηκε στην Μητρόπολη Αθηνών, όπου φυλάσσεται έως σήμερα μέσα σε ασημένια λάρνακα.
Τμήμα του λειψάνου και το μικρό δάκτυλο της αγίας βρίσκονται στη Μονή Βρυούλων, πλησίον του Ναού Αγίου Ανδρέα. Οι μοναχές με τα λιγοστά που διέθεταν συνέχισαν το έργο του μοναστηριού έως την Επανάσταση του 1821, όταν λεηλατήθηκε και εγκαταλείφθηκε. Στις μέρες μας είναι ανακαινισμένος μόνο ο ναός στον περίβολο της Αρχιεπισκοπής Αθηνών.
Αγιοκατάταξη
Αργότερα ήρθε και η αγιοκατάταξη της ηγουμένης Φιλοθέης. Έγινε επί Οικουμενικού Πατριάρχη Ματθαίου Β’ (1595-1600), ύστερα από σχετική αναφορά του Μητροπολίτη Αθηνών Νεοφύτου, την οποία συνυπέγραψαν οι Μητροπολίτες Κορίνθου και Θηβών, μαζί με τον κλήρο και τους προκρίτους των Αθηνών.
Στην αναφορά τους ζητούσαν, μεταξύ άλλων, την επίσημη αναγνώρισή της από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, τονίζοντας τα αναρίθμητα θαύματα που έγιναν από το λείψανό της, το οποίο ευωδίαζε.

Η μνήμη της τιμάται κάθε χρόνο στις 19 Φεβρουαρίου. Στην Αττική, μεταξύ άλλων, στο παρεκκλήσι στην περιοχή Διώνη Πικερμίου, αλλά και στην περιοχή της Εκάλης, στην ομώνυμη γυναικεία μονή που ιδρύθηκε το 1960. Στον χώρο της μονής λειτούργησε το 1963 οικοτροφείο θηλέων υπό την επωνυμία «Αγία Τριάς», όπου φιλοξενούνται κορίτσια. Ενοριακός ναός αφιερωμένος στην Αγία Φιλοθέη υπάρχει και στον Πύργο Ηλείας, όπου δίπλα λειτουργεί και το οικοτροφείο-ορφανοτροφείο θηλέων «Η Αγία Φιλοθέη». Στο όνομα της αγίας είναι αφιερωμένα παρεκκλήσια και στους ναούς Αγίας Αικατερίνης στο Άργος και Αγίου Κωνσταντίνου στο χωριό Χαλκιάδες Άρτας.
 
Η κρύπτη 
Η κρύπτη της Αγίας Φιλοθέης ανακαλύφθηκε τυχαία το 1934 κατά τη διαδικασία εξόρυξης της κοκκινόπετρας που προοριζόταν για το κτίσιμο των σπιτιών της περιοχής. Τότε είχε ακόμη τη μορφή σπηλιάς, αλλά σιγά-σιγά διαμορφώθηκε στο σημερινό εκκλησάκι. Η ανακάλυψή της έγινε και η αιτία να μετονομαστεί ο τότε οικισμός της Νέας Αλεξάνδρειας σε Φιλοθέη.
Η κρύπτη επικοινωνούσε, μέσω μιας υπόγειας σήραγγας, με το μετόχι της Καλογρέζας, το οποίο βρισκόταν κοντά στην οδό Καποδιστρίου (απέναντι από το σημερινό Τένις Φιλοθέης).
Σε αυτό, λοιπόν, το ναΐδιο, που ήταν αφιερωμένο στα Εισόδια της Θεοτόκου και βρισκόταν στην άλλη άκρη της κρύπτης, κατέφευγε η Αγία Φιλοθέη για να προσευχηθεί απερίσπαστη από τις απειλές των Τούρκων. Από άλλους εικάζεται πως η κρύπτη ήταν μια φυσική σπηλιά, την οποία η αγία είχε διαμορφώσει σε παρεκκλήσι όπου κατέφευγε. Λέγεται ότι την υπόγεια στοά τη χρησιμοποιούσε για να ξεφεύγει μαζί με τις καλόγριές της προς την άλλη μονή (ή και οπουδήποτε αλλού) κατά τις επιδρομές των Τούρκων...
Κοντά στην κρύπτη χτίστηκε η εκκλησία της Αγίας Φιλοθέης.
 
Ο ναός του Αγίου Ανδρέα στην Αρχιεπισκοπή
Βρίσκεται στο προαύλιο του μεγάρου της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, στην οδό Αγίας Φιλοθέης 19. Σύμφωνα με τον Δ. Καμπούρογλου, ήταν δρομικός ναός (βασιλική), ο οποίος ιδρύθηκε στους πρώτους αιώνες της επικράτησης του Χριστιανισμού στην Αθήνα.
Γύρω στα 1550 η Αγία Φιλοθέη τον ανακαίνισε και τον έκανε καθολικό του μοναστηριού που ίδρυσε εκεί.
Το αρχοντικό των Μπενιζέλων σώζεται έως σήμερα στην οδό Αδριανού 96 και η χρήση του έχει παραχωρηθεί από το υπουργείο Πολιτισμού στην Αρχιεπισκοπή. Έως το 1821 στο ασκητήριό της σώζονταν το προσευχητάριο της, ένα σκοινί κρεμασμένο στον χαλκά και ο αργαλειός της με τα εξαρτήματα του. Το όλο συγκρότημα είχε σχήμα Π και στο μέσο υπήρχε τρίκογχη βασιλική του Αγίου Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτοκλήτου, όπου αργότερα τοποθετήθηκε και το λείψανο της αγίας.
Το 1834, με τη μεταφορά της πρωτεύουσας στην Αθήνα, ο χώρος του μοναστηριού χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας. Αναφέρεται ότι επί Όθωνος στο ερειπωμένο μοναστήρι μονάχα μία η δύο γριές άναβαν το καντήλι της Κυράς. Το 1836 ο τελευταίος επίτροπος της μονής, Σπυρίδων Μπενιζέλος, παρέδωσε στον επίσκοπο Αττικής τις φορητές εικόνες του μοναστηρίου και εκείνος τις τοποθέτησε στην εκκλησία της Αγίας Ειρήνης (της οδού Αιόλου), αλλά καμιά από αυτές δεν φαίνεται να σώθηκε.
Το λείψανο της αγίας κατετέθη από την οικογένεια Μπενιζέλου στην εκκλησία της Παναγίας της Γοργοεπηκόου (Αγίου Ελευθερίου), όπου σήμερα βρίσκεται το πρώτο εικόνισμά της.
Αργότερα μεταφέρθηκε στον σημερινό Μητροπολιτικό Ναό. Τότε ήταν που χάθηκαν και τα παλαιά ιερά σκεύη. Χρόνια μετά ο χώρος περιήλθε στο Δημόσιο και από αυτό τον παρέλαβε ο Μητροπολίτης Αθηνών Γερμανός Καλλιγάς (1889-1896), ο όποιος κατεδάφισε όλα τα μισοερειπωμένα κτίσματα και ανήγειρε αρχιεπισκοπικό και συνοδικό μέγαρο.
Στη θέση της εκκλησίας έχτισε τη σημερινή εκκλησία του Αγίου Ανδρέα. Τα έργα του μητροπολιτικού οίκου ολοκληρώθηκαν τον Νοέμβριο του 1892 –ξοδεύτηκαν 123.790,39 δρχ., εκ των οποίων οι 45.627,39 δρχ. ήταν προσφορά του μητροπολίτη– και του Συνοδικού Μεγάρου τον Μάιο του 1894. Για τις ανάγκες δόθηκαν 71.295,65 δρχ., από τις όποιες τις 23.595,65 δρχ. κατέβαλε ο Γερμανός. Τα εγκαίνια του Συνοδικού Μεγάρου έγιναν στις 3 Ιουνίου 1894.
Ο αρχιεπισκοπικός οίκος επισκευάσθηκε το 1958 επί Αρχιεπισκόπου Θεοκλήτου του Β’, ενώ επί Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου του Τηνίου τα Συνοδικά γραφεία μεταστεγάστηκαν στη Μονή Πετράκη.
Η νέα εκκλησία έχει διαστάσεις μήκος 13 μ. και πλάτος 11 μ. και είναι εξωτερικά ρυθμού τρίκλιτης βασιλικής και εσωτερικά βυζαντινού ημισύνθετου τετρακιόνιου. Στον ανατολικό τοίχο του ιερού έχουν διαμορφωθεί τρεις αψίδες. Οι αγιογραφίες, λόγω της φθοράς που είχαν υποστεί, αποκαταστάθηκαν τον Μάιο του 1999, με τη μέριμνα του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, από τον Αναστάσιο Μαργαριτώφ.
Στον πρώτο όροφο του αρχιεπισκοπικού οίκου έχει διαμορφωθεί μικρό παρεκκλήσι στο όνομα του Αγίου Αποστόλου Παύλου.
Το 1970, επί μακαριστού Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, στο ΒΔ ισόγειο του κεντρικού κτιρίου της Αρχιεπισκοπής ανακαλύφθηκε το πηγάδι του παλιού μοναστηριού, ενώ το ασκητήριο της οσιομάρτυρος βρίσκεται κάτω από το δάπεδο του ναού και του βόρειου τμήματος της αυλής, σε απόσταση από το σημείο όπου έχει εδώ και εκατό χρόνια τοποθετηθεί η επιγραφή «Αρχαία Κρύπτη». Το 1892, κατά τη διάρκεια καθαρισμού του χώρου για την ανέγερση της νέας εκκλησίας του Αγίου Ανδρέα, βρέθηκε πλάκα από πεντελικό μάρμαρο (διαστάσεων 0,50 x 0,31 μ. και πάχους 0,21 μ.) με επιγραφή της περιόδου 440-430 π.Χ. που αναφερόταν σε δημόσια κατασκευή.
 
8.Τιμόθεος επίσκοπος Ευρίπου
Ο Όσιος Τιμόθεος (κατά κόσμον Τάσος Καλαμιώτης) γεννήθηκε το 1510 στον Κάλαμο Αττικής . Ο πατέρας του, που ήταν ιερέας της περιοχής, δίδαξε στον Τιμόθεο τα πρώτα του γράμματα και μαζί με την μητέρα του ενέπνευσαν την πίστη του στο χριστιανισμό. Όταν μεγάλωσε λίγο, οι γονείς του αποφάσισαν να τον στείλουν σε σχολεία στην Αθήνα, ώστε να λάβει την καλύτερη δυνατή μόρφωση. Δάσκαλός του, υπήρξε και ο τότε επίσκοπος Ωρεού της Βόρειας Εύβοιας, ο οποίος διακρίνοντας την έφεση του Αγίου στα γράμματα, αποφάσισε να χρηματοδοτήσει όλες του τις σπουδές. 
Όταν ο Τιμόθοες τελείωσε με τις σπουδές του, πήγε στην Βόρεια Εύβοια και έμεινε κοντά στον Επίσκοπο Ωρεού, ο οποίος αρχικά τον έκανε γραμματέα του. 
Μετά από μερικά χρόνια εκάρη μοναχός, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Τιμόθεος από τον ίδιο επίσκοπο, και πολύ γρήγορα χειροτονήθηκε διάκος και πρεσβύτερος. Όταν ο επίσκοπος εκοιμήθη, τον διαδέχθηκε στον θρόνο του, μα σε σύντομο χρονικό διάστημα χειροτονείται μητροπολίτης Ευρίπου με έδρα τη Χαλκίδα. Ως Μητροπολίτης, ο Τιμόθεος, στάθηκε δίπλα τόσο στους χριστιανούς, όσο και στους αλλόθρησκους Τούρκους και Εβραίους. Έτσι, από τα πρώτα χρόνια της δράσης του, είχε γίνει αγαπητός και με την καλοσύνη του και τη διδασκαλία του έπεισε πολλούς Τούρκους να αλλαξοπιστήσουν. 
Ο τότε Σουλτάνος, όμως, Σελίμ ο Β’, έβγαλε διάταγμα να μετατραπούν σε τζαμιά κάποιοι χριστιανικοί ναοί. Όπως, ήταν φυσικό, ο Τιμόθεος αντέδρασε έντονα στον ντόπιο πασά, δηλώνοντάς του, πως δεν θα επιτρέψει να εφαρμοστεί το σουλτανικό διάταγμα. Τότε, ο πασάς, κήρρυξε τον μητροπολίτη Τιμόθεο, εχθρό της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, σχεδιάζοντας ακόμα και τη δολοφονία του. Οι Τούρκοι της περιοχής, καθώς και η κρυπτοχριστιανή σύζυγος του πασά, φυγάδευσαν τον Τιμόθεο, δίνοντάς του ένα μεγάλο χρηματικό ποσό.
Έτσι, λοιπόν, ο Τιμόθεος κατά το έτος 1572, με τη συνοδεία δύο κληρικών, εγκαταλείπει την Εύβοια και επιστρέφει στη γενέτειρά του, όπου έμεινε για λίγο καιρό στη μονή Κολολιβαδίου.
Η ήττα των Τούρκων στη ναυμαχία της Ναυπάκτου, είχε ως αποτελέσμα να αυξηθούν οι διωγμοί εναντίον των χριστιανών και κατ’ επάκταση του εξόριστου Τιμόθεου. Ο πασάς της Χαλκίδας έδωσε διαταγή να τον βρουν και να τον συλλάβουν, μα ο Άγιος πρόλαβε και κρύφτηκε στο “Όρος Αμώμων”, το γνωστό Πεντελικό Όρος, σε ένα ασκητήριο. Εκεί μέσα σε λίγα χρόνια συγκεντρώθηκαν και άλλοι μοναχοί που θέλησαν να μείνουν κοντά του. Ο Τιμόθεος, όμως, επιθυμούσε την μοναχικότητα και αποφάσισε να ιδρύσει ένα δικό του ησυχαστήριο. Έψαξε σε όλη την περιοχή για να βρει ένα κατάλληλο μέρος, έτσι μια μέρα βρέθηκε σε ένα σημείο του βουνού, όπου βρήκε την εικόνα της Παναγίας της Γλυκοφιλούσας. Εκεί, λοιπό, αποφάσισε να χτίσει τη μονή, η οποία θα ήταν αφιερωμένη στην κοίμηση της Θεοτόκου(Ιερά Μονή Πεντέλης). Το χτίσιμο της μονής ξεκίνησε το 1576 και τέλειωσε το 1578. Ο Τιμόθεος, παρέμεινε στη μονή για 5 χρόνια, ώσπου να την οργανώσει. Στη συνέχεια, αποσύρθηκε σε ένα κτήμα που αγόρασε στο Γέρακα. 
Τα επόμενα χρόνια επισκέφτηκε πολλά μοναστήρια και ησυχαστήρια, χωρίς να μένει, όμως για μεγάλο χρονικό διάστημα σε αυτά. Το 1580, πήγε στη σκήτη του Αγίου Γεωργίου Βραυρώνας, όπου φιλοτεχνήθηκε τις τοιχογραφίες και έχτισε καινούργια κελιά Στην Βραυρώνα συνέβη και το γνωστότερο θαύμα του Αγίου Τιμοθέου, όταν κάποιοι πειρατές απήγαγαν τα παιδιά μιας Οθωμανής. Ύστερα από δική του παρέμβαση, τα παιδιά αφέθηκαν ελεύθερα, με τρόπο θαυμαστό. Η μητέρα τους για να τον ευχαριστήσει του χάρισε ένα μεγάλο κομμάτι γης από τα κτήματά της. Οι υπόλοιποι γαιοκτήμονες,όμως, της περιοχής στράφηκαν εναντίον του, φοβούμενοι τον πολλαπλασιαμό των κτημάτων του. Έτσι, για μια ακόμα φορά, ο Άγιος Τιμόθεος, αναγκάστηκε να εγκαταλέιψει το μέρος που ζούσε, και αυτή τη φορά να εγκατασταθεί στο νησί Κέα. Εκεί, έγινε λειτουργός στη Μονή του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου, που ως τότε ήταν εγκατελειμένη. Τα καλοκαίρια, μεταφερόταν στο σπήλαιο του Λούρου,όπου και εκοιμήθη στις 16 Αυγούστου του 1590, σε ηλικία 80 ετών. Η τίμια κάρα του Αγίου, σώζεται έως και σήμερα στην Ιερά Μονή Πεντέλης, όπου θεωρείται κτήτορας και προστάτης της. Ναοί αφιρωμένοι στον Άγιο Τιμόθεο, υπάρχουν στην Χαλκίδα, την Κέα και στην Γαργηττό Αττικής. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 16 Αυγούστου.

9.Μιχαήλ Πακνανάς ο κηπουρός
Ο Άγιος νεομάρτυς Μιχαήλ Πακνανάς(ή Μπακνανάς) γεννήθηκε γύρω στα 1750 μ. Χ. στην Αθήνα, από ευσεβείς γονείς και έζησε στη συνοικία της Βλασσαρούς, η οποία βρισκόταν κάτω από την Ακρόπολη, στο σημερινό χώρο της Αρχαίας αγοράς. Επειδή, οι γονείς του ήταν πολύ φτωχοί, ο Άγιος Μιχαήλ έμεινε αγράμματος και από πολύ μικρή ηλικία αναγκάστηκε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του και να γίνει κηπουρός. 
Μια μέρα, κατά το έτος 1770 ή 1771 μ.Χ. καθώς επέστρεφε στην Αθήνα, από κάποιο χωριό, όπου είχε πάει για να εργαστεί,συνελήφθη από Τούρκους φύλακες, με την ψευδή κατηγορία πως κουβαλούσε μπαρούτι για τους Έλληνες επαναστάτες. Αφού τον φυλάκισαν, τον οδήγησαν τον κριτή, ο οποίος και αποφάσισε το θάνατό του, εκτός αν δεχόταν να απαρνηθεί την πίστη του και να γίνει μουσουλμάνος. Ο Άγιος Μιχαήλ, όμως, χωρίς να πτοηθεί από τις απειλές του κριτή, αρνήθηκε να αλλαξοπιστείσει, λέγοντας σύμφωνα με την παράδοση: “ Δεν τουρκεύω”. Έτσι, καταδικάστηκε σε θάνατο και οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσής του. Στην αρχή, ο δήμιος χτύπησε τον Άγιο με ανεστραμμένο το ξίφος του στο λαιμό, με σκοπό να τον εκφοβίσει. Ο Άγιος, όμως, χωρίς να χάσει το θάρρος του είπε: “ Χτύπα για την πίστη”. Ο δήμιος, προσπαθώντας για δέυτερη φορά να τον μεταπείσει, τον πλήγωσε με το μαχαίρι στον τράχηλο, μα και πάλι ακούστηκαν από το στόμα του Αγίου τα ίδια λόγια: “ Χτύπα για την πίστη”. Έτσι, ο δήμιος αποκεφάλισε τον Άγιο Μιχαήλ.
Το μοναδικό παρεκκλήσιο στην Αθήνα, που είναι αφιερωμένο στον Άγιο Μιχαήλ Πακνανά, βρίσκεται στον ιερό ναό Αναλήψεως του Κυρίου, στο Νέο κόσμο, όπου σύμφωνα με την παράδοση, εκεί βρίσκονταν οι κήποι του Αγίου. 
 Αξίζει να σημειώσουμε, πως στην πρώτη κολόνα του Ολυμπίου Διός στην Αθήνα βρίσκεται το ακόλουθο επιγραφικό χάραγμα: “1771 9 ιουλίου αποκεφαλίσθη ο Πακνανάς Μιχάλης”.
Ο Άγιος Μιχαήλ το 2003 ανακηρύχθηκε προστάτης των διαιτολόγων και διατροφολόγων. Στην περιοχή Νέος Κόσμος, ένας από τους κεντρικότερους δρόμους φέρει το όνομά του, όπως και η αντίστοιχη στάση του τραμ. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 9 Ιουλίου.


10.Άγιος Ανάκλητος, πάπας Ρώμης
Γεννήθηκε τον 1ο αιώνα μ. Χ. στην τότε, ειδωλολατρική Αθήνα και ο πατέρας του, φαίνεται να ήταν φιλόσοφος. Ο Άγιος Ανάκλητος, υπήρξε ο πρώτος Έλληνας επίσκοπος Ρώμης και χειροτονήθηκε το 76 ή 79 μ.Χ., φέροντας το λατινικό όνομα Κλείτος. Το 88 μ. Χ. ο Άγιος Ανάκλητος βρήκε μαρτυρικό θάνατο. 
Σύμφωνα με την λατινική παράδοση, ο Άγιος ετάφη στο χώρο, όπου χτίστηκε αργότερα η Βασιλική του Αγίου Πέτρου. Η Ορθόδοξη εκκλησία τιμά την μνήμη του στις 26 Απριλίου, ενώ η Καθολική στις 13 Ιουλίου.

11.Άγιος Υγίνος (ή υγιεινός ο φιλόσοφος)

Ο Άγιος Υγίνος γεννήθηκε στην Αθήνα και ήταν φιλόσοφος. Η ακριβής ημερομηνία γεννήσεώς του δεν έιναι γνωστή όπως και τα περισσότερα στοιχεία από το βίο του.
Χειροτονήθηκε πάπας Ρώμης το 136 μ .Χ και σύμφωνα με την παράδοση, κατά τα χρόνια της δράσης του, καθόρισε διάφορα προνόμια του κλήρου, καθώς και τις βαθμίδες τις εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Μαρτύρησε το 140 μ. Χ. , επί αυτοκράτορα Αντωνίνου Πίου. Ο τάφος του Αγίου βρίσκεται στο Βατικανό κοντά στον τάφο του Αγίου Πέτρου. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 11 Ιανουαρίου.

12. Αριστείδης μάρτυς, ο φιλόσοφος
Γεννήθηκε το 2ο αιώνα μ. Χ. στην Αθήνα, και προερχόταν από πλούσια οικογένεια. Σπούδασε από μικρός κλασσική φιλοσοφία, στην Φιλοσοφική σχολή Αθηνών, μελετώντας ιδιαιτέρως το Νεοπλατωνισμό. Παρόλο που εκείνη την περίοδο, όλοι σχεδόν οι Αθηναίοι ήταν ειδωλολάτρες, ο Αριστείδης ασπάστηκε το χριστιανισμό, επηρεασμένος από τους πρώτους χριστιανούς των Αθηνών, Άγιο Ιερόθεο και Άγιο Διονύσιο Αρεοπαγίτη, των οποίων υπήρξε και μαθητής. 
Ο φιλόσοφος Αριστείδης, συνέγραψε το πρώτο απολογητικό έργο, με τίτλο “ Περί Θεοσεβείας”, με το οποίο υπερασπίστηκε τους διωγμένους χριστιανούς. Πιο συγκεκριμένα, με αυτό το έργο, θέλησε να αποδείξει την ορθότητα της χριστιανικής πίστης και του Ευαγγελίου, μα και να καταδικάσει την αδικιολόγητα σκληρή στάση της Ρωμαϊκής αυτοκρατόριας εναντίον των χριστιανών. Το κείμενο του μάρτυρα Αριστείδη, αποτέλεσε πρότυπο απολογητικού έργου και επηρέασε αρκετούς μεταγενέστερους απολογητές, οι οποίοι βασίστηκαν σ αυτό για να γράψουν τις δικές τους απολογίες.
Ο τότε ρωμαίος αυτοκράτορας Αδριανός, όπως ήταν φυσικό, εξοργίστηκε με την παρουσία αυτού του έργου και κάλεσε τον Αριστείδη στη Ρώμη, για να απολογηθεί. Ο μάρτυς όταν γύρισε στην Αθήνα, συνέχισε να κηρύττει υπέρ του χριστιανισμού και τελικά συνελήφθη από τους ρωμαίους, οδηγήθηκε στην αρχαία αγορά, όπου και θανατώθηκε δια απαγχονισμού στις 13 Σεπτεμβρίου το 120 μ. Χ, ή το 134 μ. Χ. Ναοί αφιερωμένοι στον Άγιο Αριστείδη, υπάρχουν στην Κρήτη, στη Ρούμελη, στο Καρπενήσι, στη Φθιώτιδα, στη Σαντορίνη και την Τήνο. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις 13 Σεπτεμβρίου. 

13.Άγιος Σίξτος 
Ο Άγιος Σίξτος ή Ξυστός (που σήμαινε γυαλισμένος) γεννήθηκε στην Αθήνα κατά τον 3ο αιώνα μ. Χ. και ανήκει στους πρωτομάρτυρες της Εκκλησίας. Όταν το 253 μ. Χ. , ο τότε πάπας Ρώμης, Άγιος Στέφανος, βρήκε μαρτυρικό θάνατο, ο Άγιος Σίξτος τον διαδέχτηκε. Σύμφωνα με το βιβλίο παπών Ρώμης, ο Άγιος Σίξτος, την περίοδο της δράσης του, ασχολήθηκε κυρίως, με την αποκατάσταση των σχέσεων, μεταξύ των αφρικανικών και των ανατολικών Ορθόδοξων Εκκλησιών, οι οποίες είχαν διαταραχθεί με αφορμή το ζήτημα του βαπτίσματος των αιρετικών. 
Κατά την περίοδο των διωγμών του αυτοκράτορα Βαλεριανού, ο Άγιος Σίξτος, προβλέποντας κατά κάποιο τρόπο την καταστροφή που πλησίαζε, διέταξε τον αρχιδιάκονό του Λαυρέντιο, να κρύψει όλα τα πολύτιμα σκεύη της εκκλησίας της Ρώμης. Οι προβλέψεις του Αγίου, βγήκαν αληθινές, καθώς ο αυτοκράτορας, μετά από λίγο καιρό, κάλεσε τον Σίξτο και τον διέταξε να απαρνηθεί την πίστη του. Ο Άγιος, αρνήθηκε και ο Βαλεριανός διέταξε τον αποκεφαλισμό του το 257 μ . Χ ή το 258. Μαρτυρικό θάνατο είχε και ο αρχιδιάκονος του Αγίου, ο οποίος δεν αποκάλυψε που είχε κρύψει τα πολύτιμα σκεύη της Εκκλησίας της Ρώμης. Το σώμα του Αγίου Σίξτου, ενταφιάστηκε από τον Άγιο Ιππόλυτο, ο οποίος, ύστερα από αυτή του την πράξη, εξόργισε τους Ρωμαίους, οι οποίοι αποφάσισαν τη θανάτωσή του. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη και των τριών αγίων την ίδια ημέρα, στις 10 Αυγούστου.

14.Αγία Δαρεία και Άγιος Χρύσανθος
Οι μάρτυρες Δαρεία και Χρύσανθος έζησαν τον 3ο αιώνα μ. Χ., κατά την περίοδο του βασιλιά Νουμεριανού (243-284 μ. Χ. ). Η Αγία Δαρεία, ήταν Αθηναία ειδωλολάτρισσα και εστιάδα (παρθένα, ιέρεια της θεάς Εστίας). Ο Άγιος Χρύσανθος καταγόταν από την Αλεξάνδρεια και προερχόταν και αυτός από ειδωλολατρική οικογένεια. Ο Χρύσανθος, όμως, πίστεψε στο χριστιανισμό και βαπτίστηκε χριστιανός, προκαλώντας την οργή του πατέρα του, Πολέμονα, ο οποίος τον φυλάκισε με σκοπό να τον μεταπείσει. Ο Πολέμονας, βλέποντας πως δεν είχε κανένα αποτέλεσμα η φυλάκιση του γιου του, αποφάσισε να τον παντρέψει με το ζόρι με την, τότε, ειδωλολάτρισσα, Δαρεία. Ο γάμος αυτός, όμως, είχε αντίθετα αποτελέσματα, καθώς ο Χρύσανθος έκανε τη Δαρεία να πιστέψει και αυτή στο χριστιανισμό και να βαπτιστεί και αυτή χριστιανή. Όταν αυτό, έγινε γνωστό στην τοπική κοινωνία, καταγγέλθηκαν και οδηγήθηκαν στον ύπαρχο Κελερίνο, ο οποίος τους παρέδωσε στον Κλαύδιο, τον διοικητή του τάγματος, με σκοπό να τους βασανίσει. Για αρκετές μέρες ο Κλαύδιος, μαζί με τους στρατιώτες βασάνιζαν με φρικτούς τρόπους το νεαρό ζευγάρι, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Οι δύο μάρτυρες, υπέμεναν με θάρρος τα βασανιστήρια, κατορθώνοντας με αυτό τον τρόπο να επηρεάσουν ακόμα και τον ίδιο βασανιστή τους, ο οποίος ζήτησε από τον Χρύσανθο να βαπτίσει χριστιανούς, αυτόν, την γυναίκα του Ιλαρία και τα δυο του παιδιά, Ιάσονα και Μαύρο. Η οικογένεια του Κλαυδίου, μετά από αυτή την πράξη, βρήκε μαρτυρικό θάνατο. 
Το 283 μ. Χ. οι Άγιοι Δαρεία και Χρύσανθος, θάφτηκαν ζωντανοί σε ένα λάκκο, όπου βρήκαν και μαρτυρικό θάνατο. Η μνήμη και των δύο τιμάται στις 19 Μαρτίου.

15.Άγιος Μηνάς ο καλλικέλαδος και Άγιος Ερμογένης
Ο Άγιος Μηνάς, γεννήθηκε στην Αθήνα στις αρχές του 4ου αιώνα (μάλλον το 311 μ. Χ), τα χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμίνου του Β. Προερχόταν από ειδωλολατρική οικογένεια και από μικρός έλαβε σημαντική μόρφωση, σπουδάζοντας δίπλα σε σπουδαίους φιλόσοφους της εποχής. Στη συνέχεια, επιδόθηκε στη μελέτη χριστιανικών συγγραμμάτων, με αποτέλεσμα να ασπαστεί το χριστιανισμό και να βαπτιστεί χριστιανός. Τα επόμενα χρόνια της ζωής του, ασχολήθηκε, κυρίως με την ιεραποστολή και το κήρυγμα. Ήταν εξαιρετικός ρήτορας και χειριστής του λόγου, για αυτό και ονομάστηκε καλλικέλαδος. Παράλληλα, στην Αλεξάνδρεια, είχε ξεσπάσει εμφύλιος μεταξύ των κατοίκων της πόλεως και ο αυτοκράτορας Μαξιμίνος, αγνοώντας την χριαστιανική ταυτότητα του Μηνά, αποφάσισε να τον διορίσει έπαρχο της Αλεξάνδρειας, ώστε να λυθεί το πρόβλημα. Ο Άγιος Μηνάς, πράγματι, κατάφερε να καταστείλλει την επανάσταση, μα ταυτόχρονα άρχισε να στηρίζει τους χριστιανούς της περιοχής. Μετά από λίγο καιρό, όμως, ο Μαξιμινός, διέταξε τον Άγιο Μηνά, να προχωρήσει σε διωγμό τον χριστιανών της Αιγύπτου και επαναφορά των ειδώλων. Ο Άγιος, όχι μόνο αψήφησε την εντολή του αυτοκράτορα, αλλά παρότρυνε τους χριστιανούς να εξεργεθούν και να υπερασπιστούν την πίστη τους. Όταν ο Μαξιμίνος αντιλήφθηκε την “ προδοσία” του επάρχου Μηνά, αποφάσισε τη φυλάκιση και αντικατάστασή του από τον Αθηναίο Ερμογένη. Ο νέος έπαρχος, Ερμογένης, διέταξε τους στρατιώτες του να βασανίσουν σκληρά τον Άγιο Μηνά και να τον αφήσουν να πεθάνει μέσα στο κελί του. Όταν μετά από μέρες, και σίγουροι πως έχει πεθάνει,οι στρατιώτες άνοιξαν το κελί, μα ο Άγιος Μηνάς, όχι μόνο ήταν ζωντανός, αλλά και είχαν θεραπευτεί, ως εκ θαύματος, όλες του οι πληγές. Ο Ερμογένης, μη μπορώντας να πιστέψει σε αυτό που έβλεπε, ρώτησε τον Άγιο Μηνά με ποιό τρόπο θεραπεύτηκε και ο Άγιος απάντησε: “ «Εάν γαρ και πορευθώ εν μέσω σκιάς θανάτου ου φοβηθήσομαι κακά ότι συ μετ΄ εμού ει Κύριε» (Αν αντικρίσω το θάνατο, δε θα φοβηθώ μήπως πάθω κακό, διότι συ είσαι μαζί μου Κύριε). Ο Ερμογένης, ακούγοντας, αυτά τα λόγια, συγκινήθηκε και αποφάσισε να βαπτιστεί και αυτός χριστιανός, μαζί και με άλλους κατοίκους της πόλης. Ο Μαξιμίνος, διέταξε τον αποκεφαλισμό και των δύο τους και την εξαφάνιση τον λειψάνων τους. Παρ’ όλα αυτά, τμήματα των λειψάνων, βρέθηκαν αργότερα και φυλάσσονται έως και σήμερα στη μονή Λειμώνος Λέσβου, στη μονή Δοχειαρίου Αγίου Όρους, στην Ιερά μητρόπολη Φθιώτιδος και στο μουσείο Μπενάκη.
 Ο Άγιος Μηνάς, θεωρείται προστάτης της Ελευθερούπολης, στην Καβάλα, καθώς και προστάτης των δημοσιογράφων. Η μνήμη των Αγίων,Μηνά και Ερμογένη, τιμάται κάθε χρόνο στις 10 Δεκεμβρίου. 
 
16.Άγιοι μάρτυρες Ίσαυρος ο διάκονος, Βασίλειος και Ιννοκέντιος
Ο Άγιος Ίσαυρος και οι συνοδηπόροι του Βασίλειος και Ιννοκέντιος, κατάγονταν από την Αθήνα και έζησαν τον 3ο αιώνα μ. Χ. κατά την περίοδο του βασιλιά Νουμεριανού. Γρήγορα, αποφάσισαν να εγκαταλείψουν την Αθήνα και να μεταβούν και οι τρεις στην Απολλωνία την Ιλλυρική (παράλια της σημερινής Β. Ηπείρου).
Εκεί, σύμφωνα με την παράδοση, ύστερα από αποκάλυψη αγγέλου, αποφάσισαν να εγκατασταθούν σε ένα σπήλαιο και να ακολουθήσουν τον ασκητικό βίο. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, οι τρεις Άγιοι, συναντήθηκαν με μια παρέα νέων χριστιανών, το Φήλικα, τον Ερμεία και τον Πενεγρίνο. Οι τρεις νέοι, μαθήτευσαν, δίπλα στον Άγιο Ίαυρο και ύστερα από προτροπή του, αποφάσισαν να μοιράσουν όλα τα υπάρχοντά τους στους φτωχούς της περιοχής και να τον ακολουθήσουν στον ασκητικό βίο. Οι ειδωλολάτρες γονείς των, Φήλικα, Ερμεία και Πενεγρίνου, εξοργισμένοι από αυτή την πράξη των παιδιών τους, απευθύνθηκαν στον τότε έπαρχο της Απολλωνίας, Τριπόντιο, ο οποίος και διέταξε τον αποκεφαλισμό τους. Οι Άγιοι Ίσαυρος, Βασίλειος και Ιννοκέντιος, οδηγήθηκαν στον Απολλώνιο (γιος του επάρχου), ο οποίος τους βασάνισε με φωτιά και νερό. Οι Άγιοι, σαν από θαύμα, βγήκαν σώοι και αβλαβείς από τα σκληρά βασανιστήρια, επηρεάζοντας πολλούς κατοίκους της περιοχής, οι οποίοι ασπάστηκαν στον χριστιανισμό. Ο γιος του επάρχου, αντιλαμβανόμενος, πως δεν έχουν κανένα θετικό αποτέλεσμα τα βασανιστήρια, έδωσε εντολή να αποκεφαλίσουν τους τρεις Αγίους. Η μνήμη των Αγίων, τιμάται κάθε χρόνο στις 17 Ιουνίου.

17.Μάρκος ο ασκητής ή ο Αθηναίος
Οι πληροφορίες για το βίο του Αγίου Μάρκου είναι λίγες και συγκεχυμένες, καθώς υπάρχουν δύο διαφορετικές βιογραφίες για το βίο του Αγίου. Το πιο πιθανό είναι,πως ο Άγιος Μάρκος ο Αθηναίος και ο Μάρκος ο Ασκητής είναι ακριβώς το ίδιο πρόσωπο. 
Ο Μάρκος ο Αθηναίος, γεννήθηκε στην πόλη των Αθηνών κατά τον 4ο αιώνα μ. Χ. και έλαβε σημαντική μόρφωση. Μετά από κάποια χρόνια, έφυγε από την Αθήνα και πήγε στην Αντιόχεια, όπου μαθήτευσε δίπλα στον Άγιο Ιωάννη το Χρυσόστομο. Εκεί, αποφάσισε να ακολουθήσει τον ασκητικό βίο και εκάρη μοναχός. 
Σύμφωνα με τη διήγηση του Όσιου Σεραπίωνος, ο Άγιος Μάρκος, ασκήτεψε στην έρημο, μακριά από την Αίγυπτο, στο όρος της Θράκης. Εκεί έμεινε για 95 χρόνια, και τελικά εκοιμήθη σε ηλικία 135 ετών (περίπου). Ο Όσιος Σεραπίωνας, υποστηρίζει, πως μετά από τα πρώτα 30 χρόνια άσκησης, ο Άγιος Μάρκος είχε αποκτήσει πλήρη απάθεια τόσο σωματική, όσο και πνευματική.
Σύμφωνα με την παράδοση, μια μέρα που ο Άγιος Μάρκος προσευχόταν στο κελί του, στην έρημο, είδε να τον πλησιάζει μια ύαινα, μαζί με το τυφλό παιδί της, η οποία στάθηκε μπροστά στον Άγιο με σκυμμένο το κεφάλι. Όταν ο Άγιος Μάρκος, αντιλήφθηκε, πως το μικρό της ύαινας, ήταν τυφλό, έφτυσε μέσα στα μάτια του, και εκείνο βρήκε αμέσως την όρασή του. Μετά από λίγες μέρες η ύαινα, επισκέφτηκε ξανά τον Άγιο, κουβαλώντας μια προβιά από ένα μεγάλο κριάρι, με σκοπό να το δωρίσει στον Άγιο, από ευγνωμοσύνη, για το καλό που της έκανε. Ο ασκητής, δέχτηκε το δώρο αυτό, μα πρόσταξε την ύαινα, να μην ξαναπειράξει τα ζώα των φτωχών ανθρώπων. 
Μετά από πολλά χρόνια, όταν έφτασε η στιγμή, ο Άγιος Μάρκος, να παραδώσει την ψυχή του, εμφανίστηκαν δύο άγγελοι στον Όσιο Σεραπίωνα (σύμφωνα με διήγηση του ιδίου) και του είπαν να πάει στο Όρος Ταρμάκα, ωστέ να είναι δίπλα στον Άγιο τις τελευταίες του στιγμές, και να τον ενταφιάσει εκεί. 
Η μνήμη του Αγίου Μάρκου, τιμάται κάθε χρόνο στις 5 Μαρτίου.


18.Όσιος Γισλένος
Γεννήθηκε στην Αθήνα και έζησε στο Βέλγιο, Η μνήμη του τιμάται στις 9 Οκτωβρίου.



19.Όσιος Βασίλειος ο ομολογητής ή συναξαριστής
Ο Όσιος Βασίλειος ο Ομολογητής, γεννήθηκε στην Αθήνα, μάλλον τον 9ο αιώνα μ. Χ. Το 857 μ. Χ., ο Βασίλειος εκάρη μοναχός στο Άγιο Όρος, από τον Άγιο Ευθύμιο το νέο, που φαίνεται να ήταν και πνευματικός του πατέρας. Στο Άγιο Όρος, ο Βασίλειος, ίδρυσε το γνωστό έως και σήμερα κάθισμα “του Αγίου Βασιλείου”, που βρίσκεται κάτω από τη δικαιοδοσία της μονής Χιλιανδαρίου. Το κάθισμα, αυτό, είναι χτισμένο παραθαλάσσια( προς την πλευρά του Θρακικού πελάγους) και μοιάζει με οχυρό. Αποτελείται από το κύριο κτίσμα, το κάστρο και τον πύργο και είναι γνωστό και με την ονομασία, “οχυρό της χρυσής”.
 Το 904 μ. Χ. , ο Άγιος Βασίλειος, χειροτονείται επίσκοπος Θεσσαλονικής, διαδεχόμενος τον Ιωάννη τον Δ. 
Ο Όσιος Βασίλειος, είναι περισσότερο γνωστός με το προσωνύμιο συναξαριστής, γιατί κατέγραψε το βίο του Αγίου Ευθυμίου. Στο συναξάρι, αυτό, εκτός από το βίο του Αγίου, υπάρχουν πολλά και σημαντικά ιστορικά και τοπογραφικά στοιχεία για την πόλη της Θεσσαλονίκης. 
Ύστερα από πολλούς αιώνες, το 1981 μ. Χ., ανακαλύφθηκαν εντελώς τυχαία τα λείψανα του Οσίου Βασιλείου, στον Ιερό ναό της Αγίας Σοφίας της Θεσσαλονίκης. Το 1994, χτίστηκε το παρεκκλήσιο του Αγίου Βασιλείου, όπου και φυλάσσονται έως και σήμερα τα λείψανά του. 

20.Όσιος Θεοδόσιος ο νέος, ο ιαματικός
Ο Όσιος Θεοδόσιος, γεννήθηκε στην Αθήνα το 682 μ. Χ. από χριστιανούς γονείς. Από μικρή ηλικία είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό και έτσι, ακολούθησε τον ασκητικό βίο. Αφού, μοίρασε όλη του την περιουσία στους φτωχούς, εγκαταστάθηκε λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Πολλοί, όμως ήταν οι κάτοικοι των Αθηνών, που τον επισκέπτονταν για να τον συμβουλευτούν και να τους βοηθήσει. Ο Όσιος Θεοδόσιος, θέλοντας να απομονωθεί, από τους ανθρώπους και να επιδοθεί στον ασκητικό βίο, αποσύρθηκε σε μια σπηλαιά ανατολικά του Άργους. 
Εκεί, ύστερα από όραμα που είχε, έκτισε ένα ναό, αφιερωμένο στον Τίμιο Πρόδρομο. Και πάλι, πολλοί ήταν εκείνοι, που τον επισκέπτονταν, καθώς ήταν ιδιαιτέρως αγαπητός στον κόσμο. Κάποιοι ιερείς της περιοχής, από φθόνο, κατηγόρησαν τον Όσιο Θεοδόσιο στον τότε επίσκοπο Άργους, Άγιο Πέτρο, χαρακτηρίζοντάς τον μάγο και απατεώνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ο Όσιος Θεοδόσιος, εμφανίστηκε στον ύπνο του επισκόπου, Αγίου Πέτρου, ο οποίος εκείνο το διάστημα είχε μεταβεί στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινουπόλεως για να συναντηθεί με τον Πατριάρχη. Την ημέρα της συνάντησής τους, ο Άγιος Πέτρος εξιστόρησε το όνειρο που είδε στον Πατριάρχη, και τότε ο Πατριάρχης, τον παρακάλεσε να μεταβιβάσει στον Όσιο Θεοδόσιο την ευλογία του και την εκτίμησή του. 
Όταν επέστρεψε από το ταξίδι, ο Άγιος Πέτρος, θέλησε να επισκεφθεί τον Όσιο Θεοδόσιο στο ασκητήριό του, στο χωριό Παναρίτη. Ο Όσιος Θεοδόσιος, που είχε πληροφορηθεί για την επίσκεψη αυτή, βγήκε να υποδεχτεί τον επίσκοπο, κρατώντας το σκουφί του, μέσα στο οποίο είχε βάλει αναμμένα κάρβουνα, για να τον θυμιατίσει.Ως εκ θαύματος, όμως, ούτε το σκουφί του Οσίου είχε πάρει φωτιά, μα ούτε και τα χέρια του καιγόντουσαν. Ο Άγιος Πέτρος, εκείνη τη στιγμή, πείστηκε για την αγιότητα του ασκητή και τον χειροτόνησε διάκονο και ιερέα. 
Ο Όσιος Θεοδόσιος, τα επόμενα, χρόνια έγινε γνωστός σε όλη τη γύρω περιοχή για τα θαύματά του. Όπως αναφέρεται και στον βίο του, ο Όσιος έφτασε στο σημείο να προβλέψει ακόμα και το θάνατό του τρεις ημέρες πριν συμβεί. Συγκέντρωσε όλους τους μαθητές του, τους συμβούλεψε για τελευταία φορά και τους ανακοίνωσε πως είναι έτοιμος να παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο. Στην κηδεία του Οσίου Θεοδοσίου, βρισκόταν πλήθος κόσμου, αναμεσά τους, ο Άγιος Πέτρος και πολλοί ιερείς και μοναχοί. 
Το σκήνωμα του Αγίου φυλάσσεται στο ναό του Τιμίου Προδρόμου. Στο χωριό Πανρίτη, όπου ασκήτευσε ο Όσιος, βρίσκεται η Ιερά Μονή Οσίου Θεοδοσίου του Νέου, που ίδρυσε ο ίδιος το 880 μ. Χ. Δυστυχώς, όμως, μετά τον θάνατο του Οσίου, η μονή ερήμωσε και ξαναλειτούργησε στις αρχές του 16ου αιώνα. 
Από το 1942, το μοναστήρι του Όσιου Θεοδοσίου, λειτουργεί ως γυνακείο. Μέσα στο χώρο της μονής βρίσκεται και ο ναός του Τιμίου Προδρόμου, όπου φυλάσσεται ο τάφος και το σκήνωμα του Οσίου Θεοδοσίου. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 7 Αυγούστου.

21.Όσιος Κλήμης ο Αθηναίος
Ο Όσιος Κλήμης γεννήθηκε στην Αθήνα τον 11ο αιώνα μ. Χ. Προερχόταν από πλούσιους και χριστιανούς γονείς, και έτσι από μικρός έλαβε χριαστιανική μόρφωση. Σε ηλικία 30 ετών ο Όσιος, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να ακολουθείσει τη μοναστική ζωή. Συγκεκριμένα, πήγε στη μονή στον Κιθαιρώνα Αττικής, όπου ασκήτευε ο Όσιος Μελέτιος. 
Ο Όσιος Κλήμης, κάτω από τη καθοδήγηση και τη διδασκαλία του Οσίου Μελετίου, διέπρεψε γρήγορα στην άσκηση, την προσευχή και τη νηστεία. 
Ο Όσιος, συχνά επέλεγε να προσεύχεται έξω από τους χώρους του μοναστηρίου. Μια μέρα όμως, τον ακολούθησε ένας συμοναστής του και σύμφωνα με την παράδοση, είδε τον Άγιο να προσεύχεται και να αιωρείται ως ένα πήχυ ψηλά από την γη με τα χέρια και το πρόσωπο υψωμένα προς τον ουρανό. Εντυπωσιασμένος από αυτό που είδε, γύρισε γρήγορα στη μονή και το διηγήθηκε σε όλους τους μοναχούς, οι οποίοι αναγνώρισαν την αγιότητα του. Ο Όσιος Κλήμης, όμως, που ήταν σεμνός και ταπεινός, δεν θέλησε να μείνει άλλο στο μοναστήρι, φοβούμενος το πάθος της υπερηφάνειας, και με την ευλογία του Όσιου Μελετίου, αποχώρησε. 
Ο Όσιος Κλήμης κατευθύνθηκε, προς το Σαγμάτιον όρος, που βρίσκεται έξω από τη Θήβα. Επέλεξε να εγκατασταθεί εκεί σε ένα μικρό σπήλαιο, και να αφιερωθεί στην προσευχή, τη νηστεία και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Γρήγορα, συσπειρώθηκε γύρω του μια ομάδα μοναχών και έτσι οργανώθηκε ένα μικρό κοινόβιο (σημερινή μονή Σαγματά,στη Βοιωτία). Η φήμη του Οσίου Κλήμη είχε φτάσει μέχρι και στον τότε αυτοκράτορα Αλέξιο Κομνηνό, ο οποίος για να τιμήσει τον Όσιο, χάρισε στη μονή τεμάχιο του Τιμίου Ξύλου και μεγάλες εκτάσεις κτημάτων. 
Στις 26 Ιανουαρίου του 1111μ. Χ. ο Όσιος Κλήμης εκοιμηθή. Πριν όμως, παραδώσει την ψυχή του στον Κύριο, κάλεσε όλους τους συμοναστές του και είπε:«Σας χαιρετώ, αδελφοί μου. Σας αφήνω την ευλογία μου. Θα προσεύχομαι για τον καθένα από εσάς. Και ελπίζω σύντομα να συναντηθούμε. Συγχωρείστε με για ότι σας λύπησα. Προσευχηθείτε να δεχθεί ο Κύριος την ψυχή μου. Και να με αξιώσει να συναντήσω τον Όσιο Γέροντά μου, τον Μελέτιο και να του δώσω το φίλημα της αγάπης».
 Η αγία κάρρα του Οσίου φυλάσσεται έως και σήμερα στο εσωτερικό της μονής Σαγματά και η μνήμη του τιμάται στις 26 Ιανουαρίου.


22.Σωφρόνιος και Βαρνάβας
Για το βίο των Αγίων Σωφρονίου και Βαρνάβα δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες. Γνωρίζουμε, μόνο ότι κατάγονταν από την Αθήνα και ότι ο Σωφρόνιος ήταν ανηψιος του Βαρνάβα. Αυτό που τους κάνει, ιδιαίτερα, γνωστούς είναι ότι ίδρυσαν την Ιερά μονή της Παναγίας της Σουμελά. Η μνήμη τους τιμάται κάθε χρόνο στις 18 Αυγούστου. 

23.Άγιος Άνθνιμος μητροπολίτης Αθηνών
Ο Άγιος Άνθιμος καταγόταν, μάλλον από τη Κρήτη και η ακριβής ημερομηνία γεννήσεώς του δεν είναι γνωστή. Το 1339 χειροτονείται επίσκοπος Αθηνών. Οι τότε κυρίαρχοι της πόλης των Αθηνών, Καταλάνοι, ζήτησαν να φύγει από το θρόνο της επισκοπής. Έτσι, το 1366 το Οικουμενικό Πατριαρχείο αποφάσισε να τον χειροτονήσει επίσκοπο Κρήτης. Και εκεί, όμως, ο Άγιος Άνθιμος καταδιώχθηκε από τους Βενετούς, οι οποίοι και τον συνέλαβαν το 1367. Ο Άγιος Άνθιμος, παρέμεινε στη φυλακή για 3 χρόνια και το 1371 εκοιμήθη, ύστερα από πολλά βασανιστήρια και ταλαιπωρίες. Η Εκκλησία θεωρεί τον Άγιο Άνθιμο “νέο ομολογητή”, διότι αντιστάθηκε στην Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 22 Νοεμβρίου.



24.Άγιος Αντώνιος
Ο Άγιος Αντώνιος, γεννήθηκε στην Αθήνα το 1754. Οι γονείς του Μήτρος και Καλομοίρα, ήταν πολύ φτωχοί μα πιστοί χριστιανοί. Προκειμένου να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του, ο Άγιος Αντώνιος, άρχισε να εργάζεται από πολύ νωρίς (12 χρονών), ως δούλος σε κάποιους Τούρκους της Αθήνας. Όταν έφτασε 16 χρονών, οι αφέντες του, τον πούλησαν σε κάποιους αγαρηνούς, που έμεναν στην Πελοπόννησο. Αυτοί , όμως, βασάνιζαν και εξευτέλιζαν τον Άγιο Αντώνιο, προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να τον εξισλαμίσουν. Βλέποντας, οι Αγαρηνοί , πως δεν μπορούσαν να αλλάξουν γνώμη στον Αντώνιο, αποφάσισαν να τον πουλήσουν και αυτοί σε άλλους Τούρκους. Ο Άγιος πουλήθηκε άλλες πέντε φορές συνολικά, μα τελικά αγοράστηκε για 400 γρόσια, από ένα μεταξουργό, Ορθόδοξο χριστιανό, που ζούσε στην Κωνσταντινούπολη. Μια μέρα, που ο Άγιος Αντώνιος, δούλευε στο εργαστήριο του αφέντη του, αναγνωρίστηκε από κάποιον( Τούρκο ή Αγαρηνό), που στο παρελθόν τον είχε αγοράσει ως δούλο. Με ψευδείς κατηγορίες και χρησιμοποιώντας και άλλους ψευδομάρτυρες, ο παλιός αφέντης του Αγίου, ζήτησε τη σύλληψή του. Πράγματι, ο Άγιος συνελήφθη και οδηγήθηκε στον κριτή Μουράτ Μουλάν, ο οποίος προσπάθησε με όλους τους δυνατούς τρόπους να πείσει τον Άγιο να αλλαξοπιστήσει. Προσπάθησε ακόμα και να δωροδοκίσει τον Αντώνιο, ο οποίος, όμως, αρνιόταν πιστά και με θάρρος τον εξισλαμισμό του. Ο κριτής, παρόλο που είχε ήδη αντιληφθεί την αθωότητα του Αγίου Αντωνίου, για να μην εξοργίσει το πλήθος που είχε μαζευτεί τριγύρω, καταδίκασε τον Άγιο και τον έστειλε στον βεζύρη. Με τον ίδιο τρόπο, και ο βεζύρης, προσπάθησε να εξισλαμίσει τον Άγιο Αντώνιο, διαπιστώνοντας, όμως, τη δύναμη της πίστης του Αγίου, μα και τη συκοφαντία εναντίον του, επέλεξε να τον φυλακίσει και όχι να τον θανατώσει. Το οργισμένο πλήθος, όμως, ζητούσε το θάνατο του Αγίου, και έτσι ο βεζύρης, φοβούμενος τις αντιδράσεις του λαού, αποφάσισε να καταδικάσει τον Άγιο Αντώνιο σε θάνατο δια αποκεφαλισμού, αν δεν αλλαξοπιστούσε. 
Ο Άγιος και πάλι επέλεξε τη χριστιανική πίστη και οδηγήθηκε με θάρρος στο δήμιό του. Σύμφωνα με την παράδοση, πριν πεθάνει είπε: «Κύριε, εις τας χείρας Σου παρατίθημι το πνεύμα μου». Έτσι, ο Άγιος Αντώνιος αποκεφαλίστηκε στις 5 Φεβρουαρίου του 1774, σε ηλικία, μόλις 20 χρόνων. Λίγο μετά το θάνατό του, οι χριστιανοί της περιοχής, κατάφεραν να εξαγοράσουν με 70 γρόσια, το λείψανο του Αγίου Αντωνίου, το οποίο και ενταφίασαν στην αυλή της Ζωοδόχου πηγής Κωνστανινουπόλεως. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 5 Φεβρουαρίου. 

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΙΤΩΛΙΑΣ ΚΑΙ ΑΚΑΡΝΑΝΙΑΣ

25.Κοσμάς ο Αιτωλός
Ο μοναχός και δάσκαλος Πατροκοσμάς, ο Άγιος Κοσμάς, γεννήθηκε το 1714 στο Μέγα Δένδρο (κατ’ άλλους στον Ταξιάρχη) της επαρχίας Αποκούρου στην Αιτωλία.
Τα πρώτα του γράμματα έμαθε στο ιεροδιδασκαλείο του Λύτσικα στη Σιγδίτσα της Παρνασσίδος και στη Μονή της Αγίας Παρασκευής, στα Βραγγιανά της επαρχίας των Αγράφων. Μετά την αποφοίτησή του διορίσθηκε δάσκαλος στο χωριό Λομποτινά της ορεινής Ναυπακτίας και δίδαξε σε όλη την περιφέρεια του νομού. Αργότερα παρακολούθησε μαθήματα στην Αθωνιάδα Σχολή, με διδασκάλους τον Παναγιώτη Παλαμά και τον Ευγένιο Βούλγαρη.
Το 1759 εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Φιλοθέου του Αγίου Όρους, ενώ στη συνέχεια κατέφυγε στην Κωνσταντινούπολη και απέσπασε κηρυγματική άδεια από τον Οικουμενικό Πατριάρχη Σεραφείμ Β’. Στα 1760, περίπου σε ηλικία 46 ετών, αρχίζει το ιεραποστολικό του έργο.
Ο Άγιος Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερις περιοδείες, σχεδόν σ’ όλες τις περιοχές όπου απλωνόταν το ελληνικό στοιχείο. Στην περιοχή της Κωνσταντινουπόλεως και Θράκης, στην ευρύτερη Αχαΐα, στη Θεσσαλία, στη Μακεδονία, στην Ήπειρο, στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου, στην Αλβανία, ακόμη και στη νότια Σερβία. Ήταν τέτοια η αποδοχή του που, όπως έχει γραφτεί, ακόμη και ο Αλή Πασάς στον τόπο του μαρτυρίου του έκτισε μοναστήρι στην μνήμη του. Αυτή η αποδοχή όμως του απλού λαού προκάλεσε την οργή πολλών, οι οποίοι έσπευσαν στις τουρκικές Αρχές όπου τον συκοφάντησαν ως υποχείριο ρωσικής προπαγάνδας και υποκινητή επανάστασης. Οι Τούρκοι τον συνέλαβαν στη Βόρειο Ήπειρο, όπου τον κρέμασαν στις 24 Αυγούστου 1779. Ενταφιάστηκε κοντά στο χωριό Κολικόντασι της Βορείου Ηπείρου, με έξοδα, όπως επίσης έχει γραφτεί, του Αλή Πασά και επίσημα ανακηρύχθηκε άγιος στα 1961.
 Ο Άγιος Κοσμάς πραγματοποίησε τέσσερις περιοδείες, σχεδόν σ’ όλες τις περιοχές όπου απλωνόταν το ελληνικό στοιχείο.
Για είκοσι περίπου έτη περιοδεύει, διδάσκει και τα βάζει με όλους όσοι θεωρεί ότι είναι εχθροί των Ελλήνων. «Και δεν είναι μονάχα το παιδομάζωμα και οι εξωμοσίες, δεν είναι ο τρόμος από την Ανατολή, από τους αλλόθρησκους Αγαρηνούς, είναι και από την Δύση, από τους αιρετικούς, τους Φράγκους, από τους Προτεστάντες, τους Φραγκοτεύτονες. Οι Λατίνοι, οι παπικοί, εκμεταλλεύονται τη σκλαβιά των Ρωμαίων στους Αγαρηνούς και κάνουν χίλια δύο να τους σύρουν με την βία στην πίστη τους την κάλπικη, τη διαβολική».
Το 1775, τέσσερα χρόνια πριν από τον θάνατό του, πέρασε από τη Μονή Γηρομερίου στη Θεσπρωτία όπου έσπευσαν να τον ακούσουν 11.000 κάτοικοι της περιοχής. Ήταν η μεγαλύτερη συγκέντρωση που είχε γίνει μέχρι τότε.
Το κοσμικό όνομα του Πατροκοσμά ήταν Κώνστας, χωρίς να γίνει γνωστό το επώνυμό του.
Μέσα σε 16 χρόνια ελεύθερης δράσης ίδρυσε περίπου 200 σχολεία στην Ήπειρο και αλλού για να μαθαίνουν τα παιδιά ελληνικά, όπως έλεγε, που είναι η γλώσσα της Εκκλησίας: «Να σπουδάζετε και εσείς, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είνε εις την ελληνικήν. Και αν δεν σπουδάσεις τα ελληνικά, αδελφέ μου, δεν ημπορείς να καταλάβης εκείνα οπού ομολογεί η Εκκλησία μας».
    "Να σπουδάζετε και εσείς, αδελφοί μου, να μανθάνετε γράμματα όσον ημπορείτε. Και αν δεν εμάθετε οι πατέρες, να σπουδάζετε τα παιδιά σας, να μανθάνουν τα ελληνικά, διότι και η Εκκλησία μας είνε εις την ελληνική" 
Γιατί οι Τούρκοι τον υποπτεύονταν ως πράκτορα των Ρώσων
Σύμφωνα με τον ιστορικό Πασχάλη Κιτρομηλίδη, η δράση του Κοσμά αποτελεί «ιδιοσυγκρατική έκφραση της ρωσικής προπαγάνδας». Ο Κοσμάς σχετιζόταν με τον Ευγένιο Βούλγαρη και την Αθωνιάδα Σχολή, ενώ ο Πατριάρχης Σεραφείμ συνδεόταν με την πολιτική της Ρωσίας στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Μετά την Ελληνική Επανάσταση του 1770 στην Πελοπόννησο, κατά την περίοδο των Ορλωφικών, οι Τούρκοι τον υποπτεύονταν ως πράκτορα των Ρώσων. Κατ’ άλλους ερευνητές, στην καταδίκη του Κοσμά συνέβαλαν κάποιοι Εβραίοι της Ηπείρου, διότι με το κήρυγμά του κατόρθωσε να μεταφερθεί η διενέργεια του παζαριού από την Κυριακή στο Σάββατο, γεγονός που έφερε οικονομικές ζημίες στους Εβραίους.
Ο Άγιος συχνά αναφερόταν στα κηρύγματά του αρνητικά για τους Εβραίους, πάντως σε κήρυγμά του είχε πει ρητά: «Όσοι αδικήσατε Χριστιανούς ή Εβραίους ή Τούρκους, να δώσετε το άδικον οπίσω». Εναντίον του υπήρξαν επίσης οι Ενετοί, οι κοτσαμπάσηδες, οι πλούσιοι και άλλοι ισχυροί οι οποίοι θεωρούσαν ότι θίγονται. Αντίθετα, ο Κοσμάς είχε τη λαϊκή στήριξη από Χριστιανούς και ακόμα και από Τούρκους. Δεν υπήρξε καμία επίσημη κατηγορία εναντίον του ούτε δικάστηκε πριν από τον θάνατό του. Για την καχυποψία των Ενετών απέναντί του σώζονται μέχρι σήμερα αναφορές κατασκόπου τους για το πρόσωπό του στα ενετικά αρχεία.
Όλα αυτά μάλλον μοιάζουν φυσιολογικά, γιατί έδρασε σε μια περίοδο όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία κατέρρεε και οργίαζαν οι πράκτορες των μεγάλων δυνάμεων. Και τότε αλλά και μετά, ο Πατροκοσμάς για πολλούς δεν ήταν παρά ο κύριος εκφραστής των εθνικών πόθων. Η εικόνα αυτή που είχαν σχηματίσει κάποιοι αποτελεί και τον βασικό λόγο όπου ακόμη και τώρα Αλβανοί εθνικιστές τον χαρακτηρίζουν είτε πράκτορα του σουλτάνου είτε σπορέα της ελληνικής εθνικής ιδεολογίας στο αλβανικό έδαφος. Ανεξάρτητα από τι λένε σήμερα οι Αλβανοί, είναι γεγονός ότι ο Πατροκοσμάς τηρούσε μια ηπιότερη στάση έναντι των μουσουλμάνων σε σύγκριση με τους Εβραίους ή τους καθολικούς. Και αυτή η στάση του έναντι των μουσουλμάνων ήταν που ανάγκασε (όπως έχει γραφτεί) τον Αλή Πασά να ζητήσει να γίνει η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου και να χτιστεί ναός στο όνομά του, ο οποίος ολοκληρώθηκε το 1814.
Η επίσημη αγιοκατάταξη έγινε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως στις 20 Απριλίου 1961 και η μνήμη του τιμάται στις 24 Αυγούστου. Επίσης, εκτός από την Ελλάδα, τιμάται αρκετές φορές και από τη Ρωσία, τη Σερβία, τη Βουλγαρία, την Αρμενία, τις ΗΠΑ, την Κύπρο, την Ουκρανία, τη Ρουμανία, το Μαυροβούνιο και την ΠΓΔΜ.
Το κήρυγμά του
Το κήρυγμα του Κοσμά του Αιτωλού διασώθηκε μέσω της προφορικής παράδοσης και για τον λόγο αυτόν η ακρίβειά του είναι σχεδόν αδύνατο να βεβαιωθεί. Στον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό αποδίδεται μια σειρά κειμένων, σημαντικότερες των οποίων είναι οι «Διδαχές» και οι «Προφητείες», που πιστεύεται ότι βασίζονται σε κηρύγματα του ίδιου του Αγίου, που καταγράφηκαν αμέσως ή σύντομα μετά την απαγγελία τους.
Σύμφωνα με την πλειοψηφία των ερευνητών, αποτελούν άμεσες καταγραφές των ομιλιών του, με πιθανότερο σενάριο, κατά τον Ιωάννη Μενούνο, να αποτελούν υπαγορευμένες ομιλίες σε μαθητές του. Σε ό,τι αφορά τη χρονολόγηση των κειμένων, αυτές διαχωρίζονται σε δύο κατηγορίες, με βάση τον χρόνο εκφώνησης και τον χρόνο καταγραφής ή αντιγραφής. Σύμφωνα με τα διασωθέντα πρωτότυπα, τα οποία μας παρέχουν πληροφορίες σχετικά με τον χρόνο, αυτές εκφωνήθηκαν από το 1772 έως το 1779, ενώ η καταγραφή τους ξεκινάει από το 1780 και φτάνει μέχρι το 1830. Η κάθε διδαχή του δεν φαίνεται να αποτελεί το περιεχόμενο μιας ομιλίας του, αλλά σύνθεση επί μέρους ομιλιών που έκανε σε διάφορους τόπους: έτσι εξηγείται η ανωμαλία ως προς τη διαδοχή των θεμάτων που συζητούνται, αλλά και η συχνή επανάληψη των ίδιων διηγήσεων και ιδεών.
Οι Διδαχές και οι Προφητείες έτυχαν επανειλημμένων αντιγραφών και εκδόσεων και αποτέλεσαν δημοφιλή λαϊκά θρησκευτικά αναγνώσματα. Σε ορισμένα από τα κείμενα αυτά, που έχουν τύχει ερμηνειών και παρερμηνειών, αναπτύσσονται σύγχρονοι προβληματισμοί όπως η έννοια της Ελληνικότητας, του Γένους κ.τ.λ. Τα μόνα σωζόμενα ιδιόχειρα γραπτά του Αγ. Κοσμά είναι μερικές επιστολές.
Την ιερή μνήμη του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού τιμά στις 24 Αυγούστου η Εκκλησία μας.
 
26.Ευγένιος ο Αιτωλός
Ο Ευγένιος ο Αιτωλός (κατά κόσμον Ιωαννούλης ή Γιαννούλης), γεννήθηκε το 1595 ή 1596 μ. Χ. στο Μέγα Δένδρο Αποκούρου, που ανήκει στην επαρχία Τριχωνίδας στο νομό Αιτωλοκαρνανίας. 
Όταν ήταν νέο ακόμα, ο Ευγένιος πήγε στο μοναστήρι της Παναγίας Βλοχού στο Αγρίνιο. Εκεί, έμεινε κοντά στον ιερομόναχο Αρσένιο, ο οποίος του δίδαξε τα πρώτα του γράμματα, καλλιγραφία και μουσική. Μετά από λίγα χρόνια, ο Άγιος Ευγένιος, πήγε στη μονή Τατάρνας Ευρυτανίας, όπου μόλις σε ηλικία 17 ετών, εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε διάκονος. Στη συνέχεια, επισκέφτηκε και τη μονή Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους, όπου εξέλιξε τις σπουδές του κοντά στους σεβάσμιους γέροντες της μονής. 
Κοντά στα 1619 μ. Χ. ο Άγιος Ευγένιος, επισκέφτηκε την Αλεξάνδρεια, προκειμένου να πάει στο όρος Σινά για να προσκυνήσει. Σε αυτό το ταξίδι, γνωρίστηκε με τον τότε Πατριάρχη Αλεξανδρείας Κύριλλο Λούκαρη, ο οποίος, αναγνωρίζοντας την αξία του Αγίου, αποφάσισε να τον χειροτονήσει πρεσβύτερο στη μονή Σινά.
Ο Ευγένιος, αγαπούσε πολύ τα γράμματα και, μαθήτευσε κοντά σε ονομαστούς δασκάλους της εποχής, στην Κεφαλλονιά, τη Ζάκυνθο και την Κωνσταντινούπολη. Μα και ο ίδιος στη συνέχεια ίδρυσε πολλές σχολές σε όλη την Ελλάδα, όπου δίδασκε ο ίδιος. Συγκεκριμένα, ο Όσιος Ευγένιος, από το 1639-1640 μ. Χ. ίδρυσε τη Σχολή της Άρτας, της οποίας ήταν και διευθυντής. Αργότερα, στο Καρπενήσι, έχτισε το ναό της Αγίας Τριάδας, στο περίβολο του οποίου, ίδρυσε τη Σχολή Ανωτέρων γραμμάτων. Η συγκεκριμένη σχολή, για πολλά χρόνια αποτελούσε κέντρο πνευματικής δραστηριότητας, από το οποίο αποφοίτησαν πολλοί επίσκοποι και Πατριάρχες. Σχολές, ίδρυσε και στη Μονή Αγίας Παρασκευής στα Βραγιαννά και στο Αιτωλικό. 
Ο Ευγένιος ο Αιτωλός, εκτός από τη διδασκαλία, ασχολήθηκε με τη ανέργεση ναών, το κήρυγμα, την συγγραφή επιστολών (σώζονται 500) και την υμνογραφία. Μαζί με τον Κοσμά Αιτωλό και τον αδερφό του Χρύσανθο, θεωρείται ένας από τους τρεις διδασκάλους του Γένους. 
Το 1682 ο Όσιος Ευγένιος εκοιμήθη εν ειρήνη στη μονή Βραγγιανών. Η Εκκλησία, αναγνώρισε ως Άγιο τον Ευγένιο Αιτωλό, την 1η Ιουλίου του 1982. Η μνήμη του τιμάται κανονικά στις 6 Αυγούστου, αλλά επειδή συμπίπτει με τη μεγάλη γιορτή της μεταμορφώσεως του Σωτήρος, αποφασίστηκε να μεταφερθεί στις 5 Αυγούστου. 



27.Όσιος Ανδρέας ο ερημίτης και θαυματουργός
Για τη ζωή του Όσιου Ανδρέα, οι πληροφορίες που έχουμε είναι πολύ λίγες και συγκεχυμένες καθώς ο μοναδικός που συνέλεξε και κατέγραψε στοιχεία από το βίο του ήταν ο Ανδρέας ο Ιδρωμένος ο Υπάργιος. 
Ο επονομαζόμενος και Άγιος της Ερήμου, φαίνεται πως γεννήθηκε στο χωριό Μονοδένδρι, που βρίσκεται στην περιοχή των Ζαγοροχωρίων της Ηπείρου, κατά την περίοδο του Μιχαήλ Β του Κομνηνού (1237-1271 μ. Χ. ). Προερχόταν από φτωχή οικογένεια, και από μικρή ηλικία, βοηθούσε τους γονείς του στις γεωργικές εργασίες. Όταν ο Όσιος Ανδρέας μεγάλωσε, οι γονείς του αποφάσισαν να τον παντρέψουν, όπως και έγινε. Ο Όσιος, όμως, ύστερα από κάποια χρόνια αποφάσισε πως θέλει να γίνει μοναχός και αφιερωθεί στον ασκητικό βίο. Με τη συνένεση της συζύγου του και των παιδιών, αφού πρώτα τους έδωσε όλη την περιουσία του, πήγε στην Ιερά μονή της Αγία Παρασκευής, που βρισκόταν στο χωριό του. 
Ύστερα από όραμα που είδε ο Όσιος Ανδρέας, αποφάσισε να εγκατασταθεί όρος Καλάνα, πάνω από τη λίμνη των Κρεμαστών ( Αιτωλοκαρνανία). Εκεί έζησε, μέχρι το τέλος της ζωής του, σε ένα σπήλαιο που βρισκόταν σε ύψος 1520 μέτρων. Επιδόθηκε στην προσευχή, στη νηστεία και στην ερημική ζωή για αυτό το λόγο ονομάστηκε και ερημίτης. 
Σύμφωνα με την παράδοση, κατά την κοίμηση του Οσίου, «Ουράνιο φως και αναμμένες λαμπάδες κατέβαιναν από τον ουρανό στο σημείο που βρισκόταν το τίμιο λείψανό του». Όταν η τότε βασίλισσα της Άρτας, Αγία Θεοδώρα, πληροφορήθηκε για το γεγονός αυτό, συγκέντρωσε τη σύγκλητο και πήγαν στο μέρος, όπου βρισκόταν το ιερό λείψανο του Οσίου, το οποίο και ενταφίασαν έξω από το σπήλαιο. Έδωσε, μάλιστα και εντολή να χτίσουν ένα ναό προς τιμή του Οσίου Ανδρέα. Τμήματα του λειψάνου του Οσίου, φυλάσσονται στο ναό του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου στο χωριό Χαλκιόπουλοι και στην Ιερά μονή Αγίου Νικολάου στο χωριό Αρωνιάδα του Βάλτου, κοντά στους Χαλκιόπουλους. Αξίζει να σημειωθεί, ότι η θαυματουργή εικόνα του Αγίου, εκλάπη το 1970 από αρχαιοκάπηλους. Η μνήμη του τιμάται στις 15 Μαϊου, με πανηγυρικές εκδηλώσεις στο χωριό Νέο Χαλκιόπουλο, αλλά ακόμα και στο σπήλαιο που ασκήτευσε ο Όσιος, όπου κάθε χρόνο συγκεντρώνεται εκεί πλήθος κόσμου από την ευρύτερη περιοχή. 


28.Ιάκωβος ο νέος οσιομάρτυς και οι μαθητές του Διονύσιος ο μοναχός και Ιάκωβος ο διάκονος.

Ο Άγιος Ιάκωβος, γεννήθηκε σε ένα χωριό της Καστοριάς, από χριστιανούς γονείς. Από μικρή ηλικία, εργαζόταν ως βοσκός και γρήγορα απέκτησε μεγάλη περιουσία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να τον ζηλέψει ακόμα και ο ίδιος του ο αδερφός. ‘Ετσι, ο Άγιος Ιάκωβος, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το χωριό του και αποφάσισε να πάει στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί, ασχολήθηκε με το εμπόριο κρεάτων, όπου και πάλι κέρδισε πολλά χρήματα. 
Τον καιρό που έμεινε στην Κωνσταντινούπολη, γνωρίστηκε με τον τότε Πατριάρχη Νήφωνα. Ο Άγιος, ύστερα, από αυτή τη γνωριμία αποφάσισε να διαμοιράσει όλα του τα υπάρχοντα και να πάει στο Άγιο Όρος. 
Εκεί, εκάρη μοναχός στην ιερά μονή Δοχειαρίου και μετά από τρία χρόνια, αποσύρθηκε στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου στη μονή Ιβήρων. Ο Όσιος Ιάκωβος, επιδόθηκε στην νηστεία, την προσευχή και τη διδασκαλία. Στο Άγιο Όρος, απέκτησε 6 μαθητές, οι οποίοι τον ακολούθησαν μέχρι το τέλος της ζωής του. 
Αργότερα, πιθανόν το 1518 μ Χ. , αναχώρησε μαζί με τους μαθητές του από το Άγιο Όρος και πήγε στο κάστρο Πέτρα και από εκεί στα Μετέωρα. Στη συνέχεια, πήγε στη μονή της Δεβέρκιστας, που βρίσκεται κοντά στη Ναύπακτο, όπου και εγκαταστάθηκε. Εκεί, όμως, ο Όσιος Ιάκωβος, κατηγορήθηκε από τους Τούρκους, πως ξεσηκώνει τους ντόπιους χριστιανούς, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο τότε μπέης των Τρικάλων, διέταξε τη σύλληψη του Οσίου Ιακώβου, αλλά και δύο εκ των μαθητών του (Ιάκωβος ο διάκονος και Διονύσιος ο μοναχός). Στη φυλακή των Τρικάλων παρέμειναν φυλακισμένοι για 40 ημέρες. Στη συνέχεια, οδηγήθηκαν στο Διδυμότειχο, στο σουλτάνο Σελίμ. Ύστερα από αυτό, τους οδήγησαν στην Αδριανούπολη, όπου πήγε και ο ίδιος ο Σουλτάνος. Με φρικτά βασανιστήρια, προσπαθήσουν να εξισλαμίσουν τον Όσιο και τους μαθητές του, χωρίς όμως κανένα αποτέλεσμα. Ο Σουλτάνος, βλέποντας πως οι τρεις κρατούμενοί του είναι αμετακίνητοι, διέταξε τον απαγχονισμό τους, την 1η Νοεμβρίου του 1520 μ. Χ. 
Τα λείψανα του Οσίου Ιακώβου, αλλά και των μαθητών του, φυλάσσονται στην Ιερά μονή Αγίας Αναστασίας, που βρίσκεται κοντά στη Θεσσαλονίκη. Η μνήμη και των τριών Οσίων τιμάται κάθε χρόνο την 1η Νοεμβρίου. 

29.Άγιος Θεωνάς
Ο Άγιος Θεωνάς γεννήθηκε τον 15ο αιώνα μ. Χ, μα ο τόπος γέννησής του δεν είναι γνωστός. Κάποιοι υποστηρίζουν ότι καταγόταν από τη Λέσβο και συγκεκριμένα από το Πλωμάρι. 
Ο Άγιος Θεωνάς ασκήτεψε στη Μονή Παντοκράτορος του Αγίου Όρους, όπου στη συνέχεια χειροτονήθηκε και πρεσβύτερος της μονής. Εκεί, φαίνεται να γνωρίστηκε με τον Όσιο νεομάρτυρα Ιάκωβο, ο οποίος εκείνη την περίοδο ασκήτευε κοντά στη μονή Ιβήρων και συγκεκριμένα στη σκήτη του Τιμίου Προδρόμου. Ο Άγιος Θεωνάς, υπήρξε ένας από τους έξι μαθητές του Οσίου Ιακώβου,όπου τον ακολούθησε σε όλα τα ταξίδια του. Το 1518 μ. Χ. , ο Άγιος Ιάκωβος, ύστερα από όραμα που είδε, αποφάσισε να φύγει από το Άγιο Όρος, με τους μαθητές του (μεταξύ των οποίων βρισκόταν και ο Άγιος Θεωνάς) και κατευθύνθηκαν προς τη Θεσσαλία, πέρασαν από το Κάστρο της Πέτρας, από τα Μετέωρα και τελικά εγκαταστάθηκαν όλοι μαζί στην μονή Δεβέρκιστας, όπου διέμειναν για 1 χρόνο. Όταν ο μπέης των Τρικάλων, συνέλαβε τον Όσιο Ιάκωβο με τους δύο μαθητές του Διονύσιο τον μοναχό και Ιάκωβο το διάκονο, ο Θεωνάς και οι υπόλοιποι μαθητές του, τον επισκέπτονταν συχνά στη φυλακή, ζητώντας τη συμβουλή του για τις επόμενες κινήσεις τους. Ο Άγιος Ιάκωβος, προφητεύοντας, το μαρτυρικό του θάνατο, τους είπε να εγκαταλείψουν τη μονή της Δεβέρκιστας και να κατευθυνθούν σε κάποιο μοναστήρι κοντά στη Θεσσαλονίκη και όρισε ως επίσημο διάδοχό του τον Άγιο Θεωνά. Πράγματι, μετά τον θάνατο του Οσίου Ιακώβου, ο Άγιος Θεωνάς, μαζί με τους υπόλοιπους μοναχούς της Δεβέρκιστας, εγκατέλειψαν τη μονή και πήγαν στο Άγιο Όρος, στη ιερά μονή της Σιμωνόπετρας. Δύο χρόνια μετά τον θάνατο του Οσίου Ιακώβου και των μαθητών του, ο Άγιος Θεωνάς φρόντισε για την ανακομιδή των ιερών λειψάνων τους και την μεταφορά τους στα περίχωρα της Θεσσαλονίκης, στη μονή της Αγίας Αναστασίας. Μάλιστα, από διάφορες πηγές, φαίνεται πως ηγούμενος, της συγκεκριμένης μονής υπήρξε και ο Άγιος Θεωνάς, μέχρι το 1535 μ. Χ. Κάποια χρόνια αργότερα (μάλλον το 1541 μ. Χ. ) ο Άγιος Θεωνάς χειροτονείται επίσκοπος της Θεσσαλονίκης, όπου παρέμεινε για μικρό χρονικό διάστημα, καθώς εκοιμήθη τα μέσα του ίδιου έτους.
Σύμφωνα με την παράδοση, το ιερό λείψανο του Αγίου Θεωνά, μεταφέρθηκε κατά θαυμαστό τρόπο και ενταφιάστηκε στη μονή της Αγίας Αναστασίας του Αγίου Όρους. Το 1821 για άγνωστους λόγους, το ιερό λείψανο, μεταφέρθηκε στη Σκόπελο και από εκεί στην Ιερά μονή Εσφιγμένου. Στη συνέχεια, επέστρεψε και πάλι στη μονή της Αγίας Αναστασίας, όπου φυλάσσεται μέχρι και σήμερα. Η μνήμη του Αγίου Θεωνά τιμάται κάθε χρόνο, το Σάββατο της Διακαινισίμου.


30.Νεομάρτυρες Θεόδωρος, Λάμπρος και Ανώνυμος

Οι νεομάρτυρες Θεόδωρος, Λάμπρος και Ανώνυμος (το όνομά του παραμένει άγνωστο), έζησαν κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, κατάγονταν από την Πελοπόννησο και ασχολούνταν με το εμπόριο. Εξαιτίας του επαγγέλματός τους, ταξίδευαν συχνά σε πολλά μέρη της Ελλάδας αλλά και στα Βαλκάνια. Για να διευκολύνονται στις εμπορικές συναλλαγές τους, είχαν μάθει την τουρκική και την αλβανική διάλεκτο.
Το 1786 πήγαν στα Γιάννενα, μα επιστρέφοντας αναγκάστηκαν να διανυκτερέυσουν στο Βραχοχώρι (σημερινό Αγρίνιο). Εκείνη την περίοδο σε κάθε πόλη της Ελλάδας, είχαν τοποθετηθεί φοροεισπράκτορες, στους οποίους έπρεπε να καταβάλλουν υψηλούς φόρους όλοι οι Έλληνες. Έτσι, και στο Βραχοχώρι, στην είσοδο της πόλεως στέκονταν οι γιομπρουκτσήδες (φοροεισπράκτορες), οι οποίοι ζήτησαν από τους νεομάρτυρες να πληρώσουν τον κεφαλικό φόρο. Οι τρεις έμποροι, προσπαθώντας να γλιτώσουν, προσποιήθηκαν τους μοσυσουλμάνους, χαιρετώντας στα τούρκικα και έτσι, τους άφησαν να περάσουν στην πόλη. Οι Τούρκοι, όμως, τους παρακολούθησαν και μόλις κατάλαβαν πως ήταν Έλληνες χριστιανοί τους συνέλαβαν και τους οδήγησαν στον δικαστή ,ο οποίος τους ρώτησε αν όλα όσα συνέβησαν είναι αλήθεια. Εκείνοι τότε απάντησαν : «ναι, είναι αλήθεια, ότι χαιρετίσαμε τούρκικα, για να μην πληρώσουμε τον φόρο, όχι όμως πως αγαπήσαμε το ισλάμ». Τότε, ο δικαστής τους απάντησε : «λοιπόν τώρα πρέπει να γίνετε Τούρκοι δίχως άλλο και έτσι να γλιτώσετε τη ζωή σας, ειδεμή έχετε να βασανιστείτε και να θανατωθείτε».
Οι τρεις νεομάρτυρες, όπως ήταν φυσικό αρνήθηκαν, λέγοντας στο δικαστή: «Εμείς, ενδοξότατε αφέντη, είπαμε αυτόν τον λόγο για να γλιτώσουμε χρήματα, όμως το ν’ αρνηθούμε την πίστη μας είναι αδύνατον, κάνε μας ό,τι θέλεις». Ο δικαστής, τότε διέταξε τη φυλάκισή τους και το βασανισμό τους. Μετά από πέντε μέρες, όπου παρέμειναν στη φυλακή, τους οδήγησαν και πάλι στον δικαστή, ο οποίος και αποφάσισε τη θανάτωσή τους. Οι δήμιοι παρέλαβαν τότε τους τρεις νεομάρτυρες, κρέμασαν τον πρώτο σε ένα πλάτανο στο τζαρσί (αγορά), τον δεύτερο έξω από τον Άγιο Δημήτριο και τον τρίτο στην άκρη της πλατείας, στην είσοδο της πόλης. Η μνήμη τους τιμάται κάθε χρόνο στις 2 Νοεμβρίου. 

31.Ιερομόναχος Βλάσιος ο εν Σκλαβαίνοις

Ο Άγιος Βλάσιος, σύμφωνα με τις λιγοστές πληροφορίες που έχουμε για το βίο του, ήταν μοναχός ή ηγούμενος στη Ιερά μονή των Εισοδίων της Θεοτόκου στην περιοχή των Σκλαβαίνων. Στη μονή αυτή, βρήκε μαρτυρικό θάνατο μαζί με πέντε συμοναστές του αλλά και λαϊκούς χριστιανούς, άντρες και γυναίκες (άγνωστος αριθμός),από Αγαρηνούς πειρατές, που έκαναν έφοδο στην περιοχή. Τον Άγιο Βλάσιο τον αποκεφάλισαν , αφού πρώτα κάρφωσαν στο σώμα του πέντε καρφιά. Στη συνέχεια, σύμφωνα με την παράδοση, του έβαλαν φωτιά, μα αυτός δεν καιγόταν. Όταν έφτασαν στη μονή, χριστιανοί από τα γύρω χωριά, έθαψαν το σώμα του Αγίου, χωριστά από τους υπόλοιπους μοναχούς και τους λαϊκούς χριστιανούς σε ένα μεγαλύτερο ομαδικό τάφο. Πάνω από το σημείο του τάφου του Αγίου υπάρχει μια επιγραφή, που αναγράφεται η χρονολογία 1006 μ. Χ. (πιθανώς η ημερομηνία του μαρτυρίου). 
Η παραπάνω ιστορία, όσο περνούσαν τα χρόνια ξεχάστηκε, σε σημείο μάλιστα να ξεχαστεί και η ύπαρξη του ίδιου του Αγίου. Μόνο, μέσω των προφορικών διηγήσεων γινόταν γνωστή η σφαγή, που πραγματοποιήθηκε στην Ιερά Μονή, χωρίς όμως, να είναι κανείς σίγουρος για την ακιριβή χρονική περίοδο. Έτσι, για 900 περίπου χρόνια, χάθηκε κάθε ιστορικό στοιχείο, που να αποδεικνύει την ύπαρξη του Αγίου Βλασίου. 
Σύμφωνα, πάντα με την προφορική παράδοση, πολλοί κάτοικοι της γύρω περιοχής, άρχισαν να βλέπουν οράματα με τον Άγιο Βλάσιο, ο οποίος τους έλεγε να πάνε να σκάψουν στον τάφο εκείνο για να βρουν τα λείψανά του. Οι ντόπιοι, όμως, μη μπορώντας να εξηγήσουν τα οράματά τους, έχτισαν, απλώς ένα μικρό πέτρινο εικονοστάσι στη μνήμη του Αγίου Βλασίου. Το έτος 1923, όμως, ο Άγιος Βλάσιος εμφανίστηκε σε μία ηλικιωμένη γυναίκα, την Ευφροσύνη Κατσαρά, η οποία ζούσε στην περιοχή μαζί με την ετοιμαθάνατη κόρη της, που έπασχε από τύφο. Ένα βράδυ, λοιπόν, στο σπίτι της γερόντισσας, ακούστηκε ένας δυνατός κρότος, άνοιξαν οι πόρτες και τα παράθυρα του σπιτιού της και εμφανίστηκε ένα εκτυφλωτικό φως. Μέσα από το φως αυτό, φάνηκε ένας ιερέας, που κρατούσε στο χέρι του μια ράβδο. Ο ιερέας, είπε στη ηλικιωμένη, πως είναι ο Άγιος Βλάσιος και της ζήτησε να τον ακολουθήσει για να της υποδέξει το σημείο που έχει ταφεί. Η γερόντισσα, όμως, τους είπε πως δεν μπορεί να έρθει μαζί του, γιατί προσέχει την άρρωστη κόρη της. Τότε, ο ιερέας, αφού σταύρωσε την ετοιμοθάνατη, πήρε την Ευφροσύνη και την οδήγησε στο σημείο του τάφου. Με το ραβδί που κρατούσε, έκανε ένα κύκλο πάνω στο χώμα, στο σημείο, όπου έπρεπε να σκάψουν για να βρουν τα λείψανά του, επέστρεψε την ηλικιωμένη στο σπίτι της και εξαφανίστηκε. Την επόμενη κιόλας μέρα, η γερόντισσα βρήκε την κόρη της θεραπευμένη, και αμέσως άρχισε τις εργασίες για την εύρεση των ιερών λειψάνων. Οι περισσότεροι ντόπιοι, αντιμετώπισαν το γεγονός αυτό με κάποια δυσπιστία, παρ’ όλα αυτά, όμως, προσφέρθηκαν να βοηθήσουν. Την τρίτη μέρα των ανασκαφών και ενώ ήταν έτοιμοι να τα παρατήσουν, βρήκαν μια πέτρινη πλάκα και κάτω από αυτήν τα λείψανα του Αγίου, ένα βαρύ σιδερένιο σταυρό και τα πέντε καρφιά του μαρτυρίου. Αφού περισυνέλεξαν τα ιερά λείψανα, άρχισαν τις εργασίες για την ανέργεση ιερού ναού προς τιμήν του Αγίου, αλλά και την αγιογράφηση της εικόνας του. 
Ο Άγιος Βλάσιος, εμφανίστηκε άλλες δύο φορές. Μία στον Αρχιμανδρίτη Αρσένιο Τσαταλιό το 1978 και μία δεύτερη στον Όσιο Παϊσιο το 1980. Η Εκκλησία, αναγνώρισε επίσημα την αγιότητα του Βλασίου στις 31 Αυγούστου του 2016. Ο Άγιος Βλάσιος είναι πολιούχος στην περιοχή Αχαρνές Αττικής και η μνήμη του τιμάται στις 7 Ιουλίου. 



ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ
32.Γλυκερία μάρτυς

Γεννήθηκε στην Τραϊνούπουλη κατά τον 2ο αιώνα μ. Χ. κατά την περίοδο του Αυτοκράτορα Αντωνίνου του Ευσεβή (138-161 μ. Χ. ). Ο πατέρας, ονομαζόταν Μακάριος και κατείχε το αξίωμα του υπάτου. Η Αγία Γλυκερία, από πολύ μικρή ηλικία είχε ασπαστεί το χριστιανισμό και ξεχώριζε για την κατηχητική της δράση. Όταν ο ηγεμόνας της περιοχής Σαββίνος, ενημερώθηκε για την Γλυκερία, την κάλεσε να εμφανιστεί ενώπιόν του. Εκείνη, παρουσιάστηκε μπροστά του έχοντας σχηματίσει στο μέτωπό της το σημείο του σταυρού και παραδέχτηκε την πίστη της στο Χριστό. Εξοργισμένος ο Σαββίνος, πήρε την Αγία και την οδήγησε στον ειδωλολατρικό ναό, όπου την υποχρέωσε να κάνει θυσία στα είδωλα. Η Γλυκέρια, τότε άρχισε να προσεύχεται και συνέτριψε το άγαλμα του Δία, που βρισκόταν μέσα στο ναό. Οι ειδωλολάτρες και ο ηγεμόνας, εξοργισμένοι την έσυραν έξω από το ναό και άρχισαν να τη λιθοβολούν. Ως εκ θαύματος, όμως, καμία πέτρα δεν άγγιξε την Αγία και πολλοί πίστεψαν τότε πως πρόκειται για μάγισσα. Αφού την φυλάκισαν τα βασανιστήρια συνεχίστηκαν, μα πάντα η Αγία γλίτωνε από το θάνατο με θαυμαστό τρόπο. Όσο καιρό παρέμεινε φυλακισμένη, κατάφερε να πείσει το δεσμοφύλακά της, Λαοδίκιο, για την ορθότητα του χριστιανισμού, ο οποίος πίστεψε στο Χριστό και βρήκε και αυτός μαρτυρικό θάνατο. Ο ηγεμόνας, όμως, διέταξε και πάλι τον βασανισμό της Αγίας, αυτή τη φορά ρίχνοντάς την στην αρένα με τα άγρια θηρία, όπου και βρήκε μαρτυρικό θάνατο. 
Το ιερό λείψανο της Αγίας Γλυκερίας περισυνέλεξε ο, τότε επίσκοπος της Ηρακλείας, Δομίτιος, ο οποίος το τοποθέτησε κοντά στην πόλη. Η Αγία Γλυκερία είναι πολιούχος του Γαλατσίου Αττικής και η μνήμη της τιμάται κάθε χρόνο στις 13 Μαϊου.


33.Πέντε νεομάρτυρες εκ Σαμοθράκης: Μανουήλ, Γεώργιος, Μιχαήλ, Θεόδωρος και Γεώργιος

Οι Άγιοι Μάρτυρες ο Εμμανουήλ, ο Θεόδωρος, ο Γεώργιος και ο νεότερος Γεώργιος, κατάγονταν από το νησί της Σαμοθράκης. Ο πέμπτος ο Μιχαήλ, καταγόταν από την μεγαλόνησο Κύπρο. Και οι πέντε μαρτύρησαν τον 19ο αιώνα, Kατά το 1821, όταν ξέσπασε η επανάσταση οιΤούρκοι σε αντίποινα εισέβαλαν από την Άβυδο και την Τένεδο στη Σαμοθράκη όπου έσφαξαν τους άντρες άνδρες ενώ τις γυναίκες μαζί με τα παιδιά, αφού τους απήγαγαν και με τη βία, τους έστειλαν αιχμαλώτους και στην Ανατολή και στην Ευρώπη και στην Αίγυπτο. Ανάμεσα στους αιχμαλώτους ήταν και οι πέντε άγιοι.
Μετά την απελευθέρωση οι υπό αιχμαλωσία αφού επανήλθαν στη Σαμοθράκη (αν και τελούσε υπό τον τουρκικό ζυγό) και έγιναν κάτοχοι της κτηματικής περιουσίας τους ο καθένας, ενώθηκαν με τους Χριστιανούς, αποκηρύσσοντας τον μωαμεθανισμό στον οποίο είχαν μυηθεί με την βία. Αυτό όμως έγινε γνωστό στους Τούρκους που κατοικούσαν στη Σαμοθράκη και μέσω αυτών σε αυτούς που ζούσαν στη Θράκη. Και ο ηγεμόνας της περιοχής μαζί με τον ιεροδικαστή, τους τους απείλησαν και τους υποχρέωσαν να καταβάλουν ένα σημαντικό ποσό και τους άφησαν ελεύθερους. Υπέστησαν πολλά και όταν οι άλλοι κάτοικοι τους παρότρυναν να φύγουν αυτοί ομόφωνα αποφάσισαν να μείνουν.
Κάποια στιγμή έφτασε στην περιοχή ένας ιεροδικαστής, που είχε και πολλή εξουσία, αλλά ήταν και άνθρωπος πολύ σκληρός. Ο Απτιραχμάν - αυτό ήταν το ονομά του - υπεραμύνονταν με σφοδρότητα τη θρησκεία του Μωάμεθ. Από την πρώτη στιγμή κάλεσε τους «πέντε» και τους ζήτησε να αλλαξοπιστήσουν. Οι μάρτυρες απάντησαν ομόφωνα: «Εμείς, δικαστή, ήμασταν Χριστιανοί από τη γενιά των παττέρων μας˙ αλλά επειδή αιχμαλωτιστήκαμε σε μικρή ηλικία, βίαια υπαχθήκαμε στη δική σας πλάνη και ασέβεια. Ήδη αφού καταλάβαμε πόσο άσχημα πάθαμε και κυλιστήκαμε στο βυθό της απάτης, επανήλθαμε στη χάρη του Χριστού, στο θαυμαστό του φως, και καθόλου δεν αρνούμαστε την αλήθεια, αλλά είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε για τον Χριστό, τον μόνο και αληθινό Θεό».
Τελικά και αυτός ο δικαστής αφού πήρε χρήματα τους άφησε ελεύθερους. Μετά από ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ανέλαβε άλλος δικαστής ο οποίος τους συνέλαβε και τους έκλεισε στη φυλακή. Επι 17 μέρες υπέστησαν φρικτά βασανιστήρια μέχρι τον θανατό τους το 1835 στο παραθαλάσσιο χωρίο της Θράκης, τη Μάκρη, απέναντι από τη Σαμοθράκη.
Η μνήμη των Πέντε Νεομαρτύρων εορτάζεται κάθε χρόνο την Κυριακή του Θωμά πανδήμως στο νησί της Σαμοθράκης (όπου φυλάσσονται τα λείψανά τους) αλλά και στον τόπο μαρτυρίου τους, την Μάκρη.



34.Όσιος Θεοφάνης ο ομολογητής

Ο Όσιος Θεοφάνης γεννήθηκε περίπου το 760 μ.Χ, από χριστιανούς γονείς, τον Ισάακ και τη Θεοδότη. Σε ηλίκια μόλις, 8 χρονών, ο Όσιος έμεινε ορφανός από πατέρα και την ανατροφή ανέλαβε εξ ολοκλήρου η μητέρα του.
Σε λίγα χρόνια, η μητέρα του, αποφάσισε να παντρέψει το Θεοφάνη με μια πλούσια γυναίκα, τη Μεγάλω. Ο Όσιος Θεοφάνης, όμως, που επιθυμούσε να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή, διέλυσε γρήγορα το γάμο αυτό. Η Μεγάλω, εκάρη μοναχή στη ιερά μονή της Πριγκίπου και μετονομάστηκε Ειρήνη. Ο Θεοφάνης, πήγε στη μονή του Μεγάλου Αγρού της Σιγριανής, όπου εκάρη μοναχός και αργότερα πρεσβύτερος της μονής. Ο τότε ηγούμενος της μονής Σακουδίωνος Πλάτωνα, αναγνωρίζοντας το υψηλό επίπεδο μορφώσεως του Οσίου, τον καλεί μαζί με άλλους σημαντικούς ηγούμενους της εποχής, να συμμετάσχουν στην 7η Οικουμενική Σύνοδο της Νίκαιας το 787 μ. Χ. 
Όταν ο Όσιος Θεοφάνης, επέστρεψε από τη Νίκαια, χειροτόνησε ηγούμενο στη μονή του τον μοναχό Στρατήγιο και εκείνος, αποσύρθηκε στο απέναντι νησί Καλώνυμον. Εκεί, ίδρυσε μια καινούργια μεγάλη μονή, όπου έζησε έξι χρόνια και ασχολήθηκε αποκλειστικά με την συγγραφή κειμένων και την καλλιγραφία. 
Μετά από λίγο καιρό, όμως, ο Όσιος αρρώστησε βαριά από οξεία λιθίαση και παρ όλο που ήταν άρρωστος, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, ύστερα από την πρόσκληση του Λέοντος του Αρμένιου. Στη συνάντηση αυτή, μέσω του Πατριάρχη Ιωσήφ του εικονομάχου, προσπάθησαν να πείσουν τον Όσιο Θεοφάνη να ταχθεί υπέρ της εικονομαχίας. Ο Όσιος μη μπορώντας να προδώσει την Ορθόδοξη πίστη, αρνήθηκε και έτσι τον φυλάκισαν. Στη συνέχεια τον εξόρισαν στο νησί της Σαμοθράκης, όπου εκοιμήθη το έτος 815 ή 818 μ.Χ. Το 822 μ.Χ. οι μαθητές του πήραν τα ιερά λείψανα του Οσίου Θεοφάνη και τα μετέφεραν στην μονή του, όπου φυλάσσονται μέχρι και σήμερα. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 12 Μαρτίου. 






35.Άγιος Αναστάσιος νεομάρτυς
Ο Άγιος Αναστάσιος γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Ναύπλιο κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και εργαζόταν ως ζωγράφος. Σε νεαρή ηλικία αρραβωνιάστηκε με μια κοπέλα, αλλά άκουσε κάποια άσχημα λόγια για την αρραβωνιαστικιά του και αποφάσισε να την αφησεί. Οι γονείς της κοπέλας, όμως, προκειμένου να ξαναγυρίσει ο Άγιος Αναστάσιος του έκαναν μάγια, που είχαν ως αποτέλεσμα να χάσει εντελώς το μυαλό του και να τριγυρίζει σαν τρελός. Οι Τούρκοι, βλέποντας πως ο Άγιος Αναστάσιος έχει τρελαθεί, τον έκαναν να αλλαξοπιστήσει. 
Μετά από λίγο καιρό, όμως, ο Άγιος -με τη βοήθεια του Θεού- έγινε εντελώς καλά και μόλις κατάλαβε πως είχε γίνει μουσουλμάνος, πέταξε την τούρκικη φορεσιά που του είχαν βάλει και άρχισε να φωνάζει πως πάντα χριστιανός ήταν και χριστιανός θα μείνει. Οι Τούρκοι, τότε, τον οδήγησαν στον κριτή, ο οποίος, προσπάθησε με πολλούς τρόπους να μεταπείσει τον Άγιο, χωρίς, όμως κανένα αποτέλεσμα. Ο κριτής, διέταξε τον αποκεφαλισμό του, οι Τούρκοι στρατιώτες, όμως, αψήφησαν την εντολή του κριτή και άρχισαν να τον χτυπούν με ξύλα, σπαθιά και μαχαίρια μέχρι που τον κατέκοψαν σε μικρά κομμάτια. 
Ο Άγιος Αναστάσιος μαρτύρησε την 1η Φεβρουαρίου του 1655 ή 1654 μ. Χ. και από το 1935 έχει καθιερωθεί πολιούχος της πόλης του Ναυπλίου. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο την 1η Φεβρουαρίου. 


36.Άγιος Λεωνίδης και οι συνοδοί του
Ο Άγιος Λεωνίδης καταγόταν από την Τροιζήνα και έζησε κατά τον 3ο αιώνα μ. Χ. στην ευρύτερη περιοχή της Επιδαύρου. Ο Άγιος μαρτύρησε μαζί με 7 γυναίκες (Χαρίσση, Νίκη, Γαλήνη, Καλλίδα, Νουνεχία, Βασίλισσα, Θεοδώρα), που απ ότι φαίνεται ήταν μαθήτριες του και ζούσαν κοντά του. 
Το Μεγάλο Σάββατο του 250 μ. Χ. , ύστερα από εντολή του ανθυπάτου Βενούστου, ο Άγιος Λεωνίδας συνελήφθη μαζί με τις 7 γυναίκες, και οδηγήθηκαν στον ηγεμόνα της περιοχής, ο οποίος τους ζήτησε να απαρνηθούν τον χριστιανισμό προκειμένου να τους χαρίσει τη ζωή τους. Ο Άγιος Λεωνίδης μαζί με τις συνοδούς τους, αρνήθηκαν να αλλαξοπιστήσουν και έτσι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Τον Άγιο Λεωνίδη, αφού πρώτα τον βασάνισαν τον κρέμασαν. Τις γυναίκες που ακολουθούσαν τον Άγιο, της έδεσαν τις έβαλαν πάνω σε ένα πλοίο και όταν έφτασαν σε ικανοποιητικό βάθος, τις έριξαν στον βυθό. Οι υπόλοιποι χριστιανοί της Επιδαύρου, περισυνέλεξαν τα νεκρά σώματα και τα ενταφίασαν. Ο πρώτος ναός προς τιμή του Αγίου Λεωνίδη χτίστηκε το 1833 από τον εφημέριο της κοινότητας τον Νικόλαο Νάτσουλη. Τα λείψανα του Αγίου και των 7 μαρτύρων βρέθηκαν αρκετά αργότερα το 1916, από τους κατοίκους της περιοχής. Η μνήμη του Αγίου Λεωνίδη και των 7 μαθητριών του τιμάται στις 16 Απριλίου. 


37.Άγιος Αγγελής νεομάρτυρας Αργείου
Ο Άγιος Αγγελής γεννήθηκε στο Άργος της Πελοποννήσου κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας και έζησε, όμως, στο Κουσάντασι της Μικράς Ασίας, όπου εργαζόταν ως πρακτικός γιατρός. 
Κάποια μέρα, γνώρισε ένα Γάλλο άθεο, ο οποίος κορόϊδευε τη χριστιανική πίστη. Ο Άγιος τότε, προσπαθώντας να τον μεταπείσει τον κάλεσε μέχρι και σε μονομαχία, πιστεύοντας πως θα τον κερδίσει, μόνο με την πίστη του. Το ίδιο βράδυ, ο Άγιος πήγε στον πνευματικό του ζητώντας την ευχή του και την ευλογία του και στη συνέχεια προσευχήθηκε όλη τη νύχτα, ζητώντας βοήθεια από το Θεό για τη δοκιμασία που τον περίμενε την επομένη. Όταν ξεκίνησε η μονομαχία, ο Γάλλος, κυριευμένος από φόβο πέταξε τα όπλα του και ανακηρύχθηκε νικητής ο Άγιος Αγγελής. Ύστερα από αυτή τη μονομαχία η συμπεριφορά του Αγίου, άλλαξε πολύ και μάλιστα προς το χειρότερο. Κλέιστηκε στο σπίτι του, δεν δεχόταν σχεδόν κανέναν και διατυμπάνιζε πως νίκησε τον αντίπαλό του χάρη στη μεγάλη του πίστη. 
Επιθυμούσε απεγνωσμένα να μαρτυρήσει για το Χριστό, και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό, που προκαλούσε συνεχώς τους Τούρκους με τις παράλογες πράξεις του. 
Έφτασε και στο σημείο να αλλαξοπιστήσει, προσπαθώντας να ξεγελάσει τους Τούρκους, οι οποίοι στο τέλος τον θεώρησαν απλώς τρελό και αντί να τον οδηγήσουν στο δικαστήριο (όπως επιθυμούσε ο ίδιος) τον έστειλαν στη Χίο. Και στη Χίο, όμως,η αλλοπρόσαλη συμπεριφορά του Αγίου συνεχίστηκε. 
Όταν επιτέλους, κατάλαβε πως είχε υποπέσει στο αμάρτημα της υπερηφάνιας, μετανόησε και ζήτησε συγχώρεση από το Θεό. 
Μια μέρα ξύρισε τα γένια του και πήγε στο τελωνείο. Όταν οι Τούρκοι τον είδαν, τον ρώτησαν για ποιό λόγο ξυρίστηκε και εκείνος απάντησε, πως παλιά ήταν Τούρκος, τώρα, όμως που έγινε χριστιανός θα ξυρίζεται, όπως κάνουν και οι υπόλοιποι χριστιανοί. Τότε, οι Τούρκοι τον φυλάκισαν στο κάστρο, όπου τον βασάνιζαν όλη τη νύχτα. Την επόμενη μέρα τον οδήγησαν στον διοικητή, ο οποίος τον καταδίκασε σε θάνατο. Έτσι, στις 3 Δεκεμβρίου του 1813 ο Άγιος Αγγελής θανατώθηκε δια αποκεφαλισμό στην περιοχή Βουνάκι. Το ιερό λείψανο του Αγίου παρέμεινε στο τόπο αποκεφαλισμού του για τρεις μέρες. Οι χριστιανοί της γύρω περιοχής, προσπάθησαν να πάρουν τα λείψανα του Αγίου, δωροδοκόντας τους Τούρκους στρατιώτες. Αυτοί, όμως, εξοργίστηκαν τόσο πολύ από την επιμονή των χριστιανών, που έριξαν τα λείψανα του Αγίου στη θάλασσα. Η μνήμη του Αγίου Αγγελή τιμάται στις 3 Δεκεμβρίου.



38.Άγιος Αρσένιος
Ο όσιος Αρσένιος (κατά κόσμον Αθανάσιος), γεννήθηκε στα Ιωάννινα το1800 μ. Χ. από ευσεβείς και πιστούς γονείς. Σε πολύ μικρή ηλικία, ορφάνεψε από μητέρα και πατέρα και έτσι στα εννιά του χρόνια πήγε στις Κυδωνίες της Μικράς Ασίας, όπου με την καθοδήγηση του Σχολάρχη Αρχιμανδρίτη Γρηγορίου, γράφτηκε στη στη σχολή του. 
Εκεί παρέμεινε για πέντε χρόνια, στη διάρκεια των οποίων γνωρίστηκε με τον γέροντα Δανιήλ, τον οποίο και αποφάσισε να ακολουθήσει στο Άγιο Όρος, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Αρσένιος. Πιστός ακόλουθος του γέροντα Δανιήλ, ο Άγιος Αρσένιος, ταξίδεψε στην Ιερά Μονή Πεντέλης, στην συνέχεια στην Πάρο, στις ιερές Μονές Λογγοβάρδας και Αγίου Αντωνίου Μαρπήσσης, στα νησιά Σίκινος και Φολέγναδρος.
Στη Φολέγανδρο έμεινε για πολλά χρόνια, χειροτονήθηκε διάκονος,  διορίστηκε μέγας ελληνοδιδάσκαλος και αφιερώθηκε στο ιερποστολικό του έργο. 
Μετά την κοίμηση του γέροντα Δανιήλ, ο Αρσένιος, θέλησε να επιστρέψει στο Άγιο Όρος, ο Αρχιμανδρίτης Πάρου, όμως, Ηλίας Γεωργιάδης, έπεισε τον Αρσένιο να παραμέινει μαζί του στην Πάρο, στην Ιερά μονή Αγίου Γεωργίου. Όσο καιρό παράμεινε στη μονή αυτή ο Άγιος Αρσένιος, επιδόθηκε στον ασκητικό βίο, έτρωγε ελάχιστα και προσευχόταν όλη μέρα. Ο Αρσένιος, αποτελούσε παράδειγμα ασκητή για τους υπόλοιπους συμοναστές του, οι οποίοι και πρότειναν να γίνει πρεσβύτερος της μονής. Ο ίδιος, όμως, από ταπεινότητα αρνήθηκε, μα ύστερα από προτροπή του Μητροπολίτη Κυκλάδων Δανιήλ, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. 
Η φήμη του Αγίου Αρσενίου εξαπλώθηκε γρήγορα στη γύρω περιοχή και πολλοί ήταν εκείνοι που τον επισκέπτονταν για να εξομολογηθούν, να τον συμβουλευτούν και να τους ευλογήσει. Ο Άγιος, όμως, ήθελε να αφιερωθεί στη μοναστική ζωή και έτσι άρχισε να απομονώνεται. Η σκληρή άσκηση σωματική και πνευματική, η συνεχής νηστεία και οι κακουχίες, κούρασαν τον Άγιο και άρχισαν να επηρεάζουν την υγεία του. Προαισθανόμενος, το θάνατό του ο Αρσένιος, κάλεσε όλους τους μοναχούς, τους συμβούλεψε για τελευταία φορά και την επόμενη μέρα 31 Ιανουαρίου του 1877 εκοιμήθη. Στην κηδεία του Αγίου συγκεντρώθηκε πλήθος κόσμου και το ιερό λείψανό του τέθηκε για τρεις μέρες σε λαϊκό προσκήνυμα. Η Ορθόδοξη Εκκλλησία, ανακήρυξε ως Άγιο, τον Αρσένιο, τον Ιούνιο του 1967. Την ίδια χρονιά ιδρύθηκε και ένας μικρός ναός προς τιμήν του Αγίου. 
Η τίμια κάρρα του Αγίου και μέρη του Ιερού λειψάνου, φυλάσσονται στην Ιερά μονή Χριστού Δάσους. Η Εκκλησία τιμά την κοίμηση του Αγίου στις 31 Ιανουαρίου και την ανακομιδή των λειψάνων του στις 18 Αυγούστου.
 

39.Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης
Ο Άγιος Νικόδημος (κατά κόσμον Νικόλαος) γεννήθηκε το 1749 στη Χώρα της Νάξου, από ευσεβείς γονείς τον Αντώνιο και την Αναστασία, οι οποίοι τον δίδαξαν τη χριστιανική πίστη και ιδιαιτέρως η μητέρα του. Από μικρή ηλικία γράφτηκε στη σχολή Αγίου Γεωργίου της Νάξου, έχοντας δάσκαλο τον Αρχιμανδρίτη Χρύσανθο. Στη συνέχεια πήγε στην Ευαγγελική σχολή της Σμύρνης, όπου έμεινε για 5 χρόνια, με δάσκαλο τον Ιερόθεο Βουλισμά (διευθυντής της σχολής).  Όσο καιρό έμεινε στη Σμύρνη ο  Άγιος Νικόδημος, σπούδασε εκτός της θεολογίας, φιλοσοφία, ιατρική, αστρονομία και πολλές άλλες επιστήμες. Μίλουσε, άριστα γαλλικά, ιταλικά και λατινικά. Το 1770, αφού αποφοίτησε από τη σχολή της Σμύνης, επέστρεψε στην Νάξο, όπου εργάστηκε ως γραμματέας της Μητρόπολης Παροναξίας, επί του μητροπολίτη Άνθιμου του Γ. Η μητέρα του έγινε μοναχή στην Ιερά μονή Χρυσοστόμου (Νάξο), μα και ο Άγιος γοητευμένος από τη μοναστική ζωή ακολούθησε το ίδιο μονοπάτι. Έτσι, το 1775 πήγε στο Άγιο Όρος στη μονή Διονυσίου, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Νικόδημος. Γρήγορα, ο Άγιος διακρίθηκε για την ασκητικότητα και την πνευματικότητά του. Ιδιαίτερα, γνωστός, έγινε και λόγω των θεολογικών συγγραμάτων του όπως: “Συναξαριστής”, “Ερμηνεία των επιστολών του Παύλου” κ.α.
Σε ηλικία, μόλις 60 χρονών, την Τετάρτη 14 Ιουλίου του 1809 ο Άγιος Νικόδιμος εκοιμήθη, στο κελί των Σκουρταιών, στις Καρυές του Αγίου Όρους. Μέχρι και σήμερα ο Άγιος Νικόδημος αποτελεί πρότυπο μοναχού, θεολόγου και διδασκάλου για την Εκκλησία. Κατά τον V. Grumel, “υπήρξε κανονολόγος, λειτουργιολόγος, αγιογράφος –δηλαδή ερμηνευτής των Γραφών, ασκητικός συγγραφεύς, εκδότης βιβλίων, εις των πλέον γονίμων συγγραφέων και αναμφιβόλως ο πλέον φιλόπονος Μοναχός, παρά του οποίου δοξάζεται η ελληνική Εκκλησία”.  
Η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο το 1955 και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 14 Ιουλίου. Επίσης η μνήμη του τιμάται την πρώτη και την τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, στη Νάξο, όπου τιμάται η Σύναξις των πέντε Αγίων της Προναξίας.


40.Άγιος Νικόλαος Πλανάς

Ο Άγιος Νικόλαος ο Πλανάς, γεννήθηκε το 1851 στη Νάξο, από ενάρετους γονείς τον Καπετάν- Γιάννη και την Αυγουστίνα, οι οποίοι είχαν ένα καϊκι που ταξίδευε από τη Νάξο στη Σμύρνη, την Κωνσταντινούπολη ακομά και την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου.
Ο Άγιος Νικόλαος από μικρό παιδί, περνούσε τις ώρες του στην εκκλησία, όπου προσευχόταν και έψελνε.
Ο παππούς του Αγίου, που ήταν και ιερέας, έμαθε στον μικρό Άγιο τα πρώτα του γράμματα. Τον έμαθε να διαβάζει το Ιερό Ψαλτήριο και τον έπαιρνε μαζί του στις Θείες Λειτουργίες.
Όταν ο Νικόλαος, έφτασε 14 χρονών, ο πατέρας του πέθανε και αναγκάστηκε να μετακομίσει στην Αθήνα με την μητέρα του και την αδερφή του. Σε ηλικία 17 ετών, η μητέρα του τον πάντρεψε με την Ελένη Προβελεγγίου, η οποία καταγόταν από τα Κύθηρα. Ο Άγιος Νικόλαος, απέκτησε ένα γιο, τον Ιωάννη μα ύστερα από κάποια χρόνια η γυναίκα του πέθανε. 
Έτσι στις 28 Ιουλίου του 1879 χειροτονήθηκε διάκονος στον Ιερό ναό Μεταμορφώσεως Σωτήρος Πλάκας. Στις 2 Μαρτίου του 1885 χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και τοποθετήθηκε στον Ιερό ναό Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού. Τα επόμενα χρόνια, ο Άγιος Νικόλαος βοήθησε πάρα πολλούς χριστιανούς υλικώς αλλά και πνευματικώς. 
Στις 28 Φεβρουαρίου του 1932 ο Άγιος Νικόλαος λειτούργησε για τελευταία φορά, καθώς μετά τη Θεία Λειτουργία έχασε τις αισθήσεις του. Οι πιστοί της ενορίας του, προσπάθησαν να τον βοηθήσουν, μα δεν τα κατάφεραν. Έτσι, στις 2 Μαρτίου του 1932 εκοιμήθη. Το επόμενο πρωί μετέφεραν το λείψανό του στο ναό του Αγίου Ιωάννη στη Βουλιαγμένη και για τρεις μέρες τέθηκε σε λαϊκό προσκήνυμα. Το μεγάλο πλήθος κόσμου που συγκεντρώθηκε για να αποχαιρετήσει τον Άγιο Νικόλαο, φανερώνει για μια ακόμα φορά, πόσο πολύ τον αγαπούσαν και τον σέβονταν όλοι.
Το 1992, τα θαυματουργά λείψανα του Αγίου μετφέρθηκαν  στο ναό που χτίστηκε προς τιμήν του, όπου φυλάσσονται σε ασημένια λάρνακα.
Η Εκκλησία τον ανακήρυξε Άγιο κατά την Οικουμενική Σύνοδο του 1991-1992. Η μνήμη του τιμάται στις 2 Μαρτίου, μα και την πρώτη και τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου (Σύναξις Αγίων Παροναξίας).
41.Ο Άγιος Νέος Ιερομάρτυρας Ραφαήλ ο Ιθακήσιος
Ο Άγιος Ραφαήλ (κατά κόσμον  Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης), γεννήθηκε τον 15ο αιώνα στην Ιθάκη και συγκεκριμένα στην τοποθεσία Μύλοι, που βρισκόταν έξω από το χωριό Περαχώρι. Σε μικρή ηλικία κατατάχθηκε στον βυζαντινό στρατό, όπου και κατέκτησε πολλά αξιώματα. Σε ηλικία 35 ετών ο Άγιος γνωρίστηκε με τον ηγούμενο Ιωάννη, ο οποίος κάποια Χριστούγεννα επισκέφτηκε το στρατώνα με σκοπό να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες. Ο ηγούμενος τους μίλησε όμως και για το Χριστό και τα λόγια του εντυπωσίασαν τον αξιωματικό, τότε, Γεώργιο (Ραφαήλ), ο οποίος και αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Χωρίς, λοιπόν, να ανακοινώσει τίποτα και σε κανέναν (ούτε στον ίδιο του πατέρα), έφυγε με τον ηγούμενο και έμειναν για πέντε χρόνια σε μια σπηλιά. Εκεί ο Άγιος, επιδόθηκε στην προσευχή, τη νηστεία και την άσκηση. Όταν πέθανε ο ηγούμενος Ιωάννης ο Άγιος Ραφαήλ, επέστρεψε στο σπίτι του. Την ίδια ακριβώς περίοδο, χειροτονείται ιερέας του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, όπου χάρη στην υψηλή του μόρφωση και στα προσόντα του, απέκτησε γρήγορα το οφίκιο του Πρωτοσύγγελου. 
Λίγο καιρό αργότερα στάλθηκε από το Πατριαρχείο στο Μορλαί της Γαλλίας, όπου έλαβε μέρος σε σπουδαίες θεολογικές συζητήσεις με ανθρώπους από διάφορες χώρες. Σε αυτό του το ταξίδι, ο Άγιος Ραφαήλ, συναντήθηκε με τον νεαρό, τότε Νικόλαο που καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη. Όταν επέστρεψαν μαζί στην Ελλάδα, ο Άγιος, άρχισε να στέλνει τον Νικόλαο σε διάφορες περιοχές, με σκοπό να κηρύττει τον λόγο του Θεού. 
Το 1453, όμως, με την άλωση της Πόλης, ο Άγιος Ραφαήλ και ο Νικόλαος, ενεγκάστηκαν να φύγουν και έτσι ξεκίνησαν από κάποια ακτή της Αλεξανδρούπολης με προορισμό την Ενετοκρατούμενη, ακόμα Λέσβο. Όταν έφτασαν εκεί, εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι της Παναγίας των Καρυών, όπου ήδη κατοικούνταν και από άλλους μοναχούς.
Το 1462, όμως, οι Τούρκοι κατέλαβαν τη Λέσβο και αμέσως προχώρησαν σε διωγμούς εναντίον των χριστιανών, οι οποίοι προκειμένου να γλιτώσουν κρυβόντουσαν στα βουνά του νησιού αλλά και στο μοναστήρι των Καρυών. Όταν οι Τούρκοι κατάλαβαν, πως χρησιμοποιούν το μοναστήρι ως κρησφύγετο, κάλεσαν ενισχύσεις από τη Μικρά Ασία και επιτέθηκαν στο μοναστήρι τη Μ. Παρασκευή του 1463. Ο Άγιος Ραφαήλ μα και όλοι οι χριστιανοί, υποβλήθηκαν σε πολύ σκληρά βασανιστήρια και για πολλές συνεχόμενες ημέρες. Αφού, σταμάτησαν τα βασανιστήρια, τους αποκεφάλισαν και έβαλαν φωτιά στη μονή.
Τα ιερά λείψανα των μαρτύρων ενταφιάστηκαν από τον παπα- Σάββα, τον μοναχό Σταύρο και τον επιστάτη της μονής. Πολύ αργότερα χτίστηκε ο ναός του Αγίου Ραφαήλ στο Περαχώρι της Ιθάκης, στον οποίο μετάφερθηκαν και τα ιερά λείψανά του. Η μνήμη του Αγίου Ραφαήλ τιμάται την πρώτη Κυριακή μετά την 3η Ιουλίου, κάθε χρόνο. 

42.Όσιος Ιωακείμ ο Ιθακήσιος ο « Παπουλάκης»
Ο Όσιος Ιωακείμ (κατά κόσμον Ιωάννης Πατρίκιος) γεννήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας, στα Καλύβια (οικισμός της Βόρειας Ιθάκης), από ενάρετους γονείς τον Άγγελο και την Αγνή. Ο Ιωάννης, σε μικρή ηλικία, έμεινε ορφανός από μητέρα. Ο πατέρας του, όμως, ξαναπαντρεύτηκε μια γυναίκα η οποία συμπεριφερόταν με πολύ άσχημο τρόπο στον μικρό Ιωάννη, ο οποίος για να την αποφεύγει κρυβόταν σε ένα μικρό εκκλησάκι, όπου προσευχόταν και μελετούσε τα ιερά βιβλία. Όταν μεγάλωσε λίγο, ο Ιωάννης, άρχισε να εργάζεται ως ναυτικός στο καϊκι του πατέρα του, μα ύστερα από εντολή της μητριάς του, τον στείλανε να δουλέψει στο καϊκι ενός συγχωριανού τους. 
Σε ένα από τα ταξίδια, ο μικρός Ιωάννης πήγε στο Άγιος Όρος, όπου επέλεξε να μείνει για πάντα εκεί. Έμεινε στην Ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου εκάρη μοναχός και έλαβε το όνομα Ιωακείμ. Εκεί, με την καθοδήγηση των γερόντων, ασκήθηκε στην προσευχή και τη νηστεία. 
Όταν ξεκίνησε η Ελληνική επανάσταση, ο ηγούμενος της μονής Βατοπαιδίου έστειλε τον Ιωακείμ στην Πελοπόννησο με σκόπό να ενθαρρύνει και να βοηθήσει τους επαναστατημένους χριστιανούς. Ο Ιωακείμ, μόλις έφτσε στο Μωριά, άρχισε, αμέσως να βοηθά με κάθε τρόπο τους χριστιανούς της περιοχής, πολλές φορές διακινδυνεύοντας και την ίδια τη ζωή του. Σε συνεργασία, μάλιστα, με κάποιο παπα- Γιάννη, άρχισαν να μεταφέρουν ηλικιωμένους και γυναικόπαιδα με καϊκια στα Επτάνησα, προκειμένου να τους σώσουν από τις επιδρομές του Ιμπραήμ.
Το 1827, ο Όσιος Ιωακείμ, επέστρεψε στην τότε αγγλοκρατούμενη πατρίδα του, όπου αμέσως η φήμη του εξαπλώθηκε. Αυτό, βέβαια, είχε ως αποτέλεσμα να τον μισήσουν οι Άγγλοι, αλλά και κάποιοι ντόπιοι. 
Στην Ιθάκη, έζησε σαν πραγματικός ερημίτης, καθώς επέλεξε να κατοικεί σε δάση και φαράγγια. Καταπονούσε, αρκετά το σώμα του με την αυστηρή νηστεία και την άσκηση. Μόνο τους χειμερινούς μήνες δεχόταν να φιλοξενείται στα σπίτια κάποιων χριστιανών, που τον καλούσαν. Ο Όσιος Ιωακείμ, όμως, φρόντισε και στο να χτιστούν ναοί, αλλά και να ξεσηκώνει τους συντοπίτες του εναντίον των Άγγλων κατακτητών.
Στις 2 Μαρτίου του 1868, σε προχωρημένη πια ηλικία, ο Όσιος Ιωακείμ εκοιμήθη, στην οικία Παϊζη, στο Βαθύ της Ιθάκης. Η κηδεία του Αγίου, τελέστηκε στον Ιερό Ναό του Αγίου Νικολάου, όπου συγκεντρώθηκε πλήθος χριστιανών για να θρηνήσουν για την απώλεια του προστάτη τους. Το Ιερό σκήνωμα τέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα για όλη τη νύχτα και την επόμενη ημέρα τάφηκε, σύμφωνα με την επιθυμία του Αγίου, πίσω από τον ιερό ναό της Αγίας Βαρβάρας. 
Η αγιοσύνη του Ιωακείμ, αναγνωρίστηκε από το Οικουμενικό Πατριαρχείο του 1999. Η μνήμη του Αγίου τιμάται στις 2 Μαρτίου και η ανακομιδή των λειψάνων του στις 23 Μαϊου. 
43.Ο Άγιος Βησσαρίων, Μητροπολίτης Λαρίσης
Ο Άγιος Βησσαρίων, γεννήθηκε στις Μεγάλες Πύλες (σημερίνη Πύλη ή Πόρτα Παναγιά των Τρικάλων) γύρω στα τέλη του 15ου αιώνα και προερχόταν από οικογένεια που είχε αναδείξει πολλούς ιερείς και μοναχούς. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να μεγαλώσει σύμφωνα με την χριαστιανική πίστη και το Λόγο του Θεού. Σε ηλικία μόλις 10 ετών, ο Άγιος επισκέφτηκε τον μητροπολίτη Λαρίσης Μάρκο, έμεινε κοντά του για πολλά χρόνια και διδάχτηκε πολλά από αυτόν. Ο Μητροπολίτης, κάποια χρόνια αργότερα χειροτόνησε το νέο Βησσαρίων διάκονο και στη συνέχεια πρεσβύτερο. 
Το 1516 ο Άγιος Βησσαρίων χειροτονήθηκε επίσκοπος Δομενίκου και Τυρνάβου, μα οι κάτοικοι της επαρχίας αυτής δεν τον δέχτηκαν και χωρίς να αντιδράσει ο Άγιος επέστρεψε στα Τρίκαλα, όπου και έμεινε δίπλα στον Μητροπολίτη. Όσο καιρό έμεινε στα Τρίκαλα, ο Άγιος Βησσαρίων, βοηθούσε όλους τους φτωχούς και τους αρρώστους είτε ήταν ξένοι είτε ήταν Έλληνες. 
Το 1521, όταν εκοιμήθη ο έξαρχος της επισκοπής Σταγών, Νικάνωρ, οι κάτοικοι ζήτησαν αν αναλάβει τη θέση του ο Βησσαρίων ,όπως και έγινε. Για 6, λοιπόν, χρόνια(1521-1527) ο Άγιος παρέμεινε στη θέση αυτή, παρ όλο που δοκιμάστηκε αρκετά από κάποιον ασεβή ιερά, ο οποίος διαρκώς τον ταλαιπωρούσε.
Όταν εκοιμήθη, ο μητροπολίτης Λαρίσης Μάρκος, ο Άγιος Βησσαρίων, ύστερα από απίτηση του Θεσσαλικού κλήρου, ανέλαβε τη θέση του, όπου ξεχώρισε για την έντονη ποιμαντική και κοινωνική του δραστηριότητα. Χρησιμοποιώντας τα χρήματα της Εκκλησίας, ο Άγιος εξαγόρασε πολλούς χριστιανούς αιχμαλώτους από τους Τούρκους, ίδρυσε πολλούς ναούς, κατασκεύασε γέφυρες, ανοίγοντας έτσι δρόμους από τη Θεσσαλία ως την Ήπειρο και στήριξε οικονομικά τους φτωχούς. Σημαντικό έργο θαωρείται  και η ίδρυση της Ιεράς Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος. Στις 13 Σεπτεμβρίου του 1530 και σε ηλικία μόλις 50 ετών, ο Άγιος Βησσαρίων εκοιμήθη. Οι μοναχοί της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, ενταφίασαν τον Άγιο, στον ιερό ναό του Αγίου Νικολάου. Αργότερα, όμως, ένας υπηρέτης της μονής έκλεψε το ιερό λείψανο του Αγίου και το πούλησε στη Δύση. Η τίμια κάρρα του Αγίου, διασώθηκε κατά θαυμαστό τρόπο και φυλάσσεται έως και σήμερα στο μοναστήρι. Η μνήμη του Αγίου Βησσαρίωνος τιμάται στη Θεσσαλία, την Ήπειρο, τη Δυτική Μακεδονία, τη Φιλιππιάδα, τη Λευκάδα, το Βαθύ του Μεγανησίου και τις παραδουνάβιες χώρες κάθε χρόνο στις 15 Σεπτεμβρίου. Ο Άγιος Βησσαρίων είναι ιδιαίτερα αγαπητός σε όλους τους χριστιανούς εξαιτίας των πολυάριθμων θαυμάτων που έκανε όσο ζούσε, αλλά και αφού εκοιμήθη. 
44.Άγιος Σωσοίωνας
Για τον Άγιο Σωσοίωνα γνωρίζουμε μόνο ότι ήταν μαθητής του Αποστόλου Παύλου και χειροτονήθηκε -όπως προλεχθηκε- πρώτος επίσκοπος Λευκάδος.
45.Όσιος Λουκάς ο εν Στειρίω
Ο Όσιος Λουκάς γεννήθηκε στο Καστόριο της Φωκίδας το 896 μ. Χ., από γονείς που κατάγονταν από την Αίγινα. Την περίοδο που οι Βούλγαροι, επίβασιλιά Συμεών, κατέλαβαν την Μακεδονία και έφτασαν μέχρι τη Στερεά Ελλάδα, ο Όσιος Λουκάς πήγε στην Πελοπόννησο.Αφού πέθανε ο βασιλιάς Συμεών, ο Λουκάς επέστρεψε στην Φωκίδα και εγκαταστάθηκε στο Στείριο Όρος το 927. 
Από μικρή ηλικία ο Όσιος, επέλεξε την ασκητική ζωή. Νήστευε από κρέας, αυγά και τυρί και τρεφόταν μόνο με νερό και όσπρια. Προσευχόταν συνέχεια και κύριο μέλημά του ήταν να βοηθάει τους φτωχούς. Σύμφωνα με την παράδοση, λένε, πως την ώρα που προσευχόταν , τα πόδια υψώνονταν ένα πήχη πάνω από το έδαφος και δεν άγγιζαν καθόλου τη γη. 
Ο Όσιος Λουκάς περιπλανήθηκε για πολλά χρόνια στις γύρω πόλεις, με σκόπο να βοηθήσει τους ανθρώπους, όπου επιτέλεσε και τα πρώτα του θαύματα. 
Στη συνέχεια, ο Όσιος Λουκάς και οι ακόλουθοί του έχτισαν ένα μοναστήρι και εγκαταστάθηκαν εκεί.. Η φήμη του Αγίου, είχε ήδη εξαπλωθεί στην γύρω πειροχή και πολλοί πιστοί τον επισκέπτονταν για να τους ευλογήσει, και να τον συμβουλευτούν. Ο Όσιος Λουκάς έμεινε για 7 χρόνια στο μοναστήρι αυτό, όπου και εκοιμήθη στις 7 Φεβρουαρίου του 953 σε ηλικία, μόλις 57 ετών. Το ιερό λείψανο του Οσίου, ενταφιάστηκε στους πρόποδες του Ελικώνα κοντά στο χωριό Στείριο, όπου χτίστηκε και η μονή του Οσίου Λουκά. Το ιερό λείψανο του Οσίου, όμως κατά τον 12ο-13ο αιώνα, εκλάπη από τους Σταυροφόρους και μεταφέρθηκε στην Ιταλία. Ύστερα, από πολλά χρόνια, το λείψανο του Αγίου επέστρεψε στην Ελλάδα και βρίσκεται έως και σήμερα στην Ιερά μονή του Οσίου Λουκά. Η μνήμη του Αγίου τιμάται κάθε χρόνο στις 7 Φεβρουαρίου. 
46.Νεομάρτυρας Άγιος Ιωάννης εκ Κονίτσης
Ό Άγιος Ιωάννης, γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, περίπου το 1790, από μωαμεθανούς γονείς. Ο ίδιος, έφερε το όνομα Χασάν και ήταν δερβίσης ( Τούρκος ιερώμενος), όπως ακριβώς και ο πατέρας του. 
Όταν ήταν μόλις 20 χρονών πήγε στο Βραχοχώρι (σημερινό Αγρίνιο), με σκοπό να επισκεφτεί κάποιον σεϊχη φίλο του πατέρα του. Εκεί, όμως, επειδή έμεινε για μεγάλο χρονικό διάστημα, γνωρίστηκε με κάποιους χριστιανούς της περιοχής. Ο τότε, Χασάν, γοητεύτηκε πολύ από τον τρόπο ζωής των χριστιανών, τη νηστεία τους και τη διδασκαλία του Χριστού. Φοβούμενος, όμως, τις αντιδράσεις των συμπατριωτών του, πήγε στην αγγλοκρατούμενη Ιθάκη. Εκεί, διδάχθηκε τη χριαστιανική πίστη, και αποφάσισε να βαπτιστεί, παίρνοντας το όνομα Ιωάννης. Για να μην κινήσει, όμως, τι υποψίες των Τούρκων πήγε στο χωριό Μαχαλάς στο Ξηρόμερο, όπου παντρέυτηκε και έπιασε δουλειά ως αγροφύλακας. Σύντομα, όμως, οι Τούρκοι τον ανακάλυψαν και επειδή προερχόταν από μωαμεθανική οικογένεια, προσπάθησαν στην αρχή με καλό τρόπο να τον μεταπείσουν. Ο Άγιος Ιωάννης, όμως, παρέμεινε πιστός στον χριστιανισμό. Στη συνέχεια, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν μπροστά στον κριτή ,όπου και πάλι ο Άγιος υποστήριξε με θάρρος την πίστη του. Τότε, ο κριτή διέταξε τη θανάτωσή του. Έτσι, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1814 ο Άγιος Ιωάννης αποκεφαλίστηκε κάτω από τον πλάτανο του Ιερού Ναού του Αγίου Δημητρίου. 
Τα ιερά λείψαν του Αγίου, βρέθηκαν το 1974 και από τότε φυλάσσονται σε μυστική κρύπτη στην Ιερά μονή Προυσού. Η μνήμη του τιμάται στις 23 Σεπτεμβρίου κάθε χρόνο.
47.Άγιος Δονάτος επίσκοπος Ευροίας
Ο Άγιος Δονάτος γεννήθηκε το 330 μ. Χ. στην πόλη Εύροια ( Ηπειρωτική Ελλάδα). Στο Βουθρωτό της Ηπείρου, διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα, και στη συνέχεια δίδαξε και αυτός εκεί μέχρι τα 30 του χρόνια. Το 360 μ. Χ. ο Άγιος Δονάτος, χειροτονήθηκε επίσκοπος Ευροίας και έμεινε στη θέση αυτή για 60 χρόνια. Ως επίσκοπος έλαβε μέρος και στην σημαντικότατη Β Οικουμενική Σύνοδο (381) τα χρόνια του αυτοκράτορα του Μεγάλου Θεοδοσίου. 
Ο Άγιος Δονάτος, ήταν ιδιαίτερα γνωστός για τα θαύματά του που προκαλούσαν τον θαυμασμό των απλών ανθρώπων αλλά και των αρχόντων του τόπου. 
Σύμφωνα με την παράδοση, στη περιοχή της Σωρείας και συγκεκριμένα κάτω από τη σκάλα της Τζαβέλαινας σε μια σπηλιά, ζούσε ένας δράκος, ο οποίος άρπαζε πρόβατα, κατσίκες, άλογα  και ανθρώπους ζωντανούς και μόλυνε τα νερά του τόπου. Μόλις, ο Άγιος Δονάτος, πληροφορήθηκε για αυτό το θηρίο πήγε στο μέρος όπου ζούσε ο δράκος, συνοδευόμενος από τους κληρικούς της επισκοπής του. Τότε, το θηρίο βγήκε από τη σπηλιά του και προσπάθησε να επιτεθεί στον Άγιο Δονάτο, εκείνος, όμως, το χτύπησε με το “φραγγέλιο” και ο δράκος έπεσε στη γη και πέθανε. Αφού το έκαψαν, ο Άγιος Δονάτος προσευχήθηκε, ευλόγησε το μολυσμένο νερό και προέτρεψε τους ακολουθούς του να πιουν. Πράγματι, το νερό δεν ήταν πια μολυσμένο και το νέο του θαύματος ταξίδεψε γρήγορα σε όλη την αυτοκρατορία. Όταν πληροφορήθηκε και ο Αυτοκράτορας Μέγας Θεοδόσιος για το θαύμα αυτό, κάλεσε τον Άγιο Δονάτο στο παλάτι του και του ζήτησε να θεραπεύσει την άρρωστη κόρη του και του είπε πως αν την έκανε καλά θα του χαρίζανε τη μισή περιουσία της. Ο Άγιος Δονάτος, πράγματι θεράπευσε την κοπέλα, με δεν δέχτηκε τα χρήματα. Αντιθέτως, ζήτησε από τον αυτοκράτορα να του παραχωρήσει κάποιο τόπο με σκοπό να χτίσει ένα ναό και ο Μέγας Θεοδόσιος δέχτηκε αμέσως. Έτσι, ο Άγιος Δονάτος έχτισε με την βοήθεια του Αυτοκράτορα, κοντά στο χωριό Γλυκή, ένα μεγάλο παλαιοχριστιανικό ναό χρησιμοποιώντας υλικά ελληνιστικής περιόδου. Όταν ο Άγιος Δονάτος εκοιμήθη το 388 τάφηκε στον ναό αυτό, σε τάφο που είχε ετοιμάσει ο ίδιος. 
Το 604 ο επίσκοπος Ευροίας Ιωάννης, εξαιτίας των επιδρομών κατέφυγε στην Κέρκυυρα, παίρνωντας μαζί του και το λείψανο του Αγίου Δονάτου, με σκοπό να το προστατεύσει. Το 1125, όμως ο Δόγης  Domenico Michelli έκλεψε το ιερό λείψανο και το μετέφερε στο νησί Murano της Βενετίας. Κατά την μεταφορά του λειψάνου, προς τη Βενετία, πέρασαν και από την Λευκάδα. Εκεί, λοιπόν, έχτισαν προς τιμή του Αγίου στο χωριό Εγκλουβή, ένα μικρό εκκλησάκι που φέρει το όνομά του. 
Η μνήμη του Αγίου, τιμάται κάθε χρόνο στις 7 Αυγούστου, με πανηγυρικές εκδηλώσεις σε πολλά μέρη της Ελλάδας. 

48.Άγιος Διονύσιος
Ο Αγιος Διονύσιος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο στα 1547 από γονείς που ξεχώριζαν στο νησί για την κοινωνική τους θέση και την καλή τους οικονομική κατάσταση. Το κατά κόσμον όνομά του ήταν Γραδενίγος Σιγούρος. Ο πατέρας του λεγόταν Μούκιος και η μητέρα του Παυλίνα, ενώ είχε άλλα δύο αδέλφια, τον Κωνσταντίνο και τη Σιγούρα. Σύμφωνα με τοπικές παραδόσεις της Ζακύνθου, που δεν επιβεβαιώνονται ιστορικά, ο άγιος είχε για ανάδοχο τον Αγιο Γεράσιμο, τον προστάτη της Κεφαλονιάς.
Η οικογένειά του φρόντισε να αποκτήσει μόρφωση, επιμένοντας περισσότερο στην κλασική παιδεία, χωρίς βεβαίως να αγνοούν και τα «Εκκλησιαστικά γράμματα».
Οι επιλογές των γονιών του φαίνεται πως απέδωσαν γρήγορα καρπούς, αφού απέκτησε σημαντική μόρφωση. Μιλούσε εκτός της ελληνικής γλώσσας, την ιταλική και τη λατινική, χειριζόταν μοναδικά την αρχαία ελληνική. Ενώ, όπως προκύπτει από κείμενά του που έχουν σωθεί, ήταν και πολύ ικανός θεολόγος.
Σε ηλικία 20 χρόνων και αφού είχαν πεθάνει οι γονείς του αποφάσισε να γίνει μοναχός. Για τον λόγο αυτό αφήνει όλη την περιουσία του στον αδελφό του, με ιδιαίτερη αναφορά  για την αποκατάσταση της αδελφής του. Εκάρη μοναχός στη μονή Στροφάδων, νησί νότια της Ζακύνθου, παίρνοντας το όνομα Δανιήλ. Εκεί αφιερώθηκε στην προσευχή, στη μελέτη των γραφών, στον αυστηρό ασκητικό βίο και δύο χρόνια αργότερα έγινε ηγούμενος της μονής.
Εναν χρόνο μετά χειροτονήθηκε ιερέας από τον επίσκοπο Κεφαλληνίας και Ζακύνθου, Θεόφιλο. Το 1577 αποφάσισε να επισκεφθεί τους Αγίους Τόπους. Περνώντας από την Αθήνα, θέλησε να πάρει την ευλογία του επισκόπου Νικάνορα, ο οποίος εντυπωσιάστηκε από τη μόρφωσή του και θέλησε να τον προάγει στο επισκοπικό αξίωμα της επισκοπής Αιγίνης, που βρισκόταν σε χηρεία. Εγραψε στον Πατριάρχη Ιερεμία υπέρ της υποψηφιότητας του Δανιήλ. Ο Ιερεμίας συναίνεσε τελικά και χειροτονήθηκε επίσκοπος Αιγίνης λαμβάνοντας το όνομα Διονύσιος. Το έργο που επιτέλεσε στο νησί της Αίγινας ήταν σημαντικό, αφού πρωτίστως ενδιαφέρθηκε για την ανακούφιση των φτωχών και των αδυνάτων. Στην παλιά πόλη της Αίγινας σώζεται και σήμερα έξω από την Εκκλησία ο πέτρινος θρόνος, όπου ο Αγιος Διονύσιος ανέβαινε και κήρυττε στους χριστιανούς. Ο άγιος του Θεού ποίμανε το πνευματικό του στην Αίγινα ποίμνιο, καθώς λέγει η Θεία Γραφή, «μετ’ επιστήμης», σαν αληθινός δηλαδή και καλός ποιμένας της Εκκλησίας.
Το νησί της Αίγινας είναι ευλογημένος τόπος, όπου τον πάτησαν και τον άγιασαν δύο Οσιοι Πατέρες της Εκκλησίας• τότε μεν ο Αγιος Διονύσιος και στις ημέρες μας ο Αγιος Νεκτάριος, ο επίσκοπος Πενταπόλεως. Και οι δύο αξιωμένοι με τη χάρη των θαυμάτων, γι’ αυτό και οι δύο κατέχουν τον τίτλο του θαυματουργού.
Το 1579 υποχρεώθηκε σε παραίτηση. Ο αυστηρά ασκητικός βίος σε συνδυασμό με  αυξημένες δραστηριότητες που είχε αναλάβει κλόνισαν την υγεία του, με αποτέλεσμα να στείλει επιστολή τόσο στον Οικουμενικό Πατριάρχη Ιερεμία όσο και στον επίσκοπο Αθηνών Νικάνορα με την παραίτησή του και την ταυτόχρονη δήλωση της θέλησής του να επιστρέψει στη Ζάκυνθο. Ο Ιερεμίας όμως δεν ήθελε να μείνουν αναξιοποίητες οι ικανότητες του Διονυσίου και έτσι τον έχρισε χωρεπίσκοπο Ζακύνθου. Η έντονη δραστηριότητα όμως στη Ζάκυνθο προκάλεσε την επιβουλή του επισκοπικού περιβάλλοντος, ίσως δε και του ίδιου του επισκόπου, με αποτέλεσμα να καταγγελθεί για υπέρβαση εξουσίας στον ηγεμόνα του νησιού Νικόλαο Δαπόντε. Ο Δαπόντες ζήτησε την παραίτηση του Διονυσίου, κάτι που ο ίδιος δέχτηκε, ώστε να μην προκληθούν σχίσματα και εντάσεις.
 
Η συγχώρεση του φονιά του αδελφού του
Οι οικογένειες Σιγούρου και Μονδίνου, όπως προκύπτει από διασωθέντα έγγραφα που βρίσκονται στα αρχεία της Βενετίας, βρίσκονταν σε μια διαρκή αντιπαλότητα. Μάλιστα πολλές φορές έλυναν τις διαφορές τους με συμπλοκές.
Κάποια μέρα μπήκε στο κελί του Αγίου ένας κυνηγημένος άνθρωπος, τρέμοντας και ζητώντας προστασία. Είχε σκοτώσει τον αδελφό του Αγίου Διονυσίου, Κωνσταντίνο. Οταν το άκουσε, ο Αγιος -σύμφωνα με τις προφορικές παραδόσεις του νησιού, σηκώθηκε, άνοιξε την πίσω πόρτα του κελιού του και οδήγησε τον φονιά να φύγει, να κρυφτεί και να σωθεί. Οταν δε οι συγγενείς του σκοτωμένου, αλλά και του αγίου, και τα όργανα της εξουσίας ήλθαν στο κελί και ρωτούσαν για τον φονιά, ο Αγιος Διονύσιος προσποιήθηκε κι απάντησε πως δεν τον είχε δει και πως δεν ήξερε τίποτε. Γι’ αυτό ένας Ζακυνθινός ποιητής, θέλοντας να εγκωμιάσει την αρετή του Αγίου Διονυσίου και θαυμάζοντας το παράδειγμά του, σ’ ένα του ποίημα έγραψε αυτό τον παράδοξο στίχο: «αγιάζει ο δούλος του Θεού την ώρα που αμαρτάνει»!
 
Στη Μονή της Αναφωνήτριας
Κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Αγιος Διονύσιος είχε αποσυρθεί στο μοναστήρι της Θεοτόκου της Αναφωνήτριας. Η Μονή της Παναγίας της Αναφωνήτριας ήταν γνωστή γιατί η παράδοση θέλει την εικόνα της Θεοτόκου να έχει έρθει με θαυματουργό τρόπο στο μοναστήρι από την Κωνσταντινούπολη αμέσως μετά την Αλωση. Η Μονή ιδρύθηκε από τον άρχοντα της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου Λεονάρδο Γ' Τόκκο και τη γυναίκα του Λάππα τον 15ο αιώνα και προικίστηκε με σημαντική περιουσία. Τη Μονή της Αναφωνήτριας υπήρχε η συνήθεια οι Ενετοί διοικητές να την παραχωρούν μαζί με την περιουσία της σε κάποια από τις αριστοκρατικές οικογένειες του νησιού. Ετσι το 1568 παραχωρήθηκε στον Αγιο Διονύσιο που καταγόταν από την επιφανή οικογένεια των Σιγούρων. Εκεί στη Ζάκυνθο τον επισκέπτονταν χιλιάδες πιστοί για να τον συμβουλευτούν αλλά και να τους εξομολογήσει.
Ο Αγιος Διονύσιος κοιμήθηκε το 1624, σε ηλικία 77 ετών. Κατά την επιθυμία του, τον έθαψαν στο μοναστήρι στις Στροφάδες. Οταν ύστερα από χρόνια θέλησαν να κάμουν ανακομιδή των αγίων λειψάνων του, το ιερό σκήνωμα βρέθηκε ολόκληρο και ακέραιο, ντυμένο τα αρχιερατικά άμφια, όπως το είχαν θάψει. Στα 1703 η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγνώρισε την αγιότητά του ύστερα από αναφορές και αιτήσεις του κλήρου και του λαού της Ζακύνθου, που βεβαίωναν για τα πολλά θαύματα και για την πίστη και συνείδηση της τοπικής Εκκλησίας στην αγιοσύνη του.
Η μετάνοια των δύσπιστων αλιέων:  Ο Αγιος Διονύσιος κάποτε πήγαινε με άλλους κληρικούς ως προσκεκλημένος στη Μονή Αγίου Γεωργίου στο νησάκι Βόιδι. Οι ψαράδες όμως, οι οποίοι τους μετέφεραν με το πλοίο τους, ήταν προληπτικοί κατά των ρασοφόρων και απέδωσαν στην παρουσία των κληρικών την αποτυχία τους στο ψάρεμα. Ο άγιος, θέλοντας να τους συνετίσει, τους υπέδειξε πού να ρίξουν τα δίχτυα τους και παρότι το μέρος εκείνο δεν είχε ποτέ ψάρια, οι ψαράδες έπιασαν τόσα πολλά, ώστε δεν μπορούσαν να σηκώσουν τα δίχτυα τους. Τότε προσκύνησαν τον άγιο και του ζήτησαν συγχώρεση.
Η διάβαση του χειμάρρου: Οταν ο άγιος μόναζε στη Μονή της Αναφωνήτριας, χρειάστηκε να κατέβει στην πόλη συνοδευόμενος από τον διάκονο Δανιήλ. Στον δρόμο έπεσε ραγδαία βροχή, αλλά κατά τρόπο θαυμαστό δεν βράχηκε ούτε ο άγιος ούτε ο συνοδός του. Λίγο αργότερα συνάντησαν έναν χείμαρρο που ήταν αδύνατο να περάσουν. Τότε ο άγιος ευλόγησε τον χείμαρρο, ο οποίος σταμάτησε, αφήνοντας τον άγιο και τον συνοδό του να περάσουν.
Η λύση του αφορισμού:   Στον Ναό του Αγίου Νικολάου των Ξένων βρέθηκε αδιάλυτο το σώμα αφορισμένης γυναίκας, νεκρής από πολύ καιρό. Ο άγιος παρακλήθηκε από τους συγγενείς της γυναικός να λύσει το επιτίμιο. Τότε διέταξε να βάλουν το πτώμα σε ένα στασίδι. Κατόπιν προσευχήθηκε γονατιστός και με δάκρυα για τη λύση του αφορισμού. Μόλις τελείωσε τη συγχωρητική ευχή ο άγιος, το πτώμα έκλινε το κεφάλι σαν να προσκυνούσε τον άγιο και κατόπιν διαλύθηκε σε οστά και χώμα.
Το όραμα του Ηγουμένου Δανιήλ: Οταν μετά την κοίμηση του Αγίου Διονυσίου και την ανακομιδή των Λειψάνων του το Σκήνωμά του βρέθηκε άθικτο, τοποθετήθηκε από τους Μοναχούς της Μονής Στροφάδων σε ειδική λάρνακα μέσα στο Καθολικό της Μονής, μέχρι την επίσημη ανακήρυξή του ως Αγίου το 1703. Πριν από αυτήν, ο ιερομόναχος Δανιήλ, που ήταν και ηγούμενος της Μονής Στροφάδων, αμφέβαλλε για την αγιότητα του Ιεράρχου. Μια νύχτα όμως νόμισε πως είδε τον Εκκλησιάρχη να του ζητάει την ευχή για να σημάνει τον Ορθρο. Ο Ηγούμενος τότε κατευθύνθηκε προς τον ναό και μπαίνοντας τον είδε φωταγωγημένο και τον άγιο να στέκεται όρθιος έξω από τη λάρνακα και να ιερουργεί, υπηρετούμενος από ιερείς και διακόνους. Τότε ένας από τους ιερείς λέει στον ηγούμενο Δανιήλ «πληροφορήθηκες τώρα, ή αμφιβάλλεις;». Τρομαγμένος ο ηγούμενος, έφυγε από τον ναό και όταν γύρισε για να επιβεβαιώσει το προηγούμενο όραμά του είδε τον άγιο να αποσύρεται στη λάρνακά του, τα φώτα του ναού να σβήνουν και τους ιερωμένους να χάνονται.
Η μνήμη του Αγίου τιμάται κάθε χρόνο στις 17 Δεκεμβρίου.








49.Άγιος Αγάθαρχος επίσκοπος Λευκάδας και οι Άγιοι πέντε πατέρες
Ο Άγιος Αγάθαρχος, καταγόταν μάλλον από την Αχαϊα, έζησε τον 4ο αιώνα ήταν εκπρόσωπος της Εκκλησίας της παλαιάς Ηπείρου. Είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Λευκάδας γύρω στο 320 μ.Χ. Ο Άγιος Αγάθαρχος , έλαβε μέρος στην Οικουμενική Σύνοδο του 325 μ. Χ, ύστερα από σύγκληση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, με σκοπό να καταπολεμηθεί η αίρεση του Αρειανισμού. Στη σύνοδο, που πραγματοποιήθηκε στην Νίκαια της Βιθυνίας, έλαβαν μέρος πολλοί επίσκοποι απ όλη την Ελλάδα. Εκεί, ο Άγιος Αγάθαρχος, γνωρίστηκε με άλλους πέντε Πατέρες, οι οποίοι θαύμασαν τόσο πολύ τον Άγιο, που θέλησαν να τον ακολουθήσουν. Έτσι, επιστρέψανε όλοι μαζί από τη Νίκαια στη Λευκάδα. 
Οι τρεις από τους πέντε Πατέρες, έμειναν μέχρι και το τέλος της ζωή τους σε μια σπηλιά στο βουνό Σκάρων, όπου επιδόθηκαν στη νηστεία, την προσευχή και την άσκηση.Όταν εκοιμήθηκαν θάφτηκαν σε αυτό το μέρος, όπου αργότερα χτίστηκε και ένα μικρό εκκλησάκι που φέρει το όνομά τους. 
Οι άλλοι δύο Πατέρες ακολούθησαν τον επίσκοπο Αγάθαρχο και μόνασαν στο χώρο, όπου βρίσκεται στο σημερινό μοναστήρι της Φανερωμένης, μέχρι το τέλος της ζωή τους. Η ακριβής ημερομηνία κοιμήσεώς τους δεν είναι γνωστή, όπως δεν είναι γνωστά και τα ονόματα των πέντε πατέρων. Στο μικρό εκκλησάκι των Αγίων Πατέρων σώζεται έως και σήμερα, “ η σφραγίδα των Αγίων”, δηλαδή μια μολύβδινη κυκλική σφραγίδα, με χαραγμένες τις μορφές των τριών Αγίων. 
Η μνήμη του Αγίου Αγαθάρχου και των 5 Πατέρων γιορτάζεται κάθε χρόνο την Ζ Κυριακή μετά το Πάσχα.

50.Άγιος Θεόκλητος ο Λακεδαιμόνας
Ο Άγιος Θεόκλητος γεννήθηκε τον 9ο αιώνα μ. Χ, στο Καστόρειο, που βρισκόταν στην επαρχία της Λακεδαιμονίας. Από πολύ μικρή ηλικία είχε αρχίσει να συνδέεται με μοναχούς και ασκητές και έτσι έγινε γρήγορα μοναχός. 
Ως μοναχός, ο Άγιος Θεόκλητος νήστευε για μεγάλα χρονικά διαστήματα, δεν επικοινωνούσε με τους ανθρώπους και προσευχόταν συνέχεια.
Μετά από κάποια χρόνια ο Άγιος Θεόκλητος, χειροτονήθηκε αρχιεπίσκοπος της Λακεδαιμονίας, όπου και επίδειξε σπουδαίο ποιμαντικό έργο. Βοηθούσε όλους τους φτωχούς, προστάτευε τις χήρες και τα ορφανά, συμβούλευε τα νέα παιδιά και στεκόταν πάντα δίπλα στο ποίμνιό του. Ο Άγιος Θεόκλητος, όμως, έγινε γνωστός και για τα θαύματα του. Σύμφωνα με την παράδοση, μια χρονιά, έπεσαν στα σπαρτά ακρίδες και κινδύνευε να καταστραφεί ολόκληρη η σοδειά. Τότε οι κάτοικοι της περιοχής ζήτησαν βοήθεια από τον Άγιο Θεόκλητο και εκείνος, σηκώνοντας το ραβδί του, έδιωξε τα νέφη των ακρίδων. Η μνήμη του Αγίου, τιμάται την 1η Δεκεμβρίου κάθε χρόνο.



51.Όσιος Λεόντιος ο Μονεμβασιώτης
Ο Όσιος Λεόντιος (κατά κόσμον Λέων)γεννήθηκε μάλλον τον 14ο αιώνα στην Πελοπόννησο και συγκεκριμένα στη Μονεμβασιά για αυτό και ονομάστηκε “ Μονεμβασιώτης”. Ο Όσιος Λεόντιος, προερχόταν από καλή και πλούσια οικογένεια και ετσί του παρήχαν σημαντική μόρφωση. Αφού ο Όσιος, τελείωσε με τις πρώτες του σπουδές, ο πατέρας του τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη για να μαθητεύσει με τους φιλοσόφους που βρίσκονταν εκεί. Γρήγορα, ξεχώρισε για τις γνώσεις του και έγινε αγαπητός στους δασκάλους του, αλλά και στον ίδιο το βασιλιά.
Όταν πέθανε ο πατέρας του, ο Όσιος Λεόντιος επέστρεψε στη Μονεμβασιά, για να βοηθήσει τη χήρα μητέρα του, αναλαμβάνοντας τη διαχείριση της περιουσίας τους. Ο Όσιος Λεόντιος, ύστερα από παράκληση της μητέρας του παντρεύτηκε, μα δεν άντεξε για πολύ καιρό, καθώς από μικρός επιθυμούσε να αφιερωθεί στο Θεό. Έτσι, ο Όσιος, άφησε τη σύζυγό του και τα τρία τους παιδιά και έφυγε από το σπίτι του. 
Στην αρχή έμεινε κοντά σε έναν ασκητή που ονομαζόταν Μεννίδης, από τον οποίο εκάρη μοναχός με το όνομα Λεόντιος. Στη συνέχεια, πήγε στο Άγιο Όρος, όπου ξεχώρισε για την υπομονή του και τους μεγάλους ασκητικούς αγώνες. Τελικά, έφυγε και από το Άγιο Όρος και πήγε στο όρος Κλωκόν του Γέροντος, που βρίσκεται πάνω από το Αίγιο, όπου έζησε στην απομόνωση και επιδόθηκε σε πολλά θαύματα. Εξαιτίας των θαυμάτων και της αρετής του ο Όσιος Λεόντιος έγινε γρήγορα γνωστός, που ακόμα και οι γιοι του τότε βασιλιά, μαθαίνοντας για αυτόν, έχτισαν στον τόπο άσκησής τον ιερό ναό του αρχαγγέλου Μιχαήλ και άλλα οικοδομήματα, ώσπου συγκρότηθηκε μοναστήρι. Στο μοναστήρι αυτό, εκοιμήθη ο Όσιος Λεόντιος σε ηλικία 75 ετών. Το λείψανο του Οσίου, βρίσκεται ακόμα και σήμερα στο σπήλαιο της ασκήσεώς του και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 11 Δεκεμβρίου.
52.Άγιος Μάξιμος ο Γραικός
Ο Άγιος Μάξιμος (κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης) γεννήθηκε στην Άρτα το 1470, από πλούσιους γονείς, οι οποίοι κατάγονταν από το Μυστρά, απ όπου αναγκάστηκαν να φύγουν λίγο πριν την πτώση του Δεσποτάτου. Όταν ο Άγιος έφτασε 14 χρονών, οι γονείς του τον έστειλαν στην Κέρκυρα, όπου μαθήτευσε δίπλα στο θείο του Δημήτρη Τριβώλη, αλλά και στον μεγάλο διδάσκαλο Ιωάννη Μόσχο. Στη συνέχεια, τον έστειλαν στη Φλωρεντία, όπου σπούδασε κοντά στον Ιωάννη Λάσκαρη θεολογία, ιστορία, φιλολογία, φιλοσοφία, αρχαία ελληνικά, λατινικά, γαλλικά και ιταλικά.
Όταν τέλειωσε με τις σπουδές του, πήγε στη μονή Βατοπαιδίου στο Άγιο Όρος, όπου εκάρη μοναχός και πήρε το όνομα Μάξιμος. Γρήγορα, οι υπόλοιποι μοναχοί τον ξεχώρισαν για το ήθος μα και για τη μόρφωσή του και για αυτό αποφάσισαν να τον στείλουν στη Ρωσία, ώστε να μεταφράσει τα λειτουργικά βιβλία, την Αγία Γραφή και τα βιβλία των Πατέρων από τα ελληνικά στα ρώσικα.
Έφτασε στη Μόσχα το 1518 μαζί με άλλους δύο μοναχούς και αμέσως ξεκίνησε τις μεταφράσεις των βιβλίων. Εκεί γνωρίστηκε με πολλούς επιφανείς ανθρώπους, οι οποίοι τον θαύμασαν, μα υπήρξαν και αρκετοί που τον μίσησαν. 
 Θα πρέπει να επισημάνουμε πως εκείνη την περίοδο στη Ρωσία υπήρχαν  δύο τάσεις για τον μοναχισμό: Η μία υποστήριζε ότι τα μοναστήρια δικαιούνταν να έχουν μεγάλη περιουσία και δούλους και η άλλη έλεγε, ότι οι μοναχοί δεν πρέπει να ασχολούνται με αυτά και να αντιδικούν με τους ανθρώπους για υλικά πράγματα. Ο Μάξιμος χωρίς να ταχθεί με κανέναν υποστήριζε τις σωστές απόψεις της Εκκλησίας, δηλαδή ότι η Εκκλησία δικαιούται να έχει περιουσία για τα απολύτως αναγκαία, κτυπούσε όμως τον υπερβολικό πλούτο, ο οποίος, όπως έλεγε, διαφθείρει τον άνθρωπο και σκοτίζει το νου του. Με αφορμή αυτήν τη στάση του, αλλά και την αντίδρασή του, όταν ο ηγεμόνας της Ρωσίας θέλησε να χωρίσει την ορθόδοξη γυναίκα του επειδή δεν μπορούσε να κάνει παιδιά και να παντρευτεί μια καθολική, διατάχθει η σύλληψή του. Ο Άγιος Μάξιμος, λοιπόν, φυλακίστηκε στη μονή Βολοκαλάμσκ με την κατηγορία του αιρετικου. Ο Όσιος έμεινε φυλακισμένος εκεί για 23 χρόνια, όπου του είχαν απαγορέψει τα πάντα και ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες. Το 1548, ο Όσιος Μάξιμος αφέθηκε ελεύθερος και πήγε να ζήσει στη μονή της Αγίας Τριάδας, που βρίσκεται έξω από τη Μόσχα. Στις 21 Ιανουαρίου του 1560 ο Όσιος εκοιμήθη σε αυτό το μοναστήρι, αφήνοντας πίσω του πλούσιο συγγραφικό έργο. Οι Ρώσοι καταλαβαίνοντας την αδικία εις βάρος του τον ανακήρυξαν Άγιο της Ρώσικης Εκκλησίας το 1988. Η μνήμη του Αγίου τιμάται στις 21 Ιανουαρίου (ημέρα της κοιμήσεώς του).
53.Άγιος Γεώργιος ο εν Μαλεώ
Ο Άγιος Γεώργιος γεννήθηκε στην περιοχή της Λακωνίας, μα δεν γνωρίζουμε ούτε την ακριβή ημερομηνία της γέννησής του, ούτε τον τόπο.
Ο Άγιος από πολύ μικρή ηλικία αγάπησε το Θεό και αφιέρωσε τη ζωή του σ αυτόν. Οι γονείς του, όμως, ήθελαν να τον παντρέψουν, μα εκείνος αρνήθηκε και εκάρη μοναχός. Ο Άγιος Γεώργιος, άρχισε να μελετά θεολογικά βιβλία, να προσεύχεται και να νηστεύει. Γρήγορα, ο Άγιος έγινε γνωστός και πολλοί χριστιανοί τον επισκέπτονταν για να τους ευλογήσει. Ο Άγιος,όμως, ήθελε να απομονωθεί και έτσι, πήγε στο όρος Μαλεός, που βρίσκεται στη Νότια Λακωνία. Μα και εκεί, ύστερα από λίγα χρόνια, συγκεντρώθηκε πλήθος μοναχών, τους οποίους ο Άγιος καθοδήγησε. Όλοι σέβονταν και αγαπούσαν τον Άγιο Γεώργιο σε τέτοιο βαθμό, που πολλοί βασιλείς και άρχοντες του έστελναν επιστολές ζητώντας του συμβουλές για διάφορα θέματα, ακόμα και για την διακυβέρνηση του λαού. 
Ο Άγιος Γεώργιος, προέβλεψε το τέλος της ζωής του τρία χρόνια πριν, οπότε και συγκέντρωσε όλους τους μαθητές του και μοναχούς για να τους δώσει τις τελευταίες συμβουλές του. Η μνήμη του Αγίου Γεωργίου του “εν Μαλεώ”, τιμάται κάθε χρόνο στις 4 Απριλίου.




54.Όσιος Γρηγόριος ο εκ Μυστρά
Ο Όσιος Γρηγόριος, γεννήθηκε τον 11ο αιώνα, στο Μυστρά και προερχόταν από πλούσια οικογένεια χριστιανών. Από μικρή ηλικία, διδάχθηκε τις Αγίες Γραφές και άρχισε να στρέφεται προς τη μοναστική ζωή. 
Σε ηλικία, μόλις 16 ετών, εγκατέλειψε τα εγκόσμια και πήγε σε κάποιο μοναστήρι, χωρίς, όμως, την άδεια των γονιών του. 
Μετά από λίγο καιρό, ο Άγιος Γρηγόριος, αποφάσισε να ακολουθήσει μια ομάδα μοναχών, οι οποίοι πήγαιναν να προσκυνήσουν στους Άγιους τόπους. Για άγνωστους, όμως, λόγους, ο Άγιος βρέθηκε στη Ρώμη, όπου έμεινε σε κάποιο μοναστήρι. Στη συνέχεια, πήγε τελικά στους Αγίους τόπους, από και στη Νίκαια της Μικράς Ασίας και μετά στη Θράκη, τη Μακεδονία και την Εύβοια, όπου και εγκαταστάθηκε. Στην Εύβοια, έμενε σε ένα μικρό Ιερό ναό στην πόλη του Ωρεού, όπου γρήγορα έγινε γνωστός και πλήθη πιστών τον επισκέπτονταν καθημερινά για να ακούσουν το κήρυγμά του και να τους βοηθήσει. 
Ο Άγιος Γρηγόριος, όμως, επιθυμόντας να ζήσει σε απόλυτη ησυχία, έφυγε από τον Ωρεό και πήγε σε μια μικρή νήσο τη Στρογγυλή. Και πάλι, όμως, τον επισκέπτονταν πολλοί μοναχοί, ιερείς, πλούσιοι, φτωχοί και άρχοντες, προκειμένου να διδαχθούν από αυτόν και να τους συμβουλέψει.
Η ακριβής ημερομηνία, κοιμήσεως του Αγίου Γρηγορίου εκ Μυστρά δεν είναι γνωστή. Η μνήμη του τιμάται την Κυριακή των Αγίων Πάντων.

55.Άγιος Ιωάννης Νεομάρτυς

Ο Άγιος Ιωάννης, γεννήθηκε το 1758 στο χωριό Γούβες της Μονεμβασιάς. Ο πατέρας του ήταν ιερέας και έτσι ο Ιωάννης, από μικρή ηλικία βρισκόταν στο χώρο της Εκκλησίας, καθώς τον βοηθούσε. 
Το 1770 ο Χατζή Οσμάν, έφτασε με το στρατό του και στο χωριό Γούβες. Ο πατέρας του Ιωάννη σκοτώθηκε και αυτός με τη μητέρα του, πιάστηκαν αιχμάλωτοι και οδηγήθηκαν στη Λάρισα, όπου πουλήθηκαν ως σκλάβοι, αρκετές φορές. Τελικά, αγοράστηκαν από ένα πλούσιο Τούρκο, ο οποίος ήταν άτεκνος και βλέποντας την εξυπνάδα και τη μόρφωση του Ιωάννη, σκέφτηκε να τον κάνει ψυχοπαίδι του. Ο Τούρκος αφέντης, όμως, προσπαθούσε να τον κάνει και Οθωμανό. Ο Ιωάννης, παρ όλες τις υποσχέσεις αλλά και τις φοβέρες του αφέντη του, έμεινε σταθερός στην χριστιανική πίστη.
Απογοητεύμενος, ο Τούρκος, σταμάτησε να προσπαθεί και έστειλε τον Άγιος στην αυλή του τζαμιού, όπου μαζεύτηκε πλήθος κόσμου και άρχισαν να τον βασανίζουν. Και πάλι, όμως, ο Άγιος Ιωάννης παρέμενε αμετακίνητος.
Όταν επέστρεψαν και πάλι στο σπίτι τους, πλησίαζε η νηστεία του δεκαπενταύγουστου. Ο Τούρκος, μόλις κατάλαβε πως ο Άγιος, δεν ήθελε να χαλάσει τη νηστεία, τον φυλάκισε στον στάβλο για 15 μέρες, βασανίζοντάς τον καθημερινά με διάφορους τρόπους. Ο Άγιος Ιωάννης δε λύγισε από αυτά τα βασανιστήρια και συνέχισε τη νηστεία του μέχρι τέλους. 
Τελικά, στις 19 Οκτωβρίου του 1773, ο Τούρκος αφέντης, έχοντας εξαγριωθεί από τη συμπεριφορά του Αγίου Ιωάννη, τον σκότωσε με μαχαίρι. Η μνήμη του τιμάται από την εκκλησία μας στις 21 Οκτωβρίου.
56.Όσιος Θεόδωρος Κυθήρων
Ο Όσιος Θεόδωρος, γεννήθηκε στην Κορώνη του 870-890 μ.Χ. Έζησε στο Ναύπλιο, όπου σπούδασε και παντρέυτηκε, αποκτώντας δύο παιδιά. Η βαθύτερη επιθυμία του, όμως, ήταν να μονάσει. Έτσι, εγκατέλειψε την οικογένειά του, πήγε στη Ρώμη και στη συνέχεια στη Μονεμβασιά, όπου και έμεινε στο κελί της εκλησίας της Θεοτόκου της Διακονίας. 
Γύρω στο 921, πήγε στο τότε έρημο νησί των Κυθήρων, όπου μόνασε στον παλαιοχριστιανικό Ναό των Αγίων Σεργίου και Βάκχου. 
Την επόμενη κιόλας χρονιά (12 Μαϊου 922), ο Όσιος Θεόδωρος εκοιμήθη. Σύμφωνα με την παράδοση, αρκετό καιρό αργότερα, πέρασαν κάποιοι ναύτες από τα Κύθηρα και βρήκαν το λείψανο του Αγίου, άθικτο από το πέρασμα του χρόνου. Το 925, κάτοικοι της Μονεμβασιάς, παρέλαβαν και ενταφίασαν το ιερό λείψανο του Οσίου. Στη συνέχεια, ξαναέχτισαν την παλιά εκκλησία των Αγίων Σεργίου και Βάκχου, αφιερώνοντάς την στον Όσιο Θεόδωρο. Μετά από αρκέτά χρόνια, χτίστηκε και μοναστήρι στη συγκεκριμένη περιοχή, όπου φυλάσσεται η τίμια κάρρα του Οσίου. Η μνήμη του τιμάται στις 12 Μαϊου κάθε χρόνο. 

57.Άγιος Μήτρος ή Δημήτριος ο νεομάρτυς
Ο Άγιος Μήτρος ή Δημήτριος, γεννήθηκε κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας στην Πελοπόννησο. Από μικρή ηλικία, ο Άγιος μαζί με άλλους νέους της περιοχής εξισλαμίστηκε, και πήρε το όνομα Μουσταφά. 
Ο Μουσταφά, γρήγορα ξεχώρισε μέσα στην κοινωνία των Τούρκων, οι οποίοι του έδωσαν το αξίωμα του επάρχου. Μέσα σε λίγα χρόνια, απέκτησε πολλά χρήματα, μα δεν ήταν ευχαριστημένος από τη ζωή του. Έτσι, μια μέρα, αποφάσισε να επιστρέψει στο χριστιανισμό και πήγε σε κάποιον πνευματικό της Τρίπολης, ο οποίος τον εξομολόγησε και τον καλωσόρισε ξανά στους κόλπους της Εκκλησίας. 
Ο Άγιος Μήτρος άρχισε να ζει ως χριστιανός, μα προσπαθούσε να το κρύβει από τους Τούρκους, οι οποίοι δεν άργησαν να τον ανακαλύψουν. 
Όταν οι Τούρκοι, λοιπόν, κατάλαβαν πως είχε ασπαστεί και πάλι τον χριστιανισμό, τον συνέλαβαν και τον οδήγησαν στον πασά της Τρίπολης. Ο πασάς, προσπάθησε να τον μεταπείσει με διάφορους τρόπους, προσφέροντάς του ακόμα και χρήματα, μα ο Άγιος Μήτρος ήταν αμετακίνητος. Έτσι, ο πασάς διέταξε τη φυλάκιση του και τον αποκεφαλισμό του, στις 28 Μαϊου του 1794. Οι χριστιανοί της περιοχής, παρέλαβαν το ιερό λείψανο, αφού πλήρωσαν τους Τούρκους, και το έθαψαν με όλες τις τιμές στον Ιερό ναό του Αγίου μεγαλομάρτυρα Δημητρίου. 
Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 28 Μαϊου. 


58.Άγιος Ιωάννης νεομάρτυς ο Τουρκολέκας

Ο Άγιος Ιωάννης ο Τουρκολέκας, γεννήθηκε το 1805 στο χωριό Τουρκολέκα της Αρκαδίας. Ο πατέρας του, ήταν ο γνωστός αγωνιστής Σταματέλος Σταματελόπουλος και η μητέρα του ήταν η αδερφή της συζύγου του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη. Ο Άγιος Ιωάννης είχε και 4 αδέρφια, μεταξύ των οποίων και το γνωστό Νικηταρά (οπλαρχηγός Νικήτας).
Ο Άγιος Ιωάννης, το 1816, σε ηλικία μόλις 11 χρονών, ταξίδεψε με τον πατέρα του στα Κύθηρα, μα λόγω της κακοκαιρίας βρέθηκαν στη Νεάπολη της Λακωνίας. Ο αγάς της εκεί περιοχής, τους συνέλαβε (μαζί με κάποιον άλλο) και τους οδήγησε στη Μονεμβασιά, όπου και φυλακίστηκαν στο κάστρο της. Ο βοεβόδας του Μυστρά, διέταξε τον αποκεφαλισμό των τριών φυλακισμένων. Σχετικά με το μαρτύριο έχει γράψει ο ίδιος ο Νικηταράς: “Στον αδερφό μου πρότειναν να αλλάξει την πίστη του. Του δείχνουν τον σκοτωμένο πατέρα του, και του λένε, κάτσε να σε κάνουμε Τούρκο. Τότε το παιδί κάνει το σταυρό του και τους απαντά: θα πάω και εγώ εκεί που πάει ο πατέρας μου. Του ξαναλέγουν γίνε Τούρκος. Το παιδί όμως ξανακάνει το σταυρό του. Έγινε από το αίμα του σταυρός. Πήραν τα κεφάλια τους στην Τριπολιτσά. Η σφαγή και των 3 έγινε στις 16 Οκτωβρίου του 1816 έξω από τον Ιερό Ναό του «Ελκομένου Χριστού», στην παλιά Μονεμβασιά.”
Τα κεφάλια του Αγίου Ιωάννη, του πατέρα του και του αγνώστου μάρτυρα εστάλησαν στον πασά της Τρίπολης και ο τόπος ταφής των σωμάτων τους παραμένει έως και σήμερα άγνωστος. Η μνήμη του εορτάζεται κάθε χρόνο στις 16 Οκτωβρίου.
59.Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος

Ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος (κατά κόσμον Αθανάσιος Τούλιος ο Παριανός), γεννήθηκε το 1722 στο Κώστο της Πάρου, από ευσεβείς γονείς, οι οποίοι, από μικρό ακόμη του έδειξαν το δρόμο της χριστιανοσύνης. ΣτηνΠάρο, ο Άγιος Αθανάσιος, ξεκίνησε τις πρώτες σπουδές του, εντυπωσιάζοντας τους δασκάλους και τους συμμαθητές του. Οι σπουδές του, συνεχίστηκαν στη Σμύρνη, όπου το 1745 άρχισε να φοιτά στην “ Ευαγγελική Σχολή”, όπου και διέπρεψε. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1752, πήγε στο Άγιος Όρος, με σκοπό να γραφτεί στη ξακουστή τότε σχολή της Αθωνιάδος, όπου διευθυντής ήταν ο διάσημος θεολόγος και φιλόσοφος Ευγένιος Βούλγαρης. Γρήγορα όλοι, εντυπωσιάστηκαν από τη μόρφωση αλλά και το χατακτήρα του Αγίου Αθανασίου και έτσι τον χειροτόνησαν διάκονο και στη συνέχεια καθηγητή της Σχολής του Όρους. 
Η φήμη του Αγίου, ξεπέρασε τα όρια του Άθω και πολλές σχολές από όλη την Ελλάδα, ζητούσαν να τις διευθύνει. Έτσι, ο Άγιος Αθανάσιος, πήγε, αρχικά, στη σχολή της Θεσσαλονίκης, όπου έκατσε μόνο δύο χρόνια, εξαιτίας μιας επιδημίας που ξέσπασε. Στη συνέχεια, πήγε στη σχολή του Μεσολογγίου, όπου δεν ασχολήθηκε μόνο με τη διδασκαλία αλλά και με την διαφώτιση του υπόδουλου λαού. 
Ο Ευγένιος Βούλγαρης (διευθυντής της Αθωνιάδας), έφυγε από το Άγιο Όρος και έτσι ο Άγιος Αθανάσιος, ανέλαβε τη θέση του. Μετά από δύο χρόνια, όμως, ξέσπασε το κίνημα των αντικολυβάδων και ο Άγιος, όντας κολυβάς, αναγκάστηκε να φύγει, πηγαίνοντας πάλι στη σχολή της Θεσσαλονίκης.
Μετά από κάποια χρόνια, ο Άγιος Αθανάσιος, αποφάσισε να επιστρέψει στην Πάρο και να εργαστεί εκεί, βοηθώντας την πατρίδα του. Κατά τη διάρκεια του ταξιδιού του, όμως, ξέσπασε ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος, και απαγορεύτηκε ο απόπλους όλων των καραβιών. Έτσι, αναγκάστηκε να αποβιβαστεί στη Χίο, όπου όλοι τον καλοδέχηκαν και τον παρακάλεσαν να αναλάβει τη σχολή του νησιού. Ο Άγιος, δέχτηκε την πρόταση αυτή και μέσα σε δύο χρόνια κατόρθωσε να αναβαθμίσει πλήρως τη σχολή ,μετατράποντάς την σε Πανεπιστήμιο, το οποίο απέκτησε μεγάλη φήμη σε όλο τον κόσμο.
Ο Άγιος Αθανάσιος, παρέμεινε στο πανεπιστήμιο της Χίου, μέχρι τα 89 του χρόνια, χωρίς να σταματήσει λεπτό να εργάζεται. 
Παρ όλο που ήταν αρκετά πλούσιος, ο Άγιος Αθανάσιος επέλεξε να μένει σε ένα μικρό κελί του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας και να μοιράσει όλα του τα υπάρχοντα στους φτωχούς. 
Ο Άγιος Αθανάσιος εκοιμήθη στις 24 Ιουνίου του 1813, σε ένα μικρό κελί στο κάθισμα του Αγίου Γεωργίου Ρεστών. Στον Κώστο της Πάρου, όπου γεννήθηκε, χτίσανε ένα μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν του και εορτάζουνε τη μνήμη του κάθε χρόνο στις 24 Ιουνίου. Η μνήμη του τιμάται και την Πρώτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, όπου γιορτάζεται η Σύναξη των πέντε Αγίων της Παροναξίας.

60.Αγία Θεοκτίστη
Η Αγία Θεοκτίστη γεννήθηκε στη αρχαία πολή Μήθυμνα της Λέσβου.Από πολύ μικρή ηλικία έμεινε ορφανή και από τους δύο της γονείς και την ανατροφή της ανέλαβαν κάποιοι συγγενείς της. 
Όταν ήταν ακόμα νέα, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και να γίνει μοναχή, ιδρύοντας μάλιστα τη δική της μονή, όπου συγκεντρώθηκαν πολλές νέες κοπέλες. Μέσα από το μοναστήρι, η Αγία Θοεκτίστη, άρχισε να βοηθά τους φτωχούς, τους απόρους και ιδιαίτερα τα ορφανά, λόγω της ιστορίας της. 
Σε ηλικία 18 ετών, η Αγία, πήγε να επισκεφτεί την αδερφή της σε κάποιο χωριό, μα τη μέρα εκείνη έκαναν επιδρομή στη Λέσβο Άραβες πειρατές, οι οποίοι κατέστρεψαν το μέρος και έπιασαν πολλούς αιχμαλώτους, ανάμεσά τους και τη Θεοκτίστη. Την επόμενη μέρα, οι πειρατές έφυγαν με κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους, εξαιτίας της κακοκαιρίας αναγκάστηκαν να αράξουν στο λιμάνι της Πάρου. Εκεί, προσπάθησαν να πουλήσουν τους αιχμαλώτους τους, μα η Αγία Θεοκτίστη, κατάφερε να ξεφύγει, και ύστερα από πορεία δέκα χιλιομέτρων, έφτασε στην Παροικιά, στον Ιερό Ναό της Παναγίας της Εκατονταπυλιανής.
Από εκείνη τη μέρα και για 35 ολόκληρα χρόνια, η Αγία, έμεινε στο ναό αυτό, απομονωμένη και αβοήθητη. Όλα αυτά τα χρόνια, η Θεοκτίστη, προσευχόταν και τρεφόταν μόνο με χόρτα, που τύχαινε να βρει. 
 Μια μέρα (μετά από 35 χρόνια), πέρασαν από εκεί κάποιοι κυνηγοί, οι οποίοι, σύμφωνα με την παράδοση, την συνάντησαν και τους είπε την ιστορία της.
Το 889, η Αγία Θεοκτίστη, εκοιμήθη στον Ιερό ναό της Εκατονταπυλιανής. Το ιερό λείψανο της Αγίας, το παρέλαβαν κάτοικοι της Ικαρίας. Σήμερα, τμήματα του λειψάνου της φυλάσσονται, στη Μήθυμνα της Λέσβου, στην Ικαρία και στην Πάρο. Ο τάφος της Θεοκτίστης, βρίσκεται στον ναό της Εκατονταπυλιανής.
Η μνήμη της τιμάται κάθε χρόνο στις 9 Νοεμβρίου, την πρώτη και την τρίτη Κυριακή του Σεπτεμβρίου (Σύναξη των Πέντε Αγίων Παροναξίας).

61.Άγιος Ρηγίνος ο Λιβαδεύς
Ο Άγιος Ρηγίνος, γεννήθηκε στη Λιβαδειά τον 3ο-4ο αιώνα και προσερχόταν από χριαστιανική οικογένεια. Η μόρφωσή του ξεκίνησε στη Λιβαδειά και συνέχισε, μελετώντας τις επιστήμες της εποχής: φιλοσοφία, ρητορική και θεολογία.
Το 325 μ. Χ., ο Άγιος Ρηγίνος, ταξίδεψε στη Νίκαια στην Α Οικουμενική Σύνοδο, συνοδεύοντας το θείο του, Αχίλλιο (επίσκοπος Λαρίσης). Όταν επέστρεψαν από το ταξίδι τους, ο επίσκοπος Αχίλλιος, έστειλε τον Άγιο Ρηγίνο στη Σκόπελο, με σκοπό να στηρίξει την Ορθόδοξη πίστη, που είχε αρχίσει να καταρρέει λόγω των αιρετικών και των ειδωλολατρών. Εκεί, ο Άγιος Ρηγίνος, ξεκίνησε να κηρύττει το λόγο του Θεού, να βοηθά τους χριστιανούς και να τους συμβουλέυει. Έγινε γρήγορα αγαπητός από όλους και έτσι, όταν πέθανε ο επίσκοπος Σκοπέλου, ο λαός και ο κλήρος διάλεξαν τον Άγιο Ρηγίνο για να τον διαδεχθεί. 
Ως επίσκοπος Σκοπέλου, έλαβε μέρος το 347 και στη Σύνοδο της Σαρδικής ( Βουλγαρία), όπου συμμετείχαν επίσκοποι, αλλά και αιρετικοί. Με το λόγο του, ο Άγιος κατατρόπωσε τους αιρετικούς, αναγκάζοντας τους να αποχωρήσουν πριν τη λήξη της Συνόδου. 
Όταν επέστρεψε ο Άγιος, στη Σκόπελο, ο καινούργιος αυτοκράτορας, Ιουλιανός ο παραβάτης, ξεκίνησε διωγμούς εναντίον των χριστιανών. Σύντομα, συνελήφθη και ο Άγιος Ρηγίνος, οδηγήθηκε στον τοπάρχη της Σκοπέλου, ο οποίος προσπάθησε με κάθε τρόπο να πείσει τον Άγιο,ώστε να αρνηθεί το χριστιανισμό. Ο Ρηγίνος, παρέμεινε σταθερός στην πίστη του και έτσι, οδηγήθηκε στη φυλακή. Στις 25 Φεβρουαρίου του 362, ο Άγιος οδηγήθηκε για τελευταία φορά, στον τοπάρχη, οπού ομολόγησε και πάλι την πίστη του στο Χριστό. Τότε οι δήμιοι, αφού τον τύφλωσαν, τον οδήγησαν στη θέση “ παλαιό γεφύρι”, όπου και τον αποκεφάλισαν. Οι χριστιανοί της περιοχής, ενταφίασαν το σώμα του Αγίου, σε ένα κοντινό λόφο, όπου σώζεται μέχρι και σήμερα ο τάφος του. 
Τον 12ο αιώνα, ο Γουλιέλμος ο Αγαθός της Σικελίας, μετέφερε τα λείψανα του Αγίου στην Κύπρο, μα το 1740 μέρη των λειψάνων μεταφέρθηκαν και πάλι στη Σκόπελο, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα. Η μνήμη του Αγίου Ριγήνου, τιμάται κάθε χρόνο στις 25 Φεβρουαρίου, σε όλη την Ελλάδα, μα ιδιαίτερα στη Σκόπελο, όπου είναι πολιούχος του νησιού, και στη Λιβαδειά λόγω της καταγωγής του. 
62.Όσιος Σεραφείμ ο εν Δομπώ
Ο Όσιος Σεραφείφ (κατά κόσμον Σωτήριος),γεννήθηκε τον 16ο αιώνα περίπου στο χωριό Ζάελι, που βρισκόταν κοντά στην Αταλάντη. Από μικρή ηλικία, ο Όσιος, είχε ξεχωρίσει και είχε αποφασίσει να αφιερώσει τη ζωή του στο Θεό. Έτσι, έφυγε από το σπίτι του και πήγε στο μοναστήρι του Προφήτη Ηλία στο όρος Κάρκαρα, όπου έμεινε για λίγο καιρό. Αναζητώντας την πλήρη απομόνωση, ο Όσιος, πήγε στη μονή των Αγίων Αναργύρων (Αταλάντη), όπου έμεινε για 6 μήνες και στη συνέχεια, πήγε στο Σαγμάτιος όρος, στη μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρους. Εκεί, άρχισε να προσεύχεται μέρα νύχτα, να  νηστεύει αυστηρά και να κοιμάται λίγε ώρες. Σε μικρό χρονικό διάστημα, εκάρη μοναχός, στη συνέχεια διάκονος και τέλος πρεσβύτερος της μονής. Ο Όσιος Σεραφείμ, έγινε γρήγορα γνωστός στη γύρω περιοχή και θέλοντας να αποφύγει τους επαίνους, ζήτησε την ευλογία του ηγουμένου του και αποχώρισε από τη μονή.
Ο Όσιος επέλεξε μια ερημική τοποθεσία, δυτικά του Ελικώνα, στη θέση Δομπού, όπου έζησε σαν πραγματικός ερημίτης. Εκεί, τον επισκέπτονταν καθημερίνα, πλήθος κόσμου, για να ακούσουν το κήρυγμά του και να πάρουν την ευλογία του. Μετά από 10 χρόνια, ο Όσιος Σεραφείμ, επιλέγει και πάλι να αλλάξει τοποθεσία, πηγαίνοντας 2 ώρες μακρύτερα, στην κορυφή (γνωστή σήμερα ως κελί του Αγίου).
Αφού, αγόρασε από τους κατοίκους της Δομβού, μια ερημική έκταση και πήρε άδεια από το Πατριαρχείο, άρχισε να οικοδομεί το δικό του μοναστήρι. Το έργο, αυτό, έγινε γνωστό και στους Τούρκους, οι οποίοι συνέλαβαν τον Όσιος και τον οδήγησαν στη Λιβαδειά. Για άγνωστους λόγους, ο Όσιος Σεραφείμ, αφέθηκε ελεύθερος και έτσι μπόρεσε να ολοκληρώσει το έργο του, ύστερα από τρία χρόνια.
Ο Όσιος, εκοιμήθη σε ηλικία 75 ετών, στις 6 Μαϊου του 1602 μ . Χ. Κάθε χρόνο, στις 6 Μαϊου, πλήθος πιστών συγκεντρώνεται στην πλαγιά, όπου βρίσκεται το μοναστήρι του Αγίου, για να τον τιμήσουν και να προσκυνήσουν τη τίμια κάρρα του, που φυλάσσεται μέχρι και σήμερα εκεί.



63.Όσιος Νικήτας ο εκ Θηβών
Για το βίο του Όσιου Νιξήτα, δεν έχουμε πολλές πληροφορίες. Γνωρίζουμε μόνο, πως γεννήθηκε στη Θήβα κατά τον 11ο-12ο αιώνα. Από μικρή ηλικία, ο Όσιος Νικήτας, πήγε στη μονή Θεοκλήτου, όπου έμεινε για πολλά χρόνια. Στη συνέχεια, απομονώθηκε σε ένα σπήλαιο στην περιοχή Χωστείων- Προδρόμου, όπου και έζησε μέχρι την κοίμησή του. Ο Όσιος Νικήτας, στήριξε πολλούς ανθρώπους που τον επισκέπτονταν για να τους συμβουλέψει, να τους βοηθήσει και πολλές φορές να τους θεραπεύσει με θαυματουργό τρόπο. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 23 Ιουνίου.





64.Όσιος Γερμανός ο εν Σαγματά
 Ο Όσιος Γερμανός γεννήθηκε και έζησε κατά την περιόδο της Τουρκοκρατίας, στη Βοιωτία. Μόνασε στην Ιερά μονή του Σαγματά και θεωρείται σύγχρονος του Οσίου Σεραφείμ. Η μνήμη του τιμάται, κάθε χρόνο στις 26 Ιανουαρίου.
 
65. Άγιος Γεώργιος Γρεβενών

Ο Άγιος Γεώργιος, γεννήθηκε το 1808 στο χωριό Τζουράλη (επαρχία Γρεβενών), από πολύ φτωχούς γονείς και για αυτό το λόγο, δεν κατάφερε να μορφωθεί. Σε μικρή ηλικία, έμεινε ορφανός και από τους δυο γονείς και αναγκάστηκε να πάει στα Γιάννενα για να δουλέψει. Εκεί, ο Άγιος Γεώργιος, εργάστηκε ως ιπποκόμος, ενός αξιωματούχου, του Χατζή Αβδουλά, για οκτώ χρόνια. 
Το 1836, ο Άγιος Γεώργιος, συνελήφθη από τους Τούρκους, οι οποίοι τον κατηγόρησαν, ότι πριν από χρόνια είχε εξισλαμιστεί και πως τώρα επέστρεψε στην Ορθόδοξη πίστη. Όταν τον παρουσίασαν στον κριτή, ο Άγιος χωρίς να χάσει το θάρρος του, απέδειξε ότι σε όλη του τη ζωή ήταν χριστιανός και πως δεν αλλαξοπίστησε ποτέ και έτσι αφέθηκε ελέυθερός. 
Μετά από μερικά χρόνια ο Άγιος Γεώργιος, παντρέυτηκε μια γυναίκα, την Ελένη, και έπιασε δουλειά πάλι ως ιπποκόμος στο μουσελίμη των Φιλιατών. Μια μέρα του 1838, που είχε κατέβει στα Γιάννενα για προσωπικές του υποθέσεις, συνελήφθη και πάλι από τους Τούρκους, με την ίδια ακριβώς κατηγορία, που χρησιμοποίησαν και την πρώτη φορά. Αφού, τον οδήγησαν στις φυλακές, άρχισαν να τον βασανίζουν πολύ σκληρά, προκειμένου να αρνηθεί τον χριστιανισμό. Ο Άγιος Γεώργιος, παρέμενε αμετάπειστος και υπέμενε με θάρρος όλα τα βασανιστήρια. Ο κλήρος των Ιωαννίνων, μα και ο απλός λαός, προσπάθησαν με πολλούς τρόπους να τον ελευθερώσουν, μα δεν τα κατάφεραν. Έτσι, στις 17 Ιανουαρίου, ο Άγιος Γεώργιος απαγχονίστηκε στην αγορά των Ιωαννίνων. Το ιερό λείψανο του Αγίου, έμεινε κρεμασμένο στην αγορά μέχρι και τις 19 Ιανουαρίου και στη συνέχεια, δωρήθηκε από τον Μουσταφά πασά στον τότε Μητροπολίτη Ιωαννίνων Ιωακείμ, ο οποίος, το ενταφίασε, στο μητροπολιτικό ναό του Αγίου Αθανασίου. Στις 26 Οκτωβρίου του 1971, τα λείψανα του Αγίου, μεταφέρθηκαν στον ιερό ναό Αγίου Γεωργίου, όπου φυλάσσονται μέχρι και σήμερα. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 17 Ιανουαρίου.
66.Άγιος Ιωάννης Νεομάρτυς ο ράπτης
Ο Άγιος Ιωάννης, γεννήθηκε κατά τον 16ο αιώνα, στο χωριό Τέροβο (Ιωάννινα). Από μικρή ηλικία, ζούσε στα Γιάννενα, όπου εργαζόταν ως ράφτης. Όταν πέθαναν και οι δυο του γονείς, ο Άγιος Ιωάννης, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έζησε μέχρι και το τέλος του. 
Από τα πρώτα χρόνια, που εγκαταστάθηκε στην Κων/πόλη, ο Άγιος, πιεζόταν από τους Τούρκους, οι οποίοι, προσπαθούσαν να τον κάνουν μουσουλμάνο. Ο Ιωάννης, όμως, αρνιόταν τις προτάσεις των Τούρκων και τότε ακριβώς, αποφάσισε να ακολουθήσει το δρόμο του μαρτυρίου. Έτσι, πήγε στον πνευματικό του και αφού εξομολογήθηκε, του δήλωσε την επιθυμία του να μαρτυρήσει. Ο πνευματικός του, όπως ήταν φυσικό, τον απέτρεψε, μα ο Ιωάννης, ξαναπήγε την Μεγάλη Πέμπτη, ζητώντας του να τον ευλογίσει για το μαρτύριο, μα ο πνευματικός αρνήθηκε για δεύτερη φορά. Την επόμενη μέρα, ο Ιωάννης, πήγε και πάλι στον πνευματικό του, ο οποίος μη μπορώντας να τον συγκρατήσει άλλο πια, του έδωσε την ευλογία του.
Την ίδια, ακριβώς, μέρα, οι Τούρκοι τον συνέλαβαν ,χρησιμοποιώντας ψευδείς κατηγορίες και τον οδήγησαν στον κριτή. Ο Άγιος Ιωάννης, ομολόγησε με θάρρος την πίστη του στο Χριστό, χωρίς να φοβάται τις αντιδράσεις των Τούρκων. Περιφρόνησε, μάλιστα, με τέτοια λόγια τη θρησκεία του Μωάμεθ, που εξόργισε όλο το ακροατήριο και έτσι, ο κριτής τον καταδίκασε σε θάνατο δια πυράς. 
Ο τότε πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, Ιερεμίας, αφού δώρησε ένα μεγάλο χρηματικό ποσό στους Τούρκους, κατόρθωσε να καθυστερήσει για μερικές μέρες, την εκτέλεση του Αγίου.
Την Παρασκευή της Διακαινησίμου, ο Ιωάννης, οδηγήθηκε και πάλι στον κριτή, όπου παραδέχτηκε για μια ακόμα φορά την πίστη του στο Χριστό.
Οι δήμιοι του , αφού τον μαστίγωσαν, τον έριξαν σε μια φωτιά, που είχαν ανάψει έξω από το σπίτι κάποιων Τούρκων. Οι κάτοικοι, όμως, του σπιτιού αυτού, θεώρησαν κακό οιωνό, αυτό που συνέβαινε μπροστά από το σπίτι τους και έσβησαν τη φωτιά, παραδίνοντας τον Άγιο Ιωάννης στους δήμιους. Μισοκαμμένος, ο Άγιος, οδηγήθηκε, έξω από την πόλη, όπου είχαν ανάψει μια καινούργια φωτιά. Οι δήμιοι τον έριξαν μέσα στις φλόγες, μα χριστιανοί, που βρίσκονταν στο σημείο του μαρτυρίου, πλήρωσαν τους Τούρκους, για να τον βγάλουν από τη φωτιά και να τον αποκεφαλίσουν. 
Τα διασωθέντα ιερά λείψανα του Αγίου Ιωάννη, περισυλέχτηκαν από τους χριστιανούς της Πόλης, οι οποίοι τα διαφύλαξαν στον πατριαρχικό ναό. Σήμερα, η τίμια κάρρα του Αγίου, φυλάσσεται, στη μονή Βαρλαάμ, στα Μετέωρα και απότμημα του ιερού λειψάνου, βρίσκεται στην ιερά μονή Δουσίκου, στα Τρίκαλα. Η μνήμη του Αγίου, τιμάται κάθε χρόνο στις 18 Απριλίου.
67.Άγιος Νεομάρτυρας Αυξέντιος
Ο Άγιος Αυξέντιος, γεννήθηκε το  1690 στην επαρχία της Βελλάς. Από μικρός, μετακόμισε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως γουναράς στο χάνι (Μαχμούτ-πασά). Γρήγορα άφησε τη δουλειά του γουναρά και προσλήφθηκε στα βασιλικά καράβια, όπου έκανε στενή παρέα με πολλούς Τούρκους, οι οποίοι στη συνέχεια τον συκοφάντησαν, υποστηρίζοντας, πως ο Άγιος, αρνήθηκε τον Χριστό. Ο Αυξέντιος, από φόβο, αποφάσισε να εγκαταλείψει τα καράβια, αγόρασε μια βάρκα και ακολούθησε το επάγγελμα του βαρκάρη. Έχοντας μετανιώσει, για τον πρότερο βίο του, ο Άγιος, επέλεξε να ακολουθήσει το δρόμο του μαρτυρίου, έτσι επισκέφθηκε τον σύγκελλο της Μεγάλης Εκκλησίας, Γρηγόριο Ξηροποταμηνό, στον οποίο και εξομολογήθηκε την επιθυμία του αυτή. 
Μετά από λίγο καιρό, κάποιοι τούρκοι ναυτικοί, αναγνώρισαν τον παλιό τους φίλο και συνεργάτη Αυξέντιο, τον οποίον και συνέλαβαν. Αφού, τον οδήγησαν μπροστά στον κριτή, άρχισαν να τον βασανόζουν σκληρά, μα ο Άγιος, παρέμενε σταθερός στην πίστη του. Ο σύγκελος Γρηγόριος, τον επισκεπτόταν συχνά στη φυλακή, προπαθώντας να τον στηρίξει και να τον ενθαρρύνει. Όταν ο Άγιος, οδηγήθηκε για δεύτερη φορά μπροστά στον κριτή, είπε: «᾿Εγώ Χριστιανός γεννήθηκα καί Χριστιανός θέλω νά πεθάνω». Έτσι, ο κριτής, διέταξε τη θανάτωσή του δια αποκεφαλισμού. 
Η τίμια κάρρα του Αγίου, φυλάσσεται έως και σήμερα στην Ιερά μονή Ξηροποτάμου του Αγίου Όρους και η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιανουρίου.
68.Άγιος νεομάρτυς Νικόλαος
Ο Άγιος Νικόλαος, γεννήθηκε κατά το τέλος του 16ου αιώνα, στο Μέτσοβο. Από μικρή ηλικία, πήγε στα Τρίκαλα, όπου εργάστηκε ως υπάλληλος σε αρτοπωλείο. Εκεί, ξεγελασμένος, από τους Τούρκους, απαρνήθηκε την πίστη του και έγινε μουσουλμάνος. Γρήγορα, όμως, ο Άγιος Νικόλαος, μετάνιωσε για αυτή του την πράξη και αποφάσισε να επιστρέψει στην πατρίδα του, όπου ζούσε κρυφά ως χριστιανός. 
Μετά από καιρό, ο Νικόλαος, πήγε στα Τρίκαλα, για να πουλήσει κάποια προϊόντα, όμως αναγνωρίστηκε από έναν Τούρκο, ο οποίος τον απείλησε ότι θα τον καταδώσει. Ο Άγιος τότε, χάρισε στον Τούρκο όλο το φορτίο με τα προϊόντα και του υποσχέθηκε ότι κάθε χρόνο θα του φέρνει το ίδιο φορτίο. Όταν επέστρεψε στο Μέτσοβο, ο Νικόλαος, μετάνιωσε για αυτή του την πράξη, και αφού εξομολογήθηκε σε κάποιον πνευματικό, αποφάσισε να υπερασπιστεί την πίστη του. Έτσι, την επόμενη χρονιά, που πήγε στα Τρίκαλα, δεν παρέδωσε στον Τούρκο, το φορτίο που του είχε υποσχεθεί. Ο Τούρκος, όπως τον είχε προειδοποιήσει, τον κατέδωσε και ο Νικόλαος, οδηγήθηκε μπροστά στον κριτή, όπου ομολόγησε την πίστη του στο Χριστό. 
Ο κριτής διάεταξε τη φυλάκιση και τον βασανισμό του Αγίου, ο οποίος υπέμεινε με υπομονή όλα τα μαρτύρια. Μετά από μικρό χρονικό διάστημα, οδηγήθηκε για δεύτερη φορά στον κριτή, όπου και πάλι παρέμεινε πιστός στο χριστιανισμό. Εξοργισμένοι οι Τούρκοι, τον έκαψαν ζωντανό του 1617. 
Η τίμια κάρρα του Αγίου Νικολάου αγοράστηκε από κάποιον πλούσιο χριστινό, ο οποίος τη δώρισε στην Ιερά μονή Βαρλαάμ στα Μετέωρα, όπου φυλάσσεται έως σήμερα. Η μνήμη του Αγίου τιμάται κάθε χρόνο στις 17 Μαϊου.
69.Άγιος νεομάρτυς Παύλος ο εξ Αροανείας
Ο Άγιος νεομάρτυς Παύλος (κατά κόσμον Παναγιώτης), γεννήθηκε κατά το τέλος του 17ου αιώνα, στο χωριό Σωποτό ή Αροανία, που ανήκει στην επαρχία Καλαβρύτων. Από μικρό παιδί, έφυγε από το χωριό του και πήγε στην Πάτρα, όπου έμεινε και εργάστηκε ως σανδαλοποιός. Μετά από 14 χρόνια, αποφάσισε να επιστρέψει στα Καλάβρυτα και ανοίξει το δικό του εργαστήρι σανδαλοποιίας. Οι ιδιοκτήτες, όμως, του εργαστηρίου, αύξησαν το ενοίκιο και ο Άγιος μη μπορώντας να πληρώσει, έφυγε από τα Καλάβρυτα και πήγε στην Τρίπολη. Εκεί, με άλλους δύο φίλους του, τριγύριζαν από χωριό σε χωρίο, λέγοντας ψέμματα , πως είναι Τούρκοι, με σκοπό να τρώνε και να κοιμούνται ελεύθερα. Γρήγορα, όμως, ο Άγιος Παύλος, κατάλαβε πως αυτό που έκανε δεν ήταν σωστό και εξομολογήθηκε σε κάποιον πνευματικό, ζητώντας συγχώρεση. Παρόλο που έλαβε την ευλογία του πνευματικού του, ο Άγιος δεν μπορούσε να ηρεμήσει τη συνείδησή του και αποφάσισε να πάει στο Άγιο Όρος, στη μονή Μεγίστης Λαύρας. Εκεί, γνωρίστηκε με τον μοναχό και συμπατριώτη του, Τιμόθεο, ο οποίος τον κράτησε κοντά του ως βοηθό του. Μετά από λίγο καιρό, εκάρη μοναχός, όπου έλαβε και το όνομα Παύλος. 
Μαζί με τον γέροντα Τιμόθεο, ο Άγιος Παύλος, πήγε στην Ιερά μονή Αγίου Παντελεήμονος, όπου έμεινε για τρία χρόνια, ακολουθώντας αυτηρή νηστεία. Ο Άγιος, όμως, δεν αρκούνταν στις προσευχές και τη νηστεία. Αυτό που επιθυμούσε ήταν να μαρτυρήσει για την πίστη του, μα οι όλοι οι Πατέρες της μονής τον εμπόδισαν. Για αυτό ακριβώ το λόγο, ο Παύλος, αποφάσισε να πάει στη Σκήτη της Αγία Άννης, όπου συνδέθηκε με τον Ιερομόναχο Ανανία, στον οποίο και εξομολογήθηκε την βαθύτερη επιθυμία του, να μαρτυρήσει. Στην αρχή, ο Ανανίας, δεν συμφωνούσε με τον Άγιο, μα βλέποντας πως δεν μπορούσε να τον μεταπείσει τον άφησε να φύγει, αφού τον ευλόγησε. Πριν εγκαταλείψει, το Άγιο Όρος, ο Άγιος Παύλος, έμεινε για σαράντα μέρες στη μονή του Μεγάλου Σπηλαίου. Στη συνέχεια, πήγε στο Ναύπλιο , όπου έμενε ένας ξαδερφός του, που είχε εξισλαμιστεί. Αφού κατάφερε, τον ξαδερφό του να ασπαστεί και πάλι τον χριστιανισμό, πήγαν και οι δύο στην Τρίπολη, όπου παρουσιάστηκαν στον Μουφτή της πόλης. Εκεί, ο Παύλος, κήρυξε μπροστά σε όλους το Λόγο του Θεού, ενώ κατέκρινε, με άσχημα λόγια, τη θρησκεία των μουσουλμάνων. Ο κριτής, ακούγοντας αυτά τα λόγια διέταξε τη θανάτωση του Αγίου Παύλου, δια πυρός. Φοβούμενος, όμως, ότι οι χριστιανοί θα παραλάβουν τις στάχτες του Αγίου, αποφάσισε τον αποκεφαλισμό του στις 22 Μαϊου του 1818 στην Τρίπολη.  Το ιερό λείψανο του Αγίου πετάχτηκε από τους Τούρκους, μα το βρήκαν κάποιοι χριστιανοί, οι οποίοι αφού το καθάρισαν, το ενταφίασαν στην Ιερά μονή Αγίου Νικολάου Βαρσών, όπου φυλάσσεται έως και σήμερα. Το τρίχινο ματωμένο ένδυμα, που φορούσε κατά το μαρτύριό του ο Άγιος Παύλος, φυλάσσεται, στη μονή Αγίας Ματρώνας της Ύδρας. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο, στις 22 Μαϊου. 
70.Άγιος Γεράσιμος
Ο Άγιος Γεράσιμος, γεννήθηκε το 1509, στα Τρίκαλα Κορινθίας. Προερχόταν από τη γνωστή αριστοκρατική οικογένεια των Νοταράδων. Έτσι, από μικρός, έλαβε σπουδαία μόρφωση από σημαντικούς δασκάλους της εποχής. Αφού ολοκήρωσε τις σπουδές του, ο Άγιος Γεράσιμος ξεκίνησε να ταξιδεύει σε όλους τους ιερούς τόπους της Ελλάδας, αλλά και του εξωτερικού. 
Μετά από τις περιπλανήσεις αυτές, ο Άγιος, αποφάσισε να πάει στο Άγιο Όρος, όπου εκάρη μοναχός και ασκήτευσε για πολλά χρόνια στην έρημο της Καψάλας (κελί του Μεγάλου Βασιλείου).
Στη συνέχεια, ο Άγιος Γεράσιμος, πήγε στους Αγίους τόπους, όπου έμεινε για 12 χρόνια και χειροτονήθηκε ιερέας και αργότερα αρχιμανδρίτης. Όταν έφυγε από τους Άγιους τόπους, πήγε στην Κρήτη και στη συνέχεια στη Ζάκυνθο, όπου παρέμεινε για 1 χρόνο. 
Το 1555, ο Άγιος έφτασε στην Κεφαλονιά και επέλεξε να μείνει σε ένα σπήλαιο στην περιοχή “ Λάσση” στο Αργοστόλι, για πέντε χρόνια. Το 1560, ο Άγιος επισκέφτηκε την περιοχή Ομαλά, όπου ανακαίνισε το εκκλησάκι της κοιμήσεως της Θεοτόκου και ίδρυσε μια γυναικεία μονή, δίνοντάς της το όνομα “ Νέα Ιερουσαλήμ”. Σήμερα η μονή αυτή, είναι γνωστή σε όλους ως η μονή του Αγίου Γερασίμου και απέχει 11 χιλιόμετρα από το Αργοστόλι. 
Ο Άγιος Γεράσιμος, ύστερα από πολλά χρόνια ασκητικού βίου, εκοιμήθη στις 15 Αυγούστου του 1579. Στο ομώνυμο ναό φυλάσσονται τα λείψανα του Αγίου Γερασίμου, έως και σήμερα. Η μνήμη του τιμάται στις 16 Αυγούστου, αλλά και στις 20 Οκτωβρίου (ημερομηνία που ανοίχτηκε για πρώτη φορά ο τάφος του Αγίου) σε όλη την Ελλάδα, μα ιδιαίτερα στην Κεφαλονιά, όπου είναι και πολιούχος της. 
71.Άγιος Εφραίμ
Ο Άγιος Εφραίμ (κατά κόσμον, Κωνσταντίνος Μόρφης) γεννήθηκε  στις 14 Σεπτεμβρίου του 1384 στα Τρίκαλα, ανήμερα της εορτής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Υπήρξε παιδί πολύτεκνης οικογένειας και έχασε νωρίς τον πατέρά του.
Σε ηλικία 14 ετών εγκατέλειψε την οικογένειά του, έπειτα από προτροπή της μητέρας του, για να αποφύγει, όπως αναφέρεται στο ημερολόγιο της μονής, «τη βίαιην στρατολογίαν διά την επάνδρωσιν των γενιτσαρικών σωμάτων, και προσήλθε διά να μονάσει εις την Σταυροπηγιακήν Μονήν του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, την ακμάζουσαν επί του Όρους των Αμώμων της Αττικής».
Στην περιοχή από τον 10ο αιώνα υπήρχαν κελιά, καλύβες και ασκητήρια, στα οποία κατέφευγαν χιλιάδες χριστιανοί. Το 1402 έλαβε το όνομα Εφραίμ και από τότε ασκήτεψε με υπακοή και πίστη στον Θεό. Όλες τις ημέρες τις περνούσε με προσευχή, απομονωμένος σε μια σπηλιά πάνω στο βουνό.
Όμως, το μοναστήρι γνώρισε δύο μεγάλες καταστροφές. Την πρώτη φορά, το 1424, οι Τούρκοι έφτασαν στη Νέα Μάκρη. Ανέβηκαν στο Όρος των Αμώμων, πιστεύοντας ότι οι Χριστιανοί κρύβουν πολύτιμους θησαυρούς στα μοναστήρια. Αφού λεηλάτησαν όλα τα κελιά και τα ασκητήρια, μπήκαν στη Μονή του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου. Όλοι οι μοναχοί σφαγιάστηκαν.
Ο Εφραίμ εκείνη την ημέρα έτυχε και βρίσκονταν απομονωμένος στη σπηλιά του. Όταν επέστρεψε στη μονή, αντίκρισε την απόλυτη καταστροφή. Αφού προσευχήθηκε για τους μοναχούς, τους έθαψε και έπειτα γύρισε στο κελί του. Λέγεται ότι την περίοδο εκείνη ζούσε κάτω από άθλιες συνθήκες. Παρ' όλα αυτά, δεν εγκατέλειψε την πίστη του. Ακόμα και με την απειλή των Τούρκων, εκείνος κατέβαινε στο μοναστήρι στις μεγάλες γιορτές και τελούσε τη Θεία Λειτουργία. Έναν χρόνο αργότερα οι Τούρκοι πήγαν και πάλι στο μοναστήρι, τον βρήκαν να προσεύχεται και τον συνέλαβαν. «Δεν φοβάμαι ούτε τα μαρτύρια, ούτε τον θάνατο. Καμιά δύναμη δε θα με κάνει να αρνηθώ την πίστη μου στον Πανάγαθο Θεό», έλεγε ο Εφραίμ.
Ανήμερα των γενεθλίων του, έκλεινε τα 42 του χρόνια, υπέστη μαρτυρικά βασανιστήρια, τα οποία διήρκησαν οκτώμισι μήνες. Λέγεται ότι οι Τούρκοι τον κρέμασαν ανάποδα σε μια μουριά, (υπάρχει σήμερα στο προαύλιο της μονής) και συνέχιζαν να τον βασανίζουν. Διαπέρασαν την κοιλιακή του χώρα με ένα αναμμένο χοντρό ξύλο και ύστερα τον κάρφωσαν στο δέντρο. «Ο όσιος Εφραίμ έπεσε θύμα της σκληρότητας ατάκτων Τούρκων στρατιωτών επί τελευταίας Φραγκοκρατίας της Αττικής, και μάλιστα επί της Φλωρεντινής οικογενείας Ατζαγιόλι (1381-1456), τους οποίους διαδέχθηκαν οι Τούρκοι μόλις το 1456, μετά από ενδιάμεσους αμφίρροπους αγώνας μεταξύ των δύο κατακτητών».
Το μαρτύριό του τελείωσε στις 5 Μαΐου του 1426. Η αγιοκατάταξη του Αγίου, έγινε μόλις το 2011 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Η γιορτή του τιμάται κάθε 5 Μαΐου, ενώ στις 3 Ιανουαρίου γιορτάζεται η ημερομηνία ευρέσεως των ιερών του λειψάνων. Στα Τρίκαλα πανηγυρίζεται, κατά παράδοση, από τον Ναό Αγίου Στεφάνου, απέναντι από τον οποίον βρισκόταν το πατρικό του σπίτι.
72.Αγία Ελέσα Κυθήρων
Η Αγία Ελέσα, γεννήθηκε κατά τον 4ο αιώνα μ. Χ. στην Πελοπόννησο και προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια. Ο πατέρας της Ελλάδιος, ήταν ειδωλολάτρης, μα η μητέρα της Ευγενία ήταν χριστιανή. Για πολλά χρόνια, οι γονείς της προσπαθούσαν να κάνουν παιδί, μα δεν τα κατάφερναν. Η μητέρα της, προσευχόταν κάθε μέρα, ώσπου ως εκ θαύματος έμεινε έγκυος και γέννησε την Ελέσα(το όνομα προέρχεται από το “ελέησέ σε ο Θεός”), την οποία ανάθρεψε με βάση τον χριστιανισμό. Όταν η Ελέσα έγιεν 14 χρονών, ο πατέρας της αποφάσισε να την παντρέψει με έναν ειδωλολάτρη. Η Ελέσα, όμως, αντέδρασε και προκειμένου να γλιτώσει από τον πατέρας της διέφυγε το 375 με ένα πλοίο στα Κύθηρα, συνοδευόμενη από δύο υπηρέτριές της. Ο πατέρας της, όμως, έφτασε και αυτός στο νησί προσπαθώντας να πείσει την κόρη του να επιστρέψει. Η Ελέσα, για να του ξεφύγει έφτασε στη ρίζα ενός βουνού, το οποίο σήμερα ονομάζεται Αγία Ελέσα, όπου σύμφωνα με την παράδοση, παρακάλεσε το Θεό: “σκίσε γη και κρύψε με”. Τότε, άνοιξε μια σχισμή στο βουνό, όπου η Αγία πέρασε μέσα και έφτασε στην κορυφή του. Ο πατέρας της, όμως, την ακολούθησε και τελικά την αποκεφάλισε. Μια από τις υπηρέτριες της Ελέσας παρέλαβα το σώμα της και το έθαψε στον τόπο του μαρτυρίου. Στον τόπο, του μαρτυρίου, οικοδομήθηκε αργότερα ναός, αφιερωμένος στην Αγία, όπου κάθε χρόνο, την 1η Αυγούστου, συγκεντρώνεται πλήθος κόσμου, για να τιμήσει τη μνήμη της Αγίας. Μαζί με τον Όσιο Θεόδωρο, η Αγία Ελέσα θεωρείται προστάτιδα των Κυθήρων. 
73.Αγία Κυράννα
 Η Αγία Κυράννα, γεννήθηκε, το 1751, στο Βυρσόκα στη σημερινή Όσσα. Προερχόταν από φτωχή οικογένεια και διδάχτηκε από μικρή το λόγο του Θεού. 
Στο χωριό αυτό, ζούσε και ένας γενίτσαρος, φοροεισπράτκορας στο επάγγελμα, ο οποίος είχε ερωτευτεί την Κυράννα και ήθελε να την πάρει γυναίκα του. Εκείνη, όμως, αρνιόταν συνεχώς, προκαλώντας την οργή του γενίτσαρου, ο οποίος την απήγαγε και την πήγε στην Θεσσαλονίκη, όπου την οδήγησε στον κριτή της πόλης.
Ακόμα και μπροστά στον Κρητή, η Αγία Κυράννα, δεν διστάζει και ομολογεί την πίστη στο Χριστό. Οι Τούρκοι, τότε, αποφάσισαν να τη φυλακίσουν και να αρχίσουν τα βασαναστήρια. Ο γενίτσαρος, ζήτησε,από τον Αλή εφέντη (μπέης του κάστρου), να επισκέπτεται την Αγία, όσο καιρό θα ήταν φυλακισμένη. 
Στις φυλακές αυτές, υπήρχε και ένας χριστιανός φύλακας, ο οποίος, προσπαθούσε να γλιτώσει την Κυράννα, από τα σκληρά βασανιστήρια του δεσμοφύλακά της, αλλά και του γενίτσαρου, ο οποίος, χρησιμοποιώντας το πρόσχημα της επίσκεψης, έμπαινε στο κελί της και τη βασάνιζε σκληρά. 
Μια μέρα, ο δεσμοφύλακας, κρέμασε την Κυράννα, στο κελί της και άρχισε να την χτυπά τόσο άσχημα, που όλοι οι φυλακισμένοι διαμαρτυρήθηκαν, ακόμα και οι Μωαμεθανοί. Όταν σταμάτησε να την βασανίζει, ο δήμιος, έφυγε από τις φυλακές, μα την άφησε κρεμασμένη. Σύμφωνα με την παράδοση, το επόμενο πρωί, ένα φως κάλυψε το σώμα της Αγίας, και στη συνέχεια φώτισε όλους τους χώρους της φυλακής. Ο χριστιανός φύλακας, ξεκρέμασε την Αγία, η οποία ήταν ήδη νεκρή, καθάρισε το λείψανο της και το παρέδωσε σε κάτι χριστιανούς, οι οποίο το ενταφίασαν έξω από την πόλη.
Σύμφωνα με το Λαυρεωτικό κώδικα, η μνήμη της Αγίας τιμάται κάθε χρόνο την 1η Ιανουαρίου. Στην Όσσα, όμως, η μνήμη της τιμάται στις 8 Ιανουρίου.
74.Άγιος Νέστορας
 Ο Άγιος Νέστορας, καταγόταν από τη Θεσσαλονίκη και ήταν σύγχρονος του Αγίου Δημητρίου και έζησε επί αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Για άγνωστους λόγους, ο Άγιος Νέστορας, ορίστηκε να μονομαχήσει στο στάδιο, με ένα σωματώδη άντρα τον Λυαίο. 
Πριν τη μονομαχία, ο Νέστορας, επισκέφθηκε τον Άγιο Δημήτριο στη φυλακή και του ζήτησε να τον ευλογήσει, όπως και έκανε. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν ο Νέστορας μπήκε στο στάδιο, φώναξε: “Θεέ του Δημητρίου, βοήθει μοι”. Πράγματι, ο Άγιος, κατόρθωσε να νικήσει τον Λυαίο, με ένα δυνατό χτύπημα στην καρδιά. Ο Διοκλητιανός, όμως, εξοργίστηκε και διέταξε τη θανάτωση του Αγίου Νέστορα, μα και του Αγίου Δημητρίου. Αποτμήματα του Ιερού λειψάνου του Αγίου Νέστορα, φυλάσσονται, στις Μονές Ιβήρων και Ζωγράφου Αγίου Όρους, Αγίας Λαύρας Καλαβρύτων, Ζάβορδας Γρεβενών, Κύκκου Κύπρου και στη Λαύρα του Αγίου Αλεξάνδρου Νέβσκι Αγίας Πετρουπόλεως. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 27 Οκτωβρίου.
O Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε το 280-284 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ιδιαίτερα γνωστή σε όλη την πόλη. Την περίοδο που γεννήθηκε ο Δημήτριος, είχαν αρχίσει να κτίζονται πολλοί και σημαντικοί χριστιανικοί ναοί στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος από μικρός -με τη συμβολή των γονέων του- έμαθε να υπηρετεί το καλό, ενώ ακολουθούσε και τις πολεμικές τέχνες. Μέσα σε λίγα χρόνια, είχε γίνει γνωστός σε όλους τους Θεσσαλονικείς για την πνευματική του υπεροχή, «την ωραιότητα της εμφάνισης» και της ηθικής του.
Ο Μαξιμιανός Γαλέριος, τετράρχης της πόλης, άκουσε για τις αρετές του Δημητρίου και τον προσέλαβε ως μέλος της Συγκλήτου της πόλης. Αργότερα του έδωσε το αξίωμα του δούκα, διορίζοντάς τον στρατηγό όλης της Θεσσαλίας. Ο Δημήτριος, ως Χριστιανός, προχώρησε από νωρίς στο ιεραποστολικό έργο, διδάσκοντας τον Θείο Λόγο, το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή. Συγκεκριμένα, είχε ιδρύσει έναν κύκλο νέων, όπου μελετούσαν την Αγία Γραφή.
Συνήθιζε να διδάσκει στη «χαλκευτική στοά», στο υπόγειο του ναού της Αειπαρθένου Θεομήτορος, κοντά στο δημόσιο λουτρό. Εκείνη την περίοδο, ο Μαξιμιανός Γαλέριος προετοιμαζόταν για εκστρατεία κατά των Ισαύρων. Ετσι, τον διόρισε ανθύπατο και αυθέντη όλης της Ελλάδας, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν Χριστιανός. Μάλιστα, του έδωσε την ανάλογη στρατιωτική στολή, το δακτυλίδι και τον υπατικό ωρατίωνα.
Οταν ο Μαξιμιανός επέστρεψε νικητής από την εκστρατεία, τον πλησίασαν κάποιοι ειδωλολάτρες και του είπαν: «Γνώρισε, λοιπόν, πως ο Δημήτριος, ο οποίος ετιμήθη με τον βαθμό του ηγεμόνος της Θεσσαλίας, αρνήθηκε την παραδοσιακή θρησκεία και πιστεύει εις τον Χριστόν, εκείνον τον οποίον εσταύρωσαν οι Εβραίοι. Επιπλέον, κηρύττει φανερά αυτόν τον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν». Ο Μαξιμιανός διέταξε να τον συλλάβουν και να τον φέρουν μπροστά του για να μάθει από τον ίδιο την αλήθεια. Οι στρατιώτες συνέλαβαν τον άγιο την ώρα που δίδασκε στην «Καταφυγή» και τον οδήγησαν στον βασιλιά, χωρίς ο ίδιος να φέρει καμία αντίσταση. Ενώπιον του Μαξιμιανού ρωτήθηκε: «Και ποιος είναι ο Θεός σου και βασιλεύς;». Ο Δημήτριος απάντησε: «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εκείνος είναι Θεός αληθινός και Βασιλεύς Παντοκράτωρ». Ο άγιος, στη συνέχεια, φυλακίστηκε σε ένα παλαιό λουτρό που ήταν πολύ βρώμικο και γεμάτο απόνερα.
Η παράδοση λέει ότι, όταν μπήκε στη φυλακή, είδε έναν μεγάλο σκορπιό που προσπαθούσε να τον τσιμπήσει. Ο Δημήτριος, τότε, σχημάτισε το σημείο του σταυρού και είπε: «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού, ο οποίος είπε να πατάμε επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού».
Στη συνέχεια πάτησε τον σκορπιό και τότε εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου και του είπε: «Χαίρε, Δημήτριε, στρατιώτα του Χριστού, έχε θάρρος, ενδυναμού και νίκα τους εχθρούς σου». Ο άγγελος, τότε, έβαλε ένα στεφάνι στο κεφάλι του αγίου. Με τη στήριξη του Θεού, ο Δημήτριος άντεξε μέσα στη φυλακή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκείνη την περίοδο, οι βασιλιάδες συνήθιζαν να διοργανώνουν σκληρούς αγώνες (πένταθλο) σε όλη την Ελλάδα. Ετσι και στη Θεσσαλονίκη, ο Μαξιμιανός διοργάνωσε τέτοιους αγώνες, στους οποίους θα έπαιρνε μέρος και ένας δικός του άνθρωπος, με το όνομα Λυαίος.
Ο Λυαίος, λοιπόν, καταγόταν από την Ουάνδηλα της Σκυθίας και ήταν ιδιαίτερα ψηλός και δυνατός. Ο βασιλιάς τον χρησιμοποιούσε πάντα στους αγώνες, καθώς κέρδιζε συνέχεια, με αντάλλαγμα να του χαρίζει πλούσια δώρα. Κάποιος κρυφός Χριστιανός και μαθητής του Αγίου Δημητρίου, ο Αγιος Νέστορας, βλέποντας τον Λυαίο να κερδίζει συνεχώς σκοτώνοντας όλους τους αντιπάλους του, επισκέφτηκε τον Αγιο Δημήτριο στη φυλακή και του ζήτησε να τον ευλογήσει για να κερδίσει. Ο Αγιος Δημήτριος σχημάτισε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο του Νέστορος και του είπε: «Υπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις».
Ο Νέστορας πήγε στον τόπο όπου γίνονταν οι αγώνες και φώναξε: «Ω Λυαίε, έλα να παλέψουμε οι δύο». Ο νέος πλησίασε, τότε, τον Λυαίο και, ρίχνοντας το πανωφόρι του, του είπε: «Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι». Αμέσως μετά, ο Νέστορας χτύπησε τον Λυαίο στο στήθος και τον σκότωσε. Ο βασιλιάς κάλεσε κοντά του τον Νέστορα λέγοντάς του: «Νέε, με ποιες μαγείες νίκησες τον Λυαίο; Αυτός φόνευσε τόσους ανθρώπους δυνατότερους από εσένα, εσύ πώς τον θανάτωσες;». Ο Νέστορας τότε του αποκρίθηκε: «Εγώ, βασιλιά μου, δεν ενίκησα τον Λυαίο με μαγείες, αλλά με τη δύναμη του Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού». Ο Μαξιμιανός, ακούγοντας αυτά τα λόγια, εξοργίστηκε και διέταξε αμέσως έναν από τους στρατιώτες να τον βγάλει έξω από τον χώρο όπου γίνονταν οι αγώνες και να τον αποκεφαλίσει. Αυτό ήταν το τέλος του Νέστορα, ο οποίος ανακηρύχτηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Επειτα από λίγο καιρό, ο βασιλιάς έμαθε την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ο Λυαίος σκοτώθηκε ύστερα από τις οδηγίες του Δημητρίου. Ετσι, διέταξε αμέσωςτους στρατιώτες να πάνε στο λουτρό και να σκοτώσουν τον Δημήτριο με το μαρτύριο της λόγχης. Οταν ο Δημήτριος είδε τους στρατιώτες, ύψωσε από μόνος του το δεξί του χέρι για να τον λογχεύσουν. Οι στρατιώτες, όμως, λόγχευσαν τον άγιο σε όλο του το σώμα, με αποτέλεσμα να βρει μαρτυρικό θάνατο. Ο Λούπος, μαθητής του Αγίου Δημητρίου, που ήταν παρών την ώρα του μαρτυρίου, πήρε το δαχτυλίδι από το χέρι του αγίου, το μαντήλι καθώς και το πανωφόρι από τους ώμους του, το οποίο έβαψε, μάλιστα, με το αίμα του μεγαλομάρτυρος. Χρησιμοποιώντας τα αντικείμενα αυτά, έκανε θαύματα, γιατρεύοντας αρρώστους και δαιμονισμένους. Ο βασιλιάς, όμως, δεν άργησε να μάθει για τη δράση του αυτή και διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Κάποιοι Χριστιανοί, μετά το μαρτύριο του Δημητρίου, μπήκαν κρυφά στο παλαιό λουτρό για να πάρουν το σώμα του αγίου και να το θάψουν. Υστερα από αρκετά χρόνια, το 412, ενταφίασαν το λείψανό του στο σημείο όπου μαρτύρησε.
Πάνω από τον τάφο χτίστηκε ο ναός του Αγίου Δημητρίου από τον έπαρχο του Ιλλυρικού Λεόντιο. Σήμερα, ο Αγιος Δημήτριος είναι πολιούχος της Θεσσαλονίκης και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου. Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Αγιος Δημήτριος εμφανίζεται ως καβαλάρης σε κόκκινο άλογο (αντίθετα από τον Αγιο Γεώργιο, που είναι σε λευκό άλογο), να πατά τον Λυαίο.
Σύμφωνα με τα εγκώμια που έχουν γραφτεί από τους Γρηγόριο Παλαμά, Ευστάθιο Θεσσαλονίκης και Δημήτριο Χρυσολωρά, ο τάφος του αγίου μεταβλήθηκε σε βαθύ φρέαρ, όπου ανάβλυζε μύρο. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Αγιος Δημήτριος είναι γνωστός με την προσωνυμία Μυρόβλυτος.
75.Ο Άγιος Ακάκιος, επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης
Ο Άγιος Ακάκιος, έζησε κατά τον 15ο αιώνα. Χειροτονήθηκε επίκοπος Λητής και Ρεντίνης, από τον τότε Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης, Νήφωνα, με τον οποίο συνδεόταν και πνευματικά. Ο Νήφων, αργότερα χειροτονήθηκε και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Κατά το 1486, ο Άγιος Νήφων, μαθαίνοντας για όσα συνέβαιναν στην Αίγυπτο, θέλησε να πάει και πήρε μαζί του εκτός των άλλων και τον Άγιο Ακάκιο. Εκεί τους υποδέχθηκε ο πατριάρχης Ιωακείμ, ο οποίος του ςφιλοξένησε για μεγάλο χρονικό διάστημα. 
Ο Άγιος Ακάκιος, μαζί με τον Όσιο Θεόφιλο και με κάποιους άλλους από τη συνοδεία του Πατριάρχη, αποφάσισαν να πάνε στο Όρος Σινά για να προσκυνήσουν. Στη συνέχεια, πήγαν στην έρημο με σκοπό να γνωριστούν με τους ερημίτες μοναχούς. Τελικά, κατέληξαν στην Ιερουσαλήμ, όπου προσκύνησαν τον Τάφο του Χριστού και στη συνέχεια στη Δαμασκό, όπου γνωρίστηκαν και με τον Πατριάρχη Αντιοχείας. Ο Άγιος Ακάκιος, όμως, αρρώστησε ξαφνικά και εκοιμήθη. Τότε, ο συνταξιδιώτης του, Θεόφιλος τον έθαψε κατά τις μοναχικές και ασκητικές παραδόσεις. 
Η μνήμη του Αγίου τιμάται κάθε χρόνο στις 16 Αυγούστου. 
76.Άγιος Δαμασκηνός
Ο Άγιος Δμασκηνός(κατά κόσμον μάλλον Δημήτριος) γεννήθηκε, κατά τον 16ο αιώνα στην Θεσσαλονική. Από μικρή ηλικία, μαθήτευσε στη γνωστή Ελληνική Σχολή, Θεσσαλονίκης, η οποία ήταν ένα από τα σημαντικότερα πνευματικά κέντρα της εποχής.
Στη συνέχεια, ο Άγιος, πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου μαθήτευσε δίπλα στο σπουδαίο δάσκαλο, Θεοφάνη Ελεαβούλκο, ο οποίος καταγόταν από τη Βέροια. Ο νεαρός, τότε, Δαμασκηνός, αναδείχθηκε σε έναν από τους καλύτερους μαθητές του Θεοφάνη. Όταν τέλειωσε με τις σπουδές του, ο Άγιος μπήκε στην Ιερά μονή του Στουδίου, όπου χειροτονήθηκε υποδιάκονος και στη συνέχεια μοναχός. Όσο καιρό διέμεινε στη μονή, ο Δαμασκηνός, ασχολήθηκε με το κήρυγμα, μα και τη διδασκαλία, μετατρέποντας το μοναστήρι, σε σχολείο. Πολλοί ήταν εκείνοι, που έρχονταν στη μονή για να μαθητεύσουν δίπλα στον Άγιο, ανάμεσά τους και ο Άγιος Διονύσιος ο Ρήτορας.
Το 1550 με 1558 ο Δαμασκηνός, φαίνεται να βρισκόταν στα Μετέωρα, απ’ όπου ταξίδευε συχνά, στα Τρίκαλα, στην Κωνσταντινούπολη και στη Βενετία. 
Τον Αύγουστο του 1560, ο Δαμασκηνός, πήγε στην Αγχίαλο και μερικούς μήνες αργότερα χειροτονήθηκε επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης. Όλοι έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση για τον Άγιο Δαμασκηνό, ακόμα και οι Οικουμενικοί Πατριάρχες Μητροφάνης Γ και Ιερεμίας Β, οι οποίοι τον εμπιστέυονταν απόλυτα. Ο Πατριάρχης Μητροφάνης, μάλιστα, τον εμπιστευόταν τόσο πολύ, που τον έστειλε στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Μικράς Ρωσίας, ως “Πατριαρχικό έξαρχο”. Ο Πατριάρχης Ιερεμίας, ο οποίος υπήρξε και μαθητής του Αγίου Δαμασκηνού, τον εκτιμούσε και αυτός πολύ και έτσι, τον όρισε ως τοποτηρητή της αρχιεπισκοπής Κωνσταντινουπόλεως για όσο καιρό θα απουσίαζε από το Πατριαρχείο. Στη συνέχεια, ύστερα από Συνοδική Απόφαση, ο Δαμασκηνός χειροτονήθηκε μητροπολίτης Ναυπάκτου και Άρτης. 
Το 1577 ο Άγιος Δαμασκηνός εκοιμήθη στη Ναύπακτο. Η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 27 Νοεμβρίου.
77.Άγιος Λεόντιος εξ Αιγίνης
Ο Άγιος Λεόντιος, γννήθηκε το 50 μ. Χ. στην Αίγινα και συγκεκριμένα στην περιοχή της Κυψέλης. Νέος ακόμα, κατατάχθηκε στο Ρωμαϊκό στρατό και κατάφερε να γίνει αρχιστράτηγος. 
Ο Λεόντιος κατά τα χρόνια του Αυτοκράτορα Ουεσπασιανου (67-79 μ. Χ. ), βρισκόταν στην Τρίπολη, στη Βόρεια Αφρική, όπου βοηθούσε τους φτωχούς της περιοχής και κήρυττε το χριστιανισμό. Εκείνη την περίοδο, ηγεμόνας της περιοχής, ήταν ο Ανδριανός, ο οποίος, είχε ξεκινήσει διωγμούς, εναντίον των χριστιανών. Έτσι, όταν ο ηγεμόνας πληροφορήθηκε για τη δράση του Λεοντίου, έστειλε στην Τρίπολη τον Ύπατο Τριβούνο μαζί με τον Θεόδουλο, με πολλούς στρατιώτες, με σκοπό να τον συλλάβουν. Όταν, όμως, τον συνάντησαν τυχαία χωρίς να γνωρίσουν πως ήταν αυτός που έψαχναν και ακούγοντας τα θεία λόγια του, γοητεύμενοι ασπάστηκαν στον χριστιανισμό. Ο Λεόντιος, συνήθιζε να διδάσκει το λόγο του Θεού, ακόμα και στους στρατιώτες του Ανδριανού και πολλοί από αυτούς είχαν βαπτιστεί χριστιανοί. Όταν ο Ανδριανός, έμαθε τι είχε συμβεί με τον Ύπατό του και τον Θεόδουλο, ζήτησε τη φυλάκισή τους. Οι Ρωμαίοι στρατιώτες συνέλαβαν και τον Λεόντιο και την επόμενη μέρα τους οδήγησαν όλους μαζί στον ηγεμόνα, ο οποίος, αποφάσισε τη φυλάκισή τους. Όταν ο Ανδριανός κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να καταφέρει τίποτα, διάτεξε να σταυρώσουν τον Τριβούνο και να θανατώσουν με ξίφος τον Θεόδουλο.
Ο Λεόντιος, παρέμεινε στη φυλακή, αντέχοντας στα σκληρά βασανιστήρια, ώσπου ο Ανδριανός, αποφάσισε να τον θανατώσουν χτυπώντας τον, όπως και έγινε. Το λείψανο του Αγίου βρίσκεται θαμμένο κοντά στο λιμάνι της Τρίπολης (Αφρική). Η μνήμη του Αγίου, τιμάται, κάθε χρόνο στις 18 Ιουνίου.



78.Όσιος Ιούλιος και Ιουλιανός
Ο Ιούλιος και Ιουλιανός, που ήταν αδέρφια γεννήθηκαν, στην Αίγινα, ο πρώτος το 319μ. Χ. και ο δεύτερος το 330 μ. Χ. Απ’ ότι φαίνεται προέρχονταν από αρκετά πλούσια οικογένεια του νησιού και έτσι, αφού έλαβαν τη βασική μόρφωση τους στην Αίγινα, πήγαν στην Αθήνα για ανώτερες σπουδές. Εκεί, οι Όσιοι, σπούδασαν μαζί με τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο το Θεολόγο και τον Ιουλιανό (μετέπειτα αυτοκράτορας). Τα δύο αδέρφια, θαύμαζαν ιδαιτέρως τον Απόστολο Παύλο, τον οποίο και προσπάθησαν να μιμηθούν, κηρύσσοντας τον χριστιανισμό, κτίζοντας εκκλησίες, βαπτίζοντας και γκρεμίζοντας ειδωλολατρικούς ναούς. Αφού χειροτονήθηκαν, άρχισαν να ταξιδεύουν και εκτός Ελλάδας μα σκοπό να τη διάδοση του χριστιανισμού, όπως στη Βοημία, την Πολωνία και την Ουγγαρία. Στα χρόνια του αυτοκράτορα Θεοδόσιου, ο Ιούλιος και Ιουλιανός, επισκέφθηκαν τη Ρώμη, με σκοπό να προσκυνήσουν τον τόπο, όπου αποκεφαλίστηκε ο Απόστολος Παύλος. Εκεί τα δύο αδέρφια, συναντήθηκαν με σημαντικές προσωπικότητες, μεταξύ των οποίων και ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος, ο οποίος τους έδωσε ιδιόχειρη άδεια, ώστε να μπορούν ελεύθερα να κηρύττουν το χριστιανισμό σε όλη την αυτοκρατορία. Γνώρισαν, επίσης , και τον πάπα της Ρώμης, ο οποίος θαυμάζοντας τις ικανότητές τους, αποφάσισε να τους στείλει στο Μιλάνο, με σκοπό να βοηθήσουν τον τότε επίσκοπο της περιοχής Άγιο Αμβρόσιο. Στο Μιλάνο, οι Όσιος επιτάλεσαν και το σπουδαιότερο έργο τους, καθώς έκτισαν πάνω από 100 εκκλησίες ο καθένας, βάπτισαν χριστιανούς και επανέφεραν την ειρήνη στην Εκκλησία της Νοβάρας. 
Κουρασμένοι, από τα ταξίδια, ο Ιούλιος και Ιουλιανός, αποφάσισαν να απομονωθούν. Ο καθένας, λοιπόν, διάλεξε ένα νησί στις λίμνες Ματζόρε και Όρτα, χωρίζοντας έτσι για πρώτη φορά ο ένας από τον άλλο. Ο Ιουλιανός τον Ιανουάριο του 391 μ. Χ., αρρώστησε βαριά και εκοιμήθη. Ο Ιούλιος, έζησε ασκητικά για άλλα 10 χρόνια, στο νησί το οποίο είχε επιλέξει, που αργότερα πήρε και το όνομά του. Η μνήμη του Αγίου Ιουλιανού τιμάται στις 7 Ιανουαρίου, η μνήμη του Αγίου Ιουλίου στις 31 Ιανουαρίου και η ανακομιδή των λειψάνων τους στις 19 Μαϊου. 


















ΑΓΙΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ Ο ΝΕΟΣ
Ο Άγιος Απόστολος ο Νέος, γεννήθηκε στον Άγιο Λαυρέντιο του Πηλίου το 1667 μ.Χ. Ο πατέρας του ονομαζόταν Κώστας Σταματίου και η μητέρα του Μέλω. Σε ηλικία 15 χρονών έμεινε ορφανός και το 1682 μ.Χ. πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργαζόταν σ' ένα καπηλιό.
Ενώ ο άγιος είχε ήδη τέσσερα χρόνια στην Κωνσταντινούπολη, συνέβη το εξής γεγονός στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Οι κάτοικοι του Αγίου Λαυρεντίου και της περιοχής, επειδή καταπιέζονταν σκληρά από τη βαριά και άδικη φορολογία, αποφάσισαν να προσφύγουν στους επιτρόπους του Σουλτάνου, η οποία όριζε τα χωριά εκείνα. Πράγματι επέτυχαν κάποια μείωση της φορολογίας και επέστρεψαν. Ο Βοεβόδας όμως όχι μόνο δεν αναγνώρισε τα έγγραφα των επιτρόπων και τα απέρριψε ως πλαστά αλλά συνέλαβε και τρεις από την επιτροπή των κατοίκων, που είχαν πάει στην Κωνσταντινούπολη, τους έδεσε ως κακούργους, τους πήγε ο ίδιος στην Πόλη και ενήργησε να φυλακιστούν ως ένοχοι εσχάτης προδοσίας.
Όταν το έμαθαν αυτό οι συμπατριώτες τους στέλνουν αμέσως στην Πόλη μια επιτροπή σκοπεύοντας να απευθυνθούν στην ίδια την βασιλομήτορα για να ελευθερώσουν τους δεσμώτες. Καθώς δεν γνώριζαν πως και που θα έπρεπε να απευθυνθούν, προθυμοποιήθηκε ο Άγιος Απόστολος να τους βοηθήσει, αφού γνώριζε καλά και την τουρκική γλώσσα. Πήρε μάλιστα ο ίδιος την αναφορά και την έδωσε σε ανώτατο αξιωματούχο του Σουλτάνου. Εκείνος όμως είχε ήδη δεχθεί τις διαβολές του Βοεβόδα του Πηλίου. Διέταξε αμέσως εξαγριωμένος να συλληφθεί ο Άγιος και να παραδοθεί στον Βοεβόδα για να τιμωρηθεί για την αυθάδειά του. Ο Βοεβόδας διέταξε να τον δέσουν με αλυσίδες και του ζήτησε χαράτσι τεσσάρων ετών για όσο χρόνο έλειπε από το χωριό του. Ωστόσο, επειδή φοβόταν μήπως προσφύγουν οι υπόλοιποι της επιτροπής στην ίδια τη βασιλομήτορα, σκεφτόταν ν’ απολύσει τελικά τους τέσσερις κρατούμενους. Κάποιος όμως συμπατριώτης του Αγίου, ζηλότυπος γέρος, από φθόνο μήπως ένα ασήμαντο και φτωχό παιδί θεωρηθεί ευεργέτης του τόπου του, τον συκοφάντησε ότι αυτός υποκίνησε την όλη υπόθεση και ότι αν τον ελευθέρωνε σίγουρα θα καταμήνυε τον Βοεβόδα στην βασιλομήτορα. Έτσι ο Βοεβόδας διέταξε να τον βασανίσουν σκληρά μέχρι θανάτου.
Ενώ ο άγιος βασανιζόταν άσπλαχνα κάποια μέρα κατάφερε να ελευθερώσει το ένα του πόδι και προσπάθησε αργοπατώντας να δραπετεύσει. Τον αντιλήφθησαν όμως από τον θόρυβο των αλυσίδων και τον συνέλαβαν. Ο Βοεβόδας ήρθε τότε και άρχισε να τον χτυπά με ένα τσεκούρι. Ο άγιος του λέγει: «τι με χτυπάς με τόση σκληροκαρδία; Ή δεν γνωρίζεις ότι είμαι και από σένα και από τους υπηρέτες σου καλύτερος»; Αυτό θεωρήθηκε ομολογία πίστεως στο ισλάμ, ότι δήθεν ο Άγιος έλεγε πως είναι καλύτερος μωαμεθανός από αυτούς και αμέσως ο Βοεβόδας διέταξε να περιτμηθεί. Ο Άγιος αντιστεκόταν γενναία λέγοντας: «εγώ Χριστιανός είμαι και δεν αρνούμαι την αγία μου πίστη». Τον βασάνισαν τότε και τον έκλεισαν στη φυλακή των κακούργων. Κατόπιν τον οδήγησαν στον ανώτατο θρησκευτικό ηγέτη των μουσουλμάνων και τους άλλους αξιωματούχους οι οποίοι άρχισαν με κολακείες και υποσχέσεις για αξιώματα, πλούτη, τιμές την προσπάθεια για εξισλαμισμό. Επειδή ο άγιος έμενε σταθερός στην πίστη του τον οδήγησαν στον βεζύρη, ο οποίος προσπάθησε και αυτός με τη σειρά του να εξισλαμίσει τον μάρτυρα με ακόμα μεγαλύτερες υποσχέσεις. Ο άγιος ούτε καν πρόσεχε τα λόγια τους αλλά τους έλεγε: «Μην αργοπορείτε και χάνετε τον καιρό σας, ό,τι είναι να κάνετε κάντε το γρήγορα. Οποιονδήποτε θάνατο και αν μου δώσετε θα τον δεχθώ προθυμότατα για χάρη του Χριστού μου. Μην αργοπορείτε λοιπόν. Θέλετε να με κάψετε; Να μαζέψω εγώ τα ξύλα και να ετοιμάσω την φωτιά. Θέλετε να με απαγχονίσετε; Να ετοιμάσω με τα ίδια μου τα χέρια τη θηλειά. Θέλετε να με αποκεφαλίσετε; Δώστε μου το ξίφος να το ακονίσω εγώ όσο χρειάζεται». Μη μπορώντας να τον ανεχθούν άλλο διέταξε ο βεζύρης τον αποκεφαλισμό του. Αφού όλη εκείνη τη νύχτα τον βασάνισαν, πριν ακόμη ξημερώσει τον οδήγησαν στον τόπο της εκτέλεσης. Κάποιους Χριστιανούς που συνάντησαν τους χαιρέτισε ταπεινά και ζήτησε να τον συγχωρήσουν. Εκείνοι κατάλαβαν τον λόγο, ακολούθησαν φοβισμένοι από μακριά και υπήρξαν αυτόπτες μάρτυρες του τέλους του. Σην πύλη του Γενή τζαμιού προς τον Κεράτιο ο Άγιος γονάτισε και περίμενε τον δήμιο. Οι άπιστοι προσπάθησαν και αυτή την τελευταία στιγμή να κάμψουν το φρόνημά του, μάταια όμως. Ο δήμιος για να κάνει οδυνηρότερη την εκτέλεση τον χτύπησε τρεις φορές στο λαιμό με το ξίφος και μετά αρπάζοντας με το αιμοβόρο του χέρι τα μαλλιά του αγίου τον αποκεφάλισε. Ήταν δεκαεννέα ετών.
Ενώ το εκτελεστικό απόσπασμα καθόταν λίγο πιο πέρα από το άγιο λείψανο, ένα αστέρι από τον ουρανό κατέβηκε, στάθηκε πάνω από το άγιο λείψανο και σχημάτιζε σταυρό. Συγχρόνως πλήθος ανθρώπων εμφανίστηκε και περικύκλωνε τον μάρτυρα. Νομίζοντας ότι το πλήθος εκείνο είναι Χριστιανοί που ήρθαν να κλέψουν το λείψανο όρμησαν κατά κει αλλά πλησιάζοντας δεν είδαν τίποτα πέρα από το ιερό σώμα του αγίου.
Επειδή ξημέρωνε και άρχισε η κίνηση, φοβήθηκαν οι εκτελεστές μήπως αντιληφθούν οι Χριστιανοί τι συνέβαινε και ζητήσουν να πάρουν τον άγιο να τον θάψουν και να τον τιμούν. Έριξαν αμέσως το σώμα στη θάλασσα, την δε κεφαλή πήγαν στον βεζύρη ως απόδειξη της εκτέλεσης. Το άγιο λείψανο αντί να βυθισθεί βγήκε πλέοντας από τον Κεράτιο αλλά μένει άγνωστο το που προσορμίστηκε. Την αγία κεφαλή ζήτησαν μέσω του Πατριαρχείου οι Χριστιανοί που είχε συναντήσει ο άγιος στο δρόμο, για να την θάψουν δήθεν. Την έβαλαν σε αργυρή θήκη και την κατέθεσαν στον ιερό ναό του Αγίου Δημητρίου στα Ταταύλα.
Αργότερα ο Δοσίθεος Σελευκείας, συμπατριώτης του μάρτυρος, την έστειλε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, στο σπίτι του, που είχε ανοικοδομηθεί σε ναό, μετά από θαυμαστή προτροπή του ίδιου του Αγίου.


ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΣΤΑΜΑΤΙΟΣ
Ο Άγιος νεομάρτυρας Σταμάτιος, καταγόταν από ένα χωριό του Βόλου, τον Άγιο Γεώργιο, της επαρχίας Δημητριάδος.
Συνέβη κάποτε να έρθει κάποιος αγάς στην περιοχή τους για να συγκεντρώσει τον φόρο του χαρατσιού. Ο αγάς αυτός ήταν πολύ καταπιεστικός στη συλλογή του φόρου, αυθαιρετούσε, καταδυνάστευε και αδικούσε τους Χριστιανούς. Απελπισμένοι οι κάτοικοι αποφάσισαν να στείλουν μια αντιπροσωπία στην Κωνσταντινούπολη, στην Υψηλή Πύλη, μήπως κι εύρουν το δίκιο τους.
Μεταξύ των μελών της αντιπροσωπίας ήταν και ο Σταμάτιος. Παρουσιάστηκαν λοιπόν στον Βεζύρη και άρχισαν να του παραπονιούνται για τις αδικίες του αγά.
Ο Βεζύρης όμως , επειδή ήταν φίλος με τον φοροεισπράκτορα, διέταξε να τους πετάξουν έξω σπρώχνοντάς τους και χτυπώντας τους. Ορισμένοι από την αντιπροσωπία, μεταξύ αυτών και ο άγιος, διαμαρτύρονταν έντονα και φώναζαν για την αδικία που γινόταν.
Τότε κάποιοι παριστάμενοι Τούρκοι αξιωματούχοι, φίλοι του αγά, τον ξεχώρισαν και τον πήγαν στον Βεζύρη ψευδομαρτυρώντας και συκοφαντώντας τον άγιο ότι είχε γίνει τούρκος και τώρα εμφανίζεται ως χριστιανός. Ο άγιος φυσικά αρνήθηκε εντονώτατα μπροστά στον Βεζύρη την κατηγορία. Εκείνος όμως τον έστειλε στον αρμόδιο γι’ αυτές τις υποθέσεις κριτή, όπου ανακρινόμενος ο άγιος και πάλι αρνήθηκε την κατηγορία λέγοντας πως πρόκειται για συκοφαντία. Ο δικαστής τότε του λέει: «Κι αν δεν έγινες, γίνε τώρα». Ο άγιος μάρτυρας με μεγάλη φωνή του απάντησε: «μη γένοιτο να γίνω τόσο ανόητος και ν’ αρνηθώ τον Χριστό μου. Καλύτερα να πεθάνω και να είμαι με τον Χριστό μου, παρά να ζω σ’ αυτόν τον κόσμο με μύριες απολαύσεις και δόξες».
Ο δικαστής βλέποντας τη σταθερότητα του μάρτυρα τον έστειλε στον Βεζύρη, ο οποίος προσπάθησε με πολλούς τρόπους, κολακείες, υποσχέσεις, τιμές και αξιώματα να μεταπείσει τον μάρτυρα. Μέχρι και υπασπιστή του υποσχέθηκε να τον κάνει. Ο άγιος για δεύτερη φορά με δυνατή φωνή σταθερά ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό λέγοντας: «Εγώ πλούτο και δόξα και τιμή έχω τον Χριστό μου, ο οποίος μου έχει κατοικία στους ουρανούς, δόξα και ζωή αιώνια. Οι δικές σου τιμές και δόξες είναι φθαρτές και μάταιες και γρήγορα χάνονται μαζί με εκείνους που τις επιδιώκουν».
Ο Βεζύρης διέταξε να φυλακιστεί και να βασανιστεί. Μετά από κάποιες ημέρες διέταξε να τον φέρουν πάλι μπροστά του, όπου ξανά προσπάθησε με θέλγητρα και φόβητρα να τον μεταπείσει. Ο μάρτυς για τελευταία φορά του απάντησε: «Ακόμα και με μύριους θανάτους να με καταδικάσεις, εγώ τον Χριστό μου δεν τον αρνούμαι. Είμαι έτοιμος να βασανίζομαι για το όνομά Του σε όλη μου τη ζωή».
Τότε ο βεζύρης οργισμένος τον παρέδωσε στον έπαρχο να τον θανατώσει. Τον αποκεφάλισαν στις 16 Αυγούστου 1680 μ.Χ. ημέρα Δευτέρα, μπροστά στο βασιλικό παλάτι, στην Αγία Σοφία.
Μαρτύριο του Αγίου, που συνέγραψε ο μοναχός Ιάκωβος ο Αγιορείτης το 1680 μ.Χ., βρίσκεται στον υπ' αριθμ. 805 Κώδικα της Μονής Βατοπεδίου, φ. 12α-14.


ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ Ο ΝΕΟΣ
Στη στρατιά των Οσίων, λαμπρή θέση κατέχει και ο Όσιος Γεράσιμος ο Νέος ο Θαυματουργός, ο εκ Λεονταρίου της Πελοποννήσου. Aσκήτευσε στην Ιερά Μονή Aγίας Τριάδος Σουρβιάς, την οποία έκτισε εκ βάθρων ο Όσιος Διονύσιος του Ολύμπου (βλέπε 23 Ιανουαρίου) πρίν 150 περίπου χρόνια, βρίσκεται δε κοντά στο χωριό Μακρινίτσα. Ο Όσιος Γεράσιμος θεωρείται ο δεύτερος κτήτωρ της Ιεράς Μονής Σουρβιάς και εκεί βρίσκεται και ο τάφος του.
Ο Όσιος Γεράσιμος ο Νέος γεννήθηκε στα μέσα του 17ου αιώνα μ.Χ. στο χωριό Λεοντάριο Μεγαλοπόλεως Πελοποννήσου, από το Θεόδωρο και την Ευαγγελία. Όταν ο Γεώργιος έγινε 8 ετών τον παρέδωσαν σε δάσκαλο να μαθαίνει τα ιερά γράμματα. Ιδιαίτερα αγαπούσε τους βίους των Αγίων. Έτσι όταν μεγάλωσε πήγε στη μονή Φιλοσόφου, που ήταν κοντά και ήταν σπουδαίο πνευματικό κέντρο ελληνικής παιδείας στα χρόνια της Τουρκοκρατίας, κι έγινε μοναχός με το όνομα Γεράσιμος κι όπως ήταν φυσικό απέκτησε καλή παιδεία.
Έχοντας Θείο πόθο μετέβη στους Αγίους τόπους, για να προσκυνήσει. Γυρίζοντας στον ελλαδικό χώρο ως άλλος απόστολος κήρυττε σε χωριά και πόλεις το λόγο του Θεού. Έτσι έφτασε και στην περιοχή της Μακρινίτσας στη φημισμένη μονή Αγίας Τριάδος Σουρβιάς, που έχτισε ο Άγιος Διονύσιος Ολύμπου (βλέπε 23 Ιανουαρίου). Εδώ αποφασίζει να μείνει αγωνιζόμενος τον καλόν αγώνα της πίστεως και της αγάπης στο θεό. Ανακαίνισε όλα τα οικοδομήματα και την επαναδιοργάνωσε σε βάσεις ασκητικές. Τον ικανοποιούσε ιδιαίτερα το ήσυχο περιβάλλον της μονής και το καλό του κλίματος. Ψάχνοντας για ακόμη περισσότερη ησυχία βρήκε σε κοντινή απόσταση από τη μονή σπήλαιο όπου περνούσε ώρες ησυχίας και προσευχής και δακρύων πολλών για τη σωτηρία του και όλων των ανθρώπων. Ο θεός έτσι τον στόλισε με το χάρισμα της θαυματουργίας. Από τη μονή έβγαινε χάριν αγάπης προς τους σκλαβωμένους αδερφούς Έλληνες των γύρω περιοχών Μακρινίτσας, Βελεστίνου, Aγιάς, όπου κήρυττε, εξομολογούσε, ανέπαυε τις κουρασμένες από τα πάθη ψυχές και τους στήριζε να μην αλλαξοπιστήσουν. Στο Βελεστίνο κοντά στην εκκλησία του Αγίου Αθανασίου είχε ένα κελλί, για να ξεκουράζεται, το οποίο μαζί με το ναό κάηκαν στην επιδρομή του Δράμαλη το Μάιο του 1821 μ.Χ., που κατέπνιξε την Επανάσταση στη Θεσσαλία.
Στις αρχές του 1740 μ.Χ., ενώ βρισκόταν στο Βελεστίνο, προαισθάνθηκε το τέλος του και γύρισε στη μονή ν' αφήσει την τελευταία του πνοή. Σύναξε όλη την αδελφότητα και με συγκίνηση τους είπε:
«Αδελφοί και πατέρες, ευλογητός ο θεός, οπού διά την άφατον Αυτού ευσπλαχνίαν έχει να ελευθερώσει σήμερον την αμαρτωλόν μου ψυχήν από την φυλακήν, από τούτον λέγω, τον κόσμον και διά τούτο σας παρακαλώ να ενθυμηθείτε την εντολήν του Δεσπότου Χριστού, οπού λέγει: "Άφετε και αφεθήσεται ημίν" και να δώσετε συγχώρηση ανίσως κα έπταισα καμίαν φοράν ωσάν άνθρωπος όχι άπαξ αλλά πολλάκις. Κι ο θεός να σας συγχωρήσει για όσα εις εμέ πράξατε. Προσέχετε, αδελφοί, να μη παραβαίνετε τας εντολάς του θεού, να αγαπάτε την προσευχήν, ωσάν οπού είναι ομιλία ανθρώπου με τον Θεόν. Να μην αμελείτε τον κανόνας σας, να έχετε αγάπην αναμεταξύ σας, να συντρέχετε εις την εξομολόγησιν, ωσάν οπού είναι το κλειδί του παραδείσου και καθώς χωρίς του κλειδίου είναι αδύνατον να ανοιχτεί η θύρα, ούτω και ο άνθρωπος χωρίς εξομολόγησιν είναι αδύνατον να εισέλθει εις την βασιλείαν των Ουρανών. Να μην ανακατώνεσθε εις κοσμικάς φροντίδας, αλλά να είστε όλως διόλου προσηλωμένοι εις τον φόβον του Θεού και να έχετε γραμμένην μέσα εις τον νου σας τη μνήμη του Θανάτου».
Παρέδωκε την αγία του ψυχή τη 14η Σεπτεμβρίου του έτους 1740 μ.Χ. Έζησε στη γη αυτή ως ουράνιος άνθρωπος κι επίγειος άγγελος.
Με τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, που φέρουν τα λείψανα του Αγίου και κυρίως η τίμια κάρα του, πολλά παλαιότερα αλλά και σύγχρονα θαύματα του Αγίου Γερασίμου αναφέρονται από τους γέροντες της Μονής και από πιστούς των γύρω περιοχών.
Πολλοί δαιμονισμένοι έγιναν υγιείς. Γυναίκες που δεν τεκνοποιούσαν απέκτησαν παιδί. Κάτοικοι των γύρω περιοχών γλίτωσαν κατόπιν λιτανείας της Αγίας κάρας από πλήθος ακρίδων που κατέτρωγαν τα χωράφια τους. Στη Σκόπελο γλίτωσαν από λοιμό και από καταστροφική ασθένεια στα αμπέλια τους. Στις Πινακάτες έπαυσε ο Άγιος μεγάλο θανατικό. Στον Άγιο Γεώργιο Βελεστίνου έσωσε τα πρόβατα βοσκού. Στο Στεφανοβίκειο εξαφάνισε αρουραίους που κατέτρωγαν τα σπαρτά. Πολλά είναι και τα θαύματα του Αγίου Γερασίμου προς τους κατοίκους της Μακρινίτσας, αφού ως γνωστό στο ψηλότερο μέρος του χωριού βρισκόταν το ασκητήριό του. Ακριβώς εκεί που σήμερα βρίσκεται η νέα γυναικεία μονή Αγίου Γερασίμου Μακρινίτσας.
Κάθε χρόνο, την παραμονή της Μεσοπεντηκοστής, υπάρχει συνήθεια στην περιοχή Φυτόκο, λίγο έξω από τη Νέα Ιωνία, να μεταφέρεται η εικόνα και η κάρα του Αγίου Γερασίμου από τη μονή Μακρινίτσας, με τα πόδια, ως την εκκλησία του χωριού. Εκεί το απόγευμα ψάλλεται ο Μέγας εσπερινός της Μεσοπεντηκοστής, ενώ το βράδυ γίνεται αγρυπνία, παρουσία του γέροντος της ιεράς Μονής Φλαμουρίου Πηλίου. Το πρωί δε πανηγυρική θεία Λειτουργία.

ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΔΕΩΝ
Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Κάπουρνα της Δημητριάδος (Νομός Μαγνησίας) και κατά κόσμον ονομαζόταν Νικόλαος. Οι ευσεβείς γονείς του, ονομάζονταν Αυγερινός και Κυράτζα ενώ είχε άλλους τρεις αδελφούς και τέσσερις αδελφές.
Δώδεκα χρονών, με την οικογένειά του ήλθε στο χωριό Γιερμή και από 'κει στο Βελεστίνο, όπου εργαζόταν κοντά στο θείο του. Τον άρπαξε όμως κάποιος Τούρκος και τον εξισλάμισε με το όνομα Ιμπραήμ. Μετά από δυο μήνες, ο Νικόλαος, κατόρθωσε και δραπέτευσε και επανήλθε στην οικογένειά του. Ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο χωριό Κεραμίδι, όπου κοντά σε κάποιους οικοδόμους πήγε στην Κρήτη. Εκεί εξομολογήθηκε σε κάποιο Ιερέα και βρήκε άσυλο στο εξωκλήσι του.
Μετά τον θάνατο του ιερέα, ο Νικόλαος έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί πάλι εξομολογήθηκε, έλαβε των αχράντων μυστηρίων και στη Μονή Καρακάλου, εκάρη μοναχός με το όνομα Γεδεών. Οι πατέρες της Μονής του ανέθεσαν το διακόνημα του Εκκλησιάρχου.
Την 6η Ιουνίου 1797 μ.Χ. ο Γεδεών με την ευλογία των Πατέρων διωρίσθηκε μετοχιάρης με τον προηγούμενο Γαβριήλ, στο Μετόχιο της Μεταμορφώσεως, στην περιοχή του Ρεθύμνου Κρήτης. Μετά από έξι έτη παραμονής στο μετόχι, επέστρεψεν στην μονή της μετανοίας του.
Με τον πόθο όμως του μαρτυρίου, ήλθε στο Βελεστίνο, στον τόπο που αρνήθηκε την πίστη του, όπου μέσα στην αγορά με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό.
Διωκόμενος από τους Τούρκους, ήλθε στην Αγιά, όπου συνελήφθηκε. Οι Τούρκοι, αφού τον διαπόμπευσαν στους δρόμους του Τιρνάβου, κατόπιν του έκοψαν τα πόδια και τα χέρια και στη συνέχεια τον έριξαν στα αποχωρητήρια. Εκεί, μέσα σε φρικτούς πόνους, παρέδωσε το πνεύμα του στις 30 Δεκεμβρίου 1818 μ.Χ.
Η τίμια κάρα του μάρτυρα, αποθησαυρίστηκε στην αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού του Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.

ΟΣΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΜΟΝΟΧΙΤΩΝ ΑΝΥΠΟΔΗΤΟΣ
Ο όσιος Συμεών ο Μονοχίτων και Ανυπόδητος, γεννήθηκε στο χωριό Βαθύρεμα Αγιάς από πατέρα ιερέα - τον παπά Ανδρέα, δάσκαλο του κρυφού σχολειού και την Αικατερίνη. Από μικρό παιδί έδειχνε σημεία αρετής και αγιότητος. Έμαθε τα ιερά βιβλία και βοηθούσε τον πατέρα του, ψέλνοντας στις ιερές ακολουθίες.
Ο φιλότουρκος κοτσαμπάσης του χωριού θέλησε να τον παντρέψει με την κόρη του Τριανταφυλλιά, απειλώντας τον πατέρα του πως, αν δε συναινέσει ο γιος του, θα τον πάρει το παιδομάζωμα. Έτσι με τη βία, μια βραδιά στο σπίτι του, παντρεύει το Συμεών με την κόρη του, με ξένο παπά. Στο χρόνο επάνω γέννησε η γυναίκα του ένα αγοράκι, το οποίο ονόμασαν Δημήτρη. Όμως ο Συμεών ήταν βαθιά λυπημένος κι έδειχνε συλλογισμένος. Στον πεθερό του, που τον ρωτά, ομολογεί πως δεν είναι δικό του το παιδί και πως δε γνώρισε την Τριανταφυλλιά ως γυναίκα. Αφού κανείς δε τον πίστεψε αποφασίζεται ο δια πυρός θάνατός του. Κι ενώ στην πλατεία ετοιμάστηκε η φωτιά, ο Συμεών ζήτησε για τελευταία φορά να δει τη σύζυγό του μπροστά στον κόσμο. Πλησίασε το γιο του Δημητράκη και το ρώτησε ποιος ήταν ο πατέρας του. Το παιδί παραδόξως μιλώντας έδειξε για πατέρα του τον Αγροφύλακα του χωριού κι έτσι ο Συμεών αθωώθηκε.
Στην αρχή μόνασε στη μονή Οικονομείον ή Κομνήνειο Κισσάβου, ζώντας «με αυστηράν νηστείαν, άμετρον αγρυπνίαν, ολονύκτιον στάσιν, ανυπόδητος και μονοχίτων, φέρων μόνο εν πτωχικόν ένδυμα παλαιόν και εσχισμένον», όπου χειροτονείται διάκονος. Την ίδια ζωή συνεχίζει στο Άγιον Όρος στη μονή Μ. Λαύρας, όπου χειροτονείται ιερέας. Οι μοναχοί μιας άλλης μονής της Φιλοθέου έρχονται και τον παρακαλούν να αναλάβει την πνευματική καθοδήγησή τους. Ο Συμεών δέχτηκε κι επέβαλε αυστηρή τάξη και πειθαρχία. Όμως κάποιοι μοναχοί δε θέλησαν να μπουν σε υπακοή, στασίασαν και την Κυριακή του Πάσχα τον έδεσαν σ' ένα κυπαρίσσι έξω από την εκκλησία της μονής, τον έδειραν πολύ και τον φυλάκισαν στον πύργο της μονής. Με τη βοήθεια όμως ενός μοναχού αφήνοντας το Άγιον Όρος πηγαίνει στο μοναχοστόλιστο Πήλιο στην περιοχή του Φλαμουρίου. Εκεί «έμεινε τρεις χρόνους κάτω από μηλέαν τινά, εταλαιπωρείτο δε σφοδρώς κατά τον χειμώνα από το άμετρον ψύχος, το δε θέρος πάλιν εδεινοπάθει από τον καύσωνα και την υπερβολικήν θερμότητα του ηλίου». Στη συνέχεια έκτισε την περιώνυμη μονή της Αγίας Τριάδος Φλαμουρίου, στην οποία συνάχθηκε πλήθος μοναχών. Κατόπιν περιόδευσε ιεραποστολικά ως πρόδρομος κι αυτός του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, την Αγιά, τον Τύρναβο, την Ελασσόνα, τη Λαμία, τα Σέρβια, τα Γρεβενά, τα Άγραφα, τη Θήβα, την Αθήνα, την Εύβοια και την Ήπειρο, όπου «εκήρυττε παρρησία και χωρίς φόβον τον λόγον του Θεού». Στην Εύβοια μάλιστα τον κατηγόρησαν ότι προσπαθεί να κάνει χριστιανούς τους Τούρκους και ο πασάς αποφάσισε να τον κάψουν στην πλατεία. Λέγεται μάλιστα πως και ο ίδιος βοηθούσε στο σωρό των ξύλων. Όταν όμως ο πασάς τον είδε ανυπόδητο, φτωχό με παλιόρασα μπροστά του, τον ευλαβήθηκε και τελικά τον άφησε ελεύθερο.
Όταν επέστρεψε στο Φλαμούρι βρήκε νέους μοναχούς. Έτσι ήταν επιτακτική η ανάγκη να χτιστεί γρήγορα μοναστήρι. Μην έχοντας χρήματα μετέβη στην Κωνσταντινούπολη να ζητήσει από τον Πατριάρχη τη σχετική άδεια και υλική συνδρομή. Εκεί στον προθάλαμο του Πατριάρχη τον βλέπει κάποιος Τούρκος αξιωματικός, που είχε υπηρετήσει στο χωριό του, το Βαθύρρεμα Αγιάς, κι ενθυμούμενος την αγιότητά του, τρέχει στον Σουλτάνο Σουλεϊμάν το Μεγαλοπρεπή, του οποίου η κόρη ήταν σοβαρά άρρωστη και του μιλά για το Συμεών. Ο Συμεών τη θεραπεύει με θαυματουργικό τρόπο κι ο Σουλτάνος για να τον ευχαριστήσει του δίνει τα κοσμήματα της κόρης του, που έγινε καλά και όλα τα οικοδομικά υλικά που ήταν αναγκαία για το χτίσιμο του μοναστηριού, τα έστειλε με καράβια στο Φλαμούρι Πηλίου. Έτσι χτίστηκε η ιερά μονή Μεταμορφώσεως Φλαμουρίου, επί Πατριαρχείας Καλλινίκου του Γ΄ του Ζαγοριανού. Ο ναός είναι πεντάτρουλος σταυροειδής βασιλική - αθωνικού τύπου.
Στις 19 Απριλίου του 1594 μ.Χ. σε ηλικία υπεράνω των 100 ετών επισκέπτεται την Πόλη κι εκεί ανεπαύθη εν Κυρίω κι ενταφιάστηκε στη Χάλκη των Πριγκηποννήσων. Οι μαθητές του από τη μονή Φλαμουρίου κατά την ανακομιδή του πήραν τα τίμια λείψανά του και τα έφεραν στη μονή του, όπου μέχρι σήμερα θαυματουργούν. Ιερότατο κειμήλιο της μονής σήμερα η τιμία κάρα του Αγίου Συμεών, που με πολλή ευλάβεια φυλάσσουν οι πατέρες και κυρίως ο νυν ηγούμενος της μονής π. Συμεών.

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ


O Νεομάρτυς Τριαντάφυλλος ο ναύτης γεννήθηκε στην περίφημη Ζαγορά. Από μικρός εργαζόταν ως ναύτης σε ένα από τα πιο περίφημα ζαγοριανά καράβια. Το καλοκαίρι του 1680 το πλοίο του έδεσε στο λιμάνι της Κωνσταντινουπόλεως. Εκεί ο Τριαντάφυλλος επισκέφτηκε τις εκκλησίες και τα αγιάσματα της Πόλης. Για κάποιο άγνωστο σε μας λόγο, ήρθε σε φιλονικία με κάποιους Τούρκους, οι οποίοι τον συκοφάντησαν ότι δήθεν ήθελε να γίνει Μωαμεθανός.
Ο Τριαντάφυλλος όμως αρνήθηκε τη συκοφαντία και μένοντας σταθερός και ακλόνητος στην πίστη του έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου την 8η Αυγούστου του 1680 στον Ιππόδρομο της Κωνσταντινουπόλεως, σε ηλικία 18 ετών. Την ημέρα αυτή τιμάται και η μνήμη του τόσο στη Ζαγορά, όσο και στις Αλυκές Βόλου. Τεμάχιο του ιερού Λειψάνου του Αγίου Τριαντάφυλλου υπάρχει τεθησαυρισμένο στην Ι. Μονή Αγίου Νικολάου, στο νησί Άνδρος, μαζί με την εικόνα του Αγίου.
 


ΝΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ

Ο Άγιος Δαμιανός γεννήθηκε στο χωριό Μυρίχοβο Αγράφων (σήμερα Αγία Τριάδα) περί το 1510 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς. Από την παιδική ακόμη ηλικία αγάπησε τον μοναχικό βίο και θέλησε να ενδυθεί το αγγελικό σχήμα του μοναχού. Έτσι άφησε τη γενέτειρά του και μετέβη στο Άγιον Όρος, στη μονή Φιλοθέου, όπου εκάρη μοναχός.
Μετά από λίγο καιρό αφήνει τη μονή και αναχωρεί, για να μονάσει σε ασκητήριο και να αφιερωθεί περισσότερο στην προσευχή. Πήγε, λοιπόν, κοντά σε κάποιον ασκητή που τον έλεγαν Δομέτιο. Έμεινε πλησίον του σχεδόν τρία χρόνια και ο μοναχός Δαμιανός πρόκοψε σε όλες τις αρετές και τα πνευματικά αγαθά. Μάλιστα δε, αξιώθηκε κάποτε να ακούσει τη φωνή του Κυρίου που του έλεγε: «Δαμιανέ, δεν πρέπει να ζητάς μόνο το δικό σου πνευματικό συμφέρον, αλλά και των άλλων».
Μετά από αυτό ο Μοναχός Δαμιανός εγκαταλείπει το Άγιον Όρος και πηγαίνει στην περιοχή του Ολύμπου. Εκεί κήρυττε τον λόγο του Θεού, παρακινούσε τους Χριστιανούς να μετανοήσουν, να αποφεύγουν τις αδικίες και τις κακίες και τους προέτρεπε να εφαρμόζουν το θέλημα του Θεού. Ο λόγος του όμως ενόχλησε κάποιους, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι είναι λαοπλάνος και ψεύτης. Ο Όσιος δεν έδωσε σημασία στις κατηγορίες αυτές και αναχωρεί για την περιοχή της Λάρισας και του Κισσάβου. Μετά από εκεί φθάνει στα Άγραφα. Εκεί, στην Καρύτσα Δοπόλων, ιδρύει τη μονή της Παναγίας Πελεκητής, που ήταν το ιεραποστολικό ορμητήριό του. Ουσιαστικά ανακαίνισε τη μονή που είχε υποστεί μεγάλες καταστροφές και έτσι πέρασε στη συνείδηση του λαού του Θεού ως κτήτορας αυτής. Δυστυχώς, και εκεί, άνθρωποι δυσσεβείς τον κατηγόρησαν ως λαοπλάνο και ψευδοκαλόγερο. Έτσι φεύγει και πηγαίνει στον Κίσσαβο και δίπλα στο χωριό Ανατολή, κτίζει ένα νέο μοναστήρι προς τιμή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Πλήθος πιστών τον επισκέπτεται, για να ακούσει το κήρυγμά του και τις πνευματικές του νουθεσίες.
Κάποια στιγμή ο Δαμιανός πηγαίνει για δουλειές της μονής στο γειτονικό χωριό Βουλγαρινή. Εκεί συλλαμβάνεται από τον Τούρκο διοικητή της Λάρισας, με την κατηγορία ότι παρεμποδίζει την αγοραπωλησία εμπορευμάτων κατά τις Κυριακές και παρακινεί τους Έλληνες να μένουν σταθεροί στην πίστη τους.
Τον οδηγούν στην φυλακή και τον βασανίζουν. Του δένουν τα πόδια και τον τράχηλο με βαριές αλυσίδες και τον απειλούν για τη ζωή του. Μάταια όμως. Ο Άγιος ομολογεί την πίστη του στον Χριστό και ο Τούρκος διοικητής προστάζει να θανατωθεί και μετά να ριχθεί στη φωτιά. Οι στρατιώτες τον πήραν και τον κτύπησαν δυνατά στο κεφάλι με τον πέλεκυ. Ο Άγιος, ημιθανής όπως ήταν, έπεσε στο έδαφος. Τότε εβλήθη στην κάμινο του πυρός και ότι απέμεινε από το ιερό λείψανό του το έριξαν στον Πηνειό ποταμό.
Ο Οσιομάρτυς Δαμιανός έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου το έτος 1568 μ.Χ.



ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΕΝ ΟΛΥΜΠΩ

Ο Άγιος Διονύσιος γεννήθηκε λίγο πριν το 1500 μ.Χ. στο ορεινό χωριό Σκλάταινα της Καρδίτσας, την σημερινή Δρακότρυπα. Το όνομά του ήταν Δημήτριος και από παιδί επέδειξε ζήλο για την αγάπη του Χριστού και την ασκητική ζωή.
Σε ηλικία 18 ετών μόνασε στα Μετέωρα λαμβάνοντας το όνομα Δανιήλ.
Τρία χρόνια αργότερα, αναζητώντας πιο απομονωμένο τόπο και επειδή δεν του έδιναν την ευκαιρία ν’ αναχωρήσει, πήδηξε ως δια θαύματος κάτω από το βράχο των Μετεώρων και μετέβη στις Καρυές του Αγίου Όρους. Εκεί γίνεται ιερεύς και μεγαλόσχημος μοναχός, μετονομασθείς σε Διονύσιο.
Αργότερα εγκαθίσταται στην σκήτη Καρακάλου όπου έζησε ερημικά για δέκα έτη με αυστηρή άσκηση, προσευχή και νηστεία, βιώνοντας πολλές θαυματουργικές ενέργειες του Θεού. Η ισάγγελη ζωή του στάθηκε αιτία της εκλογής του ως ηγουμένου της βουλγαρικής, τότε, μονής Φιλοθέου. Συναντώντας μεγάλες αντιδράσεις για τον τρόπο ζωής που θέλησε να εφαρμόσει στην μονή εγκατέλειψε το Άγιο Όρος και εγκαταστάθηκε γύρω στο 1524 μ.Χ. στην μονή Τιμίου Προδρόμου στη Βέροια.
Θέλοντας ν’ αποφύγει την εκλογή του σε επίσκοπο που επεδίωκαν οι κάτοικοι της περιοχής, αναχώρησε κρυφά και μετέβη στον Όλυμπο. Εκεί ασκήτευσε σ’ ένα σπήλαιο που σώζεται μέχρι και σήμερα. Συκοφαντούμενος όμως εκδιώχθηκε από το ασκητήριό του και αναχώρησε για το Πήλιο, όπου το 1542 μ.Χ. ίδρυσε τη μονή της Αγίας Τριάδος Σουρβίας έπειτα από θαυματουργική υπόδειξη του Θεού.
Μετά από τρία έτη και λόγω της παντελούς ανυδρίας που έπληξε τον τόπο των διωκτών του, επέστρεψε επισήμως με πρόσκληση του διώκτη του Αγά Σάκου. Με την αγγελική βιωτή του γρήγορα προσείλκυσε πλήθος μοναχών, ο ίδιος όμως χρησιμοποιούσε τα πλησιόχωρα σπήλαια για προσευχή και ησυχία, όπου ζούσε στο γνόφο της νοερής προσευχής. Δεν παρέλειπε, ωστόσο, να περιέρχεται τα γύρω χωριά για να κηρύξει, να εξομολογήσει και να στηρίξει τους σκλαβωμένους Έλληνες. Είχε απέραντη αγάπη για το λαό.
Εκοιμήθη εν ειρήνη, αφήνοντάς μας για ανεκτίμητο θησαυρό τα χαριτόβρυτα λείψανά του.



ΑΓΙΕΣ ΖΗΝΑΪΔΑ ΚΑΙ ΦΙΛΟΝΙΛΛΑ ΟΙ ΑΔΕΡΦΕΣ
Οι Αγίες Ζηναΐδα και Φιλονίλλα ήταν αδελφές μεταξύ τους και διακρίθηκαν για την έμπρακτη πίστη τους. Η καταγωγή τους ήταν από την Ταρσό της Κιλικίας. Μερικοί συναξαριστές αναφέρουν ότι ήταν συγγενείς του Αποστόλου Παύλου, αλλά τα ονόματα τους δεν έχουν κάτι το Εβραϊκό και επομένως ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει βάση. Βέβαιο όμως είναι, ότι ήταν γυναίκες που διακρίθηκαν για τη θερμή τους πίστη, ήταν πολύ μορφωμένες και γνώριζαν την ιατρική τέχνη που εξασκούσαν με τρόπο εντελώς φιλανθρωπικό και φιλάδελφο. θεράπευαν δηλαδή δωρεάν, και έτρεχαν αυτές στους ασθενείς και όχι το αντίθετο. Η θεραπευτική τους ικανότητα ενεργούσε πάντα με επιτυχία, ενισχυόμενη από τη Θεία Χάρη.
Η παροχή των ιατρικών υπηρεσιών τους, τις βοηθούσε θαυμάσια στο να εργάζονται και για την πίστη. Κοντά σε κάθε άρρωστο και στην οικογένεια αυτού, γίνονταν διδασκάλισσες του Ευαγγελίου. Παρηγορούσαν και μαλάκωναν με τα λόγια τους και τους τρόπους της χριστιανικής αγάπης και ελπίδας, καρδιές τραυματισμένες από τις συμφορές της ζωής. Ευτύχησαν μάλιστα να φωτίσουν, αρκετούς απίστους στη χριστιανική ζωή.
Κάποτε έφτασαν στην πόλη Δημητριάδα, όπου και διέμειναν σε ένα σπήλαιο. Κατά την διαμονή τους στο σπήλαιο αυτό η Ζηναΐδα θεράπευε από κάθε ἀσθένεια όσους προσέτρεχαν σε αυτήν για βοήθεια. Η Φιλονίλλα έκανε μακροχρόνιες νηστείες και πραγματοποίησε πολλές θαυματουργές θεραπείες και άλλα θαύματα.
Και οι δυό Αγίες κοιμήθηκαν εν ειρήνη στο σπήλαιο.


ΙΕΡΟΜΑΤΥΡΑΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ
Ο Άγιος Παρθένιος ο Ιερομάρτυρας
Ημ. Εορτής: 15 Μαρτίου Ημ. Γέννησης: Ημ. Κοιμήσεως: Ημ. Ανακομιδής Λειψάνων: Πολιούχος: Λοιπές πληροφορίες: Εορταζόμενο όνομα: Ο Άγιος Ιερομάρτυρας Παρθένιος ήταν διάκονος στό Διδυμότειχο καί μαρτύρησε τόν 18 ο αιώνα μ.Χ.



ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΟΣ ΕΚ ΜΑΚΡΑΣ ΓΕΦΥΡΑΣ
Ο Νεομάρτυρας αυτός καταγόταν από το χωριό Οζούν Κιου-πρού (Μακριά Γέφυρα) της επαρχίας Αδριανουπόλεως. Έκανε το επάγγελμα του ψαρά και εργαζόταν σε κάποιο ιχθυοτροφείο της Σμύρνης. Ήλθε σε προστριβή με τον Τούρκο ιδιοκτήτη του ιχθυοτροφείου, ο όποιος τον συκοφάντησε ότι δήθεν ο Δήμος ορκίστηκε να γίνει Τούρκος. Οδηγήθηκε με ψευδομάρτυρες στον κριτή και αφού επέμενε σταθερά στην πίστη του, ρίχτηκε στη φυλακή και βασανίστηκε φρικτά με διάφορα ξύλα και άλλα μέσα. Όταν τον έβγαλαν από τη φυλακή (τρεις φορές), ο Δήμος συνεχώς ομολογούσε τον Χριστό. Τότε ο κριτής τον καταδίκασε σε θάνατο με αποκεφαλισμό, γεγονός που συνέβη στίς 10 Απριλίου 1763 μ.Χ., ημέρα Πέμπτη, στη Σμύρνη. Το λείψανο του Αγίου ενταφιάστηκε με τιμές στο Ναό του Αγίου Γεωργίου στη Σμύρνη. Ο τάφος του έγινε προσκύνημα των πιστών, που τους παρείχε πολλά ιάματα.


ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ Ο ΜΑΥΡΟΕΙΔΗΣ
Ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ καταγόταν από την Αδριανούπολη και ανήκε στους επιφανείς και εύπορους κατοίκους αυτής. Διαβλήθηκε στον δικαστή της Αδριανουπόλεως από φανατικούς Τούρκους, ότι περιφρόνησε το όνομα του θεού αυτών. Ο δικαστής, που γνώριζε την εντιμότητα του Αγίου, τον απέλυσε, αλλά οι συκοφάντες τον απείλησαν ότι θα καταγγείλουν αυτόν στον Σουλτάνο ως ολιγωρούντα της πίστεως αυτών. Ο δικαστής φοβήθηκε και έδωσε εντολή να φυλακίσουν τον Άγιο. Παράλληλα γνωστοποίησε στον Σουλτάνο τα γενόμενα και ανέμενε τις εντολές αυτού. Η διαταγή ήταν σαφής: ή να αρνηθεί την πατρώα πίστη του ή να καεί ζωντανός. Παρά τις υποσχέσεις και τις απειλές ο Μάρτυρας παρέμεινε ακλόνητος στην πίστη του στον Χριστό, γι' αυτό και αποκεφαλίσθηκε το έτος 1490 μ.Χ.
Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης καλεί τον Μάρτυρα Μαυρουδή και ορίζει την μνήμη του στις 10 Μαρτίου, ενώ ο Παρισινός Κώδικας καλεί αυτόν Μαυροειδή και σημειώνει τη μνήμη του στις 17 Φεβρουαρίου. Ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης θεωρεί ότι δεν είναι άλλος ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ ο εξ Αδριανουπόλεως και άλλος ο Άγιος Νεομάρτυς Μιχαήλ ο Μαυρουδής, που καταγόταν από την Γρανίτσα της Ευρυτανίας και εορτάζει στις 21 Μαρτίου, αλλά πρόκειται περί ενός και του αυτού προσώπου. Η νεωτέρα έρευνα θεωρεί ότι δεν πρόκειται περί του αυτού προσώπου, αλλά περί δύο ξεχωριστών Αγίων.


ΛΟΥΚΑΣ Ο ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ
Ο Άγιος Λουκάς, γεννήθηκε από τον Αθανάσιο και τη Δομνίτσα στην Αδριανούπολη της Θράκης. Σε ηλικία έξι χρονών έμεινε ορφανός από πατέρα και η μητέρα του τον παρέδωσε σ' έναν Ζαγοραΐο πραγματευτή, με τον όποιο εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη.
Όταν ήταν 13 χρονών ο Λουκάς, φιλονίκησε μ' ένα τουρκόπουλο έξω από το σπίτι του κυρίου του και το έδειρε. Αυτό το είδαν οι εκεί παρευρισκόμενοι Τούρκοι και όρμησαν με θυμό εναντίον του Χριστιανόπουλου. Ο Λουκάς για ν' αποφύγει την τιμωρία είπε στους Τούρκους: «Αφήστε με και 'γώ θα τουρκέψω». Τότε καταλάγιασε ο θυμός των Τούρκων και τον πήγαν σ' ένα ευγενή Τούρκο, που πέτυχε τον εξισλαμισμό του.
Ελεγχόμενος όμως από τη συνείδηση του, ο Λουκάς ζήτησε τη βοήθεια του κυρίου του από τη Ζαγορά, ο όποιος και προσπάθησε να τον απελευθερώσει με την επέμβαση της Ρωσικής Πρεσβείας. Αλλά η Ρωσική Πρεσβεία, για ν' αποφύγει τυχόν ανωμαλίες, είπε ότι θα δεχόταν τον Λουκά μόνο αν αυτός διέφευγε από το σπίτι του Τούρκου αφέντη του. Πράγματι μετά από λίγες ήμερες ο Λουκάς κατόρθωσε και απόδρασε από το σπίτι του αφέντη του και αφού, επιβιβάστηκε σε πλοίο πήγε στη Σμύρνη, και από 'κεί στη Θήρα. Εκεί με τη συμβουλή ενός πνευματικού ήλθε στο Άγιο Όρος, όπου παρέμεινε αρκετά. Εκεί αφού γύρισε διάφορες Σκήτες και Μονές, τελικά έκάρη μοναχός στη Μονή Σταυρονικήτα. Τον κατέλαβε όμως ό πόθος του μαρτυρίου και αναχώρησε για τη Μυτιλήνη κατά τον Μάρτιο του 1802 μ.Χ.
Λόγω κάποιου γεγονότος, η Μυτιλήνη εκείνη την εποχή βρισκόταν σε μεγάλη αναταραχή. Ο Λουκάς, με τις ευχές των Πατέρων του Αγίου Όρους, παρουσιάστηκε στον κριτή της πόλης και ομολόγησε με θάρρος τον Χριστό. Παρά τις κολακείες και τους φοβερισμούς των Τούρκων, ο Θρακιώτης μάρτυρας παρέμεινε αμετακίνητος στην πίστη και την απόφαση του να μαρτυρήσει. Οδηγούμενος προς τον Ναζήρη, στο δρόμο συνάντησε τον Μητροπολίτη Μυτιλήνης, που τον πήγαιναν στο κριτήριο, έσκυψε του φίλησε το χέρι και ζήτησε τις προσευχές του. Για την ενέργεια του αυτή, οι συνοδοί Τούρκοι τον έδειραν ανελέητα.
Μπροστά στον Ναζήρη, ο Λουκάς με ευτολμία κήρυξε τον Χριστό και κατηγόρησε τη μουσουλμανική θρησκεία. Μετά από τριήμερη προθεσμία, που εξέπνευσε χωρίς αποτέλεσμα για τους Τούρκους, ο Ναζήρης εξέδωσε καταδικαστική απόφαση. Έτσι στις 23 Μαρτίου 1802 μ.Χ., ο Λουκάς άπαγχονίστηκε στη Μυτιλήνη και έλαβε το ένδοξο στεφάνι του μαρτυρίου. Το Άγιο λείψανο του παρέμεινε για τρεις μέρες στην αγχόνη, κατόπιν το έριξαν στη θάλασσα.


ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ Ο ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ

Καταγόταν από την Αδριανούπολη της Ανατολικής Θράκης και κατά κόσμον ονομαζόταν Χριστόδουλος. Όταν ήταν νέος με δόλιο τρόπο εξισλαμίοηκε από ένα εξωμότη Αρμένιο. Συναισθάνθηκε όμως το σφάλμα του, μετανόησε και εξομολογήθηκε. Σε ηλικία 19 χρονών ήλθε στη Μονή Διονυσίου, όπου για τέσσερα χρόνια έζησε με υποταγή και κατάνυξη. Με την ευλογία του γέροντα του Στέφανου, επέστρεψε στην Αδριανούπολη, όπου μπροστά στον κριτή αποκήρυξε τον Μωαμεθανισμό και ομολόγησε με θάρρος τη Χριστιανική του πίστη. Έτσι στις 16 Απριλίου 1818, ήμερα Τρίτη Διακαινησίμου και ώρα 8.00 αποκεφαλίστηκε ψάλλοντας το «Χριστός Ανέστη».



ΤΙΜΟΘΕΟΣ ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ
Πατρίδα του Αγίου Τιμοθέου ήταν το χωριό Παράορα της επαρχίας Κεσσάνης (ή Κισάννης) της Θράκης, και κατά κόσμον ονομαζόταν Τριαντάφυλλος. Παντρεύτηκε και απόκτησε δύο κόρες.
Κάποτε, η σύζυγός του, με συνέργεια του διαβόλου, τον εγκατέλειψε και παντρεύτηκε κάποιο Τούρκο. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα συναισθάνθηκε το σφάλμα της αλλά δεν μπορούσε εύκολα να απαλλαγεί από τον αλλόπιστο. Ο σύζυγός της Τριαντάφυλλος σκέφτηκε τότε , για να μπορέσει να την απαλλάξει από τα χέρια του Τούρκου, να ασπαστεί εικονικά τον μωαμεθανισμό και κατόπιν να γίνουν και οι δύο μοναχοί.
Πράγματι πήγε στο δικαστήριο και είπε ότι, αν του δώσουν πίσω τη γυναίκα του, δέχεται να γίνει μουσουλμάνος. Με πολλή ευχαρίστηση το δικαστήριο ενέκρινε το αίτημά του και αφού του έκαναν περιτομή του έδωσαν τη σύζυγό του.
Μετά από κάποιους μήνες έφυγαν κρυφά και πήγαν στις Κυδωνίες, όπου τακτοποίησε τη γυναίκα του σε γυναικείο μοναστήρι ενώ αυτός έφυγε για το Άγιο Όρος.
Αρχικά εργάστηκε ως κηπουρός στην Ιερά Μονή Μεγίστης Λαύρας όπου και εκάρη μοναχός με το όνομα Τιμόθεος. Εκεί άκουσε για το μαρτύριο του αγίου νεομάρτυρος Αγαθαγγέλλου του Εσφιγμενίτου (βλέπε 19 Απριλίου) που είχε μαρτυρήσει εκείνη τη χρονιά και μέσα του γεννήθηκε ο πόθος για μαρτύριο.
Κατόπιν πήγε στο κοινόβιο του Εσφιγμένου, όπου έγινε μεγαλόσχημος και προπαρασκευάστηκε για το μαρτύριο. Τελικά, αφού πήρε την ευχή του ηγούμενου του Ευθυμίου, αναχώρησε από το Άγιο Όρος και έφτασε στην Κεσσάνη.
Στην Κεσσάνη, μαζί με τον συνοδό του Ιερομόναχο Ευθύμιο, προσπαθούσαν να επαναφέρουν στη σωστή πίστη αρνησίχριστους. Τους πρόδωσαν όμως και αφού τους συνέλαβαν τους μετέφεραν στις φυλακές της Αδριανούπολης. Εκεί βασανίστηκαν με τον πιο βάρβαρο τρόπο. Αλλά επειδή οι Όσιοι έμεναν σταθεροί στην πίστη τους, τους μεν Ευθύμιο και κάποιον άλλο μοναχό Βαρνάβα τους ελευθέρωσαν και τους απέλασαν, τον δε Τιμόθεο αποκεφάλισαν στις 29 Οκτωβρίου 1820 μ.Χ.
Μέρος των αιματωμένων ενδυμάτων του, βρίσκεται στη Μονή Εσφιγμένου.
Ορισμένοι Συναξαριστές, μαζί μ' αυτούς τους Αγίους, αναφέρουν και κάποιον Ιερέα Νικόλαο.






ΑΜΜΟΥΝ Ο ΔΙΑΚΟΝΟΣ ΚΑΙ 40 ΜΑΘΗΤΡΙΕΣ
Οι Άγιες αυτές γυναίκες έζησαν την εποχή του βασιλέως Λικινίου στην Αδριανούπολη της Θράκης. Ο ηγεμών της περιοχής Βάβδος (περί το 305 μ.Χ.) τις συνέλαβε ως χριστιανές και τις προέτρεπε να προσκυνήσουν τα είδωλα. Η Κελσίνα, μία εξ αυτών και η πρώτη της πόλεως, μετά τη θαρραλέα ομολογία της πίστεώς της τις εσύναξε όλες στην οικία της μαζί με τον διδάσκαλό τους, διάκονο Άγιο Αμμούν, για να ενισχυθούν προς το μαρτύριο. Ο Αμμούν πήρε το χαρτί με τα ονόματά τους και τα διάβασε δυνατά ένα-ένα. Ύστερα είπε: «Αγωνισθήτε υπέρ του Χριστού δια του μαρτυρίου, διότι έτσι θα καθίσει και ο Δεσπότης Χριστός στην πύλη της ουρανίου βασιλείας και θα σας προσκαλεί μία-μία κατ’ όνομα, για να σας αποδώσει τον στέφανο της αιωνίου ζωής».
Όταν και πάλι τις ανέκρινε ο ηγεμών, ομολόγησαν όλες σταθερά την πίστη τους. Με την προσευχή τους συνέτριψαν τα είδωλα και ο ιερεύς των ειδώλων ανυψώθηκε στον αέρα, μέχρις ότου, βασανιζόμενος από πύρινους αγγέλους, έπεσε νεκρός στη γη. Τότε ο Βάβδος πρόσταξε να κρεμάσουν τον Άγιο Αμμούν, να του ξύσουν τις πλευρές, να κάψουν τις πληγές του με αναμμένες λαμπάδες και να του φορέσουν στο κεφάλι χάλκινη πυρακτωμένη περικεφαλαία.
Επειδή ο Άγιος διαφυλάχθηκε αβλαβής από τα μαρτύρια, οδηγήθηκε μαζί με τις μαθήτριές του από τη Βερόη (σημερινή Στάρα Ζαγορά της Βουλγαρίας) στην Ηράκλεια, στον βασιλέα Λικίνιο. Καθ’ οδόν εμφανίσθηκε ο Κύριος και τους ενεθάρρυνε. Φθάνοντας στην πόλη πήγαν στον τόπο, όπου είχαν κατατεθεί τα τίμια λείψανα της Αγίας μάρτυρος Γλυκερίας (βλέπε 13 Μαΐου). Ενώ διανυκτέρευαν εκεί προσευχόμενες, παρουσιάσθηκε η Αγία λέγοντας: «Καλώς ήλθατε, άγιες δούλες του Θεού! Προ πολλού περίμενα την λαμπρή εν Χριστώ συνοδεία σας, για να χορεύσωμε στεφανωμένες όλες μαζί με τους αγίους αγγέλους στην βασιλεία του Χριστού, τον οποίο μέχρις αίματος ομολογήσαμε».
Στην Ηράκλεια τους έριξαν στα θηρία. Οι άγιες γυναίκες μαζί με τον διδάσκαλό τους προσευχήθηκαν όρθιες με υψωμένα τα χέρια, τα δε θηρία κατελήφθησαν από ύπνο και δεν τους άγγιξαν. Την ώρα που οι στρατιώτες άναβαν φωτιά για να τις ρίξουν μέσα, προφήτευσαν στον ασεβή Λικίνιο την επικράτηση του Μεγάλου Κωνσταντίνου, τη νίκη του χριστιανισμού και την κατάργηση της ειδωλολατρίας. Κατόπιν σφραγίσθηκαν με το σημείο του σταυρού και δέκα από αυτές πήδησαν αγαλλόμενες μέσα στις φλόγες υμνώντας τον Θεό, ο οποίος εδρόσισε το πυρ. Έτσι, αυτές μεν ετελειώθησαν εν ειρήνη στην πυρά, οκτώ δε αποκεφαλίστηκαν μαζί με τον διδάσκαλό τους Αμμούν. Από τις υπόλοιπες οι δήμιοι άλλες κατέσφαξαν και σε άλλες έβαλαν στο στόμα πυρακτωμένα σίδερα.
Τα ονόματά τους έχουν διασωθεί στο αρχαίο Μαρτύριόν τους (Bibliotheca Hagiographica Graeca 2280-2281) και είναι: Λαυρεντία η διάκονος, Κελσίνα, Θεοκτίστη (η Θεόκλεια), Δωροθέα, Ευτυχιανή, Θέκλα, Αρισταινέτη, Φιλαδέλφη, Μαρία, Βερονίκη, Ευλαλία (η Ευθυμία), Λαμπροτάτη, Ευφημία, Θεοδώρα, Θεοδότη, Τετεσία, Ακυλίνα, Θεοδούλη, Απλοδώρα, Λαμπαδία, Προκοπία, Παύλα, Ιουλιάνα, Αμπλιανή, Περσίς, Πολυνίκη, Μαύρα, Γρηγορία, Κυρία (η Κυριαίνη), Βάσσα, Καλλινίκη, Βαρβάρα, Κυριακή, Αγαθονίκη, Ιούστα, Ειρήνη, Ματρώνα (η Αγαθονίκη), Τιμοθέα, Τατιανή, Άννα (η Ανθούσα).
Ωστόσο, στην ασματική Ακολουθία και σε νεότερους Συναξαριστές απαντούν τα εξής ονόματα: Αδαμαντίνη, Αθηνά, Ακριβή, Αντιγόνη, Αριβοία, Ασπασία, Αφροδίτη, Διόνη, Δωδώνη, Ελπινίκη, Ερασμία, Ερατώ, Ερμηνεία, Ευτέρπη, Θάλεια, Θεανώ, Θεανόη, Θεόνυμφη, Θεοφάνη, Καλλιρρόη, Καλλίστη, Κλειώ, Κλεονίκη, Κλεοπάτρα, Κοραλλία, Λάμπρω, Μαργαρίτα, Μαριάνθη, Μελπομένη, Μόσχω, Ουρανία, Πανδώρα, Πηνελόπη, Πολύμνια, Πολυνίκη, Σαπφώ, Τερψιχόρη, Τρωάς, Χάϊδω και Χαρίκλεια (βλ. Πρωτ. Κων/νου Πλατανιτου, Εορτολόγιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, Αποστολική Διακονία, εκδ. Δ , 1997, σελ. 23 υποσ.).


ΙΩΑΝΝΗΣ Ο ΒΑΤΑΤΖΗΣ
Προφητείες, θρύλοι και διηγήσεις που ζωντανεύουν στις μνήμες μας τον μαρμαρωμένο βασιλιά συνδέονται άρρηκτα με θαύματα και γεγονότα που σχετίζονται με τον Άγιο βασιλιά Ιωάννη Βατάτζη! Ξετυλίγοντας το κουβάρι του θαυμαστού βίου του θα διαπιστώσουμε ότι ο ευσεβής βασιλέας Ιωάννης ο Βατάτζης, είχε θέσει προτεραιότητα στη ζωή του την ελεημοσύνη! Με βάση το έλεος και την αγάπη αντιμετώπισε με τη βοήθεια του Θεού ακανθώδη ζητήματα της εποχής του. Το χριστιανικό ήθος και η προσήλωσή του στο γράμμα του ευαγγελίου συνέβαλαν στο να επιλύσει το πρόβλημα της φτώχειας. Προβάλλοντας το έλεος συνάντησε τον Θεό, όπως λέγει η ρήση του προφήτη και βασιλιά Δαυίδ! Και έτσι επίλυσε οριστικά όπως αναφέρει ο βιογράφος του και το δικό του πρόβλημα, το πρόβλημα δηλαδή του πνευματικού θανάτου, όπως αποκαλύπτει το άφθαρτο σκήνωμά του.
Μία λοιπόν από τις μεγάλες φυσιογνωμίες που λάμπρυναν την Εκκλησία και την χριστιανική αυτοκρατορία είναι ο Άγιος Βασιλέας Ιωάννης ο 3ος, Δούκας Βατάτζης ο οποίος για τις μεγάλες ελεημοσύνες του έλαβε την προσωνυμία Ελεήμων. Γεννήθηκε στα 1193 μ.Χ. στο Διδυμότειχο και ήταν γόνος της επιφανούς οικογένειας του Βυζαντίου. Το 1204 μ.Χ., μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους σταυροφόρους, η βυζαντινή αυτοκρατορία διαιρέθηκε σε τέσσερα αντίπαλα βασίλεια, τη λατινική αυτοκρατορία της Κωνσταντινουπόλεως, την αυτοκρατορία της Νίκαιας στη Μικρά Ασία, όπου κατέφυγε ο νόμιμος αυτοκράτορας και ο οικουμενικός Πατριάρχης, το Δεσποτάτο της Ηπείρου στη δυτική Ελλάδα και τέλος το βουλγαρικό βασίλειο του Ιωάννη του 2ου του Ασάνη. Στα 1222 μ.Χ., ο Ιωάννης Δούκας Βατάτζης διαδέχθηκε στο θρόνο της Νίκαιας τον θείο του Θεόδωρο Λάσκαρη και χάρη στην πολιτική του ικανότητα κατόρθωσε να αναδιοργανώσει τις βυζαντινές δυνάμεις κατά τα πρότυπα της παλαιάς αυτοκρατορίας. Ο Ιωάννης σαν αυτοκράτορας, επέδειξε τις εξαιρετικές ιδιότητες ενός πολιτικού αρχηγού και τις αρετές ενός χριστιανού ηγεμόνα. Χάρη σε μία σειρά από λαμπρές στρατιωτικές νίκες και έξυπνους χειρισμούς εξασφάλισε μέσα σε λίγα χρόνια τον έλεγχο της Μικράς Ασίας και ανέκτησε το μεγαλύτερο μέρος των εδαφών που βρίσκονταν στα χέρια των Λατίνων. Κατέλαβε την Ανδριανούπολη, και το 1254 μ.Χ. όταν πέθανε, η αυτοκρατορία της Νικαίας περιελάμβανε στην πραγματικότητα τα εδάφη της βυζαντινής αυτοκρατορίας πριν τη φραγκική κατάκτηση. Δεν απέμενε πλέον παρά η κατάληψη της Βασιλεύουσας, η οποία επιτεύχθηκε από τον διάδοχό του, Μιχαήλ 8ο τον Παλαιολόγο το έτος 1261 μ.Χ. και η οποία από τους ιστορικούς χρεώνεται στον αυτοκράτορα Ιωάννη τον Βατάτζη.
Εμφορούμενος από φλογερό ζήλο για το καλό της Εκκλησίας, ο Ιωάννης ο 3ος ο Βατάτζης διεξήγαγε πολλές διαπραγματεύσεις με τον Πάπα Γρηγόριο τον 9ο. Ματαίως όμως, γιατί ο Πάπας επέμενε στις απόψεις του.
Ο ευσεβής ηγέτης της Νίκαιας Ιωάννης είχε ήπιο χαρακτήρα, απλό και φιλήσυχο. Όλοι μπορούσαν να τον πλησιάζουν για να βρουν σε αυτόν στήριξη και κατανόηση. Ήταν ένθερμος προστάτης των αδικημένων και ιδιαιτέρως των αγροτών που καταπιέζονταν από τους μεγάλους γαιοκτήμονες. Εκτός από τους πολέμους καταπιάστηκε επιπλέον και με την αναδιοργάνωση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας. Μία ημέρα που συνάντησε τον ίδιο τον γιο του, ντυμένο με ακριβά ρούχα να πηγαίνει για κυνήγι, τον επιτίμησε αυστηρά λέγοντάς του:
«Πως μπορείς να ξοδεύεις έτσι το χρήμα των υπηκόων σου, σε τέτοιες μάταιες ασχολίες; Δεν γνωρίζεις ότι τα πολύτιμα τούτα ρούχα με τα χρυσά κεντήματα γίνονται από το αίμα των Ρωμιών, και ότι πρέπει να δίνεις σ’ αυτούς λογαριασμό για ότι ξοδεύεις, αφού ο πλούτος των βασιλέων είναι πλούτος των υπηκόων τους»;
Στις 4 Νοεμβρίου του 1254 μ.Χ. ο ευσεβής αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης ο 3ος ο Βατάτζης παρέδωσε εν ειρήνη την ψυχή του στα χέρια του Θεού. Το τίμιο λείψανό του ενταφιάσθηκε στο Μοναστήρι του Σωτήρος Χριστού, που είχε κτίσει ο ίδιος στο Νυμφαίο της Βιθυνίας.
Στα επόμενα χρόνια δια αποκαλύψεως ο ίδιος ο Ιωάννης ζήτησε να μεταφερθεί το λείψανό του στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας. Όταν μετά από 7 χρόνια άνοιξαν τον τάφο του, μία γλυκειά ευωδία απλώθηκε τριγύρω. Έκπληκτοι διαπίστωσαν όλοι ότι και το σώμα του ήταν άφθαρτο, σαφές δείγμα αγιότητας. Δεν είχε κανένα απολύτως σημείο που να φανερώνει ότι ήταν νεκρός. Το χρώμα του σώματος ήταν όπως κάθε φυσιολογικού ανθρώπου, ακόμη κι αυτά τα ρούχα του είχαν διατηρηθεί επί 7 χρόνια άφθορα και έμοιαζαν σαν να τα είχαν ράψει εκείνη τη στιγμή. Έτσι αντιδοξάζει ο Θεός εκείνους που τον δοξάζουν στη γη.
Ο θρύλος του μαρμαρωμένου βασιλιά
Από τότε το τίμιο λείψανο του Αγίου Βασιλέως Ιωάννη του Βατάτζη του ελεήμονος, κατατέθηκε σε Ναό της Μαγνησίας. Μάλιστα όπως σημειώνει ο βιογράφος του, χριστιανοί που προσέφευγαν στον άγιο ανταμείβονταν θαυμαστά. Στο ιερό λείψανο ασθένειες θεραπεύονταν, διώκονταν δαίμονες....
Ο ιστορικός της εποχής αναφέρει ακόμα ότι επί βασιλείας του Ανδρόνικου του Παλαιολόγου κατά τις επιδρομές των Τούρκων στην Μαγνησία, ο καστροφύλακας παρατήρησε πολλές φορές μία αναμμένη λαμπάδα να περιφέρεται στα τείχη. Έστειλε ανθρώπους του να ερευνήσουν το φαινόμενο μα δεν τα κατάφεραν. Τέλος εστάλη ο κωφάλαλος αδελφός του καστροφύλακα. Σ’ αυτόν έγινε η αποκάλυψη και επιστρέφοντας του δόθηκε και η θεραπεία. Και έτσι διηγήθηκε ότι στο μέρος εκείνο που φαινόταν το φως της λαμπάδας, βρήκε έναν άνδρα μεγαλοπρεπή με βασιλικό παράστημα ο οποίος μεγαλοφώνως προέτρεπε τους χριστιανούς να συνεχίσουν την άμυνα. Την μορφή αυτή την αναγνώρισε στο ιερό σκήνωμα του Αγίου Βασιλέως Ιωάννη Βατάτζη. Από τότε αναγνωρίσθηκε ως Άγιος και η μνήμη του ορίσθηκε να τιμάται στις 4 Νοεμβρίου. Το άφθαρτο λείψανό του μεταφέρθηκε στην Κωνσταντινούπολη που είχε ήδη ελευθερωθεί από τους Φράγκους όπου και το τύλιξε ο θρύλος του Μαρμαρωμένου Βασιλιά. Κατά την άλωση της Πόλης από τους Τούρκους κρύφθηκε σε κάποια κατακόμβη. Κι από τότε καρτερεί την απελευθέρωση της Βασιλεύουσας. Ακόμη ο θρύλος λέγει ότι μαζί του ο Άγιος βασιλέας έχει τη σπάθη του μέσα στο θηκάρι της και ότι κάθε χρόνο η λεπίδα του σπαθιού ξεπροβάλλει μερικά χιλιοστά, μέχρι που να φθάσει η στιγμή να ξεπροβάλλει ολόκληρη η σπάθη τότε θα έρθει και η ώρα που καρτερεί η ρωμιοσύνη, να πάρει δηλαδή την Κωνσταντινούπολη. Σύγχρονος άγιος γέροντας ασκητής αναφέρει πως εδώ και λίγο καιρό ο Ελεήμων Άγιος βασιλιάς έχει αναστηθεί και πως το ξίφος βγήκε εντελώς από το θηκάρι του. Περιφέρεται με τη μορφή παλιάτσου στην Πόλη και κατευθύνει τις στρατιές των Αγίων ώστε να λάβουν θέση γύρω από τη Βασιλεύουσα. Υποστηρίζει μάλιστα πως το ιερό λείψανο φυλασσόταν από οικογένεια κρυπτοχριστιανών που διατηρούσε το μυστικό από γενιά σε γενιά. Αυτό ακριβώς το γεγονός που με τη μορφή διήγησης αναφέρει ο άγιος αυτός γέροντας ασκητής σηματοδοτεί σειρά γεγονότων που θα επαληθεύσουν τις προφητείες του Αγίου Κοσμά πολύ-πολύ γρήγορα. Αυτά κι άλλα πολλά λένε οι θρύλοι και οι διηγήσεις για το άφθαρτο λείψανο του Αγίου Βασιλέα Ιωάννη του 3ου του Βατάτζη, του Ελεήμονος.
Όλοι αυτοί οι θρύλοι και οι προφητείες ηχούν παράξενα στα αυτιά μας. Όπως και να είναι όμως οφείλουμε να τις εκλάβουμε ως βάση αξιολόγησης της προσωπικής αξίας του Αγίου Ιωάννη του Βατάτζη, του Ελεήμονος, του μαρμαρωμένου βασιλιά της ρωμιοσύνης. Βάση που συντελεί ώστε να τον ακολουθούν αιώνες αιώνων αναδεικνύοντας δια της αφθαρσίας του τιμίου λειψάνου και την αιωνιότητα της μνήμης του κι επαληθεύοντας το λόγο της Αγίας Γραφής ότι ο ελεήμων «εκ θανάτου ρύεται».


172 ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΡΕΣ
Στο δρόμο Σερρών - Καβάλας, αμέσως μετά την Κορμίστα, στα όρια των νομών Σερρών - Καβάλας, στη βόρεια πλευρά του κατάφυτου όρους Παγγαίου, σε μια θαυμάσια τοποθεσία, σε υψόμετρο 753 μ., βρίσκεται η Ιερά Μονή της Παναγίας της Εικοσιφοίνισσας. Είναι ένας από τους δύο ιερούς χώρους της Ανατολικής Μακεδονίας, που συνεχίζει και σήμερα να αποτελεί πόλο έλξης πλήθους πιστών, που έρχονται να προσκυνήσουν την «αχειροποίητο εικόνα της Θεοτόκου» και να ηρεμήσουν μέσα στο γαλήνιο περιβάλλον της.
Το όνομα της Μονής, κατά μία εκδοχή, οφείλεται στο θαύμα της εικόνας της Παναγίας, η οποία έλαμπε και σκορπούσε φως «φοινικούν», δηλαδή κόκκινο, όπως η πορφύρα των Φοινίκων. Απ' αυτό προέρχεται και η ονομασία: Εικών φοινίσσουσα - Εικών - φοίνισσα - Εικοσιφοίνισσα.
Η Μονή, ιδίως στην περίοδο της Τουρκοκρατίας, πρόσφερε πάρα πολλά για τη διατήρηση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, ώστε δίκαια προκάλεσε την οργή, αρχικά των Τούρκων και κατόπιν των Βουλγάρων. Αντιμετώπισε επανειλημμένα τις καταστροφικές επιδρομές τους και ανέδειξε πλήθος μαρτύρων.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο επίσκοπος Φιλίππων Σώζων, που έλαβε μέρος στη Δ' Οικουμενική Σύνοδο (Χαλκηδόνα, 451 μ.Χ.) ίδρυσε ναό και μοναστικό οικισμό στη θέση Βίγλα, 50μ. ανατολικά της σημερινής Μονής, όπου τα σωζόμενα ερείπια τείχους και πύργου, μαρτυρούν την ύπαρξη αρχαίου μεγάλου φρουρίου. Όλα αυτά εγκαταλείφθηκαν αργότερα, όταν έφθασε εδώ ο πρώτος κτίτορας της Μονής, ο Άγιος Γερμανός (518 μ.Χ ή κατά μια άλλη εκδοχή τον 8ο μ.Χ. αιώνα), ο οποίος από πολύ νεαρή ηλικία ασκήτευσε στους Άγιους Τόπους, στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου, πλησίον του Ιορδάνη ποταμού. Από τότε και για αρκετούς αιώνες η ιστορία της Εικοσιφοίνισσας είναι τελείως άγνωστη.
Αρχαιολογικές ενδείξεις οδηγούν στο συμπέρασμα ότι κατά τον 11ο μ.Χ. αι. κτίσθηκε ξανά το Καθολικό της Μονής. Κατά την περίοδο αυτή η Μονή έγινε «Σταυροπηγιακή», δηλ. εξαρτιόταν απ' ευθείας από τον Οικουμενικό Πατριάρχη.
Νέα λάμψη γνώρισε το Μοναστήρι το έτος 1472 μ.Χ., όταν σ' αυτό αποσύρθηκε, παραιτηθείς από το θρόνο του, ο Οικουμενικός Πατριάρχης Άγιος Διονύσιος, που θεωρείται ο δεύτερος κτίτορας της ιεράς Μονής.
Kατά το μακρύ διάστημα της παραμονής του στη Μονή, ανήγειρε πολλά νέα κτίσματα και επισκεύασε παλαιά. Στην εποχή του το Μοναστήρι απέκτησε μεγάλη ακμή και αίγλη. Έτσι, σύμφωνα με πληροφορία ενός κατάστιχου του 16ου μ.Χ. αιώνα, το έτος 1507 μ.Χ. ζούσαν στη Μονή 24 ιερομόναχοι, 3 ιεροδιάκονοι και145 μοναχοί δηλ. συνολικά 172. Αυτοί διέτρεχαν την Ανατολική Μακεδονία και τη Θράκη, ενίσχυαν τους Χριστιανούς στην πίστη και απέτρεπαν τους εξισλαμισμούς. Η δράση τους αυτή προκάλεσε την οργή των Τούρκων, που την 25 Αυγόυστου 1507 μ.Χ. κατέσφαξαν και τους 172 μονάζοντες. Δεν κατέστρεψαν το ναό και τα κτίρια, όμως η Μονή παρέμεινε έρημη και ακατοίκητη επί 13 χρόνια.
Μετά το τραγικό συμβάν της σφαγής, το Οικουμενικό Πατριαρχείο πέτυχε το 1510 μ.Χ. (ή κατ' άλλους το 1520 μ.Χ.) να λάβει άδεια του Σουλτάνου για την αναδιοργάνωση της Μονής. Έτσι, με τη βοήθεια δέκα (10) μοναχών του Αγίου Όρους, μέσα σε δέκα χρόνια προσήλθαν να μονάσουν στη Μονή 50 μοναχοί, διάκονοι και ιερομόναχοι, που είχαν και τη διακυβέρνηση του Μοναστηριού.
Στα χρόνια που ακολούθησαν η Μονή είχε γίνει πνευματικό και εθνικό κέντρο της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης. Εδώ, ελθών από τις Σέρρες, ο Εμμανουήλ Παπάς, όρκισε τους οπλίτες του και κήρυξε την Επανάσταση.
Στην Ιερά Μονή λειτουργούσε περίφημη Ελληνική Σχολή. Ιδιαίτερα αξιόλογη ήταν η Βιβλιοθήκη της Εικοσιφοίνισσας. Πριν τη λεηλασία της από τους Βουλγάρους, το έτος 1917 μ.Χ., περιελάμβανε 1300 τόμους βιβλίων. Ορισμένα χειρόγραφα ήταν μεγάλης αρχαιολογικής αξίας. Κατά τους αιώνες αυτούς της ακμής, επισκευάσθηκαν και ανεγέρθηκαν πολλά κτίσματα της Μονής. Κατά το 2ο μισό του 19ου μ.Χ. αιώνα, αντιμετώπισε σοβαρές δυσκολίες: το 1854 μ.Χ. πυρκαγιά αποτέφρωσε τη δυτική πλευρά και μέρος της βόρειας, ενώ το 1864 μ.Χ. επιδημία χολέρας αποδεκάτισε τους Μοναχούς. Για την ανόρθωση της Εικοσιφοίνισσας φρόντισε ιδιαίτερα ο περιφανής Μητροπολίτης Δράμας Χρυσόστομος (1902 - 1910 μ.Χ.). Την εποχή αυτή, επίφοβοι δεν ήταν μόνο οι Τούρκοι, αλλά και οι Βούλγαροι, που το1917 μ.Χ. σύλησαν τους ανεκτίμητους εθνικοθρησκευτικούς θησαυρούς της Μονής.
Κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο, πάλι οι Βούλγαροι, ολοκλήρωσαν την καταστροφή, βάζοντας φωτιά (έτος 1943 μ.Χ.) και καίγοντας τα οικοδομήματά της. Η ανοικοδόμηση της Μονής άρχισε πραγματικά το έτος 1965 μ.Χ. και μέσα σε μια 15ετία κατόρθωσε να έχει τη σημερινή της εμφάνιση.
Το 1997 μ.Χ., η Μονή αριθμεί 25 Μοναχές. Γιορτάζει στις 15 Αυγούστου στη μνήμη της Παναγίας Θεοτόκου, στις 14 Σεπτεμβρίου στη μνήμη του Τιμ. Σταυρού και στις 21 Νοεμβρίου στη μνήμη των Εισοδίων της Θεοτόκου.
Η κυρίως Μονή στο κέντρο έχει τον επιβλητικό ναό των Εισοδίων της Θεοτόκου και περιλαμβάνει το Ηγουμενείο, τα κελιά των μοναζουσών, Το Αρχονταρίκι, το παρεκκλήσι της Αγ. Βαρβάρας με το Αγίασμα, το Μουσείο, την Τράπεζα, τα εργαστήρια και συναφείς εγκαταστάσεις, ενώ όλο το συγκρότημα το περιβάλλει υψηλό τείχος.
Προ της Ι. Μονής υπάρχει πλατεία και κοντά σ' αυτή βρίσκεται το μνημείο των 172 Μοναχών που σφαγιάσθηκαν το 1507 μ.Χ. από τους Τούρκους. Στον εξωτερικό τοίχο υπάρχει καλλιμάρμαρο προσκυνητάρι και εκεί κοντά άλλο προσκυνητάρι με θόλο, κάτω απ' το οποίο υπάρχει αγίασμα. Στη συνέχεια υπάρχει το Κοιμητήριο με το ναϊδριο των Αγίων Αναργύρων. Στην νοτιανατολική γωνία του ναού υψώνεται μεγαλοπρεπές κωδωνοστάσιο. Έξω και πάνω από τα τείχη της Μονής, προς ανατολάς, βρίσκονται ο παλαιός ανεμόμυλος και το «στασίδιον της Παναγίας» με μικρό προσκυνητάρι.

ΑΓΙΟΣ ΔΑΥΙΔ Ο ΜΕΓΑΣ ΚΟΜΝΗΝΟΣ

Στις 15 Αυγούστου 1461 μ.Χ., ο Μωάμεθ ο πορθητής μετά από σκληρή πολιορκία καταλαμβάνει την πρωτεύουσα των Μεγάλων Κομνηνών, την Τραπεζούντα. Η ύστατη ισχυρή έπαλξη της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού στην Ανατολή έπαψε να φωτίζει. Η αυτοκρατορία εσβέσθη και η κληρονομία ημών μετεστράφη αλλοτρίοις. Ο Ελληνισμός του Πόντου έζησε δύσκολες και κρίσιμες στιγμές. Πολλές φορές αισθάνθηκε την ανάσα του θανάτου. Και αυτός όμως ο θάνατος στο προπύργιο αυτό του ελληνισμού, που ονομάζεται Πόντος, δεν αντίκρυσε τίποτε άλλο παρά ψυχές όρθιες και ακατάβλητη απόφαση.
Ο τελευταίος αυτοκράτορας Δαβίδ, ο Μέγας Κομνηνός, όμηρος στα χέρια του πορθητή μαζί με τα τρία του παιδιά και τον ανεψιό του και διάδοχο Αλέξιο τον Ε ἐκτοπίζεται στην Αδριανούπολη. Η σωτηρία της Τραπεζούντας είναι ασφαλώς αδύνατη.
Είναι βέβαιο ότι η αγριότητα της άλωσης υπήρξε μικρότερη λόγω της συνθηκολογήσεως. Συνήθεια υπάρχει για κάθε καταστροφή να ρίχνονται οι ευθύνες μόνο στους ηγήτορες. Τα πραγματικά όμως αίτια ενυπάρχουν σε σύνθετες καταστάσεις και η νηφάλια διάγνωση παραθεωρείται. Αυτός που έχει την ατυχία να κυβερνά τις τελευταίες αυτές ώρες και να υφίσταται τους κλονισμούς της καταστροφής, αυτός είναι και ο εκ του προχείρου υπεύθυνος, ο άνανδρος, ο προδότης. Τέτοιο διπλό θύμα υπήρξε και ο αυτοκράτορας Δαβίδ.
Εδώ πρέπει να τονίσουμε ότι πάρα πολλοί ήσαν εκείνοι που θεωρούσαν την αντίσταση μάταιη και επίεζαν για τη λύση της συνθηκολογήσεως ελπίζοντας ότι θα εμετριάζετο το κακό και η οργή του πορθητού. Εμάς όμως μας ενδιαφέρει το τέλος του αυτοκράτορα.
Το ανώνυμο συναξάριο του γένους με λιτές γραμμές αναφέρεται στο μαρτυρικό του τέλος.
«Κατά τήν 26ην τοῦ μηνός Μαρτίου τῆς ΙΑ΄ Ἰνδικτιῶνος τοῦ 1463 ἔτους, ἡμέρα Σαββάτω, πικροτάτη, ὥρα γ΄ ἐκρατήθη ὁ Ἅγιος ἡμῶν Αὐθέντης καί Βασιλεύς Τραπεζοῦντος κύριος Δαβίδ ὁ Μέγας Κομνηνός ἐν Ἀνδριανουπόλει καθειρχθείς σύν ἁλύσεσι ἐν τῷ Πύργῳ». (Μητροπολίτου Τραπεζούντος Χρυσάνθου, «Η εκκλησία Τραπεζοῦντος», Αθήναι 1933, σ. 521).
«Ἐν δέ τῇ πρώτῃ Νοεμβρίου, ἡμέρα Κυριακή καί ὥρα τετάρτη τῆς νυκτός ἐτελειώθη τῷ ξίφει ὁ αὐτός σύν ἅμα τοῖς τρισίν αὐτοῦ υἱοῖς καί τῷ ἀνεψιῷ, τῷ 1463 ἰνδικτιῶνος ΙΒ΄ ἐν Κωνσταντινουπόλει», Αθήναι 1933, σ. 522 (Σκευοφυλάκειο Οικουμενικού Πατριαρχείου, ἀριθμ. 8, φυλ. 294α) ].
Οι παραπάνω συναξαριακές σημειώσεις βρίσκονται σε μεμβράνινο χειρόγραφο ευαγγελιστάριο της Μονής της Θεοτόκου στη νήσο Χάλκη. Τώρα το χειρόγραφο με τις ενθυμίσεις βρίσκεται στο σκευοφυλάκειο του Οικουμενικού Πατριαρχείου.
Όταν ο Δαβίδ παρουσιάσθηκε στον Μωάμεθ αυτός του πρότεινε ένα από τα δυό, η να μείνει ζωντανός εφόσον απαρνηθεί την πίστη του η να θανατωθούν αυτός και όλη η οικογένειά του. Από την τρομερή αυτή πρόταση ο Δαβίδ διάλεξε τη δεύτερη λύση λέγοντας με παρρησία στον Μωάμεθ ότι: «Κανένα μαρτύριο δεν πρόκειται να με φέρει στο σημείο ν’ απαρνηθώ την πίστη των πατέρων μου». (WEISZ WELTGESCHICTE – GRAZ LEIPZIG 1892 VII 117). Έτσι πέρασε ο Δαβίδ στην αιωνιότητα ανταλλάσσοντας τη βασιλική αλουργίδα με το φωτοστέφανο του μάρτυρα.
Όλοι όσοι ασχολήθηκαν με το τραγικό τέλος της Τραπεζουντιακής αυτοκρατορίας κατατάσσουν τον Δαβίδ στη χορεία των μαρτύρων, εκφράζοντας την κοινή συνείδηση του εκκλησιαστικού πληρώματος.
Ο Σάββας Ιωαννίδης στο έργο του «Ιστορία και στατιστική Τραπεζούντος» γράφει: «Και ο Ελληνισμός, προς τιμή του, έχει να επιδείξει δυό αυτοκράτορες, έναν να πεθαίνει με γενναιότητα πολεμώντας για την πατρίδα, τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, και έναν να μαρτυρεί για την πίστη του. Δηλαδή τον τελευταίο αυτοκράτορα της Τραπεζούντας Δαβίδ, τον Μεγάλο Κομνηνό.
Και έτσι καθώς δυό είναι τα στοιχεία της εθνικής ύπαρξης του όλου Ελληνισμού, δηλαδή η πίστη στην πατρίδα και η θρησκεία, η Θεία πρόνοια συνεισφέρει σ’ αυτόν με τον Κωνσταντίνο ως έφορο και ήρωα του Ελληνισμού και με τον Δαβίδ ως έφορο και ήρωα του χριστιανισμού». (Σάββα Ιωαννίδη,«Ιστορία και στατιστική της Τραπεζούντος», Θεσσαλονίκη 1988, σ. 95 (Α ἔκδοσις Κωνσταντινούπολις 1870) ).
«Αλλά και μάρτυρες της πίστης έγιναν πολλοί σε πολλά μέρη, ακόμα και σήμερα ανάμεσα στα απρόσιτα χριστιανικά χωριά και έχουν υποστεί μαρτυρικές διώξεις. Και πρώτος απ’ όλους είναι δίκαιο να μνημονευθεί ο τελευταίος από τους Μεγάλους Κομνηνούς, ο Δαβίδ, μαζί με τα παιδιά και τους συγγενείς του, που προτίμησε το μαρτυρικό θάνατο αντί να ζήσει και να απολαύσει τιμές, όπως έκαναν άλλοι που είδαμε, οι οποίοι επιθύμησαν τα πρόσκαιρα αντί για τα αιώνια και την εφήμερη εκτίμηση αντί γι’ αυτήν που προέρχεται από τον Θεό και τους ανθρώπους». (Σάββα Ιωαννίδη,«Ιστορία και στατιστική της Τραπεζούντος», Θεσσαλονίκη 1988, σ. 124 (Α ἔκδοσις Κωνσταντινούπολις 1870) ).
Ο λόγιος αρχιμανδρίτης Πανάρετος Τοπαλίδης, ηγούμενος της ιστορικής μονής του Τιμίου Προδρόμου Βαζελώνος στο περισπούδαστο έργο του «Ο Πόντος ανά τους αιώνας», σχολιάζει ως εξής το μαρτυρικό τέλος του αυτοκράτορα: « .... καί μετά τινας μῆνας τίθεται ὠμῶς ἀντιμέτωπος τοῦ διλήμματος, ἤ νά ἐξομόση, ἤ νά σφαγῆ μετά τῶν τέκνων του. Προείλετο τό δεύτερον καί εἶδε σφαζομένους τούς υἱούς του καί τόν ἀνεψιόν του Ἀλέξιον καί μετ’ αὐτούς ἐσφάγη καί αὐτός ἐπί λόφου καλουμένου «Πέγιογλου» ὑπό τῶν Τούρκων, καί κειμένου ἀντίπεραν τοῦ λόφου ἐφ’ οὗ μαχόμενος ἔπεσε πρό δέκα ἐτῶν ὁ Κωνσταντῖνος Παλαιολόγος. Καί οὕτω συνεπληρώθη τό μαρτύριον τοῦ Ἑλληνισμοῦ ἐν τῷ προσώπῳ τῶν δυό αὐτοκρατόρων αὐτοῦ, τοῦ μέν πεσόντος ἐν μάχῃ ἀμύνης ὑπέρ ἐλευθερίας, τοῦ δέ σφαγέντος ἐν μαρτυρίᾳ ὑπέρ τῆς ἀληθείας». (Αρχιμ. Παναρέτου Τοπαλίδου, «Ο Πόντος ανά τους αιώνας», Δράμα 1929, σ. 63-64.).
Ο εκλεκτός Πόντιος επιστήμονας Οδυσσέας Λαμψίδης σχολιάζει: «Τραγικός ἥρως ὁ Δαβίδ, διά τοῦ θανάτου σφραγίζει τήν ἱστορίαν τῶν Μεγάλων Κομνηνῶν. Ἡ μοῖρα δέν ἠθέλησε νά χορηγήση εἰς αὐτόν τόν θάνατον ἑνός πολεμιστοῦ, ἀλλά ὥρισεν εἰς αὐτόν τό τέλος ἑνός μάρτυρος «ξίφει τελειοῦται» ». (Ἀρχεῖον Πόντου, Αθήναι 1961, τόμος 24, σ. 28).
Από τις παραπάνω μαρτυρίες και απόψεις, αβίαστα συμπεραίνουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σ’ έναν μάρτυρα στεφανωμένο και δικαιωμένο από τον δικαιοκρίτη Θεό, αδικημένο όμως από ολόκληρο τον ελληνισμό, αφού δεν προβάλλεται η θυσία του και δεν τιμάται το μαρτύριό του. Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους δεν τιμήθηκε πρεπόντως ο μάρτυς Βασιλεύς. Ήρθε όμως η ώρα εμείς οι απόγονοι και κληρονόμοι της Τραπεζουντιακής αυτοκρατορίας να αναδείξουμε την κοινή συνείδηση περί του μαρτυρίου του υπέρ του Χριστού, να αποδώσουμε προς αυτόν τα οφειλόμενα ως υιοί φιλοπάτορες και να επαληθεύσουμε την χρυσοστομικήν ρήσιν που λέγει: «ὥσπερ γάρ τόν ἥλιον ἀμήχανον σβεσθῆναι, οὕτω καί τήν μνήμην τῶν μαρτύρων». (Ἰωάννου Χρυσοστόμου, εις τον Άγιον Ιερομάρτυρα Φωκά, MIGNE, P.G. 50,699).
Ο αείμνηστος Μητροπολίτης πρώην Λεοντοπόλεως Σωφρόνιος Ευστρατιάδης στο επιστημονικό του έργο: «Αγιολόγιο της Ορθοδόξου εκκλησίας» γράφει τα εξής για το χρέος μας έναντι των μαρτύρων που βρίσκονται στην αφάνεια χωρίς να αποδίδονται σ’ αυτούς οι νενομισμένες τιμές: «Διά τοῦτο ἔχομεν καθῆκον ἱερόν νά ἀναστήσωμεν τούς νεκρούς ἐπί τῆς γῆς καί ζῶντας ἐν τοῖς οὐρανοῖς, νά ἀποδώσωμεν εἰς τήν Ἐκκλησίαν τήν δόξαν αὐτῆς καί τό κάλλος, τάς μορφάς καί τά ὀνόματα τῶν ἡρώων τῆς πίστεως, οἵτινες διά τοῦ αἵματος αὐτῶν, καί διά τοῦ βίου αὐτῶν ἐστερέωσαν τά θεμέλια αὐτῆς καί εἶναι μέρος τοῦ ἀκηράτου στεφάνου αὐτῆς, ἀδάμαντες ἐκπεσόντες ἐκ τοῦ πολυτίμου στέμματος, θησαυρός ἱερός τῆς ἡμετέρας πίστεως. Ἔχομεν ἱερόν καθῆκον νά ἀναζητήσωμεν καί εὕρωμεν τούς κρυπτομένους ἀπό τά νέφη ἀστέρας καί τοποθετήσωμεν εἰς τό ἡρῶον τῆς πίστεως. Αἱ κατά ἀνατολάς Ἐκκλησίαι διά τάς περιπετείας αὐτῶν ἀπώλεσαν τόν ἴδιον αὐτῶν κώδικα καί τά δίπτυχα καί τάς περγαμηνάς αὐτῶν˙ διεσκορπίσθησαν εἰς τούς τέσσαρας ἀνέμους ὑπό τῆς λύσσης τῶν ἐχθρῶν καί ἠφανίσθησαν πολλά πολύτιμα τῆς κληρονομίας ἡμῶν μνημεῖα καί πειστήρια˙ ἐναπέμειναν ὅθεν γεραρά λείψανα καί ταῦτα ἀπόκεινται εἰς ἡμᾶς νά περισυλλέξωμεν μετ’ εὐλαβείας». (Σωφρονίου Ευστρατιάδου, Μητροπολίτου πρ. Λεοντοπόλεως, «Αγιολόγιον της Ορθοδόξου εκκλησίας», Αθήναι 1995, σ. ιε).
Σύμφωνα με την παράδοση της Ορθοδόξου Ανατολικής εκκλησίας τον πρώτο λόγο στην αναγνώριση ενός αγίου έχει το πλήρωμα της τοπικής εκκλησίας. Η αυθόρμητη αναγνώριση από την συνείδηση των πιστών είναι καθοριστικός παράγων. Ειδικά για την τιμή στους μάρτυρας ο πολυγραφώτατος Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης παρατηρεί: «τῶν μαρτύρων τά λείψανα προσκυνοῦνται ὡς ἅγια καί χωρίς θαυμάτων καί εὐωδίας, μέ τό νά γίνεται φανερόν εἰς ὅλους διά τῆς ἐμπράκτου ἀποδείξεως τοῦ μαρτυρίου, ἡ εἰς Θεόν τελεία πίστις καί τελεία ἀγάπη αὐτῶν». (Ἁγίου Νικοδήμου Αγιορείτου, «Νέον Μαρτυρολόγιον», Ἀθῆναι 1961, σ. 24).
Και ο Άγιος Αθανάσιος ο Πάριος παρατηρεί τα εξής: « .... ἤ πού ἠκούσθη εἰς τήν Ἐκκλησίαν τοῦ Θεοῦ οἱ Θεῖοι Μάρτυρες νά καρτεροῦν τήν ἐπίγειον κρίσιν νά κυρώση τό μαρτύριόν τους, καί νά βεβαιώση ἐκείνους, ὅπου ἤδη ἐσφράγισαν τό τέλος τους μέ τήν ὁμολογίαν τῆς θείας πίστεως, καί τούς ὁποίους εὐθύς ἐν τῷ ἅμα ὁ ἀγωνοθέτης Χριστός ἄνωθεν ἐστεφάνωσεν ; Τί ἄλλο εἶναι ἡ ἑορτή, παρά μακαρισμός καί δόξα καί τιμή, καί νά προβάλλωμεν εἰς τόν Θεόν πρέσβυν καί μεσίτην τόν ἑορταζόμενον, διά νά λαμβάνωμεν δι’ αὐτοῦ παρά Θεοῦ τῶν ψυχικῶν μας παθῶν τήν ἴασιν ; Εἶναι ἄλλο τίποτας ἡ ἑορτή παρά ταῦτα ; Ἔπειτα .... δέν ἤκουσαν ποτέ τους, πώς εὐθύς ὁπού πέση εἰς τήν γῆν ἡ κεφαλή τοῦ Μάρτυρος, οἱ παρόντες Χριστιανοί ἀπό ψυχῆς καί καρδίας χαίροντες, καί τόν Θεόν δοξάζουσι καί τόν Μάρτυρα μακαρίζουσι». (Π.Β.Πάσχου, «Εν ασκήσει και μαρτυρίω», Αθήναι 1996, (Αθανασίου Παρίου περί νεομαρτύρων), σ. 81-82.).
Ο Βασιλεύς Δαβίδ θυσίασε πρόθυμα τα πάντα, Πατρίδα, γένος, ύπαρξη, οικογένεια, για την αγάπη του επουρανίου βασιλέως Χριστού. Είναι η καλή απαρχή των Νεομαρτύρων του Ποντιακού Ελληνισμού. Γι’ αυτό δεν πρέπει η λήθη να καλύψει με το σιωπηλό της πέπλο το μαρτυρικό θάνατο του τελευταίου αυτοκράτορα της Τραπεζούντος Δαβίδ για πολλούς σοβαρούς λόγους, που έχουν σχέση με την εθνική μας, την Ορθόδοξη αυτοσυνειδησία μας και το μέλλον μας στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Πρέπει να τιμούμε την ημέρα του μαρτυρίου του αποδεικνύοντας σε όλους εκείνους, που ίσως συνέφερε να παραδοθεί στην αφάνεια το πρόσωπο αυτό και το μαρτυρικό του τέλος, ότι τα παιδιά των ξεριζωμένων, όσο περνούν τα χρόνια, όχι μόνο δεν ξεχνούν˙ αλλά περισσότερο με ιερό δέος εγκύπτουν στην προγονική ιστορία, τη σπουδάζουν και αντλούν διδάγματα, αξίες και δύναμη και προχωρούν και διαπλέουν σ’ όλον τον κόσμο με την «ΑἈργώ» που δεν σταμάτησε το ταξίδι της. Τα παιδιά των ποντίων δεν ξεχνούν, διότι ηχεί μέσα τους η φωνή των Πατέρων τους, όπως την διασάλπισε ο αείμνηστος Λεωνίδας Ιασωνίδης: «Ξηρανθήτω ἡμῖν ὁ λάρυγξ, ἐάν ἐπιλαθόμεθά σου ὦ πάτριος ποντία γῆ».


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΚ ΚΟΝΙΤΣΗΣ
Ο Ιωάννης, ο Άγιος Νεομάρτυρας, γεννήθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, που τότε ήταν έδρα του Επισκόπου Βελλάς, και ανατράφηκε σ' αυτήν από γονείς Μωαμεθανούς. Ο πατέρας του ήταν ένας απ' τους εξέχοντες Τούρκους, δερβίσης και σεΐχης στο αξίωμα. το ίδιο και η μητέρα του ήταν Μωαμεθανή. 
Όταν ο νέος έγινε εικοσαετής στην ηλικία, άφησε την Κόνιτσα όπου γεννήθηκε και πήγε στη μητρόπολι Ιωαννίνων. Εκεί όλοι οι συμπολίτες του τον τιμούσαν και του έδειχναν σεβασμό όχι λιγότερο απ' τον πατέρα του (γιατί κι αυτός μπήκε στο τάγμα των δερβίσηδων απ' τον πατέρα του σεΐχη).
Αφού έμεινε αρκετό καιρό στα Γιάννενα, έφυγε κι απ' εκεί και πήγε στο Αγρίνιο, που τότε ήταν κωμόπολη της Αιτωλίας και λεγόταν Βραχώρι. Εκεί έμενε στο αρχοντικό που λεγόταν Μουσελίμ σεράι.
Τον χρόνο εκείνο εξουσίαζε σ' όλη την Αιτωλοακαρνανία ο Ισούφ ο Άραψ, που γνώριζε τον πατέρα του νέου κι επειδή τον σεβόταν μάλλον σαν σεΐχη και αρχηγό της θρησκείας τους, τον δέχθηκε με αγάπη και πολλή τιμή ονομάζοντάς τον δερβίση δικόν του. 
Έμεινε, λοιπόν, ο νέος κοντά του αρκετόν καιρό και πήγαινε ακατάπαυστα σε υπηρεσίες, γιατί το χρόνο εκείνο γινόταν στα Επτάνησα πόλεμος μεταξύ Ρώσων και Τούρκων και αρχηγός των Τούρκων ήταν ο Ισούφ. 
Εν τω μεταξύ ο νέος αυτός αν και ζούσε στην ασέβεια και την πλάνη εν τούτοις είχε ζωή Χριστιανική και χρησιμοποιούσε πολλές φορές τις νηστίσιμες τροφές των Χριστιανών έχοντας σε υπόληψη κι εκτίμηση την Χριστιανική ζωή. Φοβόταν όμως και το έθνος του μήπως τον δουν και κινδυνέψει.
Χριστιανός
Έπειτα από δύο χρόνια έγινε αλλαγή στις αρχές της Αιτωλοακαρνανίας. Ο Ισούφ, λοιπόν, πήγε στα Γιάννενα και στη θέση του ήρθε ο Σουλεϊμάν μπέης, που στο επίθετο λεγόταν Βρυώνης. 
Ο νέος όμως δεν ακολούθησε ούτε τον διάδοχο της εξουσίας ούτε τον Ισούφ, αλλά έμεινε στην επαρχία της Αιτωλίας και γύριζε ντυμένος με Χριστιανικά ρούχα, ενώ το δερβίσικο κιουλιάφι μαζί και τα λευκοπράσινα που φορούσε προηγουμένως τα έβγαλε και τα καταπάτησε. Η συμπεριφορά του πια ήταν τελείως Χριστιανική, έκανε παρέα με τους φύλακες του γένους, που τους έλεγαν καπεταναίους και μόνο το άγιο Βάπτισμα δεν είχε πάρει. Ήθελε βέβαια από πολύ καιρό να το αξιωθεί στα μέρη αυτά, αλλά δεν έγινε δυνατό να το απολαύση γιατί οι Χριστιανοί είχαν φόβους μήπως πέσουν σε κίνδυνο, αν η εξουσία μάθαινε το πράγμα. 
Γι' αυτό, λοιπόν, ο νέος πέρασε στο νησί Ιθάκη όπου αναγεννήθηκε με το θείο αυτό Βάπτισμα και μετωνομάστηκε Ιωάννης. Αφού κατηχήθηκε αρκετά εκεί απ' τον Πνευματικό για την ορθόδοξη χριστιανική ζωή, γύρισε στο Ξηρόμερο. Αφού έπειτα πήγε σ' ένα χωριό που λεγόταν Μαχαλάς έγινε δούλος στον Πάνο Γαλάνη που ήταν εκεί προεστός του χωριού και στο ίδιο χωριό παντρεύτηκε, παίρνοντας πάντα τις προφυλάξεις του απ' τους Αγαρηνούς. Γι' αυτό και τον περισσότερο καιρό κρυβόταν, ασκώντας το επάγγελμα του αγροφύλακα και σπάνια εμφανιζόταν στο χωριό.
 
Κατά το έτος 1813, μόλις έμαθε ο πατέρας του σεΐχης την άρνησι της θρησκείας του Μωαμεθανισμού, θρήνησε απαρηγόρητα γι' αυτό, και έστειλε δυο δερβίσηδες του τάγματός του, για να πάνε να προσπαθήσουν με διάφορα ταξίματα και υποσχέσεις να τον απομακρύνουν απ' τον Χριστιανισμό και να τον ξαναγυρίσουν στη θρησκεία τους.
Πράγματι, αυτοί ήρθαν κι έμαθαν που μένει ο Ιωάννης και πήγαν στο σπίτι του. Αυτός όμως δεν ήθελε ούτε να τους δη, ούτε ν' ακούση τις φλυαρίες τους και τις μυθολογίες του Μωαμεθανισμού γι' αυτό γύρισε αλλού το πρόσωπό του. Οι δερβίσηδες, λοιπόν, ντροπιάστηκαν περισσότερο απ' αυτή την περιφρόνησι και έφυγαν άπρακτοι.
Μπροστά στον κριτή.
Ένας Αγαρηνός όμως, που ήταν νεροκράτης στο χωριό Μαχαλάς, κατηγόρησε τον νέο στον μουσελίμη του Αγρινίου ότι έγινε Χριστιανός, ενώ προηγουμένως ήταν Τούρκος και μάλιστα γιος ενός περίφημου δερβίση και σεΐχη. Χωρίς καμμιά αργοπορία αυτός γνωστοποιεί το πράγμα στον μουσελίμη που ήταν στο Τεπελένι, τον Ελμάζαγα Μπόνον, προσθέτοντας κι αυτός μερικά για να ανάψη περισσότερο τον θυμό του.
 
Ο μουσελίμης μόλις είδε τα γραμμένα σχετικά με τον νέο, ταράχτηκε ολόκληρος απ' το θυμό του κι έστειλε να φωνάξουν τον κριτή και τον μουφτή που ήταν ο νομοκράτοράς τους και τους ανακοίνωσε την υπόθεσι. Στέλνει κατόπιν την ίδια μέρα στρατιώτες για να τον πιάσουν. Αυτοί μόλις τον συνάντησαν βρήκαν μια πρόφασι κι αμέσως χωρίς αναβολή τον έδεσαν και έτσι δεμένο τον ωδήγησαν στο δικαστήριο.
 
Τον ρώτησε, λοιπόν, ο μουσελίμης το γένος, την πατρίδα, το όνομα και τη θρησκεία του κι ο νέος σ' όλα αυτά απάντησε μ' ένα λόγο.
— Είμαι Χριστιανός κι ονομάζομαι Ιωάννης.
— Δεν είσαι συ ο δερβίσης, ο γιος του σεΐχη της Κονίτσης; ξαναρωτάει πάλι ο μουσελίμης.
— Ναι, εγώ, αλλά τώρα είμαι Χριστιανός και Χριστιανός πρόκειται να πεθάνω.
— Γελάστηκες απ' τη γυναίκα σου κι έγινες Χριστιανός. Έλα όμως στα λογικά σου και κήρυξε μπροστά σ' όλους την παλαιά σου πίστη την αληθινή και τότε θα μάθης πόσο καλά θα τιμηθής από μένα.
— Μη πιστεύης, αγά μου, αποκρίθηκε ο νέος, ότι θα φανώ τόσο ανόητος και βλάκας, ώστε ν' αφήσω την αγία πίστι των Χριστιανών και να τυφλωθώ πάλι να γυρίσω στον Μωαμεθανισμό. Μόλις έγινε δυνατό να τη γνωρίσω και τώρα πώς μπορώ να την αφήσω; Ποτέ, ποτέ να μη μου συμθή τέτοιο κακό.
Βασανιστήριο και μαρτυρικό τέλος.
Ο μουσελίμης και οι άλλοι γύρω του θαύμασαν για την παρρησία του Μάρτυρα κι επειδή ντροπιάστηκαν δε θέλησαν να εκταθούν σε περισσότερες ομιλίες. Διέταξε, λοιπόν, να τον δέσουν και να τον ρίξουν στη φυλακή κι εκεί να τον βασανίσουν φοβερά και σκληρά σαν να ντρεπόταν τάχα να τον τιμωρήση φανερά.
 
Τον πήραν οι υπηρέτες έτσι δεμένον και πέρασαν στο λαιμό του την πιο βαρειά αλυσίδα ενώ συγχρόνως πέρασαν τα πόδια του στο ξύλο. Ο καθένας μπορεί να φαντασθή τι τράβηξε εκεί μέσα ο ευλογημένος νέος! Ραβδισμούς και χτυπήματα με χέρια και πόδια, ενώ ο Μάρτυρας ευχαριστούσε το Θεό και τα υπέμεινε με ανδρεία ψιθυρίζοντας: «Θεέ μου, βοήθησέ με».
 
Όταν ο μουσελίμης έμαθε την σταθερή απόφασι του Μάρτυρα κι επειδή φοβήθηκε μήπως ντροπιασθή περισσότερο αν τον παρουσίαση σε δεύτερη ανάκρισι, συγκέντρωσε τους ουλεμάδες (τους σοφούς) του γένους του, και απεφάσισαν ότι «ο άνθρωπος αυτός δεν πρέπει να ζη γιατί αλλαξοπίστησε και αρνήθηκε τη θρησκεία του». Δόθηκε, λοιπόν, η διαταγή ν' αποκεφαλισθή με ξίφος.
 
Τον πήραν, λοιπόν, οι δεσμοφύλακες και ο αρχιφύλακας δεμένον όπως τον είχαν και τον πήγαν στον τόπο της καταδίκης, όπου ζήτησε ο Μάρτυρας να τον λύσουν λίγο για να κάνη το σημείο του Σταυρού, αλλά δεν τον άφησαν. Φώναξε τότε όπως ο ληστής του Ευαγγελίου το «Μνήσθητί μου, Κύριε, όταν έλθης εν τη βασιλεία σου», έσκυψε το κεφάλι και δέχτηκε τον θάνατο με ξίφος στις 23 Σεπτεμβρίου του έτους 1814. Δόθηκε η διαταγή να μη πλησιάση κανείς το λείψανο, για να το φάνε τα σκυλιά. Το έρριξαν, λοιπόν, οι δήμιοι σ' ένα ρυάκι κοντά στην εκκλησία του Αγίου Δημητρίου. Μερικοί όμως ευσεβείς μεσίτεψαν στον μουσελίμη κι εκείνος επέτρεψε να ταφή χωρίς τιμές σε μέρος ουδέτερο με την πρόφασι ότι δεν ήταν ούτε Τούρκος ούτε Χριστιανός ο Μάρτυρας. Μερικοί όμως από ευλάβεια άνοιξαν κρυφά ένα λάκκο κι έβαλαν μέσα το μαρτυρικό λείψανο του Αγίου σ' ένα χωράφι.
 
Αυτή είναι η συγκινητική πραγματικά ζωή του Νεομάρτυρα Ιωάννη. Η Εκκλησία μας γιορτάζει τη μνήμη του στις 23 Σεπτεμβρίου.

ΑΓΙΑ ΒΑΣΣΑ
Η Αγία Βάσσα έζησε στα χρόνια του Διοκλητιανού, και κατοικούσε στην Έδεσσα (το πιθανότερο της Μακεδονίας). Είχε παντρευτεί ειδωλολάτρη Ιερέα, τον Ουαλέριο, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους, τον Θεόγνιο, τον Αγάπιο και τον Πιστό. Στη Βάσσα όμως, ψυχή που αγαπούσε την αλήθεια και την αρετή, δόθηκε η ευκαιρία να διδαχθεί και να προσέλθει στη χριστιανική πίστη. Μαζί της έφερε και τους τρεις γιους της, που την αγαπούσαν με όλη τους την καρδιά. Όταν πληροφορήθηκε αυτό το πράγμα ο Ουαλέριος (περί το 290 μ.Χ.), προσπάθησε με ποικίλα τεχνάσματα να τους επαναφέρει στην ειδωλολατρία. Μάταια όμως. Διότι αντίθετα η Βάσσα, αγωνιζόταν αυτή να διαφωτίσει τον ειδωλολάτρη άντρα της. Εξοργισμένος τότε ο Ουαλέριος, κατάγγειλε και τους τέσσερις στον ανθύπατο Βικάριο, που αμέσως διέταξε τη σύλληψη τους. Και ο μεν πρωτότοκος Θεόγνιος, όταν ομολόγησε τον Ιησού αμέσως πέθανε, αφού του έσχισαν τα στήθη και τις πλευρές. Οι δε υπόλοιποι ρίχτηκαν στην φυλακή. Αλλά επειδή δεν κάμφθηκε το φρόνημα τους, τον μεν Αγάπιο τον σκότωσαν, αφού του έγδαραν το δέρμα από το κεφάλι μέχρι το στήθος και κατόπιν έκαψαν το γδαρμένο σώμα. Το μαρτύριο ήταν φρικτό, αλλά ο νεαρός αθλητής φώναξε: «ουδέν ούτως ηδύ, ως το πάσχειν υπέρ Χριστού». Τον δε τρίτο γιο, τον Πιστό, τον αποκεφάλισαν. Τη μητέρα την άφησαν ελεύθερη. Κατόπιν όμως την συνέλαβε ο έπαρχος Κυζίκου, και αφού της έσπασε πόδια και χέρια, την αποκεφάλισε.


ΑΓΙΑ ΠΑΡΘΕΝΑ Η ΕΔΕΣΣΑΙΑ
Αγία της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, η μνήμη της οποίας εορτάζεται στις 9 Ιανουαρίου.
Σύμφωνα με τους συναξαριστές, η Παρθένα καταγόταν από την Έδεσσα και γεννήθηκε κάπου στα μέσα του 14ου αιώνα. Ήταν κόρη του πρόκριτου της πόλης Πέτρου Κασιδιάρη και ζούσε βίο ασκητικό και σεμνό, όπως υπονοεί και το όνομά της.
Κατά το έτος 1375, τα τότε Βοδενά, που τα κατείχαν οι Σέρβοι του Στέφανου Δουσάν, πολιορκήθηκαν από τους Οθωμανούς Τούρκους. Ήταν η περίοδος που η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρισκόταν σε παρακμή και έπνεε τα λοίσθια. Οι κάτοικοί της αμύνθηκαν σθεναρά και με ηρωισμό, ενθαρρυνόμενοι από τον ιερομόναχο Σεραφείμ, εφημέριο του μητροπολιτικού ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Οι Τούρκοι απογοητευμένοι από τη διαφαινόμενη αποτυχία τους σκέφτηκαν προς στιγμή να λύσουν την πολιορκία.
Και τότε ήλθε ως από μηχανής θεός ο πατέρας της Παρθένας. Ο άρχοντας της πόλης χρηματίστηκε από τους πολιορκητές και τους οδήγησε από μία μυστική δίοδο μέσα στην Έδεσσα στις 26 Δεκεμβρίου του 1375. Αμέσως, οι εισβολείς επιδόθηκαν σε σφαγές, διαρπαγές, ατιμώσεις και εξανδραποδισμό των κατοίκων της. Συνέλαβαν, μεταξύ άλλων, τον ιερομόναχο Σεραφείμ και μετά από σκληρά βασανιστήρια τον έπνιξαν στον μεγάλο καταρράκτη.
Το επόμενο βήμα του προδότη Κασιδιάρη ήταν να αλλαξοπιστήσει και να γίνει Μουσουλμάνος. Προσπάθησε, μάλιστα, να πείσει και την κόρη του να απαρνηθεί τον Χριστό. Όταν αυτή παρέμεινε σταθερή στην πίστη της, την παρέδωσε στον κατακτητή Πασά για να κοσμήσει το χαρέμι του, αφού πρώτα χειροδίκησε εναντίον της. Στη συνέχεια ανέλαβαν να τη «συνετίσουν» οι άνδρες του Πασά. Τη βασάνιζαν επί τρεις ημέρες και όταν αρνήθηκε για μια ακόμη φορά να αρνήθηκε να αλλαξοπιστήσει, την οδήγησαν ολόγυμνη σε ένα λόφο, όπου την έθαψαν ζωντανή.


ΑΓΙΑ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΥΣΗ
Η Αγία Χρυσή γεννήθηκε στο χωριό Σλάτενα (σημερινή Χρυσή) της επαρχίας Αλμωπίας Νομού Πέλλης. Ο πατέρας της ήταν φτωχός και είχε τέσσερις θυγατέρες. Η Χρυσή ήταν ωραία στο σώμα και στην ψυχή.
Κάποτε, ενώ βρισκόταν μαζί με άλλες γυναίκες στους αγρούς και μάζευε καυσόξυλα, την απήγαγε κάποιος Τούρκος και τη μετέφερε στο σπίτι του. Ο Τούρκος προσπάθησε με κολακείες να την εξισλαμίσει και να την κάνει γυναίκα του. Η Χρυσή όμως αντιστάθηκε και δυναμικά απάντησε: «Εγώ τον Χριστό μόνο γνωρίζω για νυμφίο μου, που δεν θα αρνηθώ και αν ακόμα με κομματιάσεις». Οι γονείς και οι συγγενείς της Χρυσής, με εξαναγκασμό των Τούρκων, την παρακαλούσαν να δεχτεί τον μωαμεθανισμό για να σωθεί. Αλλά η μεγαλόψυχη Χρυσή τους απάντησε ότι: «πατέρα έχω τον Κύριό μου Ιησού Χριστό, μητέρα την Κυρία Θεοτόκο, αδελφούς δε και αδελφές έχω τους Αγίους και τις Αγίες της Εκκλησίας μας».
Μπροστά λοιπόν στη σταθερότητα της Χρυσής, οι Τούρκοι απάντησαν με φρικτά βασανιστήρια. Τελικά στις 13 Οκτωβρίου 1795 μ.Χ., κατέκοψαν το σώμα της με μαχαίρια και έτσι πανάξια έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου από τον Νυμφίο Χριστό.


ΟΙ ΕΝ ΣΤΡΟΦΑΣΙ ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Οι Άγιοι Μάρτυρες «Οἱ ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντες» μαρτύρησαν το 1530 μ.Χ. (ή 1537 μ.Χ.).
Για τους Αγίους αυτούς, μαθαίνουμε από την Ακολουθία τους, ποίημα του Παχωμίου Ρουσσάνου, που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο: «Ἀκολουθία ψαλλομένη εἰς τοὺς ὁσίους πατέρας τοὺς ἐν Στροφάσιν ἀναιρεθέντες καὶ εἰς ἅπαντος τοὺς παραπλήσιον τέλος λαχόντας».
Επίσης, από τον Μπανατιώτη ιστοριογράφο Παναγιώτη Χιώτη δημοσιεύτηκε «μικρά χρονική σημείωσις σωζομένη εν ταις χερσί των καλογήρων», κατά την οποία «....εστάθηκε το άνωθεν Μοναστήριον εις την κατάστασίν του έως εις τους 1537 Ιουλίου 29. Εις τον οποίον καιρόν απέρασεν η αρμάδα των Τούρκων από την Ζάκυνθον, και δεν έκαμε βλάψιμον. Και γυρίζοντας έπειτα εις τα Στροφάδια η αυτή αρμάδα τα έκαψε, και τα ερήμωσεν....».




ΟΣΙΟΣ ΙΩΣΗΦ ΤΟΥ ΣΑΜΑΚΟΥ
Ο Όσιος Ιωσήφ ήταν γέννημα και θρέμμα της Κρήτης, από ένα χωριό που ονομαζόταν Κεράμων (σημερινό Αζωκέραμο Σητείας) το 1440 μ.Χ.. Οι ευσεβείς γονείς του, όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία τον παρέδωσαν σ' έναν δάσκαλο, σεβάσμιο πνευματικό πατέρα, που κατοικούσε στο μονύδριο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του Δερματάνου όπως πολλοί το ήξεραν. Αυτό βρισκόταν κοντά στη θάλασσα, στον Χάνδακα (Ηράκλειο).
Εκεί ο Ιωσήφ έμαθε τη θεία θεωρία και καλλιγραφούσε. Όταν πέθαναν οι γονείς του, μοίρασε τη μεγάλη κληρονομιά του στους φτωχούς και επιδόθηκε περισσότερο στους πνευματικούς αγώνες. Αργότερα ο Θεός τον αξίωσε να γίνει ιερέας και να πάει να προσκυνήσει στους Αγίους Τόπους. Κατόπιν επέστρεψε στο μονύδριό του και έζησε ζωή αγία με αγάπη και ελεημοσύνες προς τους συνανθρώπους του.
Πέθανε πάνω από 70 χρονών στις 22 Ιανουαρίου του 1511 μ.Χ. και ενταφιάσθηκε στην μονή του. Με την ανακομιδή των λειψάνων του διαπιστώθηκε η αγιότητά του, διότι το ιερό λείψανο βρέθηκε ακέραιο και εξέπεμπε ευωδία. Το ιερό σκήνωμά του κατατέθηκε στο καθολικό της μονής. Η συνεχής θεραπεία πλήθους ασθενών, τυφλών και δαιμονισμένων και μετά την κοίμησή του, καθιέρωσε ευρύτατα την φήμη του ως θαυματουργού.
Το 1669 μ.Χ. οι Οθωμανοί κυρίευσαν το Χάνδακα (Ηράκλειο) και ο ευλαβής κληρικός Αντώνιος Αρμάκης, μετέφερε το ιερό λείψανο στη Ζάκυνθο, όπου στις 29 Αυγούστου 1669 μ.Χ. το κατέθεσε στη μονή του Αγίου Ιωάννου του Μαντινειού στα Ξεροβούνια. Εκεί παρέμεινε ως το 1915 μ.Χ., οπότε τοποθετήθηκε στον ενοριακό ναό του Παντοκράτορος Γαϊτανίου Ζακύνθου.



ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο Ε
Ο Άγιος Γρηγόριος, κατά κόσμο Γεώργιος Αγγελόπουλος, γεννήθηκε στη Δημητσάνα το έτος 1745 μ.Χ., από ευσεβείς και ενάρετους γονείς, τον Ιωάννη και την Ασημίνα. Το 1767 μ.Χ. μετέβη στη Σμύρνη, κοντά στον θείο του εκκλησιάρχη Μελέτιο, παρακολουθώντας μαθήματα στην Ευαγγελική Σχολή. Στη συνέχεια παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας στην Πάτμο από τον Δανιήλ Κεραμέα. Μετά τις σπουδές του ήλθε στην αυτοκρατορική μονή της Μεταμορφώσεως των Στροφάδων νήσων, όπου εκάρη μοναχός λαμβάνοντας το όνομα Γρηγόριος. Από εκεί τον κάλεσε ο Μητροπολίτης Σμύρνης Προκόπιος και τον χειροτόνησε αρχιδιάκονό του. Όταν αργότερα χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, επέστρεψε στη Δημητσάνα και έδωσε 1.500 γρόσια για την στέγαση των απόρων φοιτητών.
Ο Άγιος Γρηγόριος μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία από τον Ιωάννη Φαρμάκη περί τα μέσα του έτους 1818 μ.Χ. στο Άγιον Όρος. «Ἔδειξεν εὐθὺς ζωηρότατον ἐνθουσιασμὸν ὑπὲρ τοῦ πνεύματος αὐτῆς» και «ηὐχήθη ἀπὸ καρδίας», για την επιτυχία του σκοπού της.
Στις 19 Αυγούστου 1785 μ.Χ. εκλέγεται οικουμενικός Πατριάρχης και παραμένει στον πατριαρχικό θρόνο μέχρι τον Δεκέμβριο του 1798 μ.Χ.. Κατά το έτος αυτό καθαιρείται από την Πύλη, διότι θεωρήθηκε ανίκανος να διατηρήσει την υποταγή των Χριστιανικών λαών κάτω από τον Τουρκικό ζυγό και εξορίζεται στο Άγιον Όρος. Το 1818 μ.Χ. κλήθηκε για τρίτη φορά στον Οικουμενικό θρόνο, στον οποίο και παρέμεινε μέχρι την ημέρα του μαρτυρικού του θανάτου.
Ο Κωνσταντίνος Κούμας αναφέρει ότι ο Άγιος Γρηγόριος δεν ήταν μόνο «σεμνὸς τὸ ἦθος, λιτὸς τὴν δίαιταν, ταπεινὸς τὴν στολήν, ζηλωτὴς τῆς πίστεως, δραστηριότατος εἰς ὅλα τὰ ἔργα του», αλλά ήταν και «ἄκαμπτος εἰς τᾶς ἰδέας του καὶ δὲν τὸν ἔμελε διὰ κανὲν ἐναντίων, ὅταν ἀπεφάσιζε τίποτε». Και ο Γρηγόριος αποφάσισε. Έταξε ως σκοπό στην ζωή του να υπηρετήσει πιστά το δούλο Γένος και να βοηθήσει με όλες τις δυνάμεις του και με την ζωή του στην απελευθέρωση από τον Τουρκικό ζυγό. Για την πραγματοποίηση του σκοπού του χρησιμοποιούσε όλη του τη διπλωματική δεξιοτεχνία.
Στην προσπάθειά του ο Εθνομάρτυρας να διασώσει τον Ελληνικό πληθυσμό από την σφαγή και συγχρόνως να παραπλανήσει τον Σουλτάνο και να δώσει την ευκαιρία στους αγωνιστές να εργάζονται ανενόχλητοι, αναγκάσθηκε να αφορίσει τους επαναστάτες.
Συντριπτική απάντηση στους κατήγορους του Γρηγορίου θα δώσει ο Αλέξανδρος Υψηλάντης με τις οδηγίες που έστειλε από το Κισνόβιο της Βεσσαραβίας στους αρχηγούς της Πελοποννήσου: «Ὁ μὲν Πατριάρχης βιαζόμενος παρὰ τῆς Πόρτας σᾶς στέλλει ἀφοριστικὸ καὶ ἐξάρχους, παρακινώντας σας νὰ ἑνωθῆτε μὲ τὴν Πόρταν. Ἐσεῖς ὅμως νὰ θεωρῆτε ταῦτα ὡς ἄκυρα καθόσον γίνοντα μὲ βίαν καὶ δυναστείαν καὶ ἄνευ θελήσεως τοῦ Πατριάρχου». «Ἂς μὴν λησμονήσωμεν ὅτι ὑπάρχουν περιστάσεις καθ’ ἃς ἀπαιτοῦνται θυσίαι μεγαλύτεραι καὶ αὐτῆς τῆς θυσίας τῆς ζωῆς καὶ ὅτι ἐνίοτε ἡ μαρτυρικὴ ζωὴ εἶναι πικρότερον ἀλλὰ πλέον ἐπιβεβλημένον καθῆκον καὶ αὐτοῦ τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου. Καὶ αὐτὴν τὴν ὑπέρτατην θυσίαν προσέφερεν ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης, ὅστις συνησθάνθη συναίσθημα πικρότερον καὶ αὐτοῦ τοῦ θανάτου, ὅταν θυσιάζων πάντα ἐγωισμὸν καὶ ἀποβλέπων εἰς τὸ ἀληθινὸν συμφέρον, ἠναγκάσθη νὰ θέση τὴν ὑπογραφὴν του κάτωθι ἐγγράφου καταδικάζοντας τὸ κίνημα, ὑπὲρ τῆς ἐπιτυχίας τοῦ ὁποίου ὁλοψύχως ηὔχετο καὶ εἰργάζετο. Ὑπογράφων, ἀπεμάκρυνε τᾶς ὑπονοίας τῆς Πύλης περὶ συμμετοχῆς εἰς τὸ κίνημα ἐπισήμων κύκλων, μὴ ὑπογράφων, θὰ ἐπεβεβαίου τᾶς ὑπονοίας, ὄτε δεινὴ ἐπιπίπτουσα ἡ τιμωρία τοῦ τυράννου κατὰ τῶν βυσσοδομούντων, θὰ ἐνέκρου τὸ κίνημα πρὶν ἢ ἐκραγῆ. Ἄλλως ὁ ἀοίδιμος Πατριάρχης μετὰ θαυμαστῆς ἐγκαρτερήσεως ὑπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη τὸ μαρτύριον, ὅταν ἐπέστη ἡ ὥρα, καίτοι ἠδύνατο νὰ σωθῆ διὰ τῆς φυγῆς».
Είναι χαρακτηριστική η επιστολή που έστειλε ο Άγιος Γρηγόριος στις 26 Δεκεμβρίου 1820 μ.Χ. στον Επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα και πολύτιμη από ιστορική άποψη, γιατί αποδεικνύει πως ο Εθνομάρτυς παρακολουθούσε όλα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα, σε όλες του τις λεπτομέρειες και τις προετοιμασίες για την επανάσταση: «Ἀμφοτέρα τᾶς τιμίας ἐπιστολᾶς, διὰ τοῦ ἀγαθοῦ Φοῦντα Γαλαξειδιώτου, ἀσφαλῶς ἐδεξάμην καὶ τοὺς ἐν αὐταὶς τιμίους λόγους ἔγνων. Ἐχεμυθείας, ἀδελφέ, μεγίστη χρεία καὶ προφύλαξις περὶ πᾶν διάβημα, οἱ γὰρ χρόνοι πονηροὶ εἰσι καὶ ἐν ταὶς φιλοπατριώταις ἐστι καὶ μοχθηρῶν ζύμη, ἀφ’ ἧς ὡς ἀπὸ ψωραλέου προβάτου φυλάττεσθε. Κακὸν γὰρ πολλοὶ μηχανώνται διὰ τὸ τῆς φιλοπλουτίας ἔγκλημα. Διὸ τὴν ἀγαθὴν μερίδα ἐξελέξω κοινολογῶν μοι ἐμπιστευομένοις πατριώταις, τὰ ἐχεμυθείας δεόμενα. Οἱ Γαλαξειδιώται, οὖς ἐπιστέλλεις μοι συνεχῶς, πεφροντισμένως ἐνεργούσι, καὶ ἀφ’ ὧν ἔγνω ἀδύνατον ἀντὶ παντὸς τιμίου οὐδ’ ἐλάχιστον λόγον ἕρκος ὀδόντων φυγείν. Οὐ μόνον τὰ σά, ἀλλὰ καὶ τὰ τῶν ἐν Μορέᾳ ἀδελφῶν γράμματα κομίζουσι μοι. Ἡ τοῦ Παπανδρέα πρᾶξις πατριωτικὴ μὲν τοὶς γινώσκουσι τὰ μύχια, κατακρίνουσι δὲ οἱ μὴ εἰδότες τὸν ἄνδρα. Κρυφὰ ὑπερασπίζου αὐτόν, ἐν φανερῷ δὲ ἄγνοιαν ὑποκρίνου, ἔστι δ’ ὄτε καὶ ἐπίκρινε τοὶς θεοσεβέσιν ἀδελφοὶς καὶ ἀλλοφύλοις. Ἰδὶα πράυνον τὸν Βεζύρην λόγοις καὶ ὑπόσχεσιν, ἀλλὰ μὴ παραδοθήτω εἰς λέοντος στόμα. Ἄσπασον οὒν ταὶς ἐμαὶς εὐχαὶς τοὺς ἀνδρείους ἀδελφούς, προτρέπων εἰς κρυψίνοιαν διὰ τὸν φόβον τῶν Ἰουδαίων. Ἀνδρωθήτωσαν ὥσπερ λέοντες καὶ ἡ εὐλογία τοῦ Κυρίου κρατύνει αὐτούς, ἐγγὺς δ’ ἔστι τοῦ Σωτῆρος τὸ Πάσχα. Αἳ εὐχαὶ τῆς ἐμῆς μετριότητος ἐπὶ τῆς κεφαλῆς σου, ἀδελφέ μου Ἠασαΐα. Γεωργοὶ ἀκαμάτως καὶ ὄλβια γεώργια δώσοι σοι ὁ Πανύψιστος».
Ο Άγιος Γρηγόριος συνιστούσε τον αγώνα για την ελευθερία και τον ενίσχυε με κάθε μέσο. Ήταν αποφασισμένος να θυσιασθεί για την Πατρίδα. «Χρεωστοῦμεν», έλεγε, «νὰ ποιμαίνωμεν καλῶς τὰ ποίμνιά μας καὶ χρείας τυχούσης νὰ κάμωμεν, ὅπως ἔκαμεν ὁ Ἰησοῦς δι’ ἠμᾶς διὰ νὰ μᾶς σώση....».
Σε επιστολή που έστειλε προς τον Παλαιών Πατρών Γερμανό, έγραφε: «Συλλειτουργὲ ἐν Χριστῷ καὶ λίαν ἀγαπητὲ ἀδελφέ. Ἔλαβον τὴν ἀπὸ 20 Ἀπριλίου ἐπιστολήν σου. Ἡ ἀπόφασίς μου περὶ μελετωμένης ἀνορθώσεως «σχολῆς» τῆς φιλτάτης πατρίδος εἶναι τοιαύτη, ὡς ἡ ἰδική σας. Ὅπως θέλῃς μάθει καὶ παρὰ τοῦ ἰδίου. Τὸ κιβώτιον τοῦ ἐλέους πρέπει νὰ ἐμψυχωθῆ. Καὶ τὴν βουλὴν τοῦ Κυρίου ἀνθρώπιναι δυνάμεις δὲν δύνανται νὰ τὴν μεταβάλουν. Γενηθήτω τὸ θέλημά Του».
Κάτω από την λέξη «σχολήν» υπονοούσαν την Ελληνική Επανάσταση. Οι Φιλικοί μάλιστα ονόμασαν επιστάτες της σχολής τον Οικουμενικό Πατριάρχη Γρηγόριο και τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Πολύκαρπο.
Όταν σε μια συνεδρίαση της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, ο Μητροπολίτης Δέρκων Γρηγόριος προέτρεψε τον Πατριάρχη να μεταβούν στην Πελοπόννησο για να τεθούν επικεφαλής της Επαναστάσεως, ο Γρηγόριος ο Ε' απάντησε: «Καὶ ἐγὼ ὡς κεφαλὴ τοῦ Ἔθνους καὶ ὑμεῖς ὡς Σύνοδος ὀφείλομεν νὰ ἀποθάνωμεν διὰ τὴν κοινὴν σωτηρίαν. Ὁ θάνατος ἠμῶν θὰ δώση δικαίωμα εἰς τὴν Χριστιανοσύνην νὰ ὑπερασπίση τὸ Ἔθνος ἐναντίων τοῦ τυράννου. Ἀλλ’ ἂν ὑπάγωμεν ἠμεῖς νὰ θαρρύνωμεν τὴν Ἐπανάστασιν, τότε θὰ δικαιώσωμεν τὸν Σουλτάνον ἀποφασίσαντα νὰ ἐξολοθρεύση ὅλον τὸ Ἔθνος».
Όταν μερικοί προσπάθησαν να τον πείσουν να φύγει από την Κωνσταντινούπολη και να σώσει τον εαυτό του, ο καλός ποιμένας απάντησε: «Μὲ προτρέπετε εἰς φυγήν. Μάχαιρα θὰ διέλθη τᾶς ρύμας τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ λοιπῶν πόλεων τῶν χριστιανικῶν ἐπαρχιῶν. Ὑμεῖς ἐπιθυμεῖτε ὅπως ἐγὼ μεταμφιεζόμενος καταφύγω εἰς πλοῖον ἢ κλεισθῶ ἐν οἰκίᾳ οἱουδήποτε εὐεργετικοῦ ὑμῶν Πρεσβευτοῦ, ν’ ἀκούω δὲ ἐκεῖθεν πῶς οἱ δήμιοι κατακρεουργούσι τὸν χηρεύοντα λαόν. Οὐχί! Ἐγὼ διὰ τοῦτο εἶμαι Πατριάρχης, ὅπως σώσω τὸ Ἔθνος μου, οὐχὶ δὲ ὅπως θὰ θεωρήσωσιν ἀδιαφόρως πῶς ἡ πίστις αὐτῶν ἐξυβρίσθη ἐν τῷ προσώπῳ μου. Οἱ Ἕλληνες, οἱ ἄνδρες τῆς μάχης, θὰ μάχωνται μετὰ μεγαλυτέρας μανίας, ὅπερ συχνάκις δωρεῖται τὴν νίκην. Εἰς τοῦτο εἶμαι πεπεισμένος. Βλέπετε μεθ’ ὑπομονῆς εἰς ὅτι καὶ ἂν μοῦ συμβῇ. Σήμερον (Κυριακὴ τῶν Βαΐων) θὰ φάγωμεν ἰχθεῖς, ἀλλὰ μετὰ τίνας ἡμέρας καὶ ἴσως καὶ ταύτην τὴν ἑβδομάδα οἱ ἰχθεῖς θὰ μᾶς φάγωσιν… Ναί, ἂς μὴ γίνω χλεύασμα τῶν ζώντων. Δὲν θὰ ἀνεχθῶ ὥστε εἰς τᾶς ὁδοὺς τῆς Ὀδησσοῦ, τῆς Κερκύρας καὶ τῆς Ἀγκῶνος διερχόμενον ἐν μέσῳ τῶν ἀγυιῶν νὰ μὲ δακτυλοδείκτωσι λέγοντες: “Ἰδοὺ ἔρχεται ὁ φονεὺς Πατριάρχης”. Ἂν τὸ Ἔθνος μου σωθῆ καὶ θριαμβεύση, τότε πέποιθα θὰ μοῦ ἀποδώση θυμίαμα ἐπαίνου καὶ τιμῶν, διότι ἐξεπλήρωσα τὸ χρέος μου… Ὑπάγω ὅπου μὲ καλεῖ ὁ νοῦς μου, ὁ μέγας κλῆρος τοῦ Ἔθνους καὶ ὁ Πατὴρ ὁ οὐράνιος, ὁ μάρτυς τῶν ἀνθρωπίνων πράξεων».
Ο Γρηγόριος ο Ε', ο φλογερός αυτός Ιεράρχης, ακολούθησε τον δρόμο του. Σάρκωσε ολόκληρο το υπόδουλο Γένος. Επωμίσθηκε το σταυρό του. Ανέβηκε το Γολγοθά του. Δέχθηκε ραπίσματα, χλευασμούς, εμπτυσμούς και τέλος τον θάνατο με απαγχονισμό. Μπροστά στο Πατριαρχείο, την ημέρα του Πάσχα του 1821, οι Τούρκοι κρέμασαν τον Πατριάρχη.
Στο έγγραφο της καταδίκης του (τουρκιστί «γιαφτάς»), αναφέρεται η αιτία του απαγχονισμού του: «.…Ἀλλ’ ὁ ἄπιστος πατριάρχης τῶν Ἑλλήνων… ἐξ αἰτίας τῆς διαφθορᾶς τῆς καρδίας του, ὄχι μόνον δὲν εἰδοποίησεν οὐδ’ ἐπαίδευσε τοὺς ἀπατηθέντας, ἀλλὰ καθ’ ὅλα τὰ φαινόμενα ἦτο καὶ αὐτός, ὡς ἀρχηγός, μυστικὸς συμμέτοχος τῆς Ἐπαναστάσεως… ἀντὶ νὰ δαμάσῃ τοὺς ἀποστάτας καὶ δώση πρῶτος τὸ παράδειγμα τῆς εἰς τὰ καθήκοντα ἐπιστροφῆς τῶν, ὁ ἄπιστος οὗτος ἔγινεν ὁ πρωταίτιος ὅλων τῶν ἀνεφυεισῶν ταραχῶν.
Εἴμεθα πληροφορημένοι ὅτι ἐγεννήθη ἐν Πελοποννήσῳ καὶ ὅτι εἶναι συνένοχος ὅλως τῶν ἀταξιῶν, ὄσας οἱ ἀποπλανηθέντες ραγιάδες ἔπραξαν κατὰ τὴν ἐπαρχίαν Καλαβρύτων…
Ἐπειδὴ πανταχόθεν ἐβεβαιώθημεν περὶ τῆς προδοσίας του ὄχι μόνος εἰς βλάβην τῆς ὑψηλῆς Πύλης, ἀλλὰ καὶ εἰς ὄλεθρον αὐτοῦ τοῦ ἔθνους του, ἀνάγκη ἦτο νὰ λείψη ὁ ἄνθρωπος οὗτος ἀπὸ τοῦ προσώπου τῆς γῆς καὶ διὰ τοῦτο ἐκρεμάσθη πρὸς σωφρονισμὸ τῶν ἄλλων».
Ένα χρόνο μετά τον απαγχονισμό και την μεταφορά του τιμίου λειψάνου του από τον πλοίαρχο Μ. Σκλάβο στην Οδησσό της Ρωσίας, ο Ζακυνθινός ιερωμένος Οικονόμος Νικόλαος Κοκκίνης, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου, εφημέριος τότε του παλαίφατου ναού της Οδηγήτριας και φλογερότατος Φιλικός, ευαισθητοποιημένος από την θυσία του Πατριάρχη, συνθέτει Ακολουθία προς τιμήν του νέου Ιερομάρτυρα, κάτι που αποδεικνύει περίτρανα ότι ο Άγιος Γρηγόριος στη συνείδηση του Γένους κατέκτησε αμέσως με το τίμιο αίμα του θέση Αγίου.
Το 1871 μ.Χ. η Εκκλησία της Ελλάδος θεώρησε επιβεβλημένο να μετακομίσει το τίμιο λείψανό του από την Οδησσό στην απελεύθερη Αθήνα. Για τον σκοπό αυτό συστάθηκε Επιτροπή, στην οποία συμμετείχαν ο Αρχιεπίσκοπος Ζακύνθου Νικόλαος Β' ο Κατραμής και Αρχιμανδρίτης Αβέρκιος Λ. Λαμπίρης, Α' γραμματεύς της Ιεράς Συνόδου. Στην Οδησσό απεδόθησαν από τα μέλη της Επιτροπής και τους εκεί ομόδοξους τιμές Αγίου στο ιερό λείψανο του Αγίου Γρηγορίου. Κατά την Πανυχίδα μάλιστα, που τελέσθηκε εκεί κατά την ημέρα της μνήμης του, «εἐξεφώνισεν ἀπ’ ἄμβωνος, κατ’ ἐπίμονον τῶν ὁμογενῶν ἀπαίτησιν, λογύδριον ὁ Σεβασμιώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ζακύνθου». Το ιερό λείψανο έφθασε στην Αθήνα την 25η Απριλίου 1871 μ.Χ., όπου οι Αθηναίοι του επεφύλαξαν πάνδημη υποδοχή. Με κατάνυξη και αγαλλίαση εναπετέθη στον Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, όπου φυλάσσεται μέχρι σήμερα σε περίβλεπτη λάρνακα.
Στις 10 Απριλίου 1921 μ.Χ. ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος.



ΝΕΟΜΑΡΤΥΡΑΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ
Ο Άγιος Θεόφιλος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1617 μ.Χ. και ήταν ωραίος και ρωμαλέος στο σώμα.
Εργαζόμενος σαν ναυτικός δεν θέλησε να υπηρετήσει σε τούρκικο πλοίο. Εναντιούμενος στη θέληση του Τούρκου πλοιάρχου, συκοφαντήθηκε απ' αυτόν, ότι δήθεν είχε φορέσει τούρκικο κάλυμμα στο κεφάλι του. Οδηγήθηκε βίαια στον κριτή, όπου με κολακείες και φοβερισμούς προσπαθούσαν να τον εξισλαμίσουν. Ομολογώντας με θάρρος τον Χριστό ο Θεόφιλος, περιτμήθηκε με τη βία από τους Τούρκους, που θέλησαν να τον στείλουν δώρο στο παλάτι του Σουλτάνου.
Ο Θεόφιλος όμως, όταν ακόμα ήταν στη Χίο, απόδρασε και πήγε στη Σάμο, όπου παρέμεινε για αρκετό χρονικό διάστημα. Όταν επανήλθε στη Χίο, οι Τούρκοι τον αναγνώρισαν και αφού τον συνέλαβαν τον οδήγησαν στον κριτή. Ο κριτής, βλέποντας τον Θεόφιλο να εμμένει στην πίστη του τον καταδίκασε σε θάνατο δια πυρός. Απτόητος ο γενναίος αυτός μάρτυρας της πίστης μας, έκανε το σημείο του σταυρού και είπε «στα χέρια σου Χριστέ μου παραδίδω την ψυχή μου». Και μπήκε μόνος του στη φωτιά, όπου παρέδωσε στον αγωνοθέτη Θεό την αγία ψυχή του στις 24 Ιουλίου 1635 μ.Χ.
Τα εναπομείναντα από τη φωτιά λείψανα του, αγοράστηκαν από χριστιανούς και εναποτέθηκαν με τιμές στον ναό του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου στη Χίο.
Μαρτύριο του Αγίου αυτού, συνέγραψε πρώτα ο Γεώργιος Κορέσιος ο Χίος.


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΖΙΧΝΩΝ
Ο Όσιος Ιωάννης (ή Ιωακείμ) έζησε στα χρόνια των αυτοκρατόρων Ανδρόνικου Β' Παλαιολόγου (1282 - 1328 μ.Χ.) και Ανδρόνικου Γ' (1328 - 1341 μ.Χ.). Δύο χρόνων έμεινε ορφανός από γονείς και τον πήρε ο θείος του, μοναχός, ονόματι Ιωαννίκιος και τον ανέθρεψε σύμφωνα με τις επιταγές του Ευαγγελίου.
Όταν ήλθε σε κατάλληλη ηλικία, έγινε Ιερέας και λόγω της μεγάλης του αρετής, εκλέχτηκε επίσκοπος Ζιχνών.
Όταν πέθανε ο θείος του, παραιτήθηκε από την επισκοπή και έμεινε στην Ιερά Μονή Τιμίου Προδρόμου. Επεξέτεινε τη Μονή αυτή, που βρισκόταν κοντά στο Μενοίκιο όρος της Ανατολικής Μακεδονίας, βορειανατολικά των Σερρών και έκτισε μεγαλοπρεπή Ναό στο όνομα του Βαπτιστή Ιωάννη.
Εκεί θεάρεστα αφού έζησε και πρόσφερε πολλά στην περιοχή, απεβίωσε ειρηνικά την 12η Δεκεμβρίου 1333 μ.Χ.



ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΦΙΛΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ

Ο Όσιος Θεόφιλος γεννήθηκε στη Ζίχνη της Μακεδονίας περί το 1460 μ.Χ. από γονείς φιλόθεους, φιλάγαθους και φιλάρετους. Στην πατρίδα του έμαθε τα πρώτα γράμματα κι έδειξε πως τα αγαπούσε ιδιαίτερα και πρόκοπτε και προόδευε μελετώντας και εντρυφώντας στις ιερές γραφές. Μάλιστα επιδόθηκε στην καλλιγραφία και έγινε άριστος καλλιγράφος.
«Απαρνηθείς πατρίδα και συγγένειαν και πλούτον και πάσαν κοσμική ματαιότητα, έγινε μοναχός· μετ’ ολίγον δε καιρόν έλαβε και το αξίωμα της ιερωσύνης· έκτοτε δε περιεπάτει εις διαφόρους τόπους διδάσκων και ωφελών τους Χριστιανούς δια του λόγου και του παραδείγματος της εαυτού ζωής». Κατόπιν γνωρίσθηκε και συνδέθηκε πνευματικά με τον ενάρετο κι ευλαβή επίσκοπο Ρενδίνης Ακάκιο, τον όποιο είχε χειροτονήσει αρχιερέα ο άγιος Νήφων (βλέπε 11 Αυγούστου), όταν ήταν μητροπολίτης Θεσσαλονίκης (1482 - 1486 μ.Χ.). Δια του Ακακίου συνδέθηκε με τον άγιο Νήφωνα και ο άγιος Θεόφιλος.
Αξίζει σύντομα και παρενθετικά να σημειώσουμε πως η μεγάλη μορφή του αγίου Νήφωνος, εκτός των δύο οσιομαρτύρων μαθητών του Μακαρίου (+1507) και Ιωάσαφ (+1516) που αναφέραμε και του εδώ αγίου Θεοφίλου, συνδεόταν και με άλλες μορφές Αγιορειτών αγίων, όπως των οσιομαρτύρων Γέροντος Ιακώβου, Ιακώβου διακόνου και Διονυσίου μοναχού (+1519), που συμμαρτύρησαν στην Αδριανούπολη, Θεωνά μητροπολίτου Θεσσαλονίκης (+1541-2), των αυταδέλφων Αψαράδων Θεοφάνους (+1544) και Νεκταρίου (+1550) κτιτόρων της ιεράς μονης Βαρλαάμ Μετεώρων και Μαξίμου του Γραικού και Βατοπαιδινού (+1556).
Ο άγιος Νήφων, ως πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, κατόπιν επιστολών που έλαβε, εμπιστευόμενος τον Θεόφιλο για τη σοφία και την αρετή του, τον έστειλε το 1486 μ.Χ. με τον ομόφρονα Γέροντά του επίσκοπο Ακάκιο στην Αίγυπτο, για να διαπιστώσουν τα γενόμενα θαύματα υπό του μακαρίου πατριάρχου Αλεξανδρείας Ιωακείμ, ότι μετακίνησε δια προσευχής το όρος Ντουρ Νταγ και ήπιε φαρμάκι δίχως να πάθει κανένα κακό, ύστερα από πρόκληση Ιουδαίων και μουσουλμάνων. Ο πατριάρχης Ιωακείμ «τον Όσιον πολλά ηγάπησε και ηυλαβήθη ως σοφόν και ενάρετον». Διαπίστωσαν τα υπερφυή αυτά θαύματα ως αληθινά γεγονότα και αναχώρησαν για το θεοβάδιστο όρος Σινά, τα Ιεροσόλυμα και την Δαμασκό. Στα Ιεροσόλυμα ο επίσκοπος Ακάκιος ανεπαύθη κατόπιν ασθενείας και τον εκήδευσε ο Θεόφιλος. Με επιστολές από τους πατριάρχες Αλεξανδρείας, Ιεροσολύμων και Αντιοχείας μετέβη στην Κωνσταντινούπολη ο Θεόφιλος. Ο άγιος Νήφων όμως είχε εκθρονισθεί και παρέδωσε τις επιστολές στον διάδοχό του Παχώμιο, που ήταν από την ιδιαίτερη πατρίδα του.
Ο πατριάρχης Παχώμιος «εχάρη μεγάλως ως συμπατριώτης, και ευλογήσας αυτόν και ευχηθείς, παρεκάλεσεν, ίνα μείνη εις το Πατριαρχείον δια βοήθειαν, ως λίαν χρήσιμος δια την σοφίαν αυτού και την αρετήν. Υπακούσας δε κατά την ώραν εις την παράκλησιν του πατριάρχου ο Όσιος έμεινεν. Όθεν και διωρίσθη Νοτάριος και Έξαρχος της Μεγάλης Εκκλησίας, και έμεινεν εκεί ικανόν καιρόν εις αυτό το διακόνημα, αγαπώμενος και τιμώμενος υπό πάντων».
Αλλά η φιλέρημη και φιλήσυχη ψυχή του δεν αναπαυόταν στις τιμές και τις δόξες. Κατεφρόνησε τα μεγαλεία και ήλθε στο Άγιον Όρος, για να απολαύσει τα μεγαλεία του Θεού. Στον ιερό και ευλογημένο Άθωνα «πρώτον μετέβη εις την Μονήν του Βατοπεδίου, και κατώκησε μετά του αγιωτάτου Επισκόπου Μεθύμνης, εκεί τότε ευρισκόμενου, και υπετάχθη εις αυτόν μετά πάσης προθυμίας και ταπεινώσεως· αφού δε εκείνος ετελεύτησεν, απήλθεν».
Από τη μονή Βατοπαιδίου, όπου δεν γνωρίζουμε τον χρόνο παραμονής του, που δεν νομίζουμε όμως ότι ήταν μικρός, μετέβη το 1511 μ.Χ. στη μονή Ιβήρων, όπου ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την αντιγραφή χειρογράφων και την καλλιγραφία. Αναδείχθηκε έμπειρος βιβλιογράφος και αρκετά έργα του, περίπου τριάντα, λειτουργικού κυρίως περιεχομένου, σώζονται στην πλούσια βιβλιοθήκη της μονης Ιβήρων. Η φήμη της αρετής του είχε φθάσει μακριά. Ο πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Θεόκλητος τον ζητούσε με τρόπο να μεταβεί πλησίον του, με σκοπό να τον χειροτονήσει μητροπολίτη Θεσσαλονίκης. Ο φυγόδοξος Αγιορείτης κατανοώντας τον λόγο της προσκλήσεως, για να αποφύγει την προαγωγή, παραιτήθηκε της ιερωσύνης. Εκάρη μεγαλόσχημος μοναχός, δήλωσε ασθένεια και αδυναμία, και αποσύρθηκε σε καλύβη, κοντά στον ενάρετο Προηγούμενο Διονύσιο Ιβηρίτη στο Κελλί του Τιμίου Προδρόμου, το 1522 μ.Χ., ύστερα από δωδεκαετή παραμονή στη μονή Ιβήρων, κατά ιδιόγραφό του σημείωμα σε κώδικα. Κατόπιν μετέβη σε συνοδεία του επίσης ενάρετου Γέροντος Κυρίλλου στις Καρυές. Εκεί απέκτησε στενό πνευματικό σύνδεσμο με τον φιλόθεο Πρώτο του Αγίου Όρους Σεραφείμ, τον λάτρη και υμνητή της Θεοτόκου του Άξιον Έστι, τον μετέπειτα βιογράφο του, που κάποτε υπογράφει· «Ο πρώτος του Αγίου Όρους Σεραφείμ ο θυηπόλος και ηγούμενος των ηγουμένων και πατήρ πατέρων και μέγας πρωτοσύγκελλος πατριαρχικός».
Ο θείος Θεόφιλος επιθυμώντας μεγαλύτερη και ακριβέστερη ησυχία, αναχώρησε και από τις Καρυές. Μετέβη στην πλησιόχωρη ησυχαστική περιοχή της Καψάλας, που ανήκε στη μονή Παντροκράτορος, και με τη συνδρομή του φιλάδελφου Πρώτου Σεραφείμ, παρέλαβε το Κελλί του Αγίου Βασιλείου, το όποιο και ανεκαίνισε. Είχε μαζί του και ένα μοναχό ονομαζόμενο Ισαάκ. Συχνά τον επισκεπτόταν και ο Πρώτος Σεραφείμ ανταλάσσοντας πνευματικές εμπειρίες και νουθεσίες.
Ο φιλόθεος Θεόφιλος πάντοτε, και ιδιαίτερα τώρα, ασκούσε συστηματικά τη νοερά προσευχή. Ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο όποιος αργότερα θα ησκείτο στην δια περιοχή, γράφει: «Αφού ησύχασεν ο Όσιος, τότε δη τότε εμεταχειρίσθη την νοεράν προσευχήν, ήτις είναι ανωτέρα της θεωρίας της έξω φιλοσοφίας... Ο Άγιος Θεόφιλος έχοντας παντοτινόν έργον, εις την ησυχία ευρισκόμενος, να προσεύχεται αδιαλείπτως και να μελετά με όλον του τον νουν και τον ενδιάθετον λόγον τον εν τη καρδία λαλούμενον και με όλην την θέλησιν και αγάπην της ψυχής του, την μονολόγιστον προσευχήν, το «Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με», καθώς οι νηπτικοί θείοι Πατέρες διδάσκουσι. Και με την νοεράν ταύτην εργασίαν και ιεράν προσευχήν και με το πένθος και τα δάκρυα καθαρτικά, όπου γεννώνται εκ ταύτης της νοεράς προσευχής, εκαθάρισε την καρδίαν του από τα πάθη και εκατέκαυσε τας προσβολάς των πονηρών λογισμών και ελυτρώθη από τας κακάς προσλήψεις, απόκτησε ταπείνωσιν, πραότητα, ειρήνην και τας λοιπάς αρετάς και άναψεν από θεϊκόν πυρ θεϊκής και του πλησίον αγάπης...
Καταφλεγόμενος από την θείαν αγάπην δεν ήτο πλέον με τον εαυτό του, αλλά με τον ηγαπημένον του Θεόν και άλλο δεν εφαντάζετο παρά μόνο τον Ιησούν... ανέβη εις την θείαν θεωρίαν και επλουτίσθη από τα ύπερφυή χαρίσματα αξιωθείς του θείου φωτισμού· και ού μόνον διάκρισιν απόκτησε και διόρασιν, αλλά και προόρασιν των μελλόντων· και συντόμως ειπείν ως ασώματος έγινεν άγγελος και εις όλα τέλειος ώφθη».
Προείδε το τέλος του, έγραψε ομολογία πίστεως, ιδιόχειρη διαθήκη, τέλεσε ευχέλαιο, ζήτησε και έδωσε συγχώρηση από όλους και σε όλους, μετάλαβε των Αχράντων Μυστηρίων, ευχαρίστησε ολόψυχα και ολόθερμα τον Θεό και ζήτησε από τον αγαπητό και υπάκουο μαθητή του Ισαάκ: «Όταν αποθάνω, μη ομολογήσης τούτο εις ουδένα, αλλ’ ουδέ τα έθιμα της ταφής εκτελέσης, μόνον δέσε σχοινίον εις τους πόδας μου και σύρε με και ρίψε με εις το δάσος εις μέρος κρύφιον, ίνα με φάγωσι τα θηρία· πλην λειτουργίας και μνημόσυνα ποίησον όσα δυνηθής». Ο άγιος από τη μεγάλη του ταπείνωση δεν ήθελε να τιμάται ούτε μετά θάνατον. Οι τελευταίοι λόγοι του ήταν: «Κύριε Ιησού Χριστέ, δέξαι το πνεύμα μου».
Ο καλός υποτακτικός του έπραξε όπως του μήνυσε ο όσιος Γέροντάς του και απόθεσε το τίμιο λείψανο σε απόκρυφο μέρος του δάσους. Πολλοί όμως το ζητούσαν. Όταν κάποτε βρέθηκε, η μονή Παντοκράτορος θέλησε να το κρατήσει. Τελικά αποφασίσθηκε να κρατήσει το χέρι του, το όποιο υπάρχει ως σήμερα σε στάση ευλογίας, και να δοθεί το σώμα στον υποτακτικό του Ισαάκ, που το έθεσε στην Εκκλησία του Αγίου Βασιλείου. Από τότε άρχισε ο άγιος να μυροβλύζει και ο άγιος να ονομάζεται Μυροβλύτης. Γράφει πάλι χαρακτηριστικά και γι΄ αυτό ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: «Τούτο το θαύμα οπού έδειξεν ο Θεός εις το Άγιον Λείψανον του Οσίου Πατρός ημών Θεοφίλου, δεν είναι ολίγον και παραμικρόν, αλλά είναι μέγα και εξαίσιον, επειδή το θαύμα τούτο της μυροβλύσεως σπανίως γίνεται εις ολίγους Αγίους. Διότι πολλά Αγίων Λείψανα Μαρτύρων και Οσίων ευρίσκονται, αμή ουχί και αναβλύζουσι μύρον διότι το μυροβλύζειν είναι μία απόδειξις και σημείον βεβαιότατον μιας άκρας καθαριότατος και παρθενίας και αγνείας, όχι μόνον από εμπαθείας μολυσμών, αλλά και από ηδυπαθείας λογισμών ακαθάρτων του νοός· και εάν η χάρις του Αγίου Πνεύματος δεν κατοικήση έτι ζώντος του ανθρώπου εις όλον τον νουν και ψυχήν και καρδίαν και εις όλα τα μέλη του σώματος, να τα καθαρίση και αγιάση έως μέσα εις αυτά τα κόκκαλα και τους μυελούς, αδύνατον είναι να ευωδιάση το σώμα μετά θάνατον».
Την βιογραφία του Οσίου Θεοφίλου επηύξησε ο άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, ο όποιος είναι και συνθέτης της Ακολουθίας του. Ο άγιος Θεόφιλος θεωρείται ένας από τους διασημότερους αντιγραφείς χειρογράφων του Αγίου Όρους του 16ου μ.Χ. αιώνα. Το έργο αυτό συνέχισε ως το τέλος του βίου του.


ΑΓΙΟΣ ΜΩΚΙΟΣ ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΡΑΣ
Φως, μέσα στο ειδωλολατρικό σκοτάδι της Ρώμης, ήταν ο Ευφράτιος και η Ευσταθία (επί Διοκλητιανού 284 - 304 μ.Χ.). Οι ευσεβείς αυτοί γονείς μεταλαμπάδευσαν το φως αυτό του Ευαγγελίου και στο γιο τους Μώκιο. Γι' αυτό από μικρή ακόμα ηλικία, ο Μώκιος είχε μεγάλο πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία. Και ο Θεός τον αξίωσε να εκπληρώσει τον Ιερό αυτό πόθο του.
Αφού σπούδασε με ιδιαίτερη επιμέλεια τα Ιερά γράμματα και καταρτίσθηκε όπως έπρεπε στη γνώση και μετάδοση των θρησκευτικών αληθειών, σε κατάλληλη ηλικία έγινε κληρικός. Αργότερα, οι άριστες υπηρεσίες του στην Εκκλησία τον ανέβασαν στο αξίωμα του επισκόπου Αμφιπόλεως (Θράκης). Από τη θέση αυτή, ο Μώκιος εξαπέλυσε καυστικούς ελέγχους ενάντια στο ψέμα της ειδωλολατρίας. Επίσης, αγωνίστηκε πυρετωδώς να ενισχύσει την πίστη και την υπομονή των πιστών της επισκοπής του. Πάντα, βέβαια, με σκοπό «τον καταρτισμόν των αγίων εις έργον διακονίας, εις οικοδομήν του σώματος του Χριστού» (Προς Εφεσίους, δ' 12). Δηλαδή, με σκοπό να καταρτίζονται οι χριστιανοί και να επιτελείται το έργο της διακονίας, με το οποίο οικοδομείται το σώμα του Χρίστου.
Η έντονη, όμως, διακονική δράση του Μωκίου, προκάλεσε την οργή του ειδωλολάτρη έπαρχου Λαοδικίου, που τον βασάνισε με ποικίλους τρόπους. Αργότερα, άλλος έπαρχος, ο Μάξιμος, του έσχισε τις σάρκες και τον έριξε τροφή στα θηρία. Έβλεπε, όμως, ότι πάντα ο Μώκιος έβγαινε ζωντανός. Τότε, το έτος 288 μ.Χ. τον έστειλε δέσμιο στο Βυζάντιο, όπου τον αποκεφάλισαν, και έτσι πήρε το στεφάνι του μαρτυρίου.
Αργότερα ο Μέγας Κωνσταντίνος ανήγειρε προς τιμήν του Αγίου Μωκίου μεγαλοπρεπή ναό, στον οποίο κατέθεσε και τα ιερά λείψανα αυτού. Στο ναό αυτόν γινόταν αυτοκρατορική προσέλευση κατά την Μεσοπεντηκοστή. Στο ναό, επίσης, φυλασσόταν το ιερό λείψανο του Αγίου Σαμψών του Ξενοδόχου.



ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΣ ΣΕΡΑΦΕΙΜ
Ο Άγιος Σεραφείμ γεννήθηκε στο χωριό Μπεζούλια της επαρχίας Αγράφων και ανατράφηκε κατά Χριστόν από τους θεοσεβείς γονείς του, Σωφρόνιο και Μαρία. Αγάπησε τη μοναχική ζωή και πήγε στη Μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου, την επονομαζόμενη Κορώνα ή Κρύα Βρύση και επιδόθηκε στην άσκηση της αρετής. Διακρίθηκε για την άσκησή του και έγινε ηγούμενος της Μονής. Αργότερα χειροτονήθηκε Αρχιεπίσκοπος Φαναριού και Νεοχωρίου.
Κατηγορήθηκε ότι πήρε μέρος στην επανάσταση του Διονυσίου Φιλοσόφου (βλέπε 10 Οκτωβρίου), συνελήφθη από τους Τούρκους, που μάταια προσπάθησαν να τον εξισλαμίσουν. Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι μπροστά στη σταθερότητα της πίστης του ιερομάρτυρα, υπέβαλαν σ' αυτόν φρικτά βασανιστήρια, τα οποία μεγάλωναν, εφ' όσον ο Σεραφείμ διαρκώς αρνιόταν να προδώσει την ελληνοχριστιανική πίστη του. Αφού του έκοψαν τη μύτη και επανειλημμένα τον παρουσίασαν στον κριτή, αρνούμενος να αλλαξοπιστήσει, τον εκτέλεσαν στις 4 Δεκεμβρίου 1601 μ.Χ. με σουβλισμό και κατ' άλλους με απαγχονισμό.
O σοφολογιώτατος διδάσκαλος Xριστοφόρος Προδρομίτης συνέθεσε για τον Άγιο Σεραφείμ οκτωήχους Kανόνες, προσόμοιά και ιδιόμελα, τα οποία τυπώθηκαν μαζί με την Aκολουθία του.
Η τιμία κεφαλή του Αγίου Σεραφείμ, η οποία εναποτέθηκε στη Μονή της Κρύας Βρύσης, όπου είχε μονάσει ο Άγιος, παρά τις κακοποιήσεις και τις κακουχίες που υπέστει, αποτελεί ένα διαρκές θαύμα του Θεού, αφού «περιβάλλεται από το δέρμα, το οποίο σε μερικά μέρη έχει αποσπαστεί από τους πιστούς, για φυλαχτό και φέρει τα σημάδια του μαρτυρίου· ενώ το αριστερό μάτι του Αγίου είναι γαλήνια κλεισμένο, το δεξί φέρει εμφανή τα ίχνη κακοποιήσεων, καθώς επίσης εμφανέστατα φαίνεται και η αποκοπή της μύτης!». (Αρχιμανδρίτη Μακαρίου Τόγκα, «Η Ιερά Μονή Παναγίας Κορώνας - Βίος και Πολιτεία του Αγίου του Χριστού Νέου Ιερομάρτυρος Σεραφείμ, Αρχιεπισκόπου Φαναρίου και Νεοχωρίου, του Θαυματουργού (+ 1601)»· και «Ακολουθία...»· έκδοση Ι. Μητροπόλεως Καστορίας 2001).

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ
Ο Νεομάρτυς Νικόλαος ο Παντοπώλης μαρτύρησε για «του Χριστού την Πίστιν την Αγίαν» στην Κωνσταντινούπολη το 1672. Είναι ο προστάτης Άγιος του Καρπενησίου και η μνήμη του εορτάζεται στις 23 Σεπτεμβρίου.
Γεννήθηκε στο Καρπενήσι το 1657. Το επώνυμο της οικογένειάς του λέγεται ότι ήταν Καρανίκας. Σε ηλικία περίπου 15 ετών έφυγε για την Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει τον πατέρα του που διατηρούσε παντοπωλείο στην πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, εξού και το προσωνύμιο «Παντοπώλης».
Με προτροπή του πατέρα του άρχισε να μαθαίνει τουρκικά από ένα φίλο του μπαρμπέρη, για να μπορεί να συνεννοείται καλύτερα με τους πελάτες του μπακάλικου. Μια μέρα ο μπαρμπέρης έδωσε στον νεαρό Νικόλαο ένα χαρτί για να το διαβάσει μπροστά σε άλλους Τούρκους. Όταν ο Νικόλαος τελείωσε την ανάγνωση οι παριστάμενοι άρχισαν να ζητωκραυγάζουν: «Έγινες Τούρκος Νικόλαε, γιατί διάβασες την ομολογία της πίστεως μας». Το χαρτί αυτό ήταν το «σαλαβάτι» (salawat), η ομολογία δηλαδή της Μουσουλμανικής πίστης. Ο Νικόλαος όταν κατάλαβε το τέχνασμα του μπαρμπέρη, φώναζε δυνατά: «Είμαι Χριστιανός και οφείλω να διαβάσω ότι μάθημα μου δώσει ο δάσκαλός μου».
Τότε οι Τούρκοι τον πήγαν στον καϊμακάμη, ένα τοπικό αξιωματούχο, λέγοντας του ότι το νεαρό παιδί κορόιδευε την πίστη τους. Αυτός προσπάθησε να τον πείσει να γίνει Μουσουλμάνος, αλλά ο Νικόλαος του δήλωσε ξεκάθαρα ότι πιστεύει στον Χριστό και είναι έτοιμος να πεθάνει για την πίστη του. Παρά τα απάνθρωπα βασανιστήρια που τον υπέβαλε, δεν κατόρθωσε να τον μεταπείσει. Στο τέλος έδωσε διαταγή να τον αποκεφάλισαν στις 23 Σεπτεμβρίου 1672. Ο Νικόλαος ήταν μόλις 15 ετών, ένας από τους νεώτερους νεομάρτυρες (χριστιανοί που μαρτύρησαν για την πίστη τους μετά την Άλωσης της Πόλης το 1453) του γένους των Ελλήνων.
Για τρία μερόνυχτα οι κάτοικοι της περιοχής έβλεπαν να κατεβαίνει φως από τον ουρανό, στο Άγιο Λείψανο του Νικολάου. Οι Χριστιανοί τον έθαψαν στη Χάλκη στο μοναστήρι της Παναγιάς. Τμήματα των Αγίων Λειψάνων του Νεομάρτυρα Νικολάου βρίσκονται στις Μονές  Ξηροποτάμου και Γρηγορίου στο Άγιο Όρος, Προυσού και Τατάρνας στο νομό Ευρυτανίας. Από το 1955, η 23η Σεπτεμβρίου έχει καθιερωθεί ως ημέρα πανηγυρισμού και αργίας για την πόλη του Καρπενησίου.
Για τον Νεομάρτυρα Νικόλαο τον Παντοπώλη έχουν γραφεί πολλοί εκκλησιαστικοί ύμνοι.

ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΔΑΜΙΑΝΟΣ
Ο Άγιος Δαμιανός γεννήθηκε στο χωριό Μυρίχοβο Αγράφων (σήμερα Αγία Τριάδα) περί το 1510 μ.Χ. από ευσεβείς γονείς. Από την παιδική ακόμη ηλικία αγάπησε τον μοναχικό βίο και θέλησε να ενδυθεί το αγγελικό σχήμα του μοναχού. Έτσι άφησε τη γενέτειρά του και μετέβη στο Άγιον Όρος, στη μονή Φιλοθέου, όπου εκάρη μοναχός.
Μετά από λίγο καιρό αφήνει τη μονή και αναχωρεί, για να μονάσει σε ασκητήριο και να αφιερωθεί περισσότερο στην προσευχή. Πήγε, λοιπόν, κοντά σε κάποιον ασκητή που τον έλεγαν Δομέτιο. Έμεινε πλησίον του σχεδόν τρία χρόνια και ο μοναχός Δαμιανός πρόκοψε σε όλες τις αρετές και τα πνευματικά αγαθά. Μάλιστα δε, αξιώθηκε κάποτε να ακούσει τη φωνή του Κυρίου που του έλεγε: «Δαμιανέ, δεν πρέπει να ζητάς μόνο το δικό σου πνευματικό συμφέρον, αλλά και των άλλων».
Μετά από αυτό ο Μοναχός Δαμιανός εγκαταλείπει το Άγιον Όρος και πηγαίνει στην περιοχή του Ολύμπου. Εκεί κήρυττε τον λόγο του Θεού, παρακινούσε τους Χριστιανούς να μετανοήσουν, να αποφεύγουν τις αδικίες και τις κακίες και τους προέτρεπε να εφαρμόζουν το θέλημα του Θεού. Ο λόγος του όμως ενόχλησε κάποιους, οι οποίοι τον κατηγόρησαν ότι είναι λαοπλάνος και ψεύτης. Ο Όσιος δεν έδωσε σημασία στις κατηγορίες αυτές και αναχωρεί για την περιοχή της Λάρισας και του Κισσάβου. Μετά από εκεί φθάνει στα Άγραφα. Εκεί, στην Καρύτσα Δοπόλων, ιδρύει τη μονή της Παναγίας Πελεκητής, που ήταν το ιεραποστολικό ορμητήριό του. Ουσιαστικά ανακαίνισε τη μονή που είχε υποστεί μεγάλες καταστροφές και έτσι πέρασε στη συνείδηση του λαού του Θεού ως κτήτορας αυτής. Δυστυχώς, και εκεί, άνθρωποι δυσσεβείς τον κατηγόρησαν ως λαοπλάνο και ψευδοκαλόγερο. Έτσι φεύγει και πηγαίνει στον Κίσσαβο και δίπλα στο χωριό Ανατολή, κτίζει ένα νέο μοναστήρι προς τιμή του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου. Πλήθος πιστών τον επισκέπτεται, για να ακούσει το κήρυγμά του και τις πνευματικές του νουθεσίες.
Κάποια στιγμή ο Δαμιανός πηγαίνει για δουλειές της μονής στο γειτονικό χωριό Βουλγαρινή. Εκεί συλλαμβάνεται από τον Τούρκο διοικητή της Λάρισας, με την κατηγορία ότι παρεμποδίζει την αγοραπωλησία εμπορευμάτων κατά τις Κυριακές και παρακινεί τους Έλληνες να μένουν σταθεροί στην πίστη τους.
Τον οδηγούν στην φυλακή και τον βασανίζουν. Του δένουν τα πόδια και τον τράχηλο με βαριές αλυσίδες και τον απειλούν για τη ζωή του. Μάταια όμως. Ο Άγιος ομολογεί την πίστη του στον Χριστό και ο Τούρκος διοικητής προστάζει να θανατωθεί και μετά να ριχθεί στη φωτιά. Οι στρατιώτες τον πήραν και τον κτύπησαν δυνατά στο κεφάλι με τον πέλεκυ. Ο Άγιος, ημιθανής όπως ήταν, έπεσε στο έδαφος. Τότε εβλήθη στην κάμινο του πυρός και ότι απέμεινε από το ιερό λείψανό του το έριξαν στον Πηνειό ποταμό.
Ο Οσιομάρτυς Δαμιανός έλαβε το στέφανο του μαρτυρίου το έτος 1568 μ.Χ.
Σημείωση: Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης, μάλλον λαθεμένα, αναφέρει ως ημερομηνία του μαρτυρίου του, την 23η Φεβρουαρίου.

ΟΣΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ
Ο Όσιος Ακάκιος έζησε και ανεδείχθη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μάλλον λίγα χρόνια μετά το έτος 1630 μ.Χ., στο χωριό Γόλιτσα των Αγράφων, της (τότε) επαρχίας Φαναρίου και Νεοχωρίου, στη σημερινή κοινότητα Αγίου Ακακίου του νομού Καρδίτσας. Οι γονείς του, ευσεβείς και ενάρετοι Χριστιανοί, με την εργασία τους κατόρθωσαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια να εξασφαλίσουν τα αναγκαία της ζωής τους με αυτάρκεια και στοργικά είχαν αφοσιωθεί στην ανατροφή των δύο παιδιών τους που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο πρόωρος θάνατος του πατέρα συγκλόνισε την οικογένεια και επισκίασε την ευτυχία τους.
Ο Αναστάσιος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου, έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα τους με τη βαθιά χριστιανική πίστη και την ευσέβειά της αγωνίζεται αγώνα σκληρό «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» και αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της οικογενειακής ευθύνης. Εργάζεται αγόγγυστα για να συντηρήσει τα δύο ανήλικα παιδιά της και να τα αναθρέψει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Πολύ σύντομα στο πλευρό της γυναίκας του βρέθηκε και ο μικρός Αναστάσιος, για να αναλάβει και εκείνος ένα μέρος από τις ευθύνες για τη συντήρηση της οικογένειάς του.
Ο λόγος του Ευαγγελίου είχε συγκλονίσει από νωρίς την καρδιά του Αναστασίου και η φλόγα της θείας αγάπης θέρμαινε την παιδική του ψυχή. Ένιωθε ζωηρά και πολύ έντονα την κλίση και τον ζήλο προς τον μοναχικό βίο. Γι' αυτό απέφευγε τον θόρυβο του κόσμου και αναζητούσε συχνά την ησυχία σε τόπους ερημικούς. Εκεί, αφοσιωμένος στον Θεό, διέθετε όλο τον χρόνο του στην προσευχή και τη νηστεία. Σύντομα αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και σε ηλικία είκοσι τριών ετών έφυγε προς τα μέρη της Ζαγοράς Βόλου. Κατέληξε στο μοναστήρι της Σουρβιάς, που είχε χτίσει ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή της Μακρυνίτσας Βόλου και είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα.
Όταν έφθασε στο μοναστήρι τον υποδέχθηκαν με καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στον ηγούμενο και με όλο τον σεβασμό ανέφερε τον σκοπό της επισκέψεώς του. Εκείνος τον άκουσε με προσοχή και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τις δυσκολίες της μοναχικής ζωής, αλλά και το αυστηρό πρόγραμμα της μονής. Ο Αναστάσιος όμως επέμενε, δίνοντας την υπόσχεση πως με την βοήθεια του Θεού θα υπερνικήσει όλα τα εμπόδια και θα ανταποκριθεί στα καθήκοντα που όριζε η μοναχική πολιτεία. Ο ηγούμενος, ως έμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τον ένθεο ζήλο του Αναστασίου και διαπίστωσε την αμετακίνητη και σταθερή απόφασή του να μονάσει. Έτσι τον δέχθηκε στο μοναστήρι. Εκεί ο Αναστάσιος εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Και την ίδια νύχτα που δέχθηκε το αγγελικό σχήμα και περιεβλήθηκε το μοναχικό ένδυμα, αξιώθηκε με θεία οπτασία. Είδε σαν να βαστούσε στα χέρια του μια αναμμένη λαμπάδα, που είχε φως υπέρλαμπρο και φώτιζε όλο τον τόπο εκείνο.
Ο νέος μοναχός με την συμπεριφορά, την εργατικότητα και την πνευματικότητά του κέρδισε την αγάπη και την συμπάθεια όλων των πατέρων της μονής. Όμως, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις του μοναστηριού δεν τον ικανοποιούσε πλέον, διότι πολύ σύντομα είχε κατακτήσει τις μοναχικές αρετές του απλού μοναχού και η ψυχή του αναζητούσε άλλο χώρο για απόλυτη ησυχία και μεγαλύτερη άσκηση.
Έτσι, μεταξύ των ετών 1660-1670 μ.Χ., αναχωρεί για το Άγιον Όρος. Αρχικά ο Όσιος κατευθύνθηκε στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο, κοντά στη «Σκήτη του Καυσοκαλύβη», όπου ασκήτεψε για ένα χρονικό διάστημα. Το ενδιαφέρον του για την όσο το δυνατόν καλύτερη μόρφωσή του, τον οδήγησε στο να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ασκήσεως και πνευματικής εργασίας. Χωρίς καμιά καθυστέρηση επισκέπτεται μοναστήρια και σκήτες, ερημητήρια ησυχαστών και σπήλαια ασκητών και αναζητεί, «ὡς ἐλαφρῶς διψώσα ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων», τους εκλεκτούς και δοκιμασμένους μοναχούς. Υποτάσσεται πρόθυμα σε αυτούς, συνεργάζεται μαζί τους και μαθητεύει με υπομονή κοντά τους.
Ο Όσιος φθάνει τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και μετά από σύντομη επίσκεψη σε αυτό απομακρύνεται σε ερημική τοποθεσία επάνω στο μοναστήρι, για να ησυχάσει. Εκεί έμεινε πολύ καιρό και κάθε Σάββατο κατέβαινε στο μοναστήρι και εκκλησιαζόταν.
Επόμενος σταθμός του ήταν η σκήτη του Παντοκράτορος, όπου συναντήθηκε με τον γνωστό από το μοναστήρι της Σουρβιάς γέροντα πνευματικό του, που είχε έλθει από τη Ζαγορά του Βόλου για να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική. Ο γέροντας χάρηκε πάρα πολύ όταν συναντήθηκε με τον Όσιο και ζήτησε να τον πάρει μαζί του ως μοναχό. Εκείνος όμως ζήτησε την ευχή του και τον παρακάλεσε να μην επιμείνει, διότι ήθελε να ασκητέψει μόνος του.
Ύστερα από την συνάντηση αυτή ο Όσιος έφυγε από τη σκήτη του Παντοκράτορος προς άγνωστη κατεύθυνση και με συμβουλή του γέροντος πνευματικού Γαλακτίωνος ήλθε στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, επάνω στη Μεταμόρφωση, για να μονάσει. Εκεί ασκητεύοντας παρέμεινε είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Κάποτε ο Όσιος Ακάκιος είδε τον Όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη (τιμάται 13 Ιανουαρίου), με κάτασπρη και αστραφτερή ιερατική στολή, να περιφέρεται και να θυμιατίζει όλο το ναό και ένα πλήθος μοναχών με την ίδια λευκή στολή να τον ακολουθούν. Και όταν ο Όσιος Ακάκιος ρώτησε, «ποιοι ήσαν αυτοί που τον συνόδευαν», ο Όσιος Μάξιμος απάντησε: «Είναι όλοι εκείνοι οι Όσιοι Πατέρες από την περιοχή των Καυσοκαλυβίων, οι οποίοι χάρις σε αυτόν ευρήκαν τη σωτηρία τους».
Επειδή τα χρόνια περνούσαν και η περιοχή που ασκήτευε ο Όσιος ήταν δύσβατη και άνυδρη, αναγκάσθηκε να μετακινηθεί χαμηλότερα προς τη θάλασσα, προς το ακρωτήρι της Αθωνικής Χερσονήσου, εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή σκήτη των Καυσοκαλυβίων (Αγίας Τριάδος). Εκεί ο Όσιος αναζήτησε την κατοικία του σε ένα μικρό σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Με τις σπάνιες αρετές του αναδείχθηκε κατά τον υμνωδό «κορυφαίος των Ασκητών και Θεοφόρων Πατέρων το καύχημα».
Ο Όσιος Ακάκιος προέβλεψε και προείπε την κοίμησή του σε όλους τους υποτακτικούς που μόναζαν κοντά του. Ιδιαίτερα όμως στον μοναχό Αθανάσιο, ο οποίος έφθασε στο σπήλαιο του Οσίου από την σκήτη της Αγίας Άννης για να λάβει την ευχή του, είπε: «Εγώ τώρα Αθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρά και πλέον δεν θα βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Να έχεις την ευχή της Παναγίας μας». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του. Ευλόγησε έπειτα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων, το έτος 1730 μ.Χ. και σε ηλικία εκατό περίπου ετών.



ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ


    
Του Χρήστου Λευκαδίτη
O Άγιος Δημήτριος γεννήθηκε το 280-284 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη. Προερχόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ιδιαίτερα γνωστή σε όλη την πόλη. Την περίοδο που γεννήθηκε ο Δημήτριος, είχαν αρχίσει να κτίζονται πολλοί και σημαντικοί χριστιανικοί ναοί στη Θεσσαλονίκη. Ο ίδιος από μικρός -με τη συμβολή των γονέων του- έμαθε να υπηρετεί το καλό, ενώ ακολουθούσε και τις πολεμικές τέχνες. Μέσα σε λίγα χρόνια, είχε γίνει γνωστός σε όλους τους Θεσσαλονικείς για την πνευματική του υπεροχή, «την ωραιότητα της εμφάνισης» και της ηθικής του.
Ο Μαξιμιανός Γαλέριος, τετράρχης της πόλης, άκουσε για τις αρετές του Δημητρίου και τον προσέλαβε ως μέλος της Συγκλήτου της πόλης. Αργότερα του έδωσε το αξίωμα του δούκα, διορίζοντάς τον στρατηγό όλης της Θεσσαλίας. Ο Δημήτριος, ως Χριστιανός, προχώρησε από νωρίς στο ιεραποστολικό έργο, διδάσκοντας τον Θείο Λόγο, το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή. Συγκεκριμένα, είχε ιδρύσει έναν κύκλο νέων, όπου μελετούσαν την Αγία Γραφή.
Συνήθιζε να διδάσκει στη «χαλκευτική στοά», στο υπόγειο του ναού της Αειπαρθένου Θεομήτορος, κοντά στο δημόσιο λουτρό. Εκείνη την περίοδο, ο Μαξιμιανός Γαλέριος προετοιμαζόταν για εκστρατεία κατά των Ισαύρων. Ετσι, τον διόρισε ανθύπατο και αυθέντη όλης της Ελλάδας, χωρίς να γνωρίζει ότι ήταν Χριστιανός. Μάλιστα, του έδωσε την ανάλογη στρατιωτική στολή, το δακτυλίδι και τον υπατικό ωρατίωνα.
Οταν ο Μαξιμιανός επέστρεψε νικητής από την εκστρατεία, τον πλησίασαν κάποιοι ειδωλολάτρες και του είπαν: «Γνώρισε, λοιπόν, πως ο Δημήτριος, ο οποίος ετιμήθη με τον βαθμό του ηγεμόνος της Θεσσαλίας, αρνήθηκε την παραδοσιακή θρησκεία και πιστεύει εις τον Χριστόν, εκείνον τον οποίον εσταύρωσαν οι Εβραίοι. Επιπλέον, κηρύττει φανερά αυτόν τον Χριστόν ως Θεόν αληθινόν». Ο Μαξιμιανός διέταξε να τον συλλάβουν και να τον φέρουν μπροστά του για να μάθει από τον ίδιο την αλήθεια. Οι στρατιώτες συνέλαβαν τον άγιο την ώρα που δίδασκε στην «Καταφυγή» και τον οδήγησαν στον βασιλιά, χωρίς ο ίδιος να φέρει καμία αντίσταση. Ενώπιον του Μαξιμιανού ρωτήθηκε: «Και ποιος είναι ο Θεός σου και βασιλεύς;». Ο Δημήτριος απάντησε: «Ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εκείνος είναι Θεός αληθινός και Βασιλεύς Παντοκράτωρ». Ο άγιος, στη συνέχεια, φυλακίστηκε σε ένα παλαιό λουτρό που ήταν πολύ βρώμικο και γεμάτο απόνερα.
Η παράδοση λέει ότι, όταν μπήκε στη φυλακή, είδε έναν μεγάλο σκορπιό που προσπαθούσε να τον τσιμπήσει. Ο Δημήτριος, τότε, σχημάτισε το σημείο του σταυρού και είπε: «Εις το όνομα του Ιησού Χριστού, ο οποίος είπε να πατάμε επάνω όφεων και σκορπίων και επί πάσαν την δύναμιν του εχθρού».
Στη συνέχεια πάτησε τον σκορπιό και τότε εμφανίστηκε άγγελος Κυρίου και του είπε: «Χαίρε, Δημήτριε, στρατιώτα του Χριστού, έχε θάρρος, ενδυναμού και νίκα τους εχθρούς σου». Ο άγγελος, τότε, έβαλε ένα στεφάνι στο κεφάλι του αγίου. Με τη στήριξη του Θεού, ο Δημήτριος άντεξε μέσα στη φυλακή για μεγάλο χρονικό διάστημα. Εκείνη την περίοδο, οι βασιλιάδες συνήθιζαν να διοργανώνουν σκληρούς αγώνες (πένταθλο) σε όλη την Ελλάδα. Ετσι και στη Θεσσαλονίκη, ο Μαξιμιανός διοργάνωσε τέτοιους αγώνες, στους οποίους θα έπαιρνε μέρος και ένας δικός του άνθρωπος, με το όνομα Λυαίος.
Ο Λυαίος, λοιπόν, καταγόταν από την Ουάνδηλα της Σκυθίας και ήταν ιδιαίτερα ψηλός και δυνατός. Ο βασιλιάς τον χρησιμοποιούσε πάντα στους αγώνες, καθώς κέρδιζε συνέχεια, με αντάλλαγμα να του χαρίζει πλούσια δώρα. Κάποιος κρυφός Χριστιανός και μαθητής του Αγίου Δημητρίου, ο Αγιος Νέστορας, βλέποντας τον Λυαίο να κερδίζει συνεχώς σκοτώνοντας όλους τους αντιπάλους του, επισκέφτηκε τον Αγιο Δημήτριο στη φυλακή και του ζήτησε να τον ευλογήσει για να κερδίσει. Ο Αγιος Δημήτριος σχημάτισε το σημείο του σταυρού στο μέτωπο του Νέστορος και του είπε: «Υπαγε και τον Λυαίο θα νικήσεις και υπέρ του Χριστού θα μαρτυρήσεις».
Ο Νέστορας πήγε στον τόπο όπου γίνονταν οι αγώνες και φώναξε: «Ω Λυαίε, έλα να παλέψουμε οι δύο». Ο νέος πλησίασε, τότε, τον Λυαίο και, ρίχνοντας το πανωφόρι του, του είπε: «Ο Θεός του Δημητρίου βοήθει μοι». Αμέσως μετά, ο Νέστορας χτύπησε τον Λυαίο στο στήθος και τον σκότωσε. Ο βασιλιάς κάλεσε κοντά του τον Νέστορα λέγοντάς του: «Νέε, με ποιες μαγείες νίκησες τον Λυαίο; Αυτός φόνευσε τόσους ανθρώπους δυνατότερους από εσένα, εσύ πώς τον θανάτωσες;». Ο Νέστορας τότε του αποκρίθηκε: «Εγώ, βασιλιά μου, δεν ενίκησα τον Λυαίο με μαγείες, αλλά με τη δύναμη του Ιησού Χριστού, του αληθινού Θεού». Ο Μαξιμιανός, ακούγοντας αυτά τα λόγια, εξοργίστηκε και διέταξε αμέσως έναν από τους στρατιώτες να τον βγάλει έξω από τον χώρο όπου γίνονταν οι αγώνες και να τον αποκεφαλίσει. Αυτό ήταν το τέλος του Νέστορα, ο οποίος ανακηρύχτηκε άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Επειτα από λίγο καιρό, ο βασιλιάς έμαθε την αλήθεια, ότι, δηλαδή, ο Λυαίος σκοτώθηκε ύστερα από τις οδηγίες του Δημητρίου. Ετσι, διέταξε αμέσωςτους στρατιώτες να πάνε στο λουτρό και να σκοτώσουν τον Δημήτριο με το μαρτύριο της λόγχης. Οταν ο Δημήτριος είδε τους στρατιώτες, ύψωσε από μόνος του το δεξί του χέρι για να τον λογχεύσουν. Οι στρατιώτες, όμως, λόγχευσαν τον άγιο σε όλο του το σώμα, με αποτέλεσμα να βρει μαρτυρικό θάνατο. Ο Λούπος, μαθητής του Αγίου Δημητρίου, που ήταν παρών την ώρα του μαρτυρίου, πήρε το δαχτυλίδι από το χέρι του αγίου, το μαντήλι καθώς και το πανωφόρι από τους ώμους του, το οποίο έβαψε, μάλιστα, με το αίμα του μεγαλομάρτυρος. Χρησιμοποιώντας τα αντικείμενα αυτά, έκανε θαύματα, γιατρεύοντας αρρώστους και δαιμονισμένους. Ο βασιλιάς, όμως, δεν άργησε να μάθει για τη δράση του αυτή και διέταξε τον αποκεφαλισμό του.
Κάποιοι Χριστιανοί, μετά το μαρτύριο του Δημητρίου, μπήκαν κρυφά στο παλαιό λουτρό για να πάρουν το σώμα του αγίου και να το θάψουν. Υστερα από αρκετά χρόνια, το 412, ενταφίασαν το λείψανό του στο σημείο όπου μαρτύρησε.
Πάνω από τον τάφο χτίστηκε ο ναός του Αγίου Δημητρίου από τον έπαρχο του Ιλλυρικού Λεόντιο. Σήμερα, ο Αγιος Δημήτριος είναι πολιούχος της Θεσσαλονίκης και η μνήμη του τιμάται κάθε χρόνο στις 26 Οκτωβρίου. Στις βυζαντινές εικόνες αλλά και στη σύγχρονη αγιογραφία ο Αγιος Δημήτριος εμφανίζεται ως καβαλάρης σε κόκκινο άλογο (αντίθετα από τον Αγιο Γεώργιο, που είναι σε λευκό άλογο), να πατά τον Λυαίο.
Σύμφωνα με τα εγκώμια που έχουν γραφτεί από τους Γρηγόριο Παλαμά, Ευστάθιο Θεσσαλονίκης και Δημήτριο Χρυσολωρά, ο τάφος του αγίου μεταβλήθηκε σε βαθύ φρέαρ, όπου ανάβλυζε μύρο. Για αυτόν ακριβώς τον λόγο, ο Αγιος Δημήτριος είναι γνωστός με την προσωνυμία Μυρόβλυτος.
Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου
Ο ναός του Αγίου Δημητρίου θεωρείται ένα από τα σημαντικότερα βυζαντινά κτίσματα της Θεσσαλονίκης. Οπως αναφέρεται και παραπάνω, ο αρχικός ναός χτίστηκε από τον έπαρχο Λεόντιο του Ιλλυρικού το 412-413 μ.Χ.
Ο ναός είναι κτισμένος ακριβώς πάνω από τον τάφο του αγίου, στο λουτρό όπου μαρτύρησε. Το 324 ο Χριστιανισμός ορίστηκε ως επίσημη θρησκεία και οι Θεσσαλονικείς οικοδόμησαν έναν τρίκλιτο ναό σε αυτό το σημείο.
Ο τάφος του Αγίου Δημητρίου ανάβλυζε μύρο και γρήγορα εξαπλώθηκε η φήμη του σε όλον το χριστιανικό κόσμο. Πολλοί ήταν οι πιστοί που κατέφθαναν στη Θεσσαλονίκη για να θεραπευτούν από διάφορες ασθένειες, όταν έμαθαν για τις ιαματικές ικανότητες του μύρου. Το 413 μ.Χ. ο τρίκλιτος ναός αντικαταστάθηκε με μια επιβλητική βασιλική και πάλι από τον Λεόντιο. Η εκκλησία μετά το 641 καταστράφηκε από μεγάλη φωτιά. Στη συνέχεια οικοδομήθηκε με κάποιες μικρές διαφορές, αλλά στην πορεία των χρόνων δεν γλίτωσε από τις λεηλασίες. Το 924 λεηλατήθηκε για πρώτη φορά από τους Σαρακήνους και το 1185 από τους Νορμανδούς.
Κατά τη τελευταία λεηλασία κάποιοι καλόγεροι μετέφεραν τα λείψανα του αγίου στην Ιταλία, με σκοπό να τα προφυλάξουν. Ο ναός ανακαινίστηκε και ανοικοδομήθηκε το 13ο αιώνα. Ομως, δεν άργησε να λεηλατηθεί ξανά, αυτήν τη φορά πιο βάναυσα, από τους Οθωμανούς, το 1430 κατά την άλωση της Θεσσαλονίκης. Κατά τη διάρκεια της Τουρκοκρατίας ο ναός μετατράπηκε σε μουσουλμανικό τέμενος, με το όνομα «κασιμιά τζαμί», και έμεινε σε αυτή τη κατάσταση μέχρι και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης.
Το 1917 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά, η οποία κατέστρεψε τα δύο τρίτα της πόλης μαζί και τον ναό του Αγίου Δημητρίου.
Τελικά, ο ναός αναστηλώθηκε και παραδόθηκε στους πιστούς στις 26 Οκτωβρίου του 1949. Η σημερινή εκκλησία ανακαινίστηκε το 1958. Τα λείψανα του αγίου επέστρεψαν 20 χρόνια αργότερα από την Ιταλία το 1978.
Από το 1988 ο υπόγειος χώρος του ναού λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος με πολύ σημαντικά εκθέματα, όπως είναι η κρήνη αγιάσματος του μύρου, αρχιτεκτονικά γλυπτά (επίκρανα, θωράκια κ.ά. του 5ου αιώνα), θραύσματα κιβωρίου της Αγίας Τράπεζας (13ος αιώνας), θραύσματα διακόσμησης ταφικού μνημείου (14ος αιώνας), ψηφιδωτά και τοιχογραφίες του ναού.
Από το 1988 ο υπόγειος χώρος του ναού λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος με πολύ σημαντικά εκθέματα. Από όλα τα ψηφιδωτά εντύπωση προκαλεί ένα που απεικονίζει τον Αγιο Δημήτριο με δύο μικρά παιδιά.
 
ΑΓΙΟΙ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΚΑΙ ΜΕΘΟΔΙΟΣ
Στην Ελλάδα υπάρχουν πολλοί ναοί αφιερωμένοι στους αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο. Ειδικότερα, στη γενέτειρά τους, Θεσσαλονίκη, υπάρχουν τρείς ναοί. Ο πρώτος ναός που αφιερώθηκε στους Θεσσαλονικείς αγίους βρίσκεται στη συνοικία Ξηροκρήνη της Θεσσαλονίκης και αποτελούσε τον παλαιό ναό του αγίου Νικολάου, ο οποίος, μετά την ανέγερση του νέου το 1970, αφιερώθηκε στη μνήμη τους. Επίσης στη Θεσσαλονίκη έχουν ανεγερθεί δυο ναοί, στη Νέα Παραλία και στον Εύοσμο.
Ενοριακοί ναοί των αγίων Κύριλλου και Μεθόδιου έχουν ανεγερθεί και στην υπόλοιπη Ελλάδα, όπως στην Ξάνθη, στον Λαγκαδά, στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και στο Ολυμπιακό Χωριό στην Αθήνα. Αλλοι ναοί βρίσκονται στον Προμαχώνα Σερρών και τη Δοϊράνη Κιλκίς, ενώ παρεκκλήσια υπάρχουν στην κατακόμβη του Μητροπολιτικού Ναού Αγίας Τριάδος Πειραιά, αλλά και στις εγκαταστάσεις της Ορθοδόξου Ακαδημίας Κρήτης στο Κολυμβάρι Χανίων.
Σε άλλες χώρες επίσης έχουν τιμηθεί με ανέγερση ναών στη μνήμη τους, όπως ο Καθεδρικός Ναός Μιχάλοβτσε της Σλοβακίας και ο μητροπολιτκός ναός του Πύργου στη Βουλγαρία. Ελληνορθόδοξες ενορίες των αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου βρίσκονται στο KirchheimU. Teck Γερμανίας και στην Οστάνδη Βελγίου.
Η Εθνική βιβλιοθήκη της Βουλγαρίας στη Σόφια, το Πανεπιστήμιο Αγίων Κύριλλου και Μεθόδιου των Σκοπίων στην ΠΓΔΜ και το Πανεπιστήμιο των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στο Βελίκο Τίρνοβο της Βουλγαρίας και εκείνο στην Tαρνάβα της Σλοβακίας, φέρουν το όνομα των δύο αγίων. Η Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Πάλατσκι στο Ολομουτς Τσεχίας, φέρει το όνομα «Θεολογική Σχολή Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου».
Οι Αγιοι Κύριλλος και Μεθόδιος είναι οι πολιούχοι της Αρχιεπισκοπής της Λιουμπλιάνας. Ο Καθεδρικός Ναός της Λιουμπλιάνας βρίσκεται στην Πλατεία Κυρίλλου και Μεθοδίου. Επίσης είναι πολιούχοι της Ανατολικής Καθολικής Μητρόπολης Κόσιτσε της Σλοβακίας και της Σλοβακικής Ανατολικής Καθολικής Μητρόπολης του Τορόντο.
Τα λείψανα του Αγίου Κυρίλλου είναι θαμμένα σε ένα ιερό παρεκκλήσι μέσα στη Βασιλική του Αγίου Κλήμεντος στη Ρώμη.
Η Βασιλική των Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου στο Ντάνβιλ της Πενσυλβάνιας στις ΗΠΑ είναι η μοναδική Ρωμαιοκαθολική βασιλική στον κόσμο, αφιερωμένη στους Αγίους Κύριλλο και Μεθόδιο.


ΟΣΙΑ ΘΕΟΔΩΡΑ ΕΝ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
Πρότυπο αγνής και ταπεινής ψυχής μέσα στις νέες της Θεσσαλονίκης η Θεοδώρα, από πολύ μικρή έκανε ζωή αγία. Ο κόσμος με τις ποικίλες ηδονές του δεν την ενδιέφερε. Άνηκε ολόψυχα στο Χριστό. Είχε μεγάλο πόθο να βγει εντελώς έξω από το ρεύμα των κοσμικών θορύβων. Διότι ανήκε στην εκλεκτή μερίδα των ανθρώπων, για τους οποίους ο Χριστός είπε, «οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσμου» (Ιωάννου, ιζ' 14). Δεν έχουν, δηλαδή, φρονήματα του κόσμου, που ζει μακριά από την αλήθεια, μέσα στην αμαρτία. Ο πόθος αυτός της Θεοδώρας την έφερε στη μοναχική ζωή, όπου με προσευχές, αγρυπνίες και μελέτη του θείου λόγου, σφυρηλατούσε ακόμη περισσότερο τον εαυτό της. Με τα χρήματα δε, από την πώληση των εργόχειρων της, χόρταινε τους πεινασμένους συνανθρώπους της. Αλλά και με τις αδελφές στο μοναστήρι, έζησε με ειρήνη, πραότητα και μακροθυμία. Έτσι, έμεινε ζωντανό υπόδειγμα και όταν ακόμα πέθανε. Μάλιστα, τόση μεγάλη εκτίμηση είχε από την ηγουμένη του μοναστηρίου, ώστε, όταν αυτή απεβίωσε, σύμφωνα με δική της επιθυμία την έθαψαν δίπλα στη Θεοδώρα. Η παράδοση αναφέρει ότι, όταν οι μοναχές άνοιξαν τον τάφο, βρήκαν το λείψανο της Θεοδώρας ακέραιο.
Πρέπει όμως να αναφέρουμε ένα ακόμη Συναξάρι, το οποίο παραθέτει ο Σωφρόνιος Ευστρατιάδης με βάση το Λαυριωτικό Κώδικα Ι 70 και το οποίο δεν εμφανίζει καμιά σύγκλιση με τα ανωτέρω. Η Αγία Θεοδώρα, σύμφωνα με αυτό το Συναξάρι, ήταν από τη νεανική της ηλικία πόρνη, αλλά μετά την παρέλευση αρκετών ετών μετανόησε. Διένειμε την περιουσία της στους φτωχούς και εισήλθε σε ένα βαθύ λάκκο αναμένοντας κάποια θεϊκή εντολή. Αφού διέμεινε εντός του ορύγματος επί πέντε έτη «προσκαρτεροῦσα ἐν νηστείᾳ καὶ προσευχὴ καὶ γυμνότητι σαρκὸς καὶ ταλαιπωρία», την γνωστοποιήθηκε με αγγελικό όραμα η συγχώρεση των αμαρτιών της. στην συνέχεια έχτισε ένα μικρό κελί, όπου εγκαταβίωσε για την υπόλοιπη ζωή της, ενώ μετά την κοίμησή της επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων. Ίσως πρόκειται περί άλλης ομωνύμου εκ της αυτής πόλεως, περί της οποίας όμως οι Συναξαριστές σιωπούν.
Πρόσφατα, εν τούτοις, αποδείχθηκε ότι τα γλωσσικά δεδομένα του Συναξαρίου της 5ης Απριλίου συγκλίνουν με αυτά του Βίου και της Διηγήσεως για τη μετακομιδή του λειψάνου της Οσίας Θεοδώρας της Μυροβλύτιδος εξ Αιγίνης (τιμάται 3 Αυγούστου ή κατ' άλλους 29 Αυγούστου). Επιπλέον , εντοπίσθηκαν και εσωτερικά στοιχεία του Συναξαρίου, που καταδεικνύουν τη νοηματική σχέση του με τα δύο κείμενα του Γρηγορίου κληρικού και την εξάρτησή του από αυτά, γεγονός που οδηγεί στην ανεπιφύλακτη ταύτιση της Οσίας Θεοδώρας του Συναξαρίου με την Οσιομυροβλύτιδα Θεοδώρα.
Ένα, επίσης, σοβαρό πρόβλημα που συνδέεται με την ταύτιση ή τον διαχωρισμό των δύο ομωνύμων Οσίων είναι το υμνογραφικό και συγκεκριμένα ο Κανόνας προς τιμήν της Οσίας Θεοδώρας, που αποδίδεται στη γραφίδα του Οσίου Ιωσήφ του Υμνογράφου. Ο Κανόνας αυτός, ο οποίος αντλεί από το Συναξάρι της 5ης Απριλίου, επιγράφεται σε ένα μεγάλο υμνογράφο της Εκκλησίας, ο οποίος διέμεινε και στη Θεσσαλονίκη και συνέγραψε Κανόνες προς τιμήν αρκετών Θεσσαλονικέων Αγίων, αλλά κοιμήθηκε σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη το έτος 886 μ.Χ., δηλαδή έξι χρόνια πριν από την κοίμηση της Οσίας Θεοδώρας της Μυροβλύτιδος. Η μοναδική απάντηση που μπορεί να δοθεί στο σοβαρό αυτό πρόβλημα, το οποίο παραμένει ανοικτό, είναι η απόδοση του Κανόνος σε κάποιο μαθητή του, πιθανότατα τον Θεοφάνη τον Σικελό, πολλοί Κανόνες του οποίου, όπως έχει διαπιστωθεί από την έρευνα, φέρουν στην ακροστιχίδα τους το όνομα του Ιωσήφ.


ΑΓΙΟΣ ΦΙΛΟΘΕΟΣ Ο ΚΟΚΚΙΝΟΣ
Ο Άγιος Φιλόθεος υπήρξε περίφημος λόγιος κληρικός και υπέρμαχος της ησυχαστικής διδασκαλίας του Γρηγορίου Παλαμά. Καταγόταν από αξιόλογη οικογένεια της Θεσσαλονίκης, ασπάστηκε τον μοναχικό βίο και χρημάτισε ηγούμενος της Μονής της Μεγίστης Λαύρας στο Άγιον Όρος κατά την περίοδο των ησυχαστικών ερίδων. Υπέγραψε τον Αγιορείτικο Τόμο για την υπεράσπιση της ησυχαστικής άσκησης (1339 μ.Χ.) και έγραψε δύο σημαντικούς θεολογικούς λόγους εναντίον του Γρηγορίου Ακίνδυνου.
Το 1347 μ.Χ. εξελέγη μητροπολίτης Ηράκλειας της Θράκης και έλαβε μέρος στην μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1351 μ.Χ.), η οποία διακήρυξε την ορθόδοξη διδασκαλία του Γρηγορίου Παλαμά με τον περίφημο «Τόμο».
Μετά την απομάκρυνση από τον θρόνο του πατριάρχη Καλλίστου Α' εξελέγη πατριάρχης (1353 μ.Χ.), αλλά μετά την αποκατάσταση του Καλλίστου, απομακρύνθηκε από τον θρόνο (1354 μ.Χ.), στον όποιο επανήλθε το 1364 μ.Χ.
Κατά την δεύτερη πατριαρχία του υποστήριξε την θεολογία των ησυχαστών και αποδοκίμασε την προσπάθεια των αδελφών Δημητρίου και Προχόρου Κυδώνη να εισαγάγουν στο Βυζάντιο την σχολαστική θεολογία του Θωμά Ακινάτη. Στην σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως (1368 μ.Χ.) αφορίστηκε ο Πρόχορος Κυδώνης και ανανεώθηκε το κύρος του Τόμου της συνόδου του 1351 μ.Χ. Άσκησε με μεγάλη σύνεση τα πατριαρχικά του καθήκοντα και έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την οργάνωση των Εκκλησιών Ρωσίας, Σερβίας, Βλαχίας, Βουλγαρίας κ.ά., στις οποίες διαδόθηκε η ησυχαστική θεολογία και πνευματικότητα. Στις σχέσεις του με τον παπικό θρόνο υποστήριξε την ανάγκη σύγκλησης Οικουμενικής συνόδου για την αντιμετώπιση των διαφορών.
Έγραψε θεολογικές πραγματείες και λόγους για την υποστήριξη του Ησυχασμού, όπως επίσης βίους και ακολουθίες αγίων.


ΑΓΙΟΣ ΣΥΜΕΩΝ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΘΕ/ΝΙΚΗΣ
Ο Άγιος Συμεών έζησε τον 15ο αιώνα μ.Χ. και για τη ζωή του δεν υπάρχουν πολλά στοιχεία. Πρέπει να ήταν Ιερομόναχος και Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης πρέπει να έγινε μετά το 1410 μ. Χ. Έκτος από το σπουδαίο ποιμαντικό του έργο, ανέπτυξε και πλούσια συγγραφική εργασία. Έγραψε επιστολές, ερμηνείες, εγκώμια, διάλογους και υμνογραφικά κείμενα. Πέθανε τον Σεπτέμβριο του 1429 μ.Χ. και αγιοκατατάχθηκε στις 14 Απριλίου 1981 μ.Χ.


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΒΑΣΙΛΑΣ
Ο Άγιος Νικόλαος ο Καβάσιλας, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1322 μ.Χ. και ήταν ανεψιός του Νείλου Καβάσιλα, ο οποίος χρημάτισε Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης. Το πατρικό του επώνυμο ήταν Χαμαετός, κράτησε όμως το μητρικό επώνυμο Καβάσιλας προφανώς λόγω της ισχυρής παρουσίας του Θείου του. Έκανε λαμπρές σπουδές ρητορικής, Θεολογίας, φιλοσοφίας και φυσικών επιστημών στη Θεσσαλονίκη και την Κωνσταντινούπολη. Για ένα διάστημα διετέλεσε σύμβουλος του Κατακουζινού ο οποίος στα τελευταία χρόνια της ζωής του, εκάρη μοναχός και διέμενε στην περιώνυμη Μονή των Μαγγάνων.
Ο Άγιος ασπάσθηκε τις απόψεις και ιδέες του Γρηγορίου Παλαμά για τον ανατολικό μυστικισμό και το ησυχαστικό πνεύμα. Υπήρξε πολυγραφότατος και πληθωρικός συγγραφέας αξιολογότατων Θεολογικών, ερμηνευτικών, λειτουργικών, ασκητικών και διδακτικών έργων, ως και περίφημων πανηγυρικών λόγων, επιστολών, επιγραμμάτων και κειμένων πολιτικού και κοινωνικού περιεχομένου.
Μετά από πολλές περιπέτειες για τις απόψεις του περί ορθοδόξου μοναχισμού και δη κατά των Βαρλαάμ και Ακινδύνου, εκοιμήθη ειρηνικά λίγο μετά το 1391 μ.Χ.. Η Αγιοκατάταξη του έγινε στις 19 Ιουλίου του 1983 μ.Χ.


ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΚΑΛΛΙΔΗΣ

Μπαίνοντας στον κυρίως ναό, αριστερά, βρίσκεται η λάρνακα με τα ιερά λείψανα του αγίου Γρηγορίου Καλλίδη, αρχιεπισκόπου Ηρακλείας και Ραιδεστού.
Ο Άγιος Γρηγόριος (οΚαλλίδης) γεννήθηκε στις 24 Ιανουαρίου του 1844 από ευλαβείς γονείς, τον Ιωάννη και την Ευφροσύνη, στο Κούμβαο της επαρχίας Ηρακλείας της Ανατολικής Θράκης. Από μικρός έδειξε κλίση προς την ιερωσύνη και έτσι προσλήφθηκε στην υπηρεσία του Μητροπολίτου Σηλυβρίας και μετά Σερρών Μελετίου Θεοφιλίδη του Θεσσαλονικέως, από τον οποίο έλαβε τον πρώτο βαθμό της ιερωσύνης στις 26 Φεβρουαρίου του 1862. Μαθήτευσε με επιμέλεια στα λαμπρά εκπαιδευτήρια των Σερρών με Διευθυντή τον Ι. Πανταζίδη, τον μετέπειτα καθηγητή Πανεπιστημίου, και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Ριζάρειο Σχολή και στη Θεολογική Σχολή του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στην Αθήνα ο Μητροπολίτης Θεόφιλος Βλαχοπαπαδόπουλος (1862-1873) τον προεχείρισε σε Αρχιδιάκονό του εκτιμώντας την προσωπικότητα και τα σπάνια προσόντα του. Έτσι έλαβε μέρος στη δοξολογία για την άφιξη της νύμφης τότε βασίλισσας Όλγας και αργότερα στη βάπτιση του διαδόχου Κωνσταντίνου.
Κατά το έτος 1873 βρίσκουμε τον Γρηγόριο Σχολάρχη στη Ραιδεστό, το 1874 πρωτοσύγκελλο του Μητροπολίτου Ηρακλείας Παναρέτου και ιεροκήρυκα, μέχρι να λάβει τον τρίτο βαθμό της ιερωσύνης, ονομαζόμενος επίσκοπος Ναζιανζού στις 24 Μαρτίου του έτους 1875. Ως βοηθός επίσκοπος του Μητροπολίτου Ηρακλείας με πολλή σύνεση μαζί με τους προκρίτους διαφύλαξε την πόλη της Ραιδεστού από την επιδρομή των 45 χιλιάδων Κιρκασίων κατά τον Ρωσοτουρκικό πόλεμο, μέχρι να υποδεχθεί τους Ρώσους.
Στους χρόνους της βουλγαρικής εξαρχείας απεστάλη από το Πατριαρχείο στην Ανδριανούπολη ως έξαρχος μετά τις εκεί βιαιότητες κατά του Μητροπολίτου Διονυσίου του Ε’, του μετέπειτα Οικουμενικού Πατριάρχου (1887-1891), για να τον αντιπροσωπεύσει μια και αυτός θα απουσίαζε νοσηλευόμενος στην Κωνσταντινούπολη.
Μετά από τρίμηνη παραμονή στην Ανδριανούπολη εξελέγη στις 12 Μαΐου του 1879 Μητροπολίτης Τραπεζούντος από τον Πατριάρχη Ιωακείμ το Γ’ τον Μεγαλοπρεπή κατά την πρώτη πατριαρχεία του.
Την επαρχία της Τραπεζούντος ο Γρηγόριος Καλλίδης  εποίμανε για πέντε χρόνια και αναδείχθηκε άξιος διάδοχος των αειμνήστων προκατόχων του, που λάμπρυναν τον μητροπολιτικό αυτό θρόνο των Κομνηνών και της Τραπεζούντος. Από την ημέρα της ενθρονίσεώς του επιμελήθηκε του έργου της περιφρουρήσεως του ποιμνίου του από τις επιθέσεις των περιοίκων μεταναστών Τούρκων.Ομοίως μερίμνησε και περί της ελαττώσεως της βαριάς φορολογίας των χριστιανών. Αποκατέστησε την ειρήνη και την ομόνοια μεταξύ του ποιμνίου του και ανασυνέταξε τους κοινοτικούς κανονισμούς της ορθόδοξης κοινότητας των Ρωμηών. Με τη βοήθεια των μεγάλων ευεργετών Θεοφυλάκτου και Φωκίωνος Κιούση δημιούργησε προσοδοφόρα κτήματα από τα έσοδα των οποίων να καλύπτεται ο προϋπολογισμός των σχολείων. Γι’ αυτή μάλιστα την ενέργειά του τον συνεχάρη το Πατριαρχείο με προσωπική επιστολή στις 13 Ιουνίου 1880.
Επί της αρχιερατείας του στην Τραπεζούντα το 1879 η Μεγάλη Εκκλησία, αφού απέσπασε τις εξαρχίες των τριών Σταυροπηγιακών Μονών Σουμελά, Βαζελώνος και Περιστερεώτα, τις υπήγαγε στην άμεση διοίκηση της μητροπόλεως Τραπεζούντος, με την ελπίδα της καλύτερης συγκροτήσεως και προκοπής των χριστιανών.Εις τον Τραπεζούντος Γρηγόριον Καλλίδην ανετέθη από τη Μεγάλη Εκκλησία με συνοδικό γράμμα στις 22 Οκτωβρίου 1879 από τον Πατριάρχη Ιωακείμ Γ’ και το καθήκον της εποπτείας των τριών αυτών Σταυροπηγιακών Μονών, οπότε και ανέλαβε την υποχρέωση να τις επισκέπτεται σε τακτά χρονικά διαστήματα. Από τον Απρίλιο όμως του 1886 η εποπτεία των χριστιανών της περιοχής περιήλθε και πάλι στην Ιερά Μονή Σουμελά.
Τον Τραπεζούντος Γρηγόριο Καλλίδη, ο οποίος εξελέγη στον θρόνο της αγιωτάτης Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης, διαδέχθηκε στις 29.12.1884 ο από Φιλιππουπόλεως μετατεθείς Γρηγόριος ο Γ’ ο Λέσβιος.Η ενθρόνιση του Μητροπολίτου Γρηγορίου στη Θεσσαλονίκη έγινε στις 20 Μαρτίου του 1885 μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού.
Κατά την περίοδο της αρχιερατείας του Γρηγορίου Καλλίδη βρισκόταν σε κορύφωση το κοινοτικό ζήτημα της Θεσσαλονίκης, με έντονες διενέξεις που είχαν να κάνουν με την εκλογή των τοπικών αρχόντων της πόλης. Εκείνη την εποχή άρχισαν να αποδυναμώνονται οι εύποροι συντεχνίτες που διεκδικούσαν μια αδιαφιλονίκητη εκλογή στη δημογεροντία και την αντιπροσωπεία της κοινότητας. Τα ισχυρά μέλη των κοινοτικών οργάνων της περιοχής ήταν έμποροι, δικηγόροι και γιατροί. Οι ηγέτες του συντεχνιακού κόσμου ζητούσαν επίμονα να αλλάξουν τους όρους του εκλογικού παιχνιδιού, που πια δεν τους ευνοούσε. Ξέσπασαν έτσι οι γνωστές διαμάχες της δεκαετίας του 1880 που κατέληξαν στη μετάθεση του Μητροπολίτου Γρηγορίου Καλλίδη. Ωστόσο οι κοινοτικές διενέξεις που είχαν ξεκινήσει πολύ πριν την περίοδο της αρχιερατείας του Γρηγορίου, αλλά διήρκεσαν και αρκετά μετά, έγιναν αιτία να μετατεθούν ακόμη δύο Μητροπολίτες ο Καλλίνικος Φωτιάδης (1878-1883) και ο Αθανάσιος Μεγακλής (1893-1900).
Ως Μητροπολίτης Ιωαννίνων κλήθηκε αριστίνδην συνοδικό μέλος και έρχεται πάλι στην Κωνσταντινούπολη το 1892. Στη θέση του αφήνει τον Πρωτοσύγκελλό του Πανάρετο, που στη συνέχεια εκλέγεται διαδοχικά επίσκοπος Ναζιανζού και χωρεπίσκοπος Ταταούλων.
Στη Βασιλεύουσα Πόλη ο Γρηγόριος διετέλεσε πρόεδρος της διευθύνουσας επιτροπής του πατριαρχικού τυπογραφείου, πρόεδρος της επιτροπής διαχείρισης των μοναστηριακών κτημάτων και μέλος της εφορίας της Ιεράς Θεολογικής Σχολής. Ιδιαίτερα αξιοσημείωτη υπήρξε η δράση του ως προέδρου του εκκλησιαστικού δικαστηρίου των Πατριαρχείων. Στα Ιωάννινα επέστρεψε και πάλι τον Μάιο του 1894.
Κατά τον πόλεμο του 1897 μαζί με τους γενικούς προξένους προφύλαξε την πόλη των Ιωαννίνων από τους Τούρκους, οπότε και τιμήθηκε παρά του Αντιβασιλεύοντος Διαδόχου Κωνσταντίνου με το παράσημο των Ανωτέρων Ταξιαρχών του Σωτήρος Χριστού, λαμβάνοντας συγχρόνως από τον Αυτοκράτορα της Ρωσίας τον μεγαλόσταυρο της Αγίας Άννης και από τον ηγεμόνα του Μαυροβουνίου το μεγαλόσταυρο Δανιήλου. Ας σημειωθεί εδώ και η αναγνώριση της αξίας του Ιεράρχου και από την Τουρκική πλευρά ενωρίτερα, όταν τιμήθηκε από τον Σουλτάνο τον Νοέμβριο του 1885 με το επίσημο παράσημο Οσμανιέ Β’ τάξεως. Διετέλεσε συνοδικός επί των Πατριαρχών Νεοφύτου του Η’, Κωνσταντίνου Ε’ και Ιωακείμ του Γ’ και έγινε πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου, οπότε και έλαβε τον σερβικό μεγαλόσταυρο του Αγίου Σάββα.
Στις 22 Μαΐου του έτους 1902 ο Πατριάρχης Ιωακείμ ο Γ’ προεβίβασε τον Γρηγόριο στη γεροντική Μητρόπολη Ηρακλείας και Ραιδεστού στη θέση του Ιερωνύμου για να εκλεγεί στα Ιωάννινα ο Νικαίας Σωφρόνιος. Οι άλλοι συνυποψήφιοι για την Μητρόπολη Ηρακλείας ήταν ο Αμασείας Άνθιμος και ο Βεροίας Κωνσταντίνος. Ο πρώην Ηρακλείας Ιερώνυμος κατεστάθη και πάλιν Μητροπολίτης Νικαίας.Στη διοίκηση της επαρχίας του εκτός των περιοχών Ραιδεστού και Χαριουπόλεως διόρισε επισκόπους τον επίσκοπο Ναζιανζού Γερμανό στα τμήματα Ηρακλείας και Τυρολόης και τον επίσκοπο Χαριουπόλεως Φιλόθεο στα τμήματα Κεσσάνης, Μαλγάρων και Μακράς Γέφυρας.
Η Εκκλησία της Ηρακλείας που ιδρύθηκε από τον πρωτόκλητο Απόστολο Ανδρέα υπήρξε η πρωτεύουσα Μητρόπολη στη Θράκη και σ’ αυτήν υπαγόταν και η επισκοπή Βυζαντίου, η μετέπειτα Κωνσταντινούπολη. Στην Δ’ Οικουμενική Σύνοδο της Χαλκηδόνας το 451 η Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης ανυψώθηκε σε Νέα Ρώμη. Ο Μητροπολίτης Ηρακλείας όμως διατηρούσε το δικαίωμα να εγχειρίζει στον εκάστοτε Οικουμενικό Πατριάρχη την πατριαρχική ράβδο.
Στα πρώτα χρόνια της αρχιερατείας του στην Μητρόπολη Ηρακλείας ανεκόμισε και παρέδωσε σε Ουγγρική αντιπροσωπεία τα οστά του πρίγκιπα της Τρανσυλβανίας Φραγκίσκου του Β’, του Ρακότση και άλλων Ούγγρων εξορίστων κατά τις αρχές του ΙΗ’ αιώνος μετά την ειρήνη του Κάρλοβιτς, που ήταν θαμμένα στον περίβολο του ναού της Παναγίας της Ρευματοκράτειρας. Τότε τιμήθηκε από την Αυστριακή Κυβέρνηση με τον μεγαλόσταυρο του Φραγκίσκου Ιωσήφ.
Στην πενταετία 1902-1907 ο Μητροπολίτης Ηρακλείας Γρηγόριος με τη βοήθεια Ελλήνων διπλωματών κατάφερε να προφυλάξει την επαρχία του από τον κίνδυνο της Ουνίας, η οποία από τα μέσα του 19ου αι. είχε κάνει την εμφάνισή της στην περιοχή, όπως κι από τη δράση τω Βουλγάρων εξαρχικών.
Στη Ραιδεστό κατέθεσε τον θεμέλιο λίθο του κτιρίου του Θρακικού Φιλεκπαιδευτικού Συλλόγου το 1873, του κεντρικού παρθεναγωγείου «τα Θεοδωρίδεια», του κεντρικού Αρρεναγωγείου «Γεωργιάδειον», του Νηπιαγωγείου Κουρνάλειος «Γεωργιάδειον» και της μεγάλης αποθήκης στην αποβάθρα της πόλης.

 
Αγόρασε και επισκεύασε την οικία Γιάγκου και τη δώρισε ως Μητροπολιτικό μέγαρο στην κοινότητα Ραιδεστού, υπό τον όρο να δίνει ο εκάστοτε Μητροπολίτης στο σχολικό ταμείο 35 χρυσές λίρες κάθε χρόνο. Γι’ αυτό η ελληνική κοινότητα της Ραιδεστού είχε αναγράψει το όνομά του στον επίσημο κώδικά της και τον ανεκήρυξε Μεγάλο Ευεργέτη της.Επίσης ο Μητροπολίτης Γρηγόριος κατέθεσε χρήματα στην Εθνική Τράπεζα προς συντήρηση του δασκάλου της πατρίδας του Κουμβάου, η οποία ονόμασε της δημοτική σχολή της «Καλλίδειον». Στη Ραιδεστό μετά από πολυώδυνο και μαρτυρικό βίο είδε απελαυνομένους τους περισσότερους χριστιανούς της Θράκης.
Συνεργάστηκε με τους ομογενείς Αρμένιους, Τούρκους και Ιουδαίους, για να μη δεινοπαθήσει η Ραιδεστός και αξιώθηκε να υποδεχθεί στις 7 Ιουλίου του 1920 τον Ελευθερωτή Ελληνικό Στρατό της μεραρχίας της Σμύρνης και την επόμενη μέρα τον νεαρό βασιλιά Αλέξανδρο. Διετέλεσε πρώτο μέλος της θρακικής επιτροπής Ορθοδόξων, Μουσουλμάνων, Αρμενίων και Ιουδαίων, η οποία υπέβαλε την ευγνωμοσύνη της στον βασιλιά Αλέξανδρο και στην Κυβέρνηση Βενιζέλου και έλαβε μέρος στον εορτασμό των Εθνικών Επινικείων.
Μετέβη για δεύτερη φορά στην Αθήνα μετά τον θάνατο του βασιλιά Αλέξανδρου με τους πνευματικούς Αρχηγούς και Αντιπροσώπους των κοινοτήτων της Θράκης για την υποδοχή του Βασιλιά Κωνσταντίνου. Περιήλθε τη Θεσσαλία κα την Μακεδονία παροτρύνοντας και ενθαρρύνοντας την επάνοδο των εκεί προσφύγων Θρακών στις πατρίδες τους, σε συνεννόηση με τον υπουργό περιθάλψεως. Πήρε μέρος στη Σύνοδο Ιεραρχών Παλαιών και Νέων Χωρών το 1921, στην οποία προήδρευσε έχοντας τα πρεσβεία έναντι όλων των Συνέδρων.
Τέλος, παρά την προχωρημένη ηλικία του, συνέχισε εργαζόμενος ακούραστα στη θρακική έπαλξη για την πνευματική κατάρτιση του ποιμνίου του συναπολαμβάνοντας με αυτό τη δωρηθείσα ελευθερία της Θράκης.
Τις δόξες όμως αυτές και τις τιμές ήλθε να αφανίσει η μαύρη συμφορά, ο χαλασμός του 1922, που ξερίζωσε τον προαιώνιον ελληνισμόν της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης από τις πατρογονικές εστίες. Έτσι ο Μητροπολίτης Γρηγόριος με την προσφυγική ράβδο σαν άλλος Μωυσής, μεγαλόψυχος παρήγορος του εκτοπιζομένου ποιμνίου του, τους οδήγησε με ασφάλεια στην Ελλάδα.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του τα πέρασε στη Θεσσαλονίκη σχολάζων, χωρίς να θελήσει να αναλάβει νέα Μητρόπολη.
Στις 12 Απριλίου (Κυριακή των Βαΐων) του 1925 ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Γεννάδιος Αλεξιάδης και η κοινότητα της Θεσσαλονίκης τίμησαν τον Μητροπολίτην Γρηγόριο με αφορμή τη συμπλήρωση πενήντα ετών θεοφιλούς κα εθνωφελούς αρχιερατείας. Μετά από πανηγυρική Θεία Λειτουργία ακολούθησε αυτή η σεμνή τελετή στον Άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχου Κωνσταντίνου, Μητροπολιτών του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Αυτοκέφαλης Εκκλησίας της Ελλάδος, εκπροσώπων του Αγίου Όρους και του ελληνικού κράτους στρατιωτικών και τοπικών αρχόντων.
Το περιοδικό «Γρηγόριος ο Παλαμάς» αφιέρωσε τον θ’ τόμο του (1925) στον Μητροπολίτη Γρηγόριο Καλλίδη με αφορμή τη συμπλήρωση του Ιωβηλαίου της αρχιερατείας του.
Ο Μητροπολίτης Γρηγόριος, Αρχιεπίσκοπος Ηρακλείας και Ραιδεστού, μετά από σύντομη ασθένεια, άφησε την τελευταία του πνοή τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 23 Ιουλίου του 1925. Η εξόδιος ακολουθία του έγινε με περισσή μεγαλοπρέπεια από τον Μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Γεννάδιο, τον Καμπανίας Διόδωρο, τον Απολλωνιάδος Ιωακείμ και τον Κασσανδρείας Ειρηναίο στον Ιερό Ναό της Αγίας Σοφίας Θεσσαλονίκης. Παρέστησαν επίσης οι Μητροπολίτες Σερρών Κωνσταντίνος και Σιδηροκάστρου Νεόφυτος, ο Αρμένιος επίσκοπος, εκπρόσωπος της Αρχιρραβινείας, πλήθος επισήμων και ο πιστός του Θεού λαός. Η σορός του με πομπή κατέληξε στο νεκροταφείο της Ευαγγελιστρίας, όπου κηδεύτηκε δημοσία δαπάνη.
Στις 20 Οκτωβρίου 1979 ο Παναγιώτατος Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης κυρός Παντελεήμων ο Β’ έκανε την ανακομιδή των ιερών λειψάνων του, τα οποία βρέθηκαν να ευωδιάζουν και να επιτελούν από τότε πλήθος θαυμάτων.
Μετά από ενέργειες του Παναγιωτάτου Μητροπολίτου Θεσσαλονίκης κυρού Παντελεήμονος του Β’ στην Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και το Οικουμενικό Πατριαρχείο έγινε με πατριαρχική και συνοδική πράξη στις 22 Μαΐου 2003 η επίσημη κατάταξη του Αγίου Γρηγορίου στο αγιολόγιο της κατά Ανατολάς Ορθοδόξου Εκκλησίας και ορίσθηκε ημέρα μνήμης του η 25η Ιουλίου (ημέρα κοιμήσεώς του) και η 20η Οκτωβρίου (επέτειος της ανακομιδής του) ως δεύτερη εορτή του.
Την Πατριαρχική και Συνοδική Πράξη εκόμισε ο ίδιος ο Οικουμενκός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος ο Α’ με πατριαρχική συνοδεία, ο οποίος προέστη και στην ακολουθία – δοξολογία της κατατάξεως του Αγίου Γρηγορίου στο αγιολόγιο της Εκκλησίας μας, στον Ιερό Ναό του Αγίου Δημητρίου στις 29 Μαΐου 2003.
 
ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ
Μοναδική πηγή που διασώζει το Μαρτύριο και την ακολουθία του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου είναι το αθωνικό χειρόγραφο 347 της μονής Διονυσίου. Πρόκειται για ένα κείμενο γραμμένο σε λόγια γλώσσα και κατά πάσα πιθανότητα αυτόγραφο έργο του ανωνύμου συντάκτη του Μαρτυρίου, χρονολογούμενο μεταξύ του τέλους του 17ου και των αρχών του 18ου μ.Χ. αιώνος.
Σύμφωνα με το Μαρτύριό του ο Κύριλλος , το κοσμικό όνομα του οποίου ήταν Κυριακός, γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1544 μ.Χ., κατά την περίοδο της βασιλείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν. Ο πατέρας του ονομαζόταν Πέιος, καταγόταν από την επαρχία Πελαγονίας και διέμενε με την οικογένεια του στην περιοχή της ακροπόλεως της Θεσσαλονίκης.
Σε ηλικία δέκα ετών ο Κυριακός έμεινε ορφανός, με αποτέλεσμα να αναλάβουν την κηδεμονία του δύο θειοι του, συγγενείς της μητέρας του, εκ των οποίων ο ένας ήταν μωαμεθανός. Τελικά ο μωαμεθανός θειος του, ανέλαβε αποκλειστικά την κηδεμονία του και τον έστειλε σε κάποιον επίσης μωαμεθανό βυρσοδέψη για να μάθει κοντά του να εξασκεί αυτό το επάγγελμα.
Ωστόσο ο Κυριακός, ακλουθώντας τις συμβουλές του άλλου θείου του, ο οποίος ήταν ευσεβής χριστιανός, αποφάσισε να εγκαταλείψει κρυφά το μωαμεθανό κηδεμόνα του και να ακολουθήσει κάποιους αγιορείτες μοναχούς, που κατά αγαθή συγκυρία βρίσκονταν εκείνη την εποχή στη Θεσσαλονίκη. Σε ηλικία 14 ετών ο Κυριακός έφθασε στο Άγιο Όρος και εκάρη μοναχός στη μονή Χελανδαρίου, λαμβάνοντας το μοναχικό όνομα Κύριλλος.
Ο Κύριλλος, επειδή ήταν μικρός στην ηλικία και δεν επιτρεπόταν η διαμονή του στη Μονή, ασκήτευσε επί οκτώ έτη σε κάποιο χελανδαρινό μετόχι και σε ηλικία 22 ετών ταξίδεψε μαζί με άλλους δύο χελανδαρινούς μοναχούς στη Θεσσαλονίκη, όπου συνάντησε το χριστιανό θειο του. Κατερχόμενος από την περιοχή της Ακροπόλεως προς το λιμάνι της Θεσσαλονίκης μαζί με τον εξάδελφό του - γιο του χριστιανού θείου του -, συνάντησε τυχαία το μωαμεθανό κηδεμόνα του, ο οποίος παρά την παρέλευση πολλών ετών, αναγνώρισε τον Κύριλλο. Φώναξε αμέσως και άλλους μουσουλμάνους για να συλλάβουν τον Κύριλλο με την κατηγορία ότι, ενώ πριν είχε ασπαστεί το μωαμεθανισμό, στη συνέχεια τον αρνήθηκε και εξόμωσε.
Ο Κύριλλος οδηγήθηκε αμέσως στον Τούρκο δικαστή της Θεσσαλονίκης, ο οποίος επιχείρησε να τον πείσει να εγκαταλείψει τη χριστιανική πίστη και να ασπαστεί το μωαμεθανισμό. Όταν διαπίστωσε πως η προσπάθειά του δεν επέφερε κανένα αποτέλεσμα, διέταξε να τον οδηγήσουν στη φυλακή σκοπεύοντας να εκφέρει την απόφαση του την επόμενη μέρα.
Την άλλη ημέρα ο Κύριλλος οδηγήθηκε και πάλι στο δικαστή, ο οποίος προσπάθησε για δεύτερη φορά να τον μεταπείσει με υποσχέσεις η με απειλές, αλλά όταν διαπίστωσε ότι η προσπάθειά του ήταν μάταιη, τον καταδίκασε σε θάνατο δια πυρός. Ο Κύριλλος οδηγήθηκε από το εξαγριωμένο πλήθος των φανατισμένων τούρκων και των δημίων του στον τόπο της καταδίκης του, στο παλαιό βυζαντινό Ιπποδρόμιο της πόλεως, κοντά στο ναό των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης, ο οποίος μνημονεύεται στο συναξάριο της Ακολουθίας του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου για πρώτη φορά.
Ο Τούρκος ύπαρχος επιχείρησε για τελευταία φορά, όπως συνηθιζόταν, να μεταπείσει τον Κύριλλο, προσφέροντάς του υλικές ανέσεις και απολαύσεις, αλλά ο Κύριλλος της αρνήθηκε, λέγοντας πως για αυτόν μοναδικός πλούτος ήταν ο Χριστός. Κατόπιν τούτων ο έπαρχος έδωσε εντολή στους δημίους να ρίψουν τον Κύριλλο στην πυρά, η οποία αποτέφρωσε το σώμα του στις 6 Ιουλίου του 1566 μ.Χ.
Ιδιαίτερα αξιόλογη είναι η τελευταία πληροφορία που παρέχει το συναξάριο του Οσιομάρτυρος Κυρίλλου:
«Επεί γαρ ήμελλε τη φλογί δαπανηθήναι το σύνολον, κυνών οστά τεθνηκότων εγείραντες, έστι δε και ους θνησιμαίους, τη πυρά εναπέρριψαν ένθεν τοι το μεν του μάρτυρος σώμα τω πυρί καταναλωθέν, ωσεί σποδός εγένετο...».
Τη μαρτυρία αυτή επιβεβαίωσε η ανακάλυψη μίας πήλινης λάρνακας, η οποία περιείχε υπολείμματα οστών και υφάσματος αναμειγμένα με τέφρα, και βρέθηκε στα θεμέλια του παλαιού ναού των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης της Πλατείας Ιπποδρομίου το 1972 μ.Χ., μετά την κατεδάφισή του για την ανέγερση του νέου ναού στη θέση του. Ο συνδυασμός του σημαντικού αυτού ευρήματος με τη μαρτυρία του Συναξαρίου, συγκλίνει καθοριστικά στην απόδοσή του στον Οσιομάρτυρα Κύριλλο το Θεσσαλονικέα.


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΚΑΛΟΚΤΕΝΗΣ



Κατά τον μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας «δια να μάθη τις τον βίον ανθρώπου παλαιοτέρας εποχής, πρέπει να γνωρίσει την κοινωνικήν και πολιτικήν κατάστασιν των χρόνων εκείνων, να γνωρίζη τον τρόπον της ζωής των τότε ανθρώπων, την χώραν, εις την οποίαν εκείνος έζησε, και επί τούτων στηριζόμενος ως επί ασφαλών θεμελίων να μελετήση και περιγράψη τον βίον του προσώπου».
Αυτό ισχύει πολύ περισσότερο για τη ζωή και τη δράση του Αγίου Ιωάννη Καλοκτένη. Η εποχή στην οποία έζησε ο Άγιος (12ος αιώνας μ.Χ.) χαρακτηρίζεται από σοβαρά ιστορικά γεγονότα και κοινωνικές ανακατατάξεις όχι μόνο στην περιοχή της Βοιωτίας, αλλά και σε ολόκληρη τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία από τα βόρεια σύνορά της μέχρι τα ακρότατα, τα νοτιότατα σύνορα. Η Αυτοκρατορία επί βασιλείας Μανουήλ Α’ του Κομνηνού απειλείται από παντού από εχθρούς οι οποίοι οραματίζονται τον πλούτο του κράτους. Οι Νορμανδοί με τον βασιλιά τους Ρογήρο κατέρχονταν προς τα νότια και απειλούσαν τις ακραίες περιοχές του Βυζαντίου. Οι πρώτοι Σταυροφόροι εγκαθιδρυμένοι από πολλά χρόνια στην περιοχή των Ιεροσολύμων απειλούνταν από τους Σαρακηνούς και ζητούσαν βοήθεια από τη Δύση την οποία και έδωσαν οι βασιλείς της Γαλλίας Λουδοβίκος Ζ’ και της Γερμανίας Κονράδος Γ’. Ταυτόχρονα οι Νορμανδοί εισβάλλουν στην Ελλάδα, καταλαμβάνουν την Κέρκυρα, περιπλέουν την Πελοπόννησο, λεηλατούν την Αιτωλοακαρνανία, εισπλέουν στον Κορινθιακό και μέσω της Κρίσας (σημερινό Χρυσό) επιτίθενται εναντίον των Θηβών.
Η Θήβα την εποχή εκείνη είχε μεγάλη ακμή. Ήταν σπουδαίο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο. Φημισμένα ήταν τα μεταξουργεία των Θηβών. Η πόλη κατείχε τα πρωτεία στη Στερεά Ελλάδα και ήταν πρωτεύουσά της. Εκεί είχε την έδρα του ο μητροπολίτης Θηβών ο οποίος έφερε τον τίτλο: « Έξαρχος πάσης Βοιωτίας».
Στην πόλη αυτή επέδραμαν οι Νορμανδοί, την βρήκαν ανυπεράσπιστη, επειδή τα βασιλικά στρατεύματα φρόντιζαν την Κωνσταντινούπολη και την κατέλαβαν. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του γνωστού μας ιστορικού Παπαρηγόπουλου: «Χρυσός, άργυρος, πολύτιμοι λίθοι, τα πάντα απήχθησαν, εμπορικαί αποθήκαι, ιδιωτικαί οικίαι, ιεροί ναοί, τα πάντα εγυμνώθησαν και έπειτα πάντες οι πολίται ηναγκάσθηκαν να ομόσωσιν ότι ουδέν απέκρυψαν των πολύτιμων πραγμάτων, και ουδέ τούτο ήρκεσεν, αλλά πολλοί ηχμαλωτεύθησαν και άντρες και γυναίκες, και μάλιστα όσοι εφημίζοντο ως επιδέξιοι μεταξουργοί». Την ίδια εποχή λεηλατήθηκαν η Εύβοια, η Κόρινθος και Αθήνα.
Κάτω από αυτές τις συνθήκες γεννήθηκε στα μέσα του 12ου αιώνα στην Κωνσταντινούπολη από γονείς ευγενείς (τον Κωνσταντίνο Καλοκτένη και τη σύζυγό του Μαρία) ο Ιωάννης. Παιδί προσευχής (μιας και οι γονείς του ήταν για χρόνια άτεκνοι) ο Ιωάννης αφιερώθηκε από τη σύλληψή του ακόμα, από τους γονείς του στην Εκκλησία. Ανατράφηκε με επιμέλεια από τη μητέρα του η οποία φρόντισε να λάβει ο Ιωάννης την απαιτούμενη μόρφωση. «Από μαθήσεως εις μάθησιν προβαίνων ο Άγιος, χάρις εις την μεγάλην αυτού επιμέλειαν και ευφυϊαν, εγένετο πρότυπο αληθούς μαθητού».
Δωδεκαετή τον παρέδωσε ο πατέρας του στον Μέγα Δομέστικο της Βυζαντινής αυλής, στον αρχηγό των στρατιωτικών, προκειμένου να τον εκπαιδεύσει στα στρατιωτικά. Όμως η κλίση του προς ην Εκκλησία παρά προς τον στρατό, η επίδραση της μητέρας του, αλλά και η ευχή που είχαν κάνει οι γονείς του, υποχρέωσαν τον Μέγα Δομέστικο να τον κατατάξει στην τάξη των ιερομόναχων.
 Έκτοτε ο Ιωάννης άρχισε να προετοιμάζεται με περισσότερη δραστηριότητα για το υψηλό αξίωμα. Από πολύ μικρή ηλικία έδειξε την κλίση του στα γράμματα. Σπούδασε «τα ιερά γράμματα», ρητορική, φιλοσοφία άλλες «θύραθεν επιστήμες». Λόγω της μεγάλης ευσέβειας και της αγάπης του προς την Θεοτόκο αξιώθηκε να ακούσει τη φωνή εκείνης όταν κάποια μέρα διάβαζε τους χαιρετισμούς : «Χαίρε νύμφη ανύμφευτε», « Χαίροις και εσύ των Θηβών προστάτα» ήταν η συνομιλία.
Εν τω μεταξύ η εκκλησιαστική κατάσταση στην πόλη των Θηβών ήταν απελπιστική. Ο μητροπολίτης Θηβών από τη μεγάλη λύπη για την κατάσταση αυτή και λόγω των καταπιέσεων των Νορμανδών πέθανε. Ο νέος μητροπολίτης που εκλέγεται στην Κωνσταντινούπολη πεθαίνει καθ’ οδόν. Το Πατριαρχείο δεν είχε λάβει σοβαρά υπόψη την κατάσταση της Θήβας. Κάτω όμως από την πίεση των Θηβαίων επέλεξε ως καταλληλότερο πρόσωπο για την έδρα πάσης Βοιωτίας τον Ιωάννη, ο οποίος μόναζε σε μονή της Κωνσταντινούπολης. Ο ήδη εκλεγμένος από τη Θεοτόκο προστάτης των Θηβών δεν μπορούσε να αρνηθεί την εκλογή και τη χειροτονία του ως μητροπολίτη.
Η εκλογή αυτή χαροποίησε τους Θηβαίους και τους έδωσε δυνάμεις και ελπίδες. Ο Άγιος Ιωάννης υπήρξε άνθρωπος του πνεύματος και της δράσης. Όχι μόνο ανακούφιζε τους πτωχούς πιστούς της επαρχίας του με την ελεημοσύνη του, αλλά αγωνίσθηκε και έδωσε ώθηση στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Βρήκε κατεστραμμένη την περιοχή και την πόλη και για αυτό ξεκινά αμέσως το δύσκολο έργο του. Και πράγματι με την είσοδό του ο Άγιος στην πόλη άρχισε αμέσως να εργάζεται για την επιτυχία της. Τα εμπόδια ήταν πολλά. Από τη μία οι Νορμανδοί είχαν αφανίσει κάθε ίχνος πλούτο από την περιοχή, από την άλλη 2.000 Εβραίοι, οι οποίοι είχαν καταφθάσει, προσπαθούσαν να αλλοιώσουν το φρόνημα των Θηβαίων προσφέροντας δουλειά και χρήματα. Η απουσία υλικών αγαθών και η διάβρωση της χριστιανικής πίστης ήταν δύο μέτωπα εναντίον των οποίων έπρεπε να εργασθεί ο Άγιος. Η ανέγερση του ναού της Θεοτόκου, με χρήματα από την πατρική του περιουσία, η διδασκαλία του, η διαρκής ελεημοσύνη και βοήθεια έκανε αρκετούς Εβραίους και Αρμένιους να ασπαστούν την χριστιανική πίστη, ο δε πιστός λαός του έδωσε το όνομα του Νέου Ελεήμονος.
Εκτός από αυτά ο Άγιος έκανε πολλά έργα κοινής ωφέλειας στην πόλη. Η εκτροπή του ποταμού Ισμήνου προσέφερε στην πεδιάδα των Θηβών, αλλά και στα προάστια γονιμότητα και δύναμη, θέτωντας σε λειτουργία υδρόμυλους και θεμελίωσε υδραγωγεία. Το ποτάμι αυτό πήρε αργότερα το όνομα Αγιάννης. Στο σημείο της εκτροπής, οι Θηβαίοι, έκτισαν ναό προς τιμήν του Αγίου, ερείπια του οποίου σώζονται μέχρι και σήμερα.
Κατασκεύασε γέφυρες διευκολύνοντας τη διέλευση των ανθρώπων. Ονομαστή η «Ιωννιάδα» του (κατά μίμηση της Βασιλειάδας).  Ίδρυσε γηροκομείο, πτωχοκομεία, σχολεία και νοσοκομεία, τόσο χρήσιμα έργα για την εποχή εκείνη. Σαν άλλο δε υπουργείο Περιβάλλοντος ο Άγιος με τη μεταφορά των υδάτων στην πόλη φρόντισε για τη δεντροφύτευση ιδιαίτερα μουριών κατάλληλων για τη σηροτροφία.
Όλα τα έργα τα επέβλεπε καθημερινά προσωπικώς. Ρηξικέλευθο έργο του ο Παρθενώνας μια σχολή γυναικών όπου μάθαιναν γράμματα και τέχνες.
«Δεν άφησε το πλοίον εις την διάκρισιν των ανέμων και της τρικυμίας, αλλ’ ως επιδέξιος κυβερνήτης προεφύλλατε τούτο από πάσης επικίνδυνου πορείας, ίνα μη επιπίπτουν εις τους βράχους συντριβή» σημειώνει ο Συναξαριστής.
Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι ο Άγιος τη δύσκολη εκείνη εποχή όχι μόνο έσωσε την πόλη από ολοσχερή καταστροφή, τέτοιας που ούτε τα θεμέλιά της δεν θα βρίσκαμε σήμερα, αλλά και την ανύψωσε σε θέση περιωπής και την κατέστησε μεγάλο εμπορικό και βιομηχανικό κέντρο. Γι αυτό και οι Θηβαίοι όσο ακόμα ζούσε ο Άγιος τον είχαν ανακηρύξει προστάτη τους.
Έλαβε μέρος στη Σύνοδο της Κωνσταντινούπολης το 1166 επί αυτοκράτορος Μανουήλ Κομνηνού. Από τα πρακτικά της Συνόδου φαίνεται η θεολογική εμβρίθεια του Αγίου. Μετά την ειρηνική κοίμησή του μεταξύ 1182 και 1193 και την αναγνώριση της αγιότητάς του, ανήγειραν μεγαλοπρεπή ναό όπου κατέθεσαν τα λείψανά του. Ο ναός αυτός σήμερα δεν σώζεται. Στα θεμέλιά του κτίστηκε στα τέλη του περασμένου αιώνα περικαλλής ναός ο οποίος και σώζεται μέχρι τις μέρες μας. Υπάρχουν φήμες πως τα τίμια και χαριτόβρυτα λείψανά του βρίσκονται στην Ιταλία. Μέχρι σήμερα διατηρείται η ανάμνηση των έργων υποδομής του Αγίου μεταξύ των κατοίκων των Θηβών, και της γύρω περιοχής.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 29 Απριλίου.


ΑΓΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΣ Ο ΑΜΟΡΓΙΝΟΣ ΚΑΙ ΟΙ 5 ΜΑΡΤΥΡΕΣ
Βιογραφία
Υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες που διασώζονται για τους πέντε αυτούς μάρτυρες. Σύμφωνα με τα έγγραφα της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου και την τοπική παράδοση, οι πέντε μοναχοί της Μονής που έζησαν και εργάστηκαν στο νησί των Λειψών δολοφονήθηκαν κατά τον 16ο και 17ο μ.Χ. αιώνα από πειρατές ή Τούρκους.
Το 1558 μ.Χ. δολοφονείτε ο μοναχός Νεόφυτος ο Αμοργινός («ἀφνη΄ ἐφονεύθη ὑπὸ τῶν ἀγαρηνῶν εἰς τὸν λειψὸν νεόφυτος μοναχὸς ὁ ἀμοργίνος»).
Το 1561 μ.Χ. δολοφονείτε ο Μοναχός Ιωνάς («αφξα΄ φεβρουαρίου κη΄ ἐφονεύθη εἰς τὸν λειψὸν ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἰωνὰς μοναχός, ὁ λέριος») (βλέπε και 28 Φεβρουαρίου).
Το 1609 μ.Χ. δολοφονείτε ο μοναχός Νεόφυτος ο Φαζός («[1609] τῷ αὐτῷ ἔτει ἔπιασαν οἱ λεβέντες [οἱ πειρατὲς] εἰς τὸν λειψόν, τὸν ἐν μοναχοῖς νεόφυτον τὸ φαζόν, καὶ ἐφόνευσαν αὐτὸν διὰ σκεπάρνου καὶ ἀρχίσαμεν το μνημόσυνον καὶ τὴν ἔξοδον αὐτοῦ, δεκεμβρίου 8»).
Το 1635 μ.Χ. δολοφονείτε ο Ιωνάς ο Νισύριος («[1635] τῷ αὐτῷ μηνὶ ἀπριλλῷ ἐπίασεν ὁ μπεκὴρ πασιᾶς τὸν ἐν μοναχοῖς ἰωνὰν τὸν γαρμπὴν τὸν ἐκ νησύρου καὶ ἔδειρεν αὐτόν, ὁποῦ ἀπέθανεν ἀπὸ τὸν δαρμὸν καὶ ἔθαψάν τον εἰς τον λειψόν»).
Το 1696 μ.Χ. δολοφονείτε ο μοναχός Παρθένιος («1696 ἐκοιμήθη ὁ ἁγιώτατος ἐν μοναχοῖς παρθένιος, αὖ τὴν φιλιπόπολιν, ἀναχωρητὴς εἰς τῶν ἀγρίων τὸ νερὸν ὁ θάνατος αὐτὸς μὲ καμάκιον, ἐτρυπίθη εἰς λεμὸν καὶ ὀ ἀφέντης ὀ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύσει»).
Την Ακολουθία τους συνέταξε ο δόκιμος Υμνογράφος Δρ. Χαράλαμπος Μπούσιας, την οποία εξέδωσε το 1999 μ.Χ., με όσα βιογραφικά στοιχεία μπορούσε να συλλέξει, ο Εφημέριος της Λειψούς και αδελφός της Μονής μας, Αρχιμανδρίτης Νικηφόρος Κουμουνδούρος.
Το Οικουμενικό Πατριαρχείο με την υπ’ αριθ. πρωτ. 693/2002 Πράξη ανακήρυξε τους πέντε ασκητές «μετὰ τῶν Ὁσίων καὶ Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας, τιμώμενοι παρὰ τῶν πιστῶν καὶ ὕμνοις ἐγκωμίων γεραιρόμενοι κατ’ ἔτος τῇ πρώτῃ μετὰ τὴν ι΄ Ἰουλίου Κυριακὴ».

ΟΣΙΟΣ ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΙΕΡΙΣΣΟΥ
Ο Όσιος και Θεοφόρος Μακάριος έζησε κατά τους χρόνους των αυτοκρατόρων Μεγάλου Κωνσταντίνου (324-337 μ.Χ.), Θεοδοσίου (379-395 μ.Χ.) και Αρκαδίου (395-408 μ.Χ.). Ήταν ο πρώτος, κατά πάσα πιθανότητα, Επίσκοπος Ιερισσού της Χαλκιδικής και θεωρείται κτήτορας του ναού του Αγίου Στεφάνου της μονής Κωνσταμονίτου του Αγίου όρους.
Κατά τα πρώτα χρόνια της επισκοπικής του διακονίας, συναντήθηκε με τον Μέγα Κωνσταντίνο, ο οποίος επιζητούσε να κτίσει τη Νέα Ρώμη κοντά στον Ακάνθιο ισθμό, που κείται κοντά στην Ιερισσό και το Άγιο Όρος. Με την σοφία των λόγων του έπεισε τον βασιλέα να μην προχωρήσει στην υλοποίηση των σχεδίων του και έτσι διέσωσε το φιλήσυχο της περιοχής και μάλιστα το Άγιον Όρος.
Επί Ιουλιανού του Παραβάτου ο Άγιος καταδιώχθηκε και κατέφυγε στον Άθωνα. Θεωρείται δε δεύτερος κτήτορας της μονής Κωνσταμονίτου.
Ο Όσιος Μακάριος κοιμήθηκε οσίως με ειρήνη επί της βασιλείας του Αρκαδίου (395-408 μ.Χ).


ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΘΕΡΟΥΣΙΩΝ
 Άγιος Μάρκος ήταν επίσκοπος Αρεθουσίων (Η Αρέθουσα είναι οικισμός στα ανατολικά του Νομού Θεσσαλονίκης) και ήκμασε στα χρόνια του Μέγα Κωνσταντίνου, του βασιλέως Κωνσταντίου (337-361 μ.Χ.) και του Ιουλιανού του Παραβάτου (361 – 363 μ.Χ.).
Το 341 μ.Χ. συμμετείχε στην Σύνοδο της Αντιόχειας. Στα Πρακτικά μάλιστα αυτής, διασώζεται «Ἔκθεσις Πίστεως Μάρκου Ἀρεθουσίων». Το επόμενο έτος συμμετείχε στην αντιπροσωπεία Επισκόπων, η οποία μετέβη στα Τρέβηρα για να συναντήσει τον αυτοκράτορα Κώνσταντα. Το 343 μ.Χ. έλαβε μέρος στην Σύνοδο της Φιλιππουπόλεως και το 351 μ.Χ. στην Σύνοδο του Σιρμίου, η οποία καταδίκασε τον Φωτεινό, Επίσκοπο Σιρμίου, ως οπαδό του αιρετικού Επισκόπου Αγκύρας, Μαρκέλλου. Τον συναντάμε, επίσης, στην Σύνοδο της Σελευκείας της Ισαυρίας, το 358 μ.Χ.
Μια μέρα, κινούμενος από θείο ζήλο, γκρέμισε ένα ναό των ειδώλων και τον έκανε εκκλησία. Όταν όμως ανέλαβε αυτοκράτωρ ο Ιουλιανός ο Παραβάτης, συνέλαβε το Μάρκο (363 μ.Χ.), διότι γκρέμισε τον ειδωλολατρικό ναό. Τότε οι στρατιώτες, αφού τον γύμνωσαν και τον μαστίγωσαν αλύπητα, τον έριξαν μέσα σε χαντάκια με βρώμικο νερό. Μετά τον έβγαλαν από 'κει, και τον παρέδωσαν σε μικρά παιδιά, να τον τρυπούν με βελόνες. Έπειτα, έβρεξαν το σώμα του με άλμη. Κατόπιν τον άλειψαν με μέλι και τον κρέμασαν ανάποδα στον ήλιο, για να είναι τροφή στις μέλισσες και στις σφήκες. Όλα αυτά τα βάσανα ο Μάρκος τα υπέστη με ανδρεία και πολλή υπομονή. Οπότε, βλέποντας οι ειδωλολάτρες αυτή την ανδρεία και μεγαλοψυχία του γέροντα Μάρκου, έγινε στις ψυχές τους μέγα θαύμα. Αφού τον κατέβασαν από 'κει που τον είχαν κρεμασμένον, μετενόησαν, έγινε διδάσκαλος τους και έμαθαν απ' αυτόν την αληθινή πίστη.
Ο Άγιος Μάρκος κοιμήθηκε με ειρήνη.
Επί Ιουλιανού του Παραβάτη (363 μ.Χ.) έλαμψε και ο Διάκονος Κύριλλος, καύχημα της Εκκλησίας της Φοινίκης. Επειδή στάθηκε αμετακίνητος στη χριστιανική ομολογία και κήρυττε κατά των ειδώλων, κίνησε τη μανία των ειδωλολατρών, οι όποιοι με ξίφη άνοιξαν την κοιλιά του και χύθηκαν τα σπλάχνα του.
Με τον ίδιο θάνατο τελείωσαν τη ζωή τους και αρκετές παρθένες γυναίκες στην Ασκάλωνα και τη Γάζα, καθώς και μερικοί ιερωμένοι, των οποίων η μνήμη συνεορτάζεται την ήμερα αυτή.


ΑΓΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΜΑΔΥΤΟΥ
Ο Όσιος Ευθύμιος γεννήθηκε στους Επιβάτες της Θράκης στις αρχές του 10ου αιώνα μ.Χ. Αδελφή του κατά σάρκα ήταν η Οσία Παρασκευή η Επιβατηνή (τιμάται 14 Οκτωβρίου). Όταν πέθανε ο πατέρας του Νικήτας, η μητέρα του τον οδήγησε σε μονή της Κωνσταντινουπόλεως, όπου παρέμεινε επί τριάντα χρόνια και διέπρεψε στους πνευματικούς αγώνες. Ο Άγιος όμως αγαπούσε την ησυχία. Για το λόγο αυτό έφυγε από τη μονή και ασκήτεψε σε ερημική περιοχή ως ερημίτης.
Ο θεοφιλής βίος του τον ανέδειξε οικονόμο των μυστηρίων του Θεού. Χειροτονήθηκε διάκονος από τον τότε Επίσκοπο Περίνθου, ακολούθως δε Πρεσβύτερος από άλλον Επίσκοπο. Τέλος αναδείχθηκε Επίσκοπος της Μαδύτου του Ελλησπόντου, διακρινόμενος για την ακάματη άσκηση της αρετής και την εξαίρετη ποιμαντορική του ικανότητα. Ο Θεός του χάρισε το δώρο της θαυματουργίας και κατά την διάρκεια της ζωής του επιτελούσε πλήθος θαυμάτων και θεράπευε λεπρούς και κωφάλαλους.
Η φήμη του Αγίου ανδρός έφθασε μέχρι το παλάτι και τον αυτοκράτορα Βασίλειο Β' (976 - 1025 μ.Χ.), ο οποίος επισκέφθηκε τον Άγιο Ευθύμιο στη Μάδυτο. Εκεί ο Άγιος προφήτευσε τη νίκη του βασιλέως εναντίον του Βάρδα Φωκά το 989 μ.Χ.
Ο Άγιος Ευθύμιος κοιμήθηκε με ειρήνη μεταξύ των ετών 989 - 996 μ.Χ. Κατά την οσιακή κοίμησή του ο τάφος του ανέβλυσε μύρο, ως απόδειξη της αγιότητος του βίου του, και πολλοί ασθενείς θεραπεύθηκαν. Γι' αυτό και επονομάσθηκε Μυροβλύτης.
Μετά τον όσιο θάνατο του, δοξάστηκε από τον Θεό να κάνει θαύματα. Τα οποία γνωρίζουμε από το εγκώμιο προς αυτόν του Γεωργίου Κυπρίου, μετέπειτα Πατριάρχη Κωνσταντινούπολης, που έγραψε με αίτηση του Αθηνών Μελετίου, που προήδρευε τότε της Εκκλησίας Μαδύτου και Κοίλης.

ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΑ
Η Αγία Ακυλίνα καταγόταν από το χωριό Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης και ανατράφηκε από γονείς ευσεβείς. Ο πατέρας της όμως, σκότωσε ένα Τούρκο, μετά από φιλονικία μαζί του. Για ν' αποφύγει την τιμωρία του θανάτου, δέχτηκε τον μουσουλμανισμό. Αλλά η μητέρα της έμεινε σταθερή στον Χριστό και κάθε μέρα δίδασκε στην Ακυλίνα την αρετή και την πίστη. Παρά τις επίμονες προσπάθειες του πατέρα της και τις απειλές των Τούρκων, η Ακυλίνα δεν αρνήθηκε τον Χριστό. Όταν την οδηγούσαν στο μαρτύριο την ακολουθούσε και η μητέρα της, που την παρότρυνε σ' αυτό. Η Ακυλίνα ήλεγχε με θάρρος τους Τούρκους και τη θρησκεία τους, με αποτέλεσμα να πεθάνει μαρτυρικά, μετά από πολυήμερο ραβδισμό, στις 27 Σεπτεμβρίου 1764 μ.Χ. σε ηλικία 19 ετών.
Κανείς δεν γνωρίζει που εναπόθεσαν οι συντοπίτες της το τίμιο λείψανο της. Λέγεται πως οι Τούρκοι θέλησαν ακόμη και νεκρή να την κάνουν δική τους , γι' αυτό και διέταξαν να την θάψουν στο τούρκικο νεκροταφείο που ήταν κοντά στο τζαμί για να ικανοποιήσουν έτσι τον άσβεστο εγωισμό τους. Έτσι κι έγινε. Το θεόσταλτο όμως φώς , που σαν άστρο κατέβηκε από τον ουρανό και στάθηκε πάνω από τον τάφο της , ήταν το σημείο που υποχρέωσε τους χριστιανούς συμπατριώτες της να κλέψουν το σώμα της και να το ενταφιάσουν κάπου όπου θα ήταν ασφαλές. Κατά την παράδοση , τα ονόματα των τολμηρών αυτών ανθρώπων ήταν Τσόπλας , Καλημέρης και Μπούκλας , οι οποίοι λέγεται πως έκαναν όρκο να μην μαρτυρήσουν ποτέ σε κανέναν το μυστικό , γιατί θα υπήρχε ο φόβος να βρεθεί το άγιο λείψανο της στα χέρια των Τούρκων. Χριστιανοί πολλοί έχουν φύγει έκτοτε από τη ζωή με τον καημό να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα της. Σήμερα έχει χτιστεί προς τιμήν της περικαλλής και μεγαλοπρε¬πής Ιερός Ναός ο οποίος, όμως, παραμένει ελλιπής χωρίς την ευλογία των αγίων της λειψάνων.
Η μνήμη της Αγίας Ακυλίνας τιμάται από το 1957 μ.Χ. στις 27 Σεπτεμβρίου, ημέρα της τελειώσεώς της. Μέχρι τότε η Ακυλίνα εορταζόταν στις 24 Απριλίου. Αιτία αυτής της εορτολογικής μετατοπίσεως ήταν το ότι οι κάτοικοι του Ζαγκλιβερίου ήθελαν να συνδέσουν τις δύο μεγάλες πανηγύρεις του χωριού τους, του Αγίου Γεωργίου, στο όνομα του οποίου τιμώνταν ο κεντρικός ναός του χωριού, και της Αγίας τους. Από το 1957 μ.Χ. όμως η Ακυλίνα άρχισε να εορτάζεται πλέον στις 27 Σεπτεμβρίου, ενώ από το 1984 μ.Χ. και μετά, που συστήθηκε και δεύτερη ενορία στο χωριό, της Αγίας Ακυλίνας, και άρχισε η ανοικοδόμηση μεγαλοπρεπέστατου ναού προς τιμήν της, η μνήμη της και η εορτή της μετατοπίσθηκαν επισήμως την 27η Σεπτεμβρίου.
Σε κάποιο χειρόγραφο που βρέθηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Ζαγκλιβέρι υπάρχει μία πρόσφατα εκδεδομένη Ακολουθία πρός τιμήν της Ακυλίνας, που ψαλλόταν μέχρι το 1969 μ.Χ.. Η Ακολουθία, ως κάτοχος της οποίας φέρεται ο μοναχός Πολύκαρπος Αθ. Γιακούδης Παντοκρατορινός και της οποίας ο συνθέτης είναι άγνωστος, περιλαμβάνει την Ακολουθία του Εσπερινού, του Όρθρου, τη Λειτουργία, το βίο και το Μαρτύριο της Αγίας. Το Σεπτέμβριο του 1969 μ.Χ. ο υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, συνέθεσε Ακολουθία πρός τιμήν της, η οποία ψάλλεται από τότε στην εορτὴ της Αγίας. Μέχρι σήμερα ακολούθησαν αρκετές εκδόσεις της ίδιας Ακολουθίας, ενώ το 1980 μ.Χ. προστέθηκαν και Χαιρετισμοί και Εγκώμια στην παρθενομάρτυρα από τον ίδιο υμνογράφο.
Η πρώτη εικονογράφηση της νεομάρτυρος χρονολογείται το 1858 μ.Χ. σε κάποιο έργο του ιεροδιακόνου Ιεροθέου της Ιεράς Μονης Λογγοβάρδας και μετέπειτα επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, όπου εικονίζονται όλοι οι μετά την Άλωση νεομάρτυρες. Σ᾿ αυτήν απεικονίζεται και η Ακυλίνα μαζὶ με την Κυράννα (βλέπε 28 Φεβρουαρίου) και την Άργυρη.
Επίσης στον κεντρικό ναό του Ζαγκλιβερίου, τον Άγιο Γεώργιο, βρίσκονται τρείς από τις παλαιότερες εικόνες της Αγίας. Η πρώτη χρονολογείται το 1903 μ.Χ. και παρουσιάζει ολόσωμη την Αγία• κάτω αριστερά και δεξιά περιέχονται δύο σκηνές από το βίο της, η μαστίγωση και η κοίμησή της, ενώ επάνω αριστερά παριστάνεται ο Χριστός να ευλογεί την Αγία. Η δεύτερη εικόνα που παρουσιάζει επίσης ολόσωμη την Ακυλίνα φέρεται ως δέηση του «Πολυκάρπου ᾿Αθανασίου Γιαγκούδη Ζαγκλιβερινῷ Παντοκρατορινῷ ἐν ῾Αγίῳ ῎Ορει τῇ 1 Σεπτεμβρίου 1904”, είναι δηλαδὴ προσφορά του ίδίου προσώπου, δαπάνη του οποίου έγινε και η πρώτη Ακολουθία πρός τιμήν της νεομάρτυρος. Τέλος, η τρίτη εικόνα είναι δέηση του Παναγιώτη Αναγνώστου το 1913 μ.Χ., και εικονίζονται η Αγία Ακυλίνα μαζὶ με την Αγία Κυράννα. Και οι τρείς εικόνες έχουν αγιορειτικὴ προέλευση.
Το σπίτι της Αγίας όπου και ο τόπος του μαρτυρίου της, σώζεται μέχρι σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση. Ένα καντήλι που καίει νύχτα μέρα δηλώνει το σεβασμό των Ζαγκλιβερινών στην Αγία Ακυλίνα την οποία τιμούν κατά τη διάρκεια των Ακυλίνειων.


ΑΓΙΟΣ ΣΑΒΒΑΣ ΕΚ ΣΤΑΓΕΙΡΩΝ

Ο Άγιος Οσιομάρτυς Σάββας γεννήθηκε στα Στάγειρα περί τα τέλη του 18ου αιώνα μ.Χ. Από αγάπη προς το μοναχικό βίο καταφεύγει στη μονή Κωνσταμονίτου του Αγίου Όρους, όπου ασκείται ως μοναχός. Η μετάβασή του σε αυτή τη μονή δικαιολογείται από τη σχέση που είχε με τα Στάγειρα και γενικά με τη Χαλκιδική.
Στη μονή αυτή, που τιμάται προς τιμήν του Αγίου Πρωτομάρτυρα και Αρχιδιακόνου Στεφάνου, αφιέρωσε το βίο του ο Άγιος Σάββας και προέκοπτε στην αρετή και την ευσέβεια, προετοιμαζόμενος έτσι να λάβει και το στεφάνι του μαρτυρίου.
Ο Άγιος Σάββας ζούσε, κατά την επανάσταση της Χαλκιδικής, το 1821 μ.Χ., όταν κλήθηκε να ακολουθήσει την οδό του μαρτυρίου. Μοναδική πηγή του μαρτυρίου είναι ο μοναχός Δοσίθεος, ο Λέσβιος Κωνσταμονίτης, ο οποίος περιγράφει το μαρτύριο πέντε Οσιομαρτύρων εκ της Μονής Κωνσταμονίτου, υπό τον τίτλο «Νέον ὑπόμνημα τῶν νεοφανῶν Ἱερομαρτύρων καὶ Ὁσιομαρτύρων, τῶν ἐν λαμψάντων ἁγιορειτῶν ὁσίων Πατέρων, κατὰ τὴν ἐπανάστασιν τῆς Ἑλλάδος ὑπὸ τῶν Ὀθωμανῶν θανατωθέντων» (βλέπε και 12 Ιουνίου).
Ας δούμε πως περιγράφει ο Δοσίθεος το μαρτυρικό τέλος του Αγίου Σάββα: «Τώρα δὲ ἀδελφοί, ἂς ἔλθωμεν εἰς τὸν ἁπλοῦν Σάββαν τὸν Σταγειρίτην, ὅστις προεγνώρισε καὶ αὐτὸς μακάριος τοῦ θανάτου του τὸν τρόπον, διότι ἀναχωρώντας ἀπὸ τὸ Κοινόβιον, ὅταν ἐστάλθη ἔξω εἰς τὴν Ἱερισσὸν ἀπὸ τοὺς Πατέρας, εἶπεν εἰς ἕνα ἀδελφὸν τοῦ κοινοβίου φίλον του τὸ μέλλον γενέσθαι.
Εἶδε, λέγω ἐν ὁράματι τὴ νύκτα, ὅτι διώκοντές τον οἱ ἐχθροὶ τὸν ἐθανάτωσαν. Καὶ οὕτως ἐφάνη εἰς τὸν μακάριον, ὅτι ἡ ψυχή του ἐπέταξεν εἰς τοὺς οὐρανούς, τὸ δὲ σῶμά του εἰς τὴν γῆν. Καὶ ἀλήθευσεν ἡ πρόγνωσις καὶ ἡ πρόρρησις αὕτη μετὰ τοῦ ὁράματος. Διότι ἀπερνώντας ἐκεῖθεν ἀπὸ τὴν τοῦ Ζωγράφου σεβάσμιαν Μονήν, ἐθανατώθη ἀπὸ τοὺς ἀσεβεῖς ὁ μακάριος, ὁμοῦ μὲ ἄλλον ἕνα κοσμικόν, δοῦλον καὶ αὐτὸν τοῦ Μοναστηρίου, καὶ οἱ δύο ἦτον Σταγειρῖται. Καὶ οὕτως ἔγινεν ἡ μακαρία κοίμησις καὶ αὐτῶν».
Έτσι μαρτύρησε ο Άγιος Οσιομάρτυρας Σάββας και έλαβε τον αμαράντινο στέφανο της δόξας του Θεού.
Την πρώτη εικόνα του Αγίου ιστόρησε ο αγιογράφος Χρήστος Καραπάλης και την ακολουθία συνέθεσε ο υμνογράφος κ. Χαράλαμπος Μπούσιας.
Η πρώτη πανήγυρις προς τιμήν του Αγίου έγινε το 1988 μ.Χ. όταν υπεδέχθη η ενορία την πρώτη εικόνα του Αγίου και παρευρέθη ο Μητροπολίτης Ιερισσού κυρός Νικόδημος.

ΟΣΙΟΣ ΑΥΞΕΝΤΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΥ

Ο Όσιος Αυξέντιος γεννήθηκε στην Άνδρο στις αρχές του 18ου αιώνα μ.Χ. Διακόνησε στην αρχή ως νεωκόρος του ναού του Σωτήρος Χριστού στο Γαλατά της Κωνσταντινουπόλεως και κατόπιν χειροτονήθηκε διάκονος. Ως διάκονος εγκαθίσταται στην παραθαλάσσια κωμόπολη Κατιρλί της Νικομήδειας και ασκητεύει στο Κατίρλιον όρος της Προποντίδος. Η αγιότητα του βίου και το χάρισμα της θαυματουργίας που του χάρισε ο Κύριος, έκαναν πολλούς να προσέρχονται σε αυτόν για να λάβουν την ευλογία του και την ίαση. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Κύριλλος Ε' (1748 - 1751 μ.Χ., 1752 - 1757 μ.Χ.) τον είχε πνευματικό πατέρα.
Όταν ο Πατριάρχης Κύριλλος Ε' δια συνοδικής αποφάσεως καθιέρωσε τον αναβαπτισμό των προσερχόμενων Ρωμαιοκαθολικών, Διαμαρτυρομένων και Αρμενίων στην ορθόδοξη πίστη, ο Όσιος Αυξέντιος τον υποστήριξε με τα κηρύγματά του. Έγινε δε ο ηγέτης της μερίδας που υποστήριζε την βάπτιση των ετεροδόξων. Όταν εκδιώχθηκε από τον θρόνο ο Πατριάρχης Κύριλλος Ε', οι επικρατήσαντες καταδίωξαν και τον Όσιο Αυξέντιο. Μάταια όμως. Ο αποσταλείς στο Κατίρλιον ρήτορας Κριτίας εκδιώχθηκε από τους Χριστιανούς της κωμοπόλεως.
Το Συναξάρι του αναφέρει ότι ο Όσιος έριχνε στη θάλασσα το τριβώνιο που φορούσε και το χρησιμοποιούσε ως βάρκα, για να διαπλέει το πέλαγος. Έτσι έφθασε στην Κωνσταντινούπολη, αφού κατέπαυσε την τρικυμία της θάλασσας ποιώντας το σχήμα του Τιμίου Σταυρού επί της θάλασσας.
Ο Όσιος Αυξέντιος κοιμήθηκε με ειρήνη και η μνήμη του εορτάζεται με λαμπρότητα στον Σταυρό Χαλκιδικής, της Ιεράς Μητροπόλεως Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου. Εκεί φυλάσσεται και τμήμα του ιερού λειψάνου του, το οποίο μετακομίσθηκε εκεί από τους εκριζωθέντες πρόσφυγες της Μικράς Ασίας το έτος 1922 μ.Χ. Επίσης, ο Όσιος Αυξέντιος ο εν Καρτιλίω τιμάται ιδιαιτέρως και στον Ι. Ναό του Αγιου Ιωάννου Προδρόμου Κατιρλί Καλαμαριάς. Εκεί φυλάσσεται και η εικόνα του Οσίου καθώς η περιοχή και ο Ναός χτίστηκε από μικρασιάτες πρόσφυγες που κυρίως προέρχονταν από το Καρτιλί της Μικράς Ασίας και έδωσαν το όνομα και στη σημερινή γειτονιά. Αποτελεί έναν «πρόσφυγα» μεν αλλά τοπικό άγιο της Ιεράς Μητρόπολης Νέας Κρήνης και Καλαμαριάς.


ΟΣΙΟΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ Ο ΝΕΟΣ
Ο Άγιος Ευθύμιος γεννήθηκε στις μέρες του αυτοκράτορα του Βυζαντίου Λέοντα Ε’ του Αρμενίου (813 - 820 μ.Χ.), σε κάποια κωμόπολη της Γαλατίας, την Οψώ, που ήταν κοντά στην Άγκυρα (σημερινή πρωτεύουσα της Τουρκίας). Οι γονείς του ήταν πλούσιοι και ευσεβείς, και ονομάζονταν Επιφάνιος και Άννα. Είχαν και δύο κόρες, την Μαρία, που ήταν πρεσβυτέρα και την Επιφάνια.
Όταν ο Άγιος ήλθε σε κατάλληλη ηλικία, παντρεύτηκε και απόκτησε μία κόρη την Αναστασώ (τη γυναίκα του την έλεγαν Ευφροσύνη). Επειδή όμως επιθυμούσε την μοναχική πολιτεία, αφού τακτοποίησε τις οικογενειακές του υποθέσεις, πήγε σε μοναστήρι, κοντά στον Όσιο Ιωαννίκιο, στον Όλυμπο της Βιθυνίας. Εκεί, μετά από δοκιμασία, γίνεται μοναχός, το 842 μ.Χ., με το όνομα Ευθύμιος, από Νικήτας που ονομαζόταν πρώτα.
Μετά από αρκετά χρόνια ασκήσεως στο κοινόβιο αυτό, ο Ευθύμιος αναχώρησε για το Άγιον Όρος. Από εκεί επέστρεψε στον Όλυμπο και μετά από πολλές περιπέτειες και ταξίδια, ίδρυσε κοντά στη Θεσσαλονίκη τη Μονή Περιστερών το 871 μ.Χ., όπου εγκαταστάθηκε και την ανέδειξε με την άριστη πνευματική ζωή του, σε άριστο πνευματικό κέντρο.
Έτσι λοιπόν, ασκητικά και θεάρεστα αφού έζησε, απεβίωσε ειρηνικά την 15η Οκτωβρίου 894 μ.Χ.
Τη βιογραφία του συνέγραψε ο επίσκοπος Θεσσαλονίκης Βασίλειος, που υπήρξε και μαθητής του Αγίου.


ΟΣΙΟΣ ΜΗΤΡΟΦΑΝΗΣ ΣΤΡΑΤΟΝΙΚΗΣ
Στο Άγιο Όρος, στη σκήτη της Μικρής Αγίας Άννας η γνωστότερη ως Μικραγιάννα, περί τα τέλη του 15ου, αρχές 16ου αιώνα μ.Χ., ζήσανε δυο μεγάλοι φωστήρες και πνευματικοί Πατέρες, Ο Άγιος Διονύσιος «ο Ρήτωρ» και ο υποτακτικός του Άγιος Μητροφάνης ο πνευματικός.
Η Μικραγιάννα, αποτελεί εξάρτημα της Μεγάλης Σκήτης της Αγίας Άννας και βρίσκετε μεταξύ Αγίας Άννας και Κατουνακίων σε βραχώδη κατωφέρεια και με λίγη πράσινη επιφάνεια λόγω του πετρώδους εδάφους. Αποτελείται από δέκα «Καλύβες», κατα την Αγιορείτικη ορολογία, από τις οποίες οι δύο δεν έχουν Ναό.
Η ζωή στη Μικραγιάννα, σύμφωνα με τις γραπτές μαρτυρίες και την παράδοση, αρχίζει με την εγκατάσταση των πρώτων γνωστών κατοίκων της και ασκητών, των Οσίων Διονυσίου του Ρήτορος και Μητροφάνους. Οι δύο αυτοί Όσιοι, προερχόμενοι από μετόχι της σπουδαίας Μονής του Στουδίου της Κωνσταντινούπολης και ζητώντας τόπο ήσυχο και απόμακρο, έφθασαν και στη Μικραγιάννα, αφού πρώτα πέρασαν από τις Καρυές και την Αγία Άννα, που τότε λεγόταν Σκήτη της Λαύρας.
Μορφωμένος ο Άγιος Διονύσιος, τιμημένος από τη Μεγάλη Εκκλησία με το οφφίκιο του Ρήτορος, και πνευματικός άνθρωπος κατά τη ζωή του, έγινε μαγνήτης και τράβηξε κοντά του πολλούς ανθρώπους, τους οποίους βοήθησε, στήριξε και ενεθάρρυνε, και επιπλέον θαυματούργησε σε πολλούς, ώστε η κοίμησή του να καταγραφεί ως κάτι το ιδιαίτερο σε κώδικες της Μονής Διονυσίου και Δοχειαρίου.
Ήταν άριστος καλλιγράφος και συγγραφέας, και βιβλία του βρίσκονται τόσο στη Μεγίστη Λαύρα όσο και σε άλλες Μονές και στη Σκήτη Αγίας Άννας.
Έχοντας τον Άγιο Διονύσιο Γέροντα, ὁ Άγιος Μητροφάνης διέπρεψε ως υποτακτικός, και στη συνέχεια ως πνευματικός στα χωριά της Χαλκιδικής εξομολογώντας και στηρίζοντας τον κόσμο στην τότε τουρκοκρατούμενη χώρα. Αυτὸς γνωστοποίησε και μια περίφημη οπτασία περί κολάσεως και Παραδείσου κάποιου Δημητρίου από τη Στρατονίκη.
Έτσι θεάρεστα και ασκητικά αφού έζησαν και οι δύο, ο μεν Διονύσιος απεβίωσε ειρηνικά την 9η Ιουλίου 1606 μ.Χ. (άλλα χειρόγραφα όμως αναφέρουν την κοίμηση του την 6η Οκτωβρίου 1596 μ.Χ. ή 1602 μ.Χ.), ο δε Μητροφάνης λίγο χρονικό διάστημα αργότερα.
Στη Σκήτη της Αγίας Άννας, σώζεται ιδιόγραφο βιβλίο ποικίλης ύλης, με την υπογραφή του Όσιου Διονυσίου του Ρήτορα, και με τον τίτλο «Κουβαράς».
Το 1956 μ.Χ., ο ευλαβέστατος υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας Γέρων Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, με την επίσης ευλαβέστατη συνοδεία του, με πολλούς κόπους και πόνους, κατόπιν εμφανίσεως και αποκαλύψεως των αγίων αυτών, κατόρθωσε να καθαρίσει το σπήλαιο εντός του οποίου έφτιαξε ωραία εκκλησία στο όνομα τους. Εκεί που πέρασαν οι Άγιοι Διονύσιος και Μητροφάνης την ασκητική ζωή τους, η εκκλησία αυτή, αντί για σκέπη της έχει την προέκταση του βράχου, που σκεπάζει το σπήλαιο, και από ένα σημείο στάζει συνέχεια άγιασμα, το όποιο μαζεύουν οι Πατέρες και δίδεται στους ευλαβείς προσκυνητές προς αγιασμό.
Η μνήμη των δύο αυτών Οσίων Πατέρων τιμάται στις εννέα Ιουλίου με πανήγυρη στον σπηλαιώδη Ναό τους, όπου και παλαιότερα υπήρχε Ναός μαζί με το κελάκι τους. Απόδειξη του περάσματός τους είναι ο σωζόμενος νιπτήρας του ναΐσκου τους και το επίχρισμα από κορασάνι πάνω στον βράχο και μέσα στο σπήλαιο.

ΟΣΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΓΟΜΑΤΙΟΥ
Ο Όσιος Γεώργιος έζησε στο Γομάτι της Χαλκιδικής στις αρχές του 19ου αιώνος μ.Χ., τότε που η Ελλάδα ήταν σκλαβωμένη στους Τούρκους. Είχε οικογένεια με παιδιά και εξασκούσε το επάγγελμα του μυλωνά. Η αγάπη και φιλανθρωπία του ήταν γνωστή σ’ όλη την περιοχή. Σε φτωχούς άλεθε το σιτάρι δωρεάν και έδινε αλεύρι σε ανήμπορους. Μέχρι σήμερα φαίνονται τα ερείπια του μύλου του.
Κατά τη δύσκολη εκείνη περίοδο της Τουρκοκρατίας και των συνεχών επαναστατικών κινημάτων στη Χαλκιδική έχασε την οικογένειά του και αναγκάσθηκε να εγκαταλείψει τον κόσμο. Ανέβηκε στο βουνό που ήταν επάνω από το μύλο του, για να ζήσει την ασκητική ζωή, μόνος, μαζί με τον Θεό.
Η παράδοση αναφέρει ότι επρόκειτο να περάσει από την περιοχή Τούρκικο ασκέρι (στρατιωτικό απόσπασμα). Επειδή φοβήθηκε ότι οι Τούρκοι σίγουρα θα περάσουν από το μύλο, για να αρπάξουν αλεύρι και σιτάρι, συμβούλευσε τη γυναίκα και τα παιδιά του, να πάνε να μείνουν μέσα στο χωριό για ασφάλεια.
Εκείνη όμως δεν υπάκουσε και όταν πέρασε ο Τουρκικός στρατός, βρήκε την οικογένεια και την αιχμαλώτισε. Όταν επέστρεψε ο Άγιος, βρήκε το μύλο κατεστραμμένο, το αλεύρι κλεμμένο και την οικογένεια χαμένη.
Πόνεσε ψυχή του από την καταστροφή της οικογένειας και της περιουσίας του. Τότε πήρε τη μεγάλη απόφαση της αφιερώσεώς του στον Θεό. Για παλαίστρα της ασκήσεως και των πνευματικών αγώνων του διάλεξε ένα σπήλαιο.
Εκεί περνούσε τη ζωή του με αδιάλειπτη προσευχή, με τέλεια νηστεία και αυστηρότατη άσκηση. Τα χόρτα του βουνού ήταν μόνη τροφή του. Υποθέτουμε ότι έζησε ως ερημίτης, χωρίς να λάβει το σχήμα του μοναχού.
Και σ’ αυτή τη φάση της ζωής του, δεν παρέλειπε να επιδεικνύει αγάπη και συμπόνια στους συνανθρώπους του, στους Χριστιανούς του χωριού του. Κατέβαινε κρυφά από το ασκητήριό του τη νύχτα, και άφηνε έξω από τις πόρτες των σπιτιών των εγκύων γυναικών, των ασθενών και φτωχών ξύλα και χόρτα. Περιποιείτο κήπους και αμπέλια φτωχών συγχωριανών του και φύλαγε τα ζώα εκείνων που είχαν ανάγκη.
Όταν κάποτε χάθηκαν τα ίχνη του, τον αναζήτησαν οι γνωστοί του βοσκοί. Ανέβηκαν στο ασκητήριό του και εκεί τον βρήκαν μέσα στο σπήλαιό του νεκρό, εξαϋλωμένο και ευωδιάζοντα. Είχε λιώσει από την άσκηση και τη νηστεία και ευωδίαζε όλος ο τόπος. Πήγαν και άλλοι Χριστιανοί και ο ιερέας του χωριού και σήκωσαν το Άγιο λείψανό του με σεβασμό, για να το μεταφέρουν στο κοιμητήριο του χωριού για ενταφιασμό. Καθ’ οδόν, το τίμιο σκήνωμα έγινε ασήκωτο. Τόσο, ώστε να μη μπορούν πλέον να το μετακινήσουν. Ο ιερέας είπε ότι αυτό είναι σημάδι και θα πρέπει εδώ να ενταφιασθεί. Πραγματικά το ενταφίασαν στον τόπο, που είναι σήμερα κτισμένο το εκκλησάκι του Αγίου· στο δρόμο προς Γομάτι.
Αργότερα, επάνω από τον τάφο έκτισαν με ξερολιθιά ένα εκκλησάκι. Μετά κτίσθηκε ο νέος μικρός ναός.
Μετά την κοίμησή του ο Όσιος άρχισε να κάνει πολλά θαύματα, απόδειξη και αυτό της αγιότητός του. Ο Θεός έδωσε στον Άγιο ειδικό χάρισμα να θεραπεύει τον πόνο των αυτιών των μικρών παιδιών.

ΟΣΙΟΣ ΓΕΡΒΑΣΙΟΣ ΓΟΜΑΤΙΟΥ
Ο Όσιος Γερβάσιος γεννήθηκε στο Γομάτι της Χαλκιδικής, αλλά ασκήτευσε ως μοναχός στην ιερά μονή Καρακάλλου του Αγίου Όρους. Έζησε περί τα τέλη του 18ου και τις αρχές του 19ου αιώνος μ.Χ. και έλαβε από τον Θεό το σπάνιο χάρισμα του διά Χριστόν σαλού. Έτσι περιερχόταν όλο το Άγιον Όρος.
Σε χειρόγραφο κώδικα του μακαριστού Δοσιθέου Κωνσταμονίτου του Λεσβίου το 1845 μ.Χ., αναφέρονται τα εξής·
«῎Ας ὑπάγωμεν καί εἰς τήν σεβασμίαν μονήν τοῦ Καρακάλλου. Καί ἐδῶ εὑρίσκομεν τόν ῞Οσιον Γερβάσιον, ὅστις ἐκατάγετο ἀπό τά πλησιόχωρα χωρία τοῦ ῾Αγίου ῎Ορους, ἀπό ἕνα χωρίον καλούμενον Γομάτι, ἐν ἐπαρχίᾳ τοῦ ἁγίου ῾Ιερισσοῦ. Οὗτος λοιπόν ὁ Γερβάσιος, καταλιπών τόν κόσμον καί τά ἐν τῷ κόσμῳ, πηγαίνει εὐθύς εἰς τήν ἄνωθεν Μονήν τοῦ Καρακάλλου, καί κόπτει τάς τρίχας τῆς κεφαλῆς του, μέ τάς ὁποίας μαζί ἔκοψε καί ὅλα τά κοσμικά φρονήματα, καί ἐκδυθείς τά κοσμικά φορέματα, ἐνεδύθη τό ᾿Αγγελικόν Σχῆμα τῶν Μοναχῶν, ὁ ὁποῖος καθώς ἔλαβεν αὐτό τό σχῆμα, δέν ἐστάθη ἕως αὐτοῦ, καθώς κάμνουν τήν σήμερον οἱ περισσότεροι, ἀλλά καθώς ἔλαβε τό σχῆμα τό ᾿Αγγελικόν, ἐσπούδαζε μέ κάθε τρόπον καί ἠγωνίζετο, νά φυλάττῃ καί τά ἔργα τοῦ σχήματος. ῞Οθεν μιμούμενος τόν Συμεών καί ᾿Ανδρέαν τούς Σαλούς, ἔκαμε καί αὐτός τόν Σαλόν περιτριγυρίζοντας ὅλον τό ῎Ορος, ὡσάν τρελλός. ῾Οπόταν δέ ἐκοιμήθη, τότε ἐγνώρισαν τήν ἁγιότητα αὐτοῦ, ἀπό τήν θείαν χάριν καί εὐωδίαν ὁποῦ εἶχε τό ἅγιον καί σεβάσμιον λείψανόν του».
Η αναφορά αυτή του Δοσιθέου είναι μόνη πηγή από την οποία πληροφορούμεθα τα περί της ζωής του Οσίου Γερβασίου.



ΟΣΙΑ ΧΑΪΔΩ
Η Οσία Χάιδω κατήγετο από το χωριό Στανό της Χαλκιδικής και έζησε τον 19ο αιώνα μ.Χ. Μετά την επανάσταση του 1821 μ.Χ., για να αποφύγη τις ανήθικες ενοχλήσεις του Τούρκου διοικητού, αναγκάσθηκε να φύγη από το χωριό με την μητέρα της και να εγκατασταθούν στην Θάσο.
Εκεί εισήλθε σε ένα μετόχι της μονής Παντοκράτορος της Καλλιρράχης, όπου υπηρετούσε στον ναό και ζούσε βίο παρθενικό, αφιερωμένο στον Θεό. Μετά την κοίμηση της μητέρας της αφιερώθηκε εξ ολοκλήρου στην προσευχή και στην νηστεία και έφθασε σε πνευματική θεωρία.
Κατά την τοπική παράδοση, όταν οι Τούρκοι επέδραμαν στο μετόχι, άγγελοι άρπαξαν και διέσωσαν την οσία από την μανία των αλλοθρήσκων. Δύο ημέρες αργότερα επέστρεφε στο μετόχι και διηγήθηκε την ιστορία της στον ιερομόναχο Γεράσιμο.
Άλλη παράδοση αναφέρει ότι η οσία βασανίσθηκε σκληρά από τους Τούρκους. Κατά την κοίμηση της το ιερό της σκήνωμα ευωδίαζε εις ένδειξη της αγιότητος της.
Στη συνείδηση των χριστιανών του Στανού ήταν πάντοτε ζωντανή η μνήμη και η ζωή της Οσίας. Γι’ αυτό και αφιέρωσαν ιερά εικόνα, την οποίαν εναπέθεσαν εντός του ενοριακού ναού των Εισοδίων της Θεοτόκου. Η εικόνα ιστορήθηκε από την αδελφότητα των Κυριλλαίων εις την Νέαν Σκήτην Αγίου Όρους το 1960 μ.Χ. Παριστάνεται η Αγία με την τοπικήν ενδυμασίαν της Χαλκιδικής της εποχής εκείνης.
Από το 1988 μ.Χ., ορίσθηκε η 1η Σεπτεμβρίου ως η ημέρα μνήμης και εορτασμού της Οσίας. Δε γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία της κοιμήσεώς της. Γι’ αυτό ορίσθηκε η 1η Σεπτεμβρίου κατά την οποία εορτάζει και η παλαιοτέρα Αγία Χάιδω, ανάμεσα στο χορό των 40 μαρτύρων γυναικών των εν Θράκη. Συνηθίζεται, όταν δεν γνωρίζουμε την ακριβή ημερομηνία αθλήσεως ή κοιμήσεώς, να τιμούμε τον άγιο στη μνήμη ομώνυμου παλαιότερου αγίου.
Εκκλησία κτίστηκε τα τελευταία χρόνια προς τιμήν της Οσίας, με πρωτοβουλία του εφημέριου Χαλκιά Νικολάου και τη συνδρομή των Στανιωτών.



ΙΕΡΟΜΑΡΤΥΣ ΑΓΑΠΙΟΣ ΕΚ ΓΑΛΑΤΙΣΤΗΣ
Ο Άγιος Ιερομάρτυς Αγάπιος ο εκ Γαλατίστης γεννήθηκε στην κωμόπολη Γαλάτιστα της Χαλκιδικής περί το 1710 μ.Χ. Η Γαλάτιστα την εποχή εκείνη ήταν έδρα επισκοπής. Στην πατρίδα του έλαβε την εγκύκλια μόρφωση. Την περίοδο αυτή στη Γαλάτιστα, όπως και σε άλλα μέρη της Χαλκιδικής, «έχουσι σχολεία αρκετά καλά κατηρτισμένα και προσωπικόν διδασκάλων εις την διδασκαλίαν αυτών». Αξίζει να αναφερθεί πως από την Γαλάτιστα την ίδια εποχή ήταν οι σπουδαίοι συγγενείς αγιογράφοι λεγόμενοι Γαλατσάνοι, οι οποίοι αγιογράφησαν πολλές εικόνες και τοιχογραφίες στό Άγιον Όρος, και πολλά έργα τους σώζονται στη μονή Βατοπαιδίου.
Νέος μεταβαίνει για προσκύνηση των Αγίων Τόπων στα Ιεροσόλυμα, όπου παραμένει, κείρεται μοναχός και γίνεται μέλος της Αγιοταφικής Αδελφότητος. Από τον πατριάρχη Ιεροσολύμων Παρθένιο (1737 - 1766 μ.Χ.), χειροτονείται ιερεύς του Παναγίου Τάφου.
Κατόπιν αποστέλλεται οικονόμος του μετοχίου του Παναγίου Τάφου στη Θεσσαλονίκη, που ήταν ο ναός της Νέας Παναγίας κοντά στον Λευκό Πύργο, όπου υπάρχει και σήμερα. Κατά την εκεί παραμονή του δίδασκε στην Αστική Σχολή Θεσσαλονίκης.
Το 1743 μ.Χ. ο πατριάρχης Ιεροσολύμων Παρθένιος έστειλε τον αρχιμανδρίτη Αγάπιο στη Μόσχα για συλλογή εράνων προς εξόφληση του μεγάλου χρέους του Παναγίου Τάφου προς τους δανειστές του Πατριαρχείου. Ο Αγάπιος λόγω πολλών και διαφόρων προβλημάτων παρέμεινε στη Ρωσία ως το 1747 μ.Χ. και επέστρεψε με ένα ικανό ποσό πρός εξόφληση του χρέους.
Όταν επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη συνέχισε το διδακτικό του έργο στην εκεί σχολή. Κατόπιν δίδαξε ως καθηγητής στην Αθωνιάδα Ακαδημία, κοντά στη μονή Βατοπαιδίου. Με υπόδειξη του σοφού διδασκάλου Ευγένιου Βούλγαρη ο Άγιος διορίστηκε από το σεπτό Οικουμενικό Πατριαρχείο Σχολάρχης της Αθωνιάδος: «Το ενδιαφέρον της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας ηυξήθη έτι περισσότερον εν τοις πρώτοις χρόνοις διά του διορισμού Εφορίας εν Κωνσταντινουπόλει και Άθωνι, επιτρόπων εν τη Ευρώπη και Σχολαρχών, ως τού Νεοφύτου Καυσοκαλυβίτου, του εναρέτου και σοφού Αρχιμ. Αγαπίου Αγιοταφίτου του και μαρτυρικώς τελειωθέντος κατά την 18ην Αυγούστου τού 1752 εν τη Θέρμη της Θεσσαλονίκης και εν συνεχεία του θαυμασίου και σοφωτάτου Ιεροδιακόνου Ευγενίου τού Βουλγάρεως».
Ο πολύς Ευγένιος Βούλγαρης σε επιστολή του της 10 Απριλίου 1752 μ.Χ. από τα Ιωάννινα προς τον Αγάπιο τον συγχαίρει για την ανάληψη των καθηκόντων του στην Αθωνιάδα. Την επιστολή αυτή είχε στο αρχείο του ο λόγιος επίσκοπος Καμπανίας Θεόφιλος (1749 - 1795 μ.Χ.), που υπήρξε μαθητής του Βούλγαρη στα Ιωάννινα. Από τα Ιωάννινα ήταν ο Θεόφιλος, και έδρα της επισκοπής του ήταν η Κουλακιά Θεσσαλονίκης, όπου σημειώνει ο ίδιος: « Η επιστολή αύτη επέμφθη τω σοφωτάτω αρχιμανδρίτη τού Παναγίου Τάφου Κυρίω Αγαπίω, ον περ απέκτειναν έξω της Θεσσαλονίκης, κακοποιοί φονείς Γενίτζαροι, επανακάμπτοντα από Γαλατίστης της πατρίδος αυτού κατά τδ ,αψνβ΄ Αυγούστου ιη΄! Φεύ τω δυστυχεί γένει ημών διά την στέρησιν τοιούτου σοφωτάτου ανδρός. Όντως τα κρίματα τού Θεού άβυσσος πολλή».
Στις 18 Αυγούστου 1752 μ.Χ. ο ενάρετος και σοφός «Αρχιμανδρίτης τού Παναγίου Τάφου, ο Μεγάλος Διδάσκαλος τού Γένους, ο σοφώτατος Σχολάρχης της Αθωνιάδος Αγάπιος ο Αγιοταφίτης φονεύεται μαρτυρικώς έξω από την Θεσσαλονίκη, πλησίον της Θέρμης, από κακοποιούς Γενιτσάρους καθώς ερχόταν από την Γαλάτιστα προς την Θεσσαλονίκην».
Γνωρίζουμε ότι την εποχή αυτή το στράτευμα των βίαιων Γενιτσάρων στην περιοχή αυτή προέβαινε σε λεηλασίες, αρπαγές και αιματοχυσίες σε βάρος του Ορθοδόξου λαού. Μας είναι άγνωστο τι συνέβη κατά τη σύλληψη και το μαρτύριο του Αγαπίου. Όπως επίσης δεν γνωρίζουμε που ενταφιάσθηκε και τι απέγιναν τα τίμια λείψανα του.
Η πρώτη εκδήλωση πρός τιμή τού αγίου Αγαπίου έγινε το 1977 μ.Χ. στη γενέτειρα του από τον σεβασμιώτατο μητροπολίτη Ιερισσού, Αγίου Όρους και Αρδαμερίου κ.κ. Νικόδημο, με ενέργειες του πρωτοσυγκέλλου αυτής αρχιμ. Χρυσοστόμου Μαϊδώνη. Η εικόνα του Αγίου αγιογραφήθηκε από τον Αγιορείτη ιερομόναχο Βενέδικτο Νεοσκητιώτη το 1997 μ.Χ. και τοποθετήθηκε στον ιερό ναό Παναγίας Γαλάτιστας. Ανεγείρεται ναός πρός τιμή του στην ιδιαίτερη πατρίδα του. Την ιερά ακολουθία του συνέθεσε ο υμνογράφος Χαραλάμπης Μπούσιας.
Η μνήμη του είναι άγνωστη στους συναξαριστές. Τιμάται στις 18 Αυγούστου.


ΟΣΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ ΕΚ ΝΕΟΧΩΡΙΟΥ
Ο Όσιος Ακάκιος έζησε και ανεδείχθη κατά τους σκοτεινούς χρόνους της Τουρκοκρατίας. Γεννήθηκε μάλλον λίγα χρόνια μετά το έτος 1630 μ.Χ., στο χωριό Γόλιτσα των Αγράφων, της (τότε) επαρχίας Φαναρίου και Νεοχωρίου, στη σημερινή κοινότητα Αγίου Ακακίου του νομού Καρδίτσας. Οι γονείς του, ευσεβείς και ενάρετοι Χριστιανοί, με την εργασία τους κατόρθωσαν στα δύσκολα εκείνα χρόνια να εξασφαλίσουν τα αναγκαία της ζωής τους με αυτάρκεια και στοργικά είχαν αφοσιωθεί στην ανατροφή των δύο παιδιών τους που τους χάρισε ο Θεός. Όμως ο πρόωρος θάνατος του πατέρα συγκλόνισε την οικογένεια και επισκίασε την ευτυχία τους.
Ο Αναστάσιος, αυτό ήταν το κοσμικό όνομα του Οσίου, έμεινε ορφανός σε πολύ μικρή ηλικία. Η μητέρα τους με τη βαθιά χριστιανική πίστη και την ευσέβειά της αγωνίζεται αγώνα σκληρό «πρὸς τὰ τῆς χηρείας δεινά» και αναλαμβάνει μόνη της το βάρος της οικογενειακής ευθύνης. Εργάζεται αγόγγυστα για να συντηρήσει τα δύο ανήλικα παιδιά της και να τα αναθρέψει με παιδεία και νουθεσία Κυρίου.
Πολύ σύντομα στο πλευρό της γυναίκας του βρέθηκε και ο μικρός Αναστάσιος, για να αναλάβει και εκείνος ένα μέρος από τις ευθύνες για τη συντήρηση της οικογένειάς του.
Ο λόγος του Ευαγγελίου είχε συγκλονίσει από νωρίς την καρδιά του Αναστασίου και η φλόγα της θείας αγάπης θέρμαινε την παιδική του ψυχή. Ένιωθε ζωηρά και πολύ έντονα την κλίση και τον ζήλο προς τον μοναχικό βίο. Γι' αυτό απέφευγε τον θόρυβο του κόσμου και αναζητούσε συχνά την ησυχία σε τόπους ερημικούς. Εκεί, αφοσιωμένος στον Θεό, διέθετε όλο τον χρόνο του στην προσευχή και τη νηστεία. Σύντομα αποφάσισε να εγκαταλείψει τα εγκόσμια και σε ηλικία είκοσι τριών ετών έφυγε προς τα μέρη της Ζαγοράς Βόλου. Κατέληξε στο μοναστήρι της Σουρβιάς, που είχε χτίσει ο Όσιος Διονύσιος ο εν Ολύμπω, το οποίο βρίσκεται στην περιοχή της Μακρυνίτσας Βόλου και είναι αφιερωμένο στην Αγία Τριάδα.
Όταν έφθασε στο μοναστήρι τον υποδέχθηκαν με καλοσύνη. Παρουσιάσθηκε στον ηγούμενο και με όλο τον σεβασμό ανέφερε τον σκοπό της επισκέψεώς του. Εκείνος τον άκουσε με προσοχή και του εξήγησε με κάθε λεπτομέρεια τις δυσκολίες της μοναχικής ζωής, αλλά και το αυστηρό πρόγραμμα της μονής. Ο Αναστάσιος όμως επέμενε, δίνοντας την υπόσχεση πως με την βοήθεια του Θεού θα υπερνικήσει όλα τα εμπόδια και θα ανταποκριθεί στα καθήκοντα που όριζε η μοναχική πολιτεία. Ο ηγούμενος, ως έμπειρος πνευματικός, διέγνωσε τον ένθεο ζήλο του Αναστασίου και διαπίστωσε την αμετακίνητη και σταθερή απόφασή του να μονάσει. Έτσι τον δέχθηκε στο μοναστήρι. Εκεί ο Αναστάσιος εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Και την ίδια νύχτα που δέχθηκε το αγγελικό σχήμα και περιεβλήθηκε το μοναχικό ένδυμα, αξιώθηκε με θεία οπτασία. Είδε σαν να βαστούσε στα χέρια του μια αναμμένη λαμπάδα, που είχε φως υπέρλαμπρο και φώτιζε όλο τον τόπο εκείνο.
Ο νέος μοναχός με την συμπεριφορά, την εργατικότητα και την πνευματικότητά του κέρδισε την αγάπη και την συμπάθεια όλων των πατέρων της μονής. Όμως, οι ανάγκες και οι απαιτήσεις του μοναστηριού δεν τον ικανοποιούσε πλέον, διότι πολύ σύντομα είχε κατακτήσει τις μοναχικές αρετές του απλού μοναχού και η ψυχή του αναζητούσε άλλο χώρο για απόλυτη ησυχία και μεγαλύτερη άσκηση.
Έτσι, μεταξύ των ετών 1660-1670 μ.Χ., αναχωρεί για το Άγιον Όρος. Αρχικά ο Όσιος κατευθύνθηκε στην περιοχή της Μεγίστης Λαύρας και κατέφυγε σε κάποιο σπήλαιο, κοντά στη «Σκήτη του Καυσοκαλύβη», όπου ασκήτεψε για ένα χρονικό διάστημα. Το ενδιαφέρον του για την όσο το δυνατόν καλύτερη μόρφωσή του, τον οδήγησε στο να ακολουθήσει ένα πρόγραμμα ασκήσεως και πνευματικής εργασίας. Χωρίς καμιά καθυστέρηση επισκέπτεται μοναστήρια και σκήτες, ερημητήρια ησυχαστών και σπήλαια ασκητών και αναζητεί, «ὡς ἐλαφρῶς διψώσα ἐπὶ τᾶς πηγᾶς τῶν ὑδάτων», τους εκλεκτούς και δοκιμασμένους μοναχούς. Υποτάσσεται πρόθυμα σε αυτούς, συνεργάζεται μαζί τους και μαθητεύει με υπομονή κοντά τους.
Ο Όσιος φθάνει τελικά στο μοναστήρι του Αγίου Διονυσίου και μετά από σύντομη επίσκεψη σε αυτό απομακρύνεται σε ερημική τοποθεσία επάνω στο μοναστήρι, για να ησυχάσει. Εκεί έμεινε πολύ καιρό και κάθε Σάββατο κατέβαινε στο μοναστήρι και εκκλησιαζόταν.
Επόμενος σταθμός του ήταν η σκήτη του Παντοκράτορος, όπου συναντήθηκε με τον γνωστό από το μοναστήρι της Σουρβιάς γέροντα πνευματικό του, που είχε έλθει από τη Ζαγορά του Βόλου για να σπουδάσει τη βυζαντινή μουσική. Ο γέροντας χάρηκε πάρα πολύ όταν συναντήθηκε με τον Όσιο και ζήτησε να τον πάρει μαζί του ως μοναχό. Εκείνος όμως ζήτησε την ευχή του και τον παρακάλεσε να μην επιμείνει, διότι ήθελε να ασκητέψει μόνος του.
Ύστερα από την συνάντηση αυτή ο Όσιος έφυγε από τη σκήτη του Παντοκράτορος προς άγνωστη κατεύθυνση και με συμβουλή του γέροντος πνευματικού Γαλακτίωνος ήλθε στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, επάνω στη Μεταμόρφωση, για να μονάσει. Εκεί ασκητεύοντας παρέμεινε είκοσι ολόκληρα χρόνια.
Κάποτε ο Όσιος Ακάκιος είδε τον Όσιο Μάξιμο τον Καυσοκαλυβίτη (τιμάται 13 Ιανουαρίου), με κάτασπρη και αστραφτερή ιερατική στολή, να περιφέρεται και να θυμιατίζει όλο το ναό και ένα πλήθος μοναχών με την ίδια λευκή στολή να τον ακολουθούν. Και όταν ο Όσιος Ακάκιος ρώτησε, «ποιοι ήσαν αυτοί που τον συνόδευαν», ο Όσιος Μάξιμος απάντησε: «Είναι όλοι εκείνοι οι Όσιοι Πατέρες από την περιοχή των Καυσοκαλυβίων, οι οποίοι χάρις σε αυτόν ευρήκαν τη σωτηρία τους».
Επειδή τα χρόνια περνούσαν και η περιοχή που ασκήτευε ο Όσιος ήταν δύσβατη και άνυδρη, αναγκάσθηκε να μετακινηθεί χαμηλότερα προς τη θάλασσα, προς το ακρωτήρι της Αθωνικής Χερσονήσου, εκεί όπου βρίσκεται η σημερινή σκήτη των Καυσοκαλυβίων (Αγίας Τριάδος). Εκεί ο Όσιος αναζήτησε την κατοικία του σε ένα μικρό σπήλαιο, το οποίο μέχρι σήμερα φέρει το όνομά του. Με τις σπάνιες αρετές του αναδείχθηκε κατά τον υμνωδό «κορυφαίος των Ασκητών και Θεοφόρων Πατέρων το καύχημα».
Ο Όσιος Ακάκιος προέβλεψε και προείπε την κοίμησή του σε όλους τους υποτακτικούς που μόναζαν κοντά του. Ιδιαίτερα όμως στον μοναχό Αθανάσιο, ο οποίος έφθασε στο σπήλαιο του Οσίου από την σκήτη της Αγίας Άννης για να λάβει την ευχή του, είπε: «Εγώ τώρα Αθανάσιε, πηγαίνω στράτα μακρά και πλέον δεν θα βλέπουμε ο ένας τον άλλον. Να έχεις την ευχή της Παναγίας μας». Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια του. Ευλόγησε έπειτα τα τέσσερα σημεία του ορίζοντα και κοιμήθηκε με ειρήνη την Κυριακή των Μυροφόρων, το έτος 1730 μ.Χ. και σε ηλικία εκατό περίπου ετών.



ΑΓΙΟΙ ΕΥΦΡΟΣΥΝΗ, ΣΥΜΕΩΝ , ΘΕΟΔΩΡΟΣ

Η Κάρα και η δεξιά της Αγίας Ευφροσύνης βρίσκονται στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων.
Η Κάρα του Οσίου Θεοδώρου βρίσκεται στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων.
Η Κάρα του Οσίου Συμεών βρίσκεται στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου Καλαβρύτων.
Άγιοι που εορτάζουν: Οσιος Συμεων Κτητορας Της Ιερας Μονης Του «μεγαλου Σπηλαιου» Ο Θαυματουργος, Οσιος Θεοδωρος Κτητορας Της Ιερας Μονης Του «μεγαλου Σπηλαιου» Ο Θαυματουργος, Οσιος Ευφροσυνη Η Ποιμενιδα Η Θαυματουργος

Βιογραφία
Οι Όσιοι Συμεών, Θεόδωρος και Ευφροσύνη οι θαυματουργοί είναι άγνωστοι στους Συναξαριστές. Απ' αυτούς ο Συμεών και ο Θεόδωρος ήταν αδέλφια μεταξύ τους και κτήτορες της Μονής του Μεγάλου Σπηλαίου. Γεννήθηκαν στις αρχές του 4ου αιώνα μ.Χ. και αφού ασκητικά και οσιακά έζησαν απεβίωσαν ειρηνικά. Η δε Οσία Ευφροσύνη, είναι αυτή που βρήκε την εικόνα της Θεοτόκου, που κατά την παράδοση αγιογραφήθηκε από τον απόστολο Λουκά και φυλάσσεται μέχρι και σήμερα στη Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου στην Πελοπόννησο. Όλα αυτά βέβαια, σύμφωνα με την Ακολουθία των Αγίων, που εκδόθηκε στη Βενετία το 1706 μ.Χ., στην Αθήνα το 1840 μ.Χ. και 1911 μ.Χ.


ΟΣΙΟΣ ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΚΑΥΣΟΚΑΛΥΒΗΤΗΣ
Ο όσιος Γέρων Πορφύριος, κατά κόσμον Ευάγγελος Μπαϊρακτάρης, γεννήθηκε στις 7 Φεβρουαρίου 1906 μ.Χ., στην Εύβοια, στο χωριό Άγιος Ιωάννης της επαρχίας Καρυστίας. Οι γονείς του, Λεωνίδας Μπαϊρακτάρης και Ελένη, το γένος Αντωνίου Λάμπρου, ήταν ευσεβείς και φιλόθεοι άνθρωποι. Ο πατέρας του, μάλιστα, ήταν ψάλτης στο χωριό και είχε γνωρίσει προσωπικά τον Άγιο Νεκτάριο. Η οικογένειά του ήταν πολυμελής και οι γονείς, φτωχοί γεωργοί, δυσκολεύονταν να τη συντηρήσουν. Γι’ αυτό ο πατέρας υποχρεώθηκε να φύγει στην Αμερική, όπου δούλεψε στην κατασκευή της διώρυγας του Παναμά.
Ο μικρός Ευάγγελος ήταν το τέταρτο παιδί της οικογένειας. Φύλαγε πρόβατα στο βουνό και είχε παρακολουθήσει μόνο την πρώτη τάξη του δημοτικού, όταν αναγκάστηκε και αυτός λόγω της μεγάλης φτώχειας να πάει στη Χαλκίδα για να δουλέψει. Ήταν μόλις επτά χρονών. Εργάστηκε δύο τρία χρόνια σ ἕνα κατάστημα. Μετά πήγε στον Πειραιά, όπου δούλεψε δύο χρόνια στο παντοπωλείο ενός συγγενούς.
Στα δώδεκά του χρόνια έφυγε κρυφά για το Άγιον Όρος, με τον πόθο να μιμηθεί τον Άγιο Ιωάννη τον Καλυβίτη, τον οποίο είχε ιδιαίτερα αγαπήσει, όταν παλαιότερα είχε διαβάσει το βίο του. Η χάρις του Θεού τον οδήγησε στην καλύβη του Αγίου Γεωργίου Καυσοκαλυβίων και στην υποταγή δύο Γερόντων, του Παντελεήμονος, ο οποίος ήταν και πνευματικός, και του Ιωαννικίου, αδελφών κατά σάρκα. Αφοσιώθηκε στους δύο Γέροντες, που κατά κοινή ομολογία ήταν ιδιαίτερα αυστηροί, με μεγάλη αγάπη και με πνεύμα απόλυτης υπακοής.
Έγινε μοναχός σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών και πήρε το όνομα Νικήτας. Μετά από δύο χρόνια έγινε μεγαλόσχημος. Λίγο αργότερα ο Θεός του δώρισε το διορατικό χάρισμα.
Στα δεκαεννέα του χρόνια ο Γέροντας αρρώστησε πολύ σοβαρά, γεγονός που τον ανάγκασε να εγκαταλείψει οριστικά το Άγιον Όρος. Επέστρεψε τότε στην Εύβοια, όπου εγκαταβίωσε στη Μονή του Αγίου Χαραλάμπους Λευκών. Ένα χρόνο αργότερα, το έτος 1926 μ.Χ., σε ηλικία είκοσι ετών, χειροτονήθηκε ιερέας στον Άγιο Χαράλαμπο Κύμης από τον Πορφύριο Γ’ , Αρχιεπίσκοπο Σινά, ο οποίος του έδωσε το όνομα Πορφύριος. Στα είκοσι δύο του έγινε πνευματικός-εξομολόγος και λίγο αργότερα αρχιμανδρίτης. Για ένα διάστημα εργάστηκε ως εφημέριος στους Τσακαίους, χωριό της Εύβοιας.
Στην Εύβοια, στην Ιερά Μονή Αγίου Χαραλάμπους, έζησε δώδεκα χρόνια, διακονώντας τους ανθρώπους ως πνευματικός και εξολόγος, και τρία χρόνια στην Άνω Βάθεια, στην εγκαταλελειμμένη Μονή του Αγίου Νικολάου.
Το 1940 μ.Χ., παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, ο Γέροντας Πορφύριος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ανέλαβε καθήκοντα εφημερίου και πνευματικού στην Πολυκλινική Αθηνών. Όπως ο ίδιος έλεγε, έζησε εκεί τριάντα τρία χρόνια σαν μία μέρα, ασκώντας ακαταπόνητα το πνευματικό έργο και ανακουφίζοντας τον πόνο και την ασθένεια των ανθρώπων.
Από το 1955 μ.Χ. είχε εγκατασταθεί στα Καλλίσια, όπου είχε μισθώσει από την Ιερά Μονή Πεντέλης το εκεί ευρισκόμενο μονύδριο του Αγίου Νικολάου με την αγροτική περιοχή που το περιέβαλλε, την οποία καλλιεργούσε με μεγάλη επιμέλεια. Εδώ, παράλληλα εξασκούσε το πλούσιο πνευματικό του έργο.
Το καλοκαίρι του 1979 μ.Χ., εγκαταστάθηκε στο Μήλεσι με το όνειρο να χτίσει μοναστήρι. Εκεί ζούσε στην αρχή σε ένα τροχόσπιτο κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες και μετά σε ένα απέριττο κελλάκι από τσιμεντόλιθους, όπου και υπέμενε αγόγγυστα τις πολλές δοκιμασίες της υγείας του. Το 1984 μ.Χ. μεταφέρθηκε σε κτίσμα του υπό ανέγερση μοναστηριού, για την ολοκλήρωση του οποίου ο Γέροντας, παρόλο που ήταν πολύ άρρωστος και τυφλός, εργαζόταν ακατάπαυστα και ακαταπόνητα. Με τη θεμελίωση του Καθολικού της Μονής Μεταμορφώσεως, στις 26 Φεβρουαρίου 1990 μ.Χ., αξιώθηκε να δει το όνειρό του να γίνεται πραγματικότητα.
Τα τελευταία χρόνια της επίγειας ζωής του άρχισε να προετοιμάζεται για την κοίμησή του. Επιθυμούσε να αποσυρθεί στο Άγιον Όρος, στα αγαπημένα του Καυσοκαλύβια, όπου μυστικά και αθόρυβα, όπως έζησε, θα έδιδε την ψυχή του στο Νυμφίο της. Πολλές φορές τον άκουσαν να λέει: «Επιδιώκω και τώρα που εγήρασα να πάω και να πεθάνω εκεί πάνω».
Πράγματι, τον Ιούνιο του 1991 μ.Χ., προαισθανόμενος το τέλος του, και μη θέλοντας να κηδευθεί με τιμές, αναχώρησε για το καλύβι του Αγίου Γεωργίου στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους, όπου είχε καρεί μοναχός πριν από περίπου 70 χρόνια και στις 4:31΄ το πρωί της 2ας Δεκεμβρίου 1991 μ.Χ. παρέδωσε το πνεύμα στον Κύριο, που τόσο αγάπησε στη ζωή του.
Τα τελευταία λόγια που ακούστηκαν από το στόμα του ήταν από την αρχιερατική προσευχή του Κυρίου, αυτά που τόσο αγαπούσε και πολύ συχνά επαναλάμβανε: «ἵνα ὦσιν ἓν».
Στην αγιοκατάταξη του Γέροντος Πορφυρίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.
Τα κύρια χαρακτηριστικά του
Τα κύρια χαρακτηριστικά του Γέροντος Πορφυρίου σε όλη τη ζωή του ήταν η άκρα ταπείνωσή του, η τέλεια αγάπη του στον Χριστό και τον συνάνθρωπο, η αίσθηση του ότι ανήκει στην Εκκλησία, με μία απόλυτη υπακοή σ΄ αυτήν εν Χριστώ και με μία απόλυτη ενότητα με όλους και η βίωση της αθανασίας και της ελευθερίας από τον φόβο και την κόλαση από αυτή εδώ τη ζωή. Σ΄ αυτά πρέπει να προστεθούν η αγόγγυστη υπομονή του στους αφόρητους πόνους, η σοφή διάκρισή του, η ασύλληπτη διόρασή του, η απέραντη φιλομάθειά του, η εκπληκτική ευρύτητα των γνώσεων του που ήταν καρπός της Χάρης και δώρο Θεού και όχι αποτέλεσμα σπουδής, η ανεξάντλητη φιλοπονία και εργατικότητα του, η αδιάλειπτη ταπεινή και για τον λόγο αυτόν αποτελεσματική προσευχή του, το ακραιφνώς ορθόδοξο, αλλά όχι φανατικό φρόνημά του, οι επιτυχείς συμβουλές του, η πολυμέρεια των διδαχών του, η βαθύτατη ευλάβειά του, το ιεροπρεπέστατο των ακολουθιών που τελούσε, και η μεγάλη φροντίδα του να κρατηθεί μυστική η εκτεταμένη προσφορά του.
Τα ουσιώδη
Προσπαθώντας να εμβαθύνουμε στα ουσιώδη στοιχεία που συγκροτούσαν την προσωπικότητα του Γέροντος Πορφυρίου καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι αυτά ήταν: πρώτον, η ένταξή του στην Εκκλησία κατά έναν ουσιαστικό και όχι τυπικό τρόπο, δεύτερον, η απέραντη αγάπη του στον Χριστό και δι΄ Αυτού στον συνάνθρωπο, που συνοδευόταν από αγία ταπείνωση, τρίτον, η βίωση της εν Χριστώ μυστικής χαράς και τέταρτον η βίωση της εν Χριστώ αθανασίας.
α) Η ένταξη στην Εκκλησία
Ο Γέρων Πορφύριος έλεγε μαζί με όλους τους Αγίους ότι ο Χριστός πρέπει να είναι μέσα στην Εκκλησία. Αυτό σημαίνει ενωμένος με τον Χριστό και με όλους τους ανθρώπους του Χριστού και προπαντός με τον αρχιερέα Του, που επέχει τόπο και τύπο Χριστού. Αλλά αυτό, το να είναι κανείς μέσα στην Εκκλησία δεν είναι κάτι τυπικό. Αυτό άλλωστε πρέπει να σημαίνει η διαθήκη του, στην όποια μας εύχεται να μπούμε στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία του Θεού, παρ΄ όλον που επιφανειακά σκεπτόμενοι θα του απαντούσαμε ότι είμαστε ήδη στην Εκκλησία, αφού είμαστε βαπτισμένοι.
Πράγματι είμεθα μέσα στην Εκκλησία, αλλά τόσο μόνο όσο είναι μέσα στην Ελλάδα ο ξένος ταξιδιώτης που πέρασε τα σύνορα της κατά ένα-δύο βήματα. Αυτός, αν και είναι στην Ελλάδα τυπικά και ουσιαστικά και μπορεί να ταξιδέψει παντού σ΄ αυτήν και να τη γνωρίσει όλη, όμως είναι σαν να μην είναι, αφού μόνο δυο βήματα πέρασε στο έδαφός της και τίποτε δεν ξέρει ακόμη από Ελλάδα. Έτσι και ο Χριστιανός που μια φορά πέρασε την πόρτα της Εκκλησίας και μπήκε μέσα σ΄ αυτήν, είναι ουσιαστικά σαν να μην μπήκε, άμα δεν προχωράει διαρκώς βαθύτατα σ΄ αυτήν μέχρι να φθάσει στον θρόνο του Θεού.
Ο Γέροντας είχε δει στην πράξη ότι η Χάρη του Θεού ενεργεί μέσα στην Εκκλησία, ότι οι πιστοί πρέπει να είναι μεταξύ τους ενωμένοι σαν ένα σώμα, το σώμα του Χριστού, ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί όταν ζητά μόνο την ατομική του σωτηρία, ότι η ενότητα ως αίτημα, πόθος και βίωμα του πιστού είναι βασικό στοιχείο της Εκκλησίας και προϋπόθεση της σωτηρίας και ότι η αγάπη, που ωθεί την ψυχή στην ενότητα, είναι απαραίτητη, για να μπει κανείς στην κοινότητα που συνιστά την επίγεια άκτιστη Εκκλησία και να σωθεί εκεί.
β) Η αγάπη
Η κινητήρια δύναμη για τη δημιουργία συμμέτοχων στην ύπαρξη και στη χαρά, για τη μετάδοση της ζωής, είναι η αγάπη. Αυτός που σκέπτεται ότι ο νέος άνθρωπος θα του στερήσει κάτι από την άνεσή του και τη χαρά του δεν σκέπτεται όπως ο Θεός, ο οποίος δημιούργησε το ανθρώπινο Γένος, παρ΄ όλον ότι αυτό Τον παρεπίκρανε (ανθρωποπαθώς μιλώντας). Η μόνη διάθεση, λοιπόν, που αρμόζει σε ανθρώπους πλασμένους εικόνα και καθ΄ ομοίωσιν Θεού, είναι η αγάπη, δηλαδή το άνοιγμα της καρδιάς στο άλλο πρόσωπο, στο Σύ του Θεού και στο σύ του συνανθρώπου.
Υπάρχουν πολλοί τρόποι με τους όποιους προσπαθεί η Εκκλησία να πείσει τους ανθρώπους να βαδίσουν στον σωστό δρόμο. Όμως ο βασιλικός δρόμος της ευαίσθητης, ποιητικής και ευγενικής ψυχής που σου υπεδείκνυε ο Γέρων Πορφύριος είναι ο δρόμος της αγάπης, του θείου έρωτα προς τον Ιησού Χριστό και η ανιδιοτέλεια, δηλαδή η αδιαφορία για το αν η αγάπη σου στον Χριστό συνεπάγεται χαρές ή οδύνες. Είναι δρόμος γεμάτος αρχοντιά και ανωτερότητα, χωρίς μιζέριες, υπολογισμούς και φόβους, λεβέντικος και άξιος του θείου μεγαλείου και της απόλυτης εμπιστοσύνης στη φιλική διάθεση του Χρίστου που μας αγαπά.
Αυτό συνεπάγεται και μία ωραία μεθόδευση του πνευματικού αγώνα του χριστιανού, την οποία συχνά-πυκνά και με πολλά παραδείγματα ανέπτυσσε. Ας θυμηθούμε μερικά:
- Όταν είσαι σ΄ ένα κατασκότεινο δωμάτιο, μη χτυπάς το σκοτάδι για να το διώξεις. Δεν φεύγει έτσι. Άνοιξε το παράθυρο στο φως, δηλαδή δώσου στην αγάπη του Χριστού και τότε χωρίς κόπο φεύγει το σκοτάδι.
- Όταν έρχεται ο κακός λογισμός, η μελαγχολική σκέψη, ο φόβος, ο πειρασμός να σε καταλάβει, μην πολεμάς μαζί τους να τα διώξεις. Άνοιξε τα χέρια σου στην αγάπη του Χριστού και σε παίρνει στην αγκαλιά του και χάνονται αυτά μόνα τους.
- Όταν ο κήπος της ψυχής σου είναι γεμάτος αγκάθια (πάθη), μην προσπαθείς να τα ξεριζώσεις και βρίσκεσαι διαρκώς τραυματισμένος και μολυσμένος από την ασχολία σου μαζί τους. Δώσε όλη τη δύναμη σου στα λουλούδια της ψυχής σου, πότισέ τα, και τότε τ΄ αγκάθια θα ξεραθούν μόνα τους. Και το καλύτερο λουλούδι είναι η αγάπη σου στον Χριστό. Αν ποτίσεις αυτήν και αναπτυχθεί, όλα τα αγκάθια μαραίνονται.
γ) Η χαρά
Ο Γέρων Πορφύριος αγαπούσε όλους με την αγάπη του Χριστού που είναι μοναδική για τον καθένα. Αλλά η πλούσια καρδιά του Χριστού και όσων ομοιώθηκαν μ΄ Αυτόν, μπορεί ν΄ αγαπά με μοναδικό τρόπο τον κάθε άνθρωπο, που είναι εικόνα του αγαπημένου Χριστού. Και η αγάπη αυτή ελκύει τη Θεία Χάρη, που επιπίπτει στον αγαπώντα σαν χαρά μεγάλη και ανεξάντλητη. Αυτός που αγαπά είναι χαρούμενος, γιατί η αγάπη είναι δόσιμο και το δόσιμο συνεπάγεται τη μακαριότητα, όπως είπε ο Κύριος («μακάριόν ἐστι μᾶλλον διδόναι ἢ λαμβάνειν», Πράξ. 20,35). Έτσι ζούσε ο Γέροντας στη χαρά που κανείς, ούτε οι πόνοι ούτε οι θλίψεις, δεν αφαιρεί από εκείνον που είναι δοσμένος στην αγάπη του Χριστού. Ο Γέροντας Πορφύριος, ζώντας μέσα στην αγάπη του Χριστού είχε διαπιστώσει εμπειρικά αυτό που γράφει ο Άγιος Ιωάννης ο Ευαγγελιστής: «ἡ τελεία ἀγάπη ἔξω βάλλει τὸν φόβον» (Α’ Ίω. 4,18) και γι΄ αυτό λέει σε μια ηχογραφημένη συνομιλία του με έμφαση και με γεμάτη πραότητα βεβαιότητα «Ο φίλος, ο αδελφός (ο Χριστός)…! Πώς το φωνάζει αυτό όμως…! και πόσο…! Τί βάθος κρύβεται μέσα σ’ αυτό…! Πολύ βάθος! Δηλαδή είναι το θάρρος. Δεν θέλει τον φόβο ο Χριστός, δεν τόνε θέλει τον φόβο!»
δ) Η αθανασία
Η νίκη πάνω στον θάνατο, η αίσθηση και η βεβαιότητα της αθανασίας είναι ένα βίωμα κοινό σε όλους τους Αγίους και στον Γέροντα Πορφύριο. Λέγει στην προαναφερθείσα ηχογραφημένη συνομιλία του: «Ο άνθρωπος του Χριστού πρέπει ν΄ αγαπήσει τον Χριστό, κι όταν αγαπήσει τον Χριστό απαλλάττεται από τον διάβολο, από την κόλαση και από τον θάνατο». Δεν είναι αυτά λόγια ειπωμένα από κάποιον που συνέλαβε αυτή την αλήθεια με τη σκέψη του. Είναι λόγια βγαλμένα από ένα αληθινό προσωπικό βίωμα και γι΄ αυτό έχουν την αξία μαρτυρίας αυτόπτη μάρτυρα. Δεν αλλάζει το πράγμα από το γεγονός ότι ο Γέροντας Πορφύριος από ταπείνωση και βαθιά αίσθηση της ανθρώπινης ασθένειάς μας λέγει ότι δεν έχει φθάσει σε αυτή την κατάσταση. Μάλλον ενισχύεται η αξιοπιστία του, διότι δεν είναι πλέον ένας που νομίζει ότι έφθασε κάπου. «Δεν έχω φθάσει, αυτό ζητάω, αυτό θέλω. Και στη σιωπή μου και παντού προσπαθώ να ζήσω σ΄ αυτά. Δεν τα ζω όμως, …προσπαθώ. Δηλαδή, πως να σου πω, πως να σας πώ; Δεν έχω πάει σ΄ ένα μέρος, έτσι… ή πήγα μια φορά, το είδα, τώρα δεν είμαι εκεί, αλλά το θυμάμαι, το λαχταράω, το θέλω. Να τώρα, αυτή τη στιγμή, αύριο, μεθαύριο, κάθε στιγμή μούρχεται και το θέλω. Θέλω να πάω εκεί, το ζητάω. Δεν είμαι όμως εκεί… Ναι, αλλά ζω μέσα σ΄ αυτή την προσπάθεια…»
Βεβαιοί ο Άγιος Γρηγόριος ότι το ευρείν τον Θεόν έγκειται εις το αεί Αυτόν ζητείν. Δεν υπάρχει καλύτερη και εγκυρότερη επιβεβαίωση ότι ο Γέρων Πορφύριος βρήκε τον Θεό, και ότι ο δρόμος της αγάπης που μας υποδεικνύει είναι ο συντομότερος, ο ασφαλέστερος και ο καλύτερος για να μας βρει και μας ο Θεός και να περιμαζέψει τον καθένα μας, σαν το ένα απολωλός πρόβατο, με χαρά και με αγάπη και να μας οδηγήσει από αυτήν εδώ τη ζωή στην επίγεια άκτιστη Εκκλησία Του, που είναι χώρα αγάπης, χαράς, ειρήνης και αθανασίας.
Επιστολή Γέροντος Πορφυρίου προς τα πνευματικά του παιδιά
«Αγαπητά πνευματικά μου παιδιά.
Τώρα που ακόμα έχω τας φρένας μου σώας θέλω να σας πω μερικές συμβουλές. Από μικρό παιδί όλο στις αμαρτίες ήμουνα. Και όταν με έστελνε η μητέρα μου να φυλάξω τα ζώα στο βουνό, γιατί ο πατέρας μου, επειδή ήμασταν φτωχοί είχε πάει στην Αμερική για να εργαστεί στην διώρυγα του Παναμά, για εμάς τα παιδιά του, εκεί, που έβοσκα τα ζώα συλλαβιστά διάβαζα τον βίο του αγίου Ιωάννου του Καλλυβίτου και πάρα πολύ αγάπησα τον Άγιο Ιωάννη και έκανα πάρα πολλές προσευχές σαν μικρό παιδί που ήμουνα 12-15 χρονών δεν θυμάμαι ακριβώς καλά και θέλοντας να τον μιμηθώ με πολύ αγώνα έφυγα από τους γονείς μου κρυφά και ήλθα στα Καυσοκαλύβια του Αγίου Όρους και υποτάκτηκα σε δυο γεροντάδες αυταδέλφους τον Παντελεήμονα και τον Ιωαννίκιο. Μου έτυχε να είναι πολύ ευσεβείς και ενάρετοι και τους αγάπησα πάρα πολύ και γι’ αυτό με την ευχή τους τους έκανα άκρα υπακοή. Αυτό με βοήθησε πάρα πολύ, αισθάνθηκα και μεγάλη αγάπη και προς τον Θεό και πέρασα πάρα πολύ καλά. Αλλά, κατά παραχώρηση του Θεού, για τις αμαρτίες μου αρρώστησα πολύ και οι Γεροντάδες μου μου είπαν να πάω στους γονείς μου στο χωριό μου εις τον Άγιον Ιωάννη Ευβοίας. Και ενώ από μικρό παιδί είχα κάνει πολλές αμαρτίες όταν ξαναπήγα στον κόσμο συνέχισα τις αμαρτίες οι οποίες μέχρι και σήμερα έγιναν πάρα πολλές. Ο κόσμος όμως με πήρε από καλό και όλοι φωνάζουνε ότι είμαι άγιος. Εγώ όμως αισθάνομαι ότι είμαι ο πιο αμαρτωλός άνθρωπος του κόσμου. Όσα ενθυμόμουνα βεβαίως τα εξομολογήθηκα, αλλά γνωρίζω ότι γι αυτά που εξομολογήθηκα με συγχώρησε ο Θεός, αλλ’ όμως τώρα έχω ένα συναίσθημα ότι και τα πνευματικά μου αμαρτήματα είναι πάρα πολλά και παρακαλώ όσοι με έχετε γνωρίσει να κάνετε προσευχή για μένα διότι και εγώ όταν ζούσα πολύ ταπεινά έκανα προσευχή για σας, αλλ’ όμως τώρα που θα πάω για τον ουρανό έχω το συναίσθημα ότι ο Θεός θα μου πεί: τι θέλεις εσύ εδώ; Εγώ ένα έχω να του πω. Δεν είμαι άξιος Κύριε για εδώ, αλλ’ ότι θέλει η αγάπη σου ας κάμει για μένα. Από εκεί και πέρα δεν ξέρω τι θα γίνει. Επιθυμώ όμως να ενεργήσει η αγάπη του Θεού. Και πάντα εύχομαι τα πνευματικά μου παιδιά να αγαπήσουν το Θεό, που είναι το πάν, για να μας αξιώσει να μπούμε στην επίγειο άκτιστο εκκλησία του. Γιατί από εδώ πρέπει να αρχίσουμε. Εγώ πάντα είχα την προσπάθεια να προσεύχομαι και να διαβάζω τους Ύμνους της Εκκλησίας, την Αγία Γραφή και τους βίους των Αγίων μας και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Εγώ προσπάθησα με τη χάρη του Θεού να πλησιάσω τον Θεό και εύχομαι και εσείς να κάνετε το ίδιο. Παρακαλώ όλους σας να με συγχωρέσετε για ότι σας στεναχώρησα.


ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΣ ΕΚ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ
Ο νεομάρτυρας Χριστόδουλος γεννήθηκε σ' ένα χωριό της Κασσάνδρας, που ονομαζόταν Βαλτά. Σε νεαρή ηλικία ήλθε στη Θεσσαλονίκη, όπου έκανε το επάγγελμα του ράφτη.
Όταν πληροφορήθηκε ότι κάποιος χριστιανός Βούλγαρος, ετοιμαζόταν ν' αρνηθεί τον Χριστό προμηθεύτηκε έναν μικρό σταυρό και πήγε στο καφενείο, όπου θα γινόταν η περιτομή του αρνησίχριστου. Διέσχισε το πλήθος των γενιτσάρων, και ενώ χτυπούσαν τα τύμπανα, πλησίασε τον αρνησίχριστο, παρουσίασε τον σταυρό και του είπε: «Αδελφέ τι έπαθες, να η πίστη μας, να ο Χριστός, που σταυρώθηκε για την αγάπη μας, συ γιατί αφήνεις τον Χριστό τον σωτήρα σου και γίνεσαι Τούρκος;». Εξαγριωμένοι οι Τούρκοι, όρμησαν και συνέλαβαν τον Χριστόδουλο και με χτυπήματα τον οδήγησαν στον κριτή, όπου απαίτησαν τον θάνατο του. Στην προτροπή του κριτή ν' αρνηθεί τον Χριστό, ο Μάρτυρας με θάρρος απάντησε: «... και συ άφησε τον μωαμεθανισμό και γίνε Χριστιανός». Αποδεικνύοντας έτσι την ακλόνητη πίστη του, παραδόθηκε στους δήμιους, οι οποίοι τον κρέμασαν κοντά στον ναό του Αγίου Μηνά στη Θεσσαλονίκη. Το λείψανο του αγίου με καρφωμένο τον σταυρό στην πλάτη του, παρέμεινε γυμνό κρεμασμένο για δύο μέρες. Κατόπιν οι Χριστιανοί, αγόρασαν το λείψανο του αντί 600 γροσιών και το έθαψαν με τιμές.
ΑΓΙΟΣ ΔΙΟΝΥΣΙΟΣ Ο ΕΚ ΚΟΡΗΣΟΥ
Γεννήθηκε το 1316 στην Κορησό της Καστοριάς. από μικρός πόθησε το μοναχικό σχήμα και μόλις «εφύη το γένειόν του« αναχώρησε για τον Άθωνα και υποτάχθηκε στον κατά σάρκα αδελφό του, τον άγιο Θεοδόσιο, που ήταν ηγούμενος στη μονή Φιλόθεου. Εκεί χειροτονήθηκε διάκονος και ιερεύς, συμπλήρωσε τις γραμματικές του γνώσεις και έλαμπε σε όλη την αδελφότητα για τις αρετές του.
Ο πόθος της ησυχίας τον απομακρύνει από τη μονή του και τον φέρνει σε ένα σπήλαιο της νότιας πλευράς του Όρους, που λέγεται Μικρός Άθωνας. Εκεί έζησε ο τρισόλβιος με υπερθαύμαστη άσκηση δίχως να γευθεί τίποτε το μαγειρευμένο επί μία τριετία (1347-1350). Η φήμη της ισάγγελης βιοτής του έφερε πολλούς φιλάρετους πλησίον του. Σε όλους έγινε υπόδειγμα και παράδειγμα, πηγή ωφελείας. Η διάκριση του βοήθησε και πολλούς κοσμικούς που έρχονταν προς εξομολόγηση.
Αγρυπνώντας, είδε θείο όραμα -«θεία τις δύναμις ως καιομένη λαμπάς αυτώ καθωράτο»- και αποφάσισε την ίδρυση μονής. Για τον λόγο αυτό πήγε να συναντήσει τον αδελφό του Θεοδόσιο, που είχε γίνει μητροπολίτης Τραπεζούντος, και μαζί πήγαν στον αυτοκράτορα Αλέξιο Γ΄τον Κομνηνό. Ο αυτοκράτορας τους υποδέχθηκε με τιμές και ευχα¬ρίστως έδωσε χρήματα, εκδίδοντας χρυσόβουλλο για τη νέα μονή (1375), με μόνη απαίτηση τη μνημόνευση του ονόματος του. Κτίσθηκε το 1380 και αφιερώθηκε στον Τίμιο Πρόδρομο, σήμερα είναι όμως γνωστή με το όνομα του κτήτορός της. Μετά από καταστροφή πειρατών, ο Διονύσιος ξαναπηγαίνει στην Τραπεζούντα για τρίτη φορά για νέες ενισχύσεις. Εκεί τον βρήκε ο θάνατος, τον όποιο είχε προγνωρίσει. Το λείψανο του τέλεσε πολλά θαύματα.
Στη μονή του οσίου, που αναδείχθηκαν αρκετοί άγιοι, βρίσκεται το αυτοκρατορικό χρυσόβουλλο και η εικόνα της Θεοτόκου του Ακάθιστου, που έδωσε ο αυτοκράτορας Αλέξιος στον όσιο. Κατά την παράδοση, ενώπιον της λεγόταν ο Ακάθιστος Ύμνος.
Τον βίο του οσίου έγραψε ο ιερομόναχος Μητροφάνης. Ακολουθία του υπάρχει σε κώδικα της μονής του. Νεώτερη συνέθεσε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης. Ναός του υπάρχει στην ιδιαίτερη πατρίδα του.
Η μνήμη του τιμάται στις 25 Ιουνίου, την επόμενη της εορτής της μονής, του Γενεσίου του Τιμίου Προδρόμου. Η κοίμησή του όμως έγινε στις 25 Φεβρουαρίου.

ΑΓΙΟΣ ΓΕΡΑΣΙΜΟΣ ΠΑΛΛΑΔΑΣ

Ο Άγιος Γεράσιμος ο Παλλαδάς γεννήθηκε το 1633 μ.Χ. γεννήθηκε στο χωριό Σκιλλούς της Πεδιάδος Κρήτης από ευγενείς και ευσεβείς γονείς. Ο πατέρας του Θεόδωρος υπήρξε πρωτοπαπάς και ιεροκήρυκας στον Χάνδακα και είναι γνωστή μία ομιλία του που εξεφώνησε στη μνήμη των Αγίων δέκα μαρτύρων των εν Κρήτη το 1633 μ.Χ. Διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα από τον πατέρα του. Κατόπιν μετέβη για σπουδές στην Κέρκυρα και την Βενετία. Γνώριζε ελληνικά, λατινικά και εβραϊκά· «φιλότιμος γαρ ων και δεξιάς φύσεως δια το μνημονικόν, εν λόγοις μέγας εγένετο τη μαθήσει πάντας τους κατ’ εκείνου καιρού υπερβαίνων».
Επιστρέφοντας στην Ελλάδα δεν κατάφερε να μεταβεί στην Κρήτη λόγω της αλώσεως της από τους Τούρκους. Έτσι δίδασκε και κήρυττε στην Πελοπόννησο, τα Ιωάννινα, την Άρτα και την Παραμυθία. Άγνωστο πότε, εξελέγη μητροπολίτης Καστορίας, στην οποία χρημάτισε διδάσκαλος, παρέχοντας δείγματα της σοφίας και της αγιότητός του. Τον Μάϊο του 1686 μ.Χ. του δόθηκε επιτροπικώς η μητρόπολη Αδριανουπόλεως. Ο Καισάριος Δαπόντες γράφει ότι ο Μαυροκορδάτος «έκαμεν Αδριανουπόλεως τον από Καστορίας σοφώτατον Γεράσιμον».
Στις 25 Ιουλίου 1688 μ.Χ. εξελέγη πατριάρχης Αλεξανδρείας, διαδεχθείς τον αποθανόντα στο σεισμό της Σμύρνης Πατριάρχη Παρθένιο (1678 - 1688 μ.Χ.) τον από Βηθλεέμ. Κύριο μέλημά του ήταν η διάδοση του θείου λόγου. Σώζονται πολλές χειρόγραφες ομιλίες του. Λόγω μεγάλων χρεών του πατριαρχείου αναγκάσθηκε να περιέλθει τις ρου¬μανικές χώρες και τη Ρωσία διενεργώντας εράνους. Οι άρχοντες τον δέχονταν με τιμές και του προσέφεραν πλούσια δώρα, εξασφαλίζοντας τα εκεί μετόχια του πατριαρχείου. Εργάσθηκε για την επίλυση του χρονίζοντος σιναϊτικού προβλήματος και συνέταξε κανονισμό για το πτωχοκομείο της μονής Αγίου Γεωργίου Καΐρου. Ανέπτυξε πλούσια αλληλογραφία με προσωπικότητες της εποχής του, όπως τον Μέγα Πέτρο της Ρωσίας, τον πάπα Ρώμης Κλήμεντα ΙΑ΄, την Εκκλησία της Κύπρου και της Κρήτης.
Στις 20 Ιανουαρίου 1710 μ.Χ., μετά 22 ετών γόνιμη πατριαρχεία, παραιτείται λόγω ασθενείας, γήρατος και χάριν της ησυχίας υπέρ του Επισκόπου Χίου Σαμουήλ: «Γήρατι όμως ήδη κατακαμφθείσα - η μετριότητα του, όπως γράφει στην παραίτηση του ο ίδιος - και πάθεσι νοεροίς περιπεσούσα, την του σώματος δύναμιν εγνώρισεν ατονήσασαν και εις μνήμην έχουσα το τέλος της ζωής και το του θανάτου άφευκτον και άδηλον και άωρον, τοις πάσι χάριν κέκρικεν ειπείν, και μόνην της ησυχίας ασπάσασθαι, ως φίλην θεώ και την της ψυχής προξενούσαν σωτηρίαν… Τούτων δε πάντων λύπη συσχεθέντων εν δάκρυσι θερμοίς και πνεύματι συντετριμμένω ουκ εδέξαντο την αγγελίαν, αλλ’ ηξίουν ημάς μεταβαλείν τον σκοπόν και την αιτίαν του τοιούτου απροσδοκήτου αυτών απορφανισμού επυνθάνοντο μήποτε δια λύπην η παραπικρασμόν η ενόχλησίν τινος των πατέρων η των χριστιανών, προετράπημεν εις τούτο, ημείς δε παντοίοις τρόποις και λόγοις βεβαιώσεως επιστώσαμεν τους πάντας, ότι δια μόνην την ησυχίαν και την της ψυχής ημών σωτηρίαν τούτο γίνεται μόλις ουν κατένευσαν τω ημετέρω σκοπώ, ω εν ονόματι του μεγάλου θεού».
Ο πατριάρχης Γεράσιμος παρέμεινε στο Ταμιάθιο ως τον Μάϊο του 1712 μ.Χ. Κατόπιν μετέβη για εφησυχασμό, μελέτη και προσευχή στην ιερά μονή Βατοπαιδίου, όπου και ανεπαύθη οσιακώς τον Ιανουάριο του 1714 μ.Χ. Στον τάφο του υπήρχε η επιγραφή: «Εκοιμήθη ο δούλος του θεού και μακαριώτατος Πατριάρχης Αλεξανδρείας κυρ Γεράσιμος εν έτει αψιδ’΄μηνι Ιανουαρίω ιε’΄ Ινδικτιώνος». Η κάρα του φυλάγεται σε ασημένια λειψανοθήκη στο άγιο βήμα του Καθολικού της μονής.
Οσοι αναφέρονται σε αυτόν τον εγκωμιάζουν για τη λογιότητα και την αγιότητά του: Ο μοναχός Καισάριος Δαπόντες ο Ξηροποταμηνός γράφει: «Ανήρ σοφώτατος και αγιώτατος, θεολόγος, φιλόσοφος, ανιχνευτής του βάθους των θείων Γραφών, δαημονέστατος της ελληνικής, εβραϊκής και λατινικής γλώσσης εχρημάτισε…». Ο έξ Απορρήτων Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος έγραφε προς τον ίδιο: «Τον δε λειμώνα των αρετών και των χαρίτων, ώσπερ αυτώ τέθηλε και επανθεί και κοσμεί ποικίλοις καρποίς, και την αθάνατον υμίν ευωδίαν αποπνέει.. διοφρήδην έπεισιν εκείνο γε΄ ότι το της οικουμένης κριτήριον, την θεοφρούρητον ρήσιν καθέδραν των Αλεξανδρέων, εν καιροίς ιδίοις, αξιολογωτάτην ανδρών ουδέποτε κατέλιπιν έρημον η θεία πρόνοια..». Αξιοσημείωτοι είναι και οι λόγοι του Γερασίμου Μαζαράκη: «Ο Γεράσιμος πρέπει να συναριθμηθή μεταξύ των μεγάλων της Ανατολής Πατριαρχών και προμάχων της Ορθοδοξίας, ως δια του λόγου, της γραφίδος και του παραδείγματος καταπολεμήσας επιτυχώς τας προσπαθείας της Δύσεως. Μη δε τις νομίση ότι ο κίνδυνος, ον διέτρεχεν η Ανατολή, ήτο τότε μικρότερος του επί Κυρίλλου. Η Εκκλησία της Ρώμης διδαχθείσα εκ των πραγμάτων ότι ουδέν ηδύνατο να κατορθώση δια της βίας, μετεχειρίζετο νυν πολιτικήν διαλλαγής και δια ιεραποστόλων, συστάσεως σχολείων εν Ανατολή και εκδόσεως συγγραμμάτων, εξηκολούθει να επιδιώκη την πραγματοποίησιν των προαιωνίων πόθων της. Μεγάλως τότε κατερραδιουργούντο ο ημέτεροι, ιδία δε εν Παλαιστίνη και Συρία… Τας ενεργείας ταύτας επολέμησεν ο Γεράσιμος δια τε της προς τους εν Τριπόλει της Συρίας επιστολής του και του μεγάλου σεβασμού, ου παρά τοις εν Συρία και Παλαιστίνη απήλαυε».
Έργα του αγίου Γερασίμου σώζονται: θεολογικά, υμνογραφικά, φιλοσοφικά και φιλολογικά. Βιογράφος του είναι ο συνώνυμος και ένας των διαδόχων του Γεράσιμος Γ΄ ο Γηράρης (1783 - 1788 μ.Χ.), ο όποιος στις 20 Μαΐου 1785 μ.Χ. γράφει: «Βίος του εν Αγίοις Πατρός ημών Γερασίμου Πατριάρχου Αλεξανδρείας του Κρητός και Παλλαδά καλουμένου Μητροπολίτου πρότερον Καστορίας». Μεταξύ άλλων αναφέρει: «Απήλθεν εις τας αιωνίους και μακαρίους των δικαίων σκηνάς, ίνα κατατρυφά της θείας ελλάμψεως, ελλαμφθείς πρότερον εντεύθεν, ως έμαθε παρ’ αυτού του αγίου Πνεύματος, ως και ημάς εδίδαξεν. Αλλ’ ω πάτερ άγιε και σεβάσμιε, ο ελλαμπόμενος και δεχόμενος τας θείας ελλάμψεις εντελώς, δος και ημίν άπασι τοις αγαπώσι τα σα ένθεα προτερήματα, όπως διά σου χειραγωγούμενοι, φωτισθώμεν και ημείς μη ετέρως σε βλέπειν, μηδ΄εις δεξιά η αριστερά παρεκκλίνειν…».
Ακολουθία συνέθεσε ο νυν μητροπολίτης Ρόδου Κύριλλος Κογεράκης. Η επίσημη αναγνώριση του έγινε από το Πατριαρχείο Αλεξανδρείας στις 17 Σεπτεμβρίου 2002 μ.Χ.


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΑΪΟΣ
Ο Άγιος Γάιος ο οποίος εορτάζεται στους Παξούς, αναφέρεται ότι ήταν ένας από τους δυο πιστούς που βάπτισε ο Απόστολος Παύλος στην Κόρινθο.
Ο Γάιος αναφέρεται αφενός στην προς Ρωμαίους επιστολή του αποστόλου Παύλου ως ο άνθρωπος που τον φιλοξένησε στην Κόρινθο[1] και αφετέρου, στην Α' προς Κορινθίους όπου ο Απόστολος Παύλος αναφέρει ότι βάπτισε στην Κόρινθο τον Κρίσπο και τον Γάιο,[2].[3]
Η εκκλησία των Αγίων Αποστόλων (Πέτρου και Παύλου), στον Γάιο των Παξών. Ανατολική πλευρά στην οποία φαίνεται η επιγραφή: ΕΝΤΟΣ ΤΟΥ ΙΕΡΟΥ ΒΗΜΑΤΟΣ ΕΥΡΙΣΚΕΤΑΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΓΑΙΟΥ ΜΑΘΗΤΟΥ ΤΟΥ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΠΑΥΛΟΥ
Η παράδοση των Παξών αναφέρει ότι ο Κορίνθιος μαθητής του Αποστόλου Παύλου Γάιος (άλλοι αναφέρουν και τον Κρίσπο) κήρυξαν το χριστιανισμό στο νησί και ότι ο Γάιος (ή και ο Κρίσπος) πέθαναν εκεί[4]. Από τον Γάιο, έλαβε το όνομά της και η πρωτεύουσα του νησιού Γάιος[3]. Αναφέρεται δε ότι ο Γάιος, είναι θαμμένος κάτω από το Άγιο Βήμα του ναού των Αγίων Αποστόλων (39°11′50″N 20°11′02″E) του Γαίου Παξών.
Στο σημαντικό έργο του Αρχιδούκα της Αυστρίας Λουδοβίκου Σαλβατόρ «Παξός και Αντίπαξος» του 1887, αναφέρεται ότι στο ναό των Αγίων Αποστόλων, αριστερά είναι «οι ξύλινοι μετά του αετώματος βωμοί των Αγίων Πέτρου και Παύλου και αριστερά των Αγίων Γαΐου και Κρίσπου, οίτινες κατά την παράδοσιν εκεί ετάφησαν».[4] Στην εικόνα των Αγίων Αποστόλων Γαΐου και Κρίσπου που βρίσκεται στο ναό, αφιερωμένη το 1858, αναφέρεται ότι ο «Απόστολος Γάιος εορτάζει τας 5 Νοεμβρίου» ενώ για τον Κρίσπο: «Ο Απόστολος Κρίσπος εορτάζει 30 Ιουλίου».
Ο Δ. Κόνταρης αναφέρει ότι η μνήμη του Αγίου Γαΐου καθιερώθηκε από το 1985 να εορτάζεται μαζί με τους Αποστόλους Πέτρο και Παύλο στις 29 Ιουνίου και να γίνεται λιτανεία της εικόνας του [5][6] 

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΚΕΡΚΥΡΑΙΟΣ
Ὁ Ἅγιος Ἀθανάσιος, Ἀρχιεπίσκοπος Χριστιανουπόλεως γεννήθηκε ἀπὸ Κερκυραίους γονεῖς τὸν Ἀνδρέα καὶ τὴν Εὐφροσύνη Κορφηνοῦ περίπου τὸ 1640. Τὸ βαπτιστικὸ ὄνομά του ἦταν Ἀναστάσιος. Μεγάλωσε στὴν Καρύταινα Γορτυνίας. Τὴν μόρφωσή του ἔλαβε στὴν ἀκμάζουσα Σχολὴ τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Φιλοσόφου. Ἀπὸ τὴν ἐφηβική του ἡλικία ἤθελε νὰ ἀφιερωθεῖ στὸν Θεό. Παρὰ τὴν θέλησή του οἱ γονεῖς τὸν ἀρραβώνιασαν μὲ μία νέα ἀπὸ τὴν Πάτρα. Πορευόμενος πρὸς τὸ Ναύπλιο γιὰ τὴν ἀγορὰ τῶν νυφικῶν ἐνδυμάτων καὶ προσευχόμενος μὲ τὸν Ψαλμικὸ στίχο «Γνώρισόν μοι ὁδὸν ἐν ᾗ πορεύσομαι» σταμάτησε σὲ ἕναν ναὸ τῆς Παναγίας. Ἀπὸ τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας ἄκουσε τὴν προτροπή Της, ἡ ὁποία τὸν ἀποκάλεσε μὲ τὸ ὄνομα ποὺ ἔλαβε ὅταν ἔγινε κληρικὸς Ἀθανάσιος, νὰ πορευθεῖ πρὸς τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ νὰ πραγματοποιήσει τὸν πόθο του. Στὴν Κωνσταντινούπολη ἔγινε κληρικὸς καὶ μὲ ἀφοσίωση ὑπηρέτησε τὴν Ἐκκλησία. Τὸ 1681 χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Χριστιανουπόλεως (σήμερα Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας). Καθ᾿ ὅλη τὴν διάρκεια τῆς Ἀρχιερατείας του φρόντισε γιὰ τὴν πνευματικὴ πρόοδο τοῦ Ποιμνίου του περιοδεύοντας συνεχῶς, διδάσκοντας τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, τελώντας τὰ Ἱερὰ Μυστήρια, ἀνακαινίζοντας μὲ προσωπικά του ἔξοδα Ἱεροὺς Ναούς, κάνοντας ἐλεημοσύνες καὶ ἱδρύοντας Σχολεῖα διὰ τὴν νεότητα, ἀντιστεκόμενος ἰδιαιτέρως στὴν ἐξάπλωση τῶν Ἐνετῶν οἱ ὁποῖοι ἦσαν μεγαλύτερος κίνδυνος ἀπὸ τοὺς Τούρκους. Ὁ ἴδιος ζοῦσε ἀσκητικὴ ζωὴ μὲ νηστεία, ἀγρυπνία καὶ προσευχή, μιμούμενος τοὺς Ἁγίους καὶ γενόμενος πρότυπο μιμήσεως ὅλων τῶν χριστιανῶν τῆς Μητροπόλεώς Του. Διὰ τῶν προσευχῶν Του τελοῦσε ἀλλὰ καὶ σήμερα τελεῖ πολλὰ θαύματα. Ὅταν ἱερουργοῦσε τὴν στιγμὴ ποὺ ἐκφωνοῦσε τὸ «Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ...» οἱ πιστοὶ ἔβλεπαν ἕνα φωτεινὸ ἀστέρι νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ στόμα Του. Ἐκοιμήθη ἡμέρα Κυριακὴ μετὰ τὴν Θεία Λειτουργία στὶς 9 Νοεμβρίου τοῦ 1707 καὶ ἐτάφη στὸν περίλαμπρο Ναὸ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Σωτῆρος στὴν Χριστιανούπολη. Τὸ ἱερὸ σκήνωμά του μεταφέρθηκε ἀργότερα ἀπὸ συγγενικό του πρόσωπο στὴν Ἱερὰ Μονὴ Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας. Πολλὲς φορὲς ὅταν πρόκειται νὰ συμβεῖ κάτι κακὸ (θεομηνία, λοιμός, σεισμός, πόλεμος, ἢ θάνατος μοναχοῦ κλπ.) ἀπὸ τὴν λάρνακα ἀκούγεται τριγμὸς ὡς προειδοποίηση γιὰ τὸ γεγονός. Πρὸς τιμήν Του εἶναι ἀφιερωμένος ὁ νέος Καθεδρικὸς Ἱερὸς Ναὸς τῆς Ἱερᾶς Μητροπόλεως Τριφυλίας καὶ Ὀλυμπίας στὴν Κυπαρισσία ὅπου καὶ φυλάσσεται τμῆμα ἐκ τῶν σεπτῶν Αὐτοῦ λειψάνων.


ΑΓΙΟΙ 7 ΜΑΡΤΥΡΕΣ ΚΕΡΚΥΡΑΣ
Οι Άγιοι αυτοί Μάρτυρες, ήταν στον πρότερό τους βίο ληστές. Όταν ήταν φυλακισμένοι στην Κέρκυρα, πίστεψαν στον Χριστό διά των Αγίων Αποστόλων Ιάσονος και Σωσιπάτρου. Κατόπιν μαρτύρησαν μέσα σε βρασμένη πίσσα.


ΟΣΙΟΣ ΑΝΘΙΜΟΣ ΤΟΥ ΚΟΥΡΟΥΚΛΗ
Ο νέος ασκητής, Ο όσιος Άνθιμος ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, γεννήθηκε στο Ληξούρι της Κεφαλλονιάς το 1727 μ.Χ. Ήταν δηλ. σύγχρονος με τον έτερο Μεγάλο Ισαπόστολο και εθνομάρτυρα του γένους μας, τον Άγιο Κοσμά των Αιτωλό (βλέπε 24 Αυγούστου), με τον οποίον είχε παρόμοια δράση και προσφορά!
Κατά το Άγιο Βάπτισμα έλαβε το όνομα Αθανάσιος, μα σε ηλικία επτά ετών, έχασε το φως του, χτυπημένος από την αρρώστια της ευλογιάς. Το ξαναβρήκε όμως, χάρη στην Θεία παρέμβαση αφενός, και στις ανύστακτες προσευχές της πιστής και ενάρετης μητέρας του Ατζουλέτας, καθώς και του ιδίου. Είχαν μάλιστα συμμετάσχει τότε σε σαρανταλείτουργο, το οποίο έγινε με βασικό αίτημα την θεραπεία του μικρού Αθανασίου. Πράγματι, αφού μητέρα και γιος κοινώνησαν των Αχράντων Μυστηρίων κατά την τεσσαρακοστή Θεία Λειτουργία, το παιδί φώναξε, «βλέπω, ο Ιερεύς φοράει κόκκινο φελόνι»!
Έξυπνος και μνήμων καθώς ήταν, παρακολούθησε τα μαθήματα της στοιχειώδους παιδείας, πιθανότατα κοντά στον πρώτο του δάσκαλο και πνευματικό Άνθιμο, τον ηγούμενο τότε της Ι. Μονής της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων Ληξουρίου. Όταν έγινε 20 ετών, αποφάσισε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του, Ιωάννου Κουρούκλη, ο οποίος ήταν εμπειρότατος ναυτικός. Μαζί ταξίδεψαν σε πολλές θάλασσες, αλλά φθάνοντας κάποτε στην Κωνσταντινούπολη, ο πατέρας του Οσίου, χτυπημένος από την πανώλη, εκοιμήθη. Το 1750 μ.Χ., ο πλοίαρχος του καραβιού στο οποίον υπηρετούσε τότε ο Αθανάσιος, εκτιμώντας το υποδειγματικό και εργατικότατο του χαρακτήρος του, του πρότεινε να τον κάνει γαμβρό του. Ο Αθανάσιος δέχθηκε. Άλλες όμως ήταν οι βουλές του Κυρίου. Ξυπνώντας λοιπόν ο νέος το πρωί της ημέρας, κατά την οποία θα επισημοποιούταν ο γάμος του, συνειδητοποίησε πως είχε χάσει εντελώς το φως του. «Τώρα εκατάλαβα», είπε, «πως είμαι θεότυφλος». Η επωνυμία θεότυφλος, θα τον συνοδεύει πια, σε όλη του τη ζωή!
Αντιλαμβανόμενος λοιπόν πως αυτό ήταν το θέλημα του Κυρίου, αποτάσσεται τα του κόσμου, οπότε τυφλός και άσημος, αναχωρεί για το Άγιον Όρος, όπου κείρεται μοναχός, μετονομαζόμενος Άνθιμος, πιθανότατα στα όρια της Ιεράς Μονής Ιβήρων. Εκεί ασκήθηκε θεαρέστως, αναμίχθηκε ενεργά, όπως αποδεικνύει η μετ’ έπειτα δράση του, και στο κίνημα των Κωλυβάδων, και τελικώς, όταν εκοιμήθη ο σοφότατος γέροντάς του, απεφάσισε να βγεί στον κόσμο, να κηρύξει, και να διασώσει από την αμάθεια και των εξισλαμισμό τους Ορθοδόξους Ρωμιούς, οι οποίοι στέναζαν τότε κάτω από τον απάνθρωπο ζυγό των Τούρκων Μουσουλμάνων.
Πρώτη ιεραποστολική περιοδεία.
Πρώτος του σταθμός ήταν το νησί της Χίου, όπου κήρυξε τον Ευαγγελικό λόγο, αλλά και ασκήθηκε σκληρά, φθάνοντας σε μεγάλα μέτρα αγώνων. Έτρωγε μόνον λίγο ψωμί την ημέρα, ενώ έπινε νερό μόνον μετά την δύση του ηλίου. Κοιμόταν ελάχιστα, και ασκούσε συνεχώς την αδιάλειπτη ευχήτου Ιησού.
Κατόπιν επισκέφθηκε την Σίφνο, και παρά τις παρακλήσεις των κατοίκων του νησιού οι οποίοι εκτίμησαν τον ενάρετο τυφλό γέροντα, έπειτα από λίγο διάστημα ασκήσεως και κηρύγματος εκεί, αναχώρησε για την Πάρο. Καθώς το πλοίο που τον μετέφερε στο νησί, βρέθηκε στο μέσον περίπου αυτής της θαλάσσιας διαδρομής, έπεσε σε μεγάλη θαλασσοταραχή, με αποτέλεσμα να κινδυνεύει να καταποντισθεί από τα κύματα και τον αέρα. Κατόπιν λοιπόν πολλών και επιμόνων εκλύσεων των συνεπιβατών του μα και ενός εκ των Σιφνιών ιερέων που τον συνόδευαν, ο Όσιος Άνθιμος προσευχήθηκε με δάκρυα στην Παναγία, την οποίαν ιδιαιτέρως ευλαβείτο, και η θαλασσοταραχή σταμάτησε! Παρακάλεσε μάλιστα τους παρισταμένους να μην διαδώσουν το θαύμα, μα εκείνοι, μόλις έφθασαν στην Πάρο, το διαφήμισαν παντού. Τόσο αυτό, όσο και η οσιακή ζωή του, διέδωσαν την φήμη του και στα γειτονικά νησιά.
Έτσι ο επίσκοπος Παροναξίας, τον προσκάλεσε να κηρύξει και στην Νάξο, όπου, υπακούοντας, μετέβη. Μεταξύ δε των Ναξίων που τότε άκουσαν τα ζήδορα λόγια του, ήταν και ο νεαρός τότε Νικόλαος Καλιβούρσης, ο μετ’ έπειτα Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης (βλέπε 14 Ιουλίου). Ακολούθως μετέβη στην Ίο, και έπειτα από λίγο, βρέθηκε προσκυνητής στους Αγίους Τόπους, όπου με θερμά δάκρυα στα άφωτα μάτια του, προσκύνησε τον Πανάγιο Τάφο και τον Ζωοπάροχο Γολγοθά, ενώ απ’ τα εκεί περιώνυμα Μοναστήρια άντλησε μεγάλη παρηγοριά και δύναμη για την επόμενη εργώδη προσπάθειά του. Έτσι ολοκληρώθηκε η πρώτη του ιεραποστολική περιοδεία.
Δευτέρα ιεραποστολική περιοδεία.
Επιστρέφοντας πιθανότατα από τους Αγίους τόπους (1759 μ.Χ.), κατευθύνθηκε στο Καστελόριζο, όπου είχε τον πόθο να ιδρύσει το πρώτο του μοναστήρι. Το νησί όμως, μαστιζόταν τότε από φοβερή λειψυδρία. Ο Όσιος προσευχήθηκε, και οι καταρράκτες του ουρανού άνοιξαν, αφήνοντας εξτατικούς όλους τους κατοίκους της Μεγίστης – Καστελορίζου. Οι ευλαβείς αυτοί άνθρωποι δε, εις ένδειξιν ευχαριστίας προς τον Θεό και το εκλεκτό Του σκεύος εκλογής, συνέβαλαν αποφασιστικά στο κτίσιμο του Ιερού ναού του Αγίου Γεωργίου, ο οποίος έγινε στο ψηλότερο βουνό του νησιού. Με κέντρο αυτόν ακριβώς τον ναό, οικοδομήθηκαν ακολούθως, τα κελιά, το ηγουμενείο, οι λοιποί βοηθητικοί χώροι της μονής, και το ψηλό περιτείχισμα του μοναστηριού. Το 1761 μ.Χ. μάλιστα, με σιγίλιο του οικουμενικού Πατριάρχου Ιωανικίου του τρίτου, η μονή ανακηρύχθηκε Σταυροπηγιακή.
Από το Καστελόριζο, και με την ευχή του αρχιεπισκόπου Σίφνου Νικοδήμου, ο τυφλός Ιεραπόστολος Άνθιμος, κατευθύνθηκε στην Αστυπάλαια, όπου διέμεινε επί εννέα έτη. «Το ασκητικό του πρόσωπο που φανέρωνε την ενάρετη ζωή του, και ακτινοβολούσε την ευσέβεια του ανδρός», μαγνήτισαν τους νησιώτες! Γι’ αυτό οι ευλαβείς Αστυπαλιώτες τον ακολουθούσαν σε κάθε του βήμα, (ρουφώντας) τα γεμάτα (νέκταρ) λόγια του, όπως σημειώνει ο νέος βιογράφος του Οσίου, Κωνσταντίνος Κανέλλος.
Στο ήσυχο λοιπόν νησί της Δωδεκανήσου, ο Άγιος κατόπιν θείας Αποκαλύψεως, απεφάσισε το κτίσιμο της Ιεράς μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου της Πορταϊτησας. Οι κάτοικοι χάρηκαν με αυτή του την απόφαση, μα του διευκρίνισαν πως δεν υπήρχαν τα απαιτούμενα οικοδομικά υλικά. Ο Όσιος γέρων δεν αποθαρίνθηκε. Ειδοποίησε έναν ευλαβή χριστιανό, μέλλος της οικογένειας Χουσουλίνη, να παραχωρήσει τα κτήματά του που ήταν κοντά στο χωριό, γιατί εκεί θα βρισκόταν τα απαιτούμενα υλικά. Ο άνθρωπος δέχθηκε ευχαρίστως, αν και ήξερε πως στα κτήματά του δεν είχαν υπάρξει ποτέ τέτοια υλικά. Λαμβάνοντας την άδεια ο Άγιος, υπέδειξε στους εργάτες να σκάψουν σε συγκεκριμένο σημείο, όπου και βρήκαν άφθονα οικοδομικά υλικά, κατάλοιπα παλαιού οικισμού! Κατά την ανασκαφή μάλιστα, μαζί με τις πέτρες, ανασύρθηκε και ένα πιθάρι γεμάτο χρυσσά νομίσματα. Ο Θεοφώτιστος Άνθιμος παρότρυνε τους εργάτες να μην ανακοινώσουν το γεγονός, μήπως και οι άπληστοι Μουσουλμάνοι παρέμβουν, και ματαιώσουν την ανέγερση της Ιεράς Μονής. Προσευχήθηκε στην συνέχεια, και τα χρυσσά νομίσματα μεταβλήθηκαν σε έναν σωρό κάρβουνα, αποκαλύπτοντας εντελώς το πανούργο και θεομάχο σχέδιο του Διαβόλου. Η Μονή της Πορταίτησας θεμελιώθηκε, και το 1760 μ.Χ. άρχισε η συστηματική ανέγερσή της. Στην συνέχεια ο πατήρ Άνθιμος περιήλθε διάφορα μέρη του ορθοδόξου Ελληνισμού, πιθανώς και τους Αγίους τόπους για δεύτερη φορά, για να συλλέξει χρήματα, άμφια καθώς και ιερά σκεύη, ώστε να στολίσει το μοναστήρι του.
Τότε, μετέβη και στην Ιερά Μονή των Υβύρων του Αγίου Όρους, όπου ζήτησε από γνωστό του μοναχό, αγιογράφο, να ιστορίσει ένα αντίγραφο της θαυματουργού εικόνος της Πορταϊτησσας. Εκείνος όμως αρνήθηκε, αφού και η όραση του, μα και τα χέρια του είχαν εξασθενήσει, λόγω του προχωρημένου της ηλικίας του. Επειδή όμως ο Όσιος Άνθιμος επέμενε, υπεχώρησε, και αφού και οι δύο προσευχήθηκαν θερμά στην Θεοτόκο, ώστε να συνεργήσει και αυτή στο εγχείρημα, έθεσαν μία κατάλληλη σανίδα κάτω από την θαυματουργό εικόνα της Πορταίτησας, αγρύπνησαν προσευχόμενοι, και το πρωί μετά την Θεία Λειτουργία, όλοι οι μοναχοί μετέβησαν στο παρεκκλήσιο της Πορταιτήσης. Ανασύροντας την σανίδα, είδαν, έκπληκτοι, αποτυπωμένη την μορφή της Θεομήτορος στην Σανίδα! Ένδακρυς ο πατήρ Άνθιμος καταφιλούσε την θαυματοποίητη νέα εικόνα της Παναγίας μας, έστω κιαν δεν την έβλεπε με τους αισθητούς οφθαλμούς του. Η μεταφορά δε της νέας θαυματουργού εικόνος της Παναγίας μας στην μονή της στην Αστυπάλαια, ήταν για το νησί, Πάσχα Κυρίου!
Τα θαυμάσια που επιτέλεσε ο Όσιος Άνθιμος με την συνέργεια της Θείας Δυνάμεως, δεν σταματούν όμως εδώ. Στο βορειοανατολικό μέρος του νησιού, εκεί που και σήμερα ακόμη οι Αστυπαλιώτες αποκαλούν το σημείο δρακοσπιλιά, φώλιαζε τότε ένα τρομερό φίδι, το οποίο φόβιζε τους κατοίκους με την ύπαρξή του, ώστε η γύρω περιοχή να παραμένει ακατοίκητη και ακαληέργητη. Ο Αγιος παρότρυνε τους ντόπιους να καλλιεργήσουν το μέρος, μα εκείνοι δίσταζαν. Τότε ο γέροντας, συνοδεία μερικών πιστών, έφθασε σε ένα ύψωμα, απέναντι από το σπήλαιο του φιδιού. Ζήτησε από τους συνοδούς του να φτιάξουν μια θιμονιά από ξύλα, και να τον αφήσουν για λίγο μόνο του. Ενώ λοιπόν αυτός προσευχόταν, το τεράστιο ερπετό βγήκε από το σπήλαιό του και κατευθύνθηκε προς το σωρό των ξύλων. Κουλουριάστηκε πάνω τους, και εκείνα υπεχώρησαν από το βάρος του! Ο Όσιος υπέδειξε τότε στους νησιώτες να βάλουν φωτιά στα ξύλα, και το ζώο κάηκε εκεί, χωρίς καμία αντίσταση! Έτσι απαλλάχθηκε ο τόπος από την πολυετή εκείνη διαβολική μάστιγα. Ο Άγιος Άνθιμος αποτελεί έκτοτε τον διώκτη και το φόβητρο των φιδιών. Λέγεται δε, πως στο σημείο όπου κάηκε το τέρας εκείνο, δεν φυτρώνουν χόρτα ακόμη και σήμερα!
Ο μισόκαλος διάβολος φθόνησε δυστυχώς τα έργα του Κυρίου δια του πιστού Του δούλου Ανθίμου. «Έπεισε» κάποιους αστυπαλιώτες να συκοφαντήσουν τον Άγιο, για αθέμιτες σχέσεις με μοναχές της Ιεράς Μονής της Πορταίτήσσης του νησιού. Στην δημόσια δίκη που ακολούθησε, αποκαλύφθηκε η σκευωρία, και οι ντόπιοι θαύμασαν για μία ακόμη φορά την αγιότητα του τυφλού Ιεραποστόλου. Εκείνος όμως κατόπιν προσευχής, απεφάσισε να φύγει από το προσφιλές του νησί, και να κατευθυνθεί προς την γενέτειρα του Κεφαλλονιά, χάριν ησυχίας.
Τρίτη Ιεραποστολική περιοδεία.
Στα τέλη του 1768 μ.Χ. φθάνει στο Ληξούρι, όπου τον υποδέχονται με σεβασμό και ενθουσιασμό. Κατευθύνεται στην Ι. Μ. της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, (όπου σύμφωνα με κάποιους βιογράφους του πιθανόν και να εκάρη ως μοναχός), την οποία και βρίσκουν ερειπωμένη, μετά από τους καταστροφικούς σεισμούς του 1766 μ.Χ και 1767 μ.Χ. Με την άδεια του οικείου επισκόπου Σωφρονίου, ο Όσιος αναλαμβάνει την εκ βάθρων ανακαίνιση της μονής. Οι 7 μοναχές που συνόδευσαν τον γέροντα από τα Δωδεκάνησα, απαρτίζουν τον πυρήνα της πρώτης αδελφότητος της μονής. Σύντομα όμως ο αριθμός τους θα διπλασιαστεί! Όλοι οι ευσεβείς κάτοικοι της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου, την οποία φαίνεται πως ο Άγιος επισκεπτόταν συχνά, συμβάλουν στην ανοικοδόμηση. Ο πατήρ Άνθιμος παραδίδει μάλιστα στην νεοσύστατη μονή, και Μοναχικό κανονισμό, γνωστό και ως Διαθήκη του Αγίου Ανθίμου. Η ζωή του και εδώ παρέμεινε ασκητική. Ολιγοφαγία, χαμευνία, και αγρυπνία στόλιζαν τον βίο του.
Σύμφωνα με την παράδοση, το 1777 μ.Χ., ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός, αφού κήρυξε σε αρκετά χωριά της Κεφαλλονιάς, επισκέφθηκε και την Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής, όπου γνώρισε τον Όσιο Άνθιμο, για τον οποίον είχε ακούσει πάμπολα ως τότε!
Με επίκεντρο την Ι. Μονή της Αγίας Παρασκευής Λεπέδων, ο τυφλός Ιεραπόστολος Άνθιμος, επισκέφθηκε τα Κύθηρα, την Πελοπόννησο, την Κρήτη, την Σίφνο, ευαγγελιζόμενος τον υπόδουλο ορθόδοξο λαό, και θαυματουργώντας κατά περίπτωση. Στα Σφακιά επί παραδείγματι (1770 μ.Χ.), τρεις μάγοι αποπειράθηκαν να τον δολοφονήσουν, ενώ αυτός κήρυττε στα πλήθη. Όταν όμως προσπάθησαν να θέσουν σε ενέργεια το πανούργο σχέδιό τους, διαπίστωσαν έντρομοι πως ενώ ο Όσιος μιλούσε, από το στόμα του έβγαιναν φλόγες! Έτσι παραιτήθηκαν του σχεδίου τους. Εκεί ήταν επίσης που ο γέροντας θεράπευσε μία τυφλή γυναίκα, έφερε με την προσευχή του βροχή σε άνυδρα χρόνια, και άλλοτε, συνόδευσε με σεισμό το θείο κήρυγμά του!
Το 1773 μ.Χ. φρόντισε να ιδρυθεί ένα νέο μοναστήρι, των γενεθλίων του τιμίου Προδρόμου, στα Κύθηρα, όπου έφθασε παρακινημένος από θεία φώτιση. Τα χρήματα μάλιστα για το κτίσιμο του καθολικού της μονής, τα πρόσφερε ένας ευλαβής καπετάνιος, αφού θαυματουργικά σώθηκε από την τρυκιμία, στις βορειοανατολικές ακτές του νησιού.
Το 1775 μ.Χ., Ιουλίου 10, ανακαίνισε και αναδιοργάνωσε την γυναικεία μονή της Παναγίας της Χρυσσοπηγής στην Σίκινο. Ήταν το έκτο και τελευταίο μοναστήρι που ανήγειρε ή ανεκαίνησε ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου, χωρίς ποτέ να τα έχει δει με τα σωματικά του μάτια!
Πηγαίνοντας κάποτε στην Μάνη, προσκεκλημένος από τους εκεί κατοίκους, αφού θαυματουργικά μετέστρεψε τον ληστρικό βίο χωρικών της βορειοδυτικής Πελοποννήσου, έλαβε Θεία πληροφορία πως επίκειται η από του κόσμου τούτου αναχώρησης του. Διέταξε τους ναυτικούς να επιστρέψουν στα Λέπεδα, γιατί εκεί επρόκειτο να «αποθάνει». Πράγματι. Λίγο μετά, ασθένησε από ίκτερο, έδωσε την ευχή του στους Κεφαλλήνες που τον επισκέφθηκαν, άφησε τις τελευταίες παρακαταθήκες του στην θλημένη αδελφότητα της μονής, και στις 4 Σεπτεμβρίου του 1782 μ.Χ., παρέδωσε την Αγία του ψυχή στα Χέρια Του Δεσπότου Χριστού, τον οποίον ευαρέστησε με την Οσιακή του πολιτεία!
Το 1800 μ.Χ. ο εφημέριος της Ι. Μονής Λεπέδων, πατήρ Ιωάννης ο Λεπεδιώτης, πραγματοποίησε την ανακομιδή των Ιερών λειψάνων του Αγίου, τα οποία ευρέθησαν Κροκοβαφή και ευωδιάζοντα. Πλήθη θαυμάτων επετελέσθηκαν τότε από τον Όσιο Άνθιμο. Σήμερα, από τα Ιερά του λείψανα, σώζεται μόνον ο δεξιός πήχης του Οσίου, ο οποίος φυλάσσεται στην Ιερά Μονή της Παναγίας της Πορταϊτήσσης στην Αστυπάλαια, της οποίας είναι και ο πολιούχος και προστάτης.
Η παρουσία ενός Αγίου στον αμαρτωλό μας κόσμο, είναι ασφαλώς Θείο δώρο και ευλογία. Ο Όσιος Άνθιμος, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου κατά τον Κ. Κανέλλο, απετέλεσε για το σκλαβωμένο γένος μας κατά τον 18ο αιώνα μ.Χ., βάλσαμο παρηγοριάς, εγερτήριο σάλπισμα εκκλησιαστικής και εθνικής ζωής, φάρος Αγιασμού σε ζοφώδη χρόνια, και διηνεκής πρεσβευτής μας προς Κύριον, άχρι τερμάτων αιώνος.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία διεκύρηξε την αγιότητά του, στις 30 Ιουλίου του 1974 μ.Χ.
Σημείωσις. Περισσότερα στοιχεία για τον βίο και την πολιτεία του Οσίου Πατρός ημών Ανθίμου του Κεφαλλήνος, καθώς και Ιερές ακολουθίες προς τιμήν του Αγίου, μπορεί κανείς να βρει στο προαναφερθέν βιβλίο του διδασκάλου Κωνσταντίνου Κανέλλου, υπό τον τίτλο, Όσιος Άνθιμος ο εκ Κεφαλληνίας, ο τυφλός Ιεραπόστολος του Αιγαίου. 1727 – 1782. Εκδόσεις Επτάλοφος.

ΑΓΙΟΙ ΦΑΝΕΝΤΕΣ
Κατά τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες η αγιοστόλιστη Κεφαλονιά έχει να προσφέρει φωτεινά παραδείγματα ομολογητών και αγωνιστών της πίστεως. Έτσι στο ανατολικό τμήμα του νησιού και συγκεκριμένα στην περιοχή της Σάμης έζησαν και κοιμήθηκαν οσιακώς οι ομολογητές Άγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων, οι οποίοι είναι περισσότερο γνωστοί με την προσωνυμία «Άγιοι Φανέντες», που τους δόθηκε λόγω της θαυματουργικής φανέρωσης των ιερών λειψάνων τους και της ανάδειξής τους από την αφάνεια.
Σύμφωνα με τα διασωθέντα δύο λατινικά συναξάρια του 14ου μ.Χ. αιώνα, τα οποία γράφτηκαν το μεν πρώτο από τον Βενετό Pietro Calὸ, το δε δεύτερο από τον επίσκοπο της Ακυληίας Pietro Natali, οι Άγιοι Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων κατάγονταν από το ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, υπηρετούσαν ως στρατιωτικοί στον ρωμαϊκό αυτοκρατορικό στρατό και διακρίνονταν για τις πολλές τους αρετές και τη βαθιά τους πίστη στον Θεό. Την εποχή όμως αυτή βρισκόταν σε μεγάλη εξάπλωση η φοβερή αίρεση του Αρειανισμού και σύμφωνα με το εκδοθέν διάταγμα του αιρετικού αυτοκράτορος Κωνσταντίου Β΄ (337 -361 μ.Χ.), θα έπρεπε όλοι οι υπήκοοι του κράτους να ασπασθούν αυτή την ανόσια αίρεση. Τότε οι τρεις ευσεβείς και ενάρετοι στρατιωτικοί, φοβούμενοι μήπως και αναγκασθούν να ασπασθούν την αιρετική κακοδοξία, εγκατέλειψαν μαζί και με άλλους έλληνες στρατιώτες τη Σικελία, όπου βρίσκονταν την εποχή εκείνη και κατέφυγαν στην Κεφαλληνία. Μόλις αποβιβάσθηκαν στο νησί του Ιονίου και πληροφορήθηκαν ότι το διάταγμα του αιρετικού Κωνσταντίου είχε τεθεί σε ισχύ στον τόπο, όπου μέχρι πρότινος υπηρετούσαν, προτίμησαν να αποχωρισθούν από τους υπόλοιπους και να παραμείνουν στην Κεφαλληνία. Ο Γρηγόριος ήταν τότε ηλικιωμένος με άσπρα μαλλιά και πλήρης σοφίας, ο Θεόδωρος ήταν περίπου τριάντα ετών, ενώ ο Λέων έλαμπε μέσα στη νιότη του. Αποφάσισαν λοιπόν να αφιερωθούν στον Θεό και γι’ αυτό άρχισαν να αναζητούν κατάλληλο τόπο για άσκηση και προσευχή.
Μία κοιλάδα, η οποία ονομάζεται Σάμη (Samos κατά τη λατινική γραφή) και βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα της Κεφαλληνίας απέναντι από την Ιθάκη, αποτέλεσε τον ιδανικό τόπο για να ζήσουν αφιερωμένοι στον Θεό το υπόλοιπο της ζωής τους. Μάλιστα στον τόπο αυτό ανακάλυψαν μέσα σε ένα μικρό, αλλά πυκνό δάσος από χαμηλά δένδρα και θάμνους τα ερείπια ενός μισοκαταστρεμμένου ναού. Ο τόπος αυτός αποτέλεσε το πνευματικό τους καταφύγιο, στο οποίο αφού εγκαταστάθηκαν, έζησαν ασκητικά, προσευχόμενοι αδιάλειπτα στον Θεό και αγωνιζόμενοι ως γνήσιοι στρατιώτες Χριστού. Στον ευλογημένο αυτό τόπο της ανατολικής Κεφαλληνίας πλησίον της σημερινής κωμοπόλεως της Σάμης έζησαν το υπόλοιπο της επίγειας ζωής τους μέχρι που κάποια ημέρα, αφού γονάτισαν και προσευχήθηκαν, παρέδωσαν μετά από λίγο τις πάναγνες ψυχές τους στον Πανάγαθο Θεό, τον Οποίο τόσο πολύ αγάπησαν και υπηρέτησαν σε όλη τους τη ζωή.
Τα σώματα των τριών Αγίων έμειναν για πάρα πολλά χρόνια άγνωστα, μέχρι που η Πρόνοια του Θεού θέλησε να τα αποκαλύψει με θαυματουργικό τρόπο. Στο νησί ζούσε κάποιος επιφανής και πλούσιος κάτοικος, ο οποίος ονομαζόταν Μιχαήλ και έπασχε από μία μορφή λέπρας, την ελεφαντίαση. Ο Μιχαήλ απευθύνθηκε στους γιατρούς, δαπανώντας μάλιστα και ένα μεγάλο μέρος της περιουσίας του, για να μπορέσει να θεραπευτεί από την ασθένειά του, αλλά δυστυχώς δεν βρήκε πουθενά την ποθούμενη θεραπεία. Κάποιο βράδυ εμφανίσθηκαν σε όραμα στον ύπνο του τρεις άνδρες με μορφές αγγέλων και του είπαν ότι θα θεραπευτεί μόνο, εάν βρει τα άταφα σώματά τους. Όταν ο Μιχαήλ ξύπνησε, δεν γνώριζε ούτε τα ονόματα των τριών ανδρών ούτε και τον τόπο, όπου αυτά βρίσκονταν. Συνάντησε όμως έναν χοιροβοσκό, ο οποίος του διηγήθηκε ότι ακολουθώντας έναν χοίρο που είχε απομακρυνθεί από το υπόλοιπο κοπάδι, μπήκε σε ένα πυκνό δάσος και εκεί αντίκρισε τρία άταφα και άφθορα σώματα, από τα οποία αναδίδονταν μία υπέροχη ευωδία. Τότε ο Μιχαήλ κατάλαβε ότι πρόκειται για τους εμφανισθέντες στον ύπνο του τρεις Αγίους. Αμέσως ανέβηκε στο άλογό του και κατευθύνθηκε με οδηγό τον χοιροβοσκό προς το δάσος, όπου βρίσκονταν τα ιερά λείψανα των τριών Αγίων μέσα σε άπλετο φως. Αφού προσκύνησε με ευλάβεια τα τρία φεγγοβολούντα ιερά σκηνώματα και παρακάλεσε με δάκρυα τους Αγίους, αμέσως η λέπρα εξαφανίσθηκε και επέστρεψε στο σπίτι του εντελώς υγιής. Λόγω της θαυματουργικής φανέρωσης των ιερών λειψάνων των τριών Αγίων και της ανάδειξής τους από την αφάνεια, τους δόθηκε η προσωνυμία «Άγιοι Φανέντες», με την οποία μέχρι σήμερα είναι περισσότερο γνωστοί.
Αξιοσημείωτη είναι και η επιτόπια προφορική παράδοση, σύμφωνα με την οποία τρεις Άγιοι με τα ονόματα Γρηγόριος, Θεόδωρος και Λέων έφθασαν κάποτε στη Σάμη της Κεφαλληνίας και έζησαν ως ασκητές. Πολλά χρόνια μετά την κοίμησή τους ανακαλύφθηκαν τα λείψανά τους σε ένα σπήλαιο στο όρος Αυλοχώρι και προς τιμήν τους κτίσθηκε η μονή των Αγίων Φανέντων.
Σύμφωνα με τα λατινικά συναξάρια η επ’ ονόματι των τριών ομολογητών Αγίων της Κεφαλληνίας ιστορική ιερά μονή ανεγέρθηκε στον τόπο της θαυματουργικής ανεύρεσης των ιερών τους λειψάνων με δαπάνη του θεραπευθέντος από τη λέπρα Μιχαήλ.
Η μονή των Αγίων Φανέντων είναι κτισμένη στην κορυφή της νότιας ακροπόλεως της αρχαίας Σάμης και σε υψόμετρο 226μ. Η ίδρυσή της χρονολογείται πριν το 1264 μ.Χ. και τα σωζόμενα ερείπια ανάγονται στη μεταβυζαντινή εποχή. Μετά την κατάληψη της Κεφαλονιάς από τους Νορμανδούς το 1185 μ.Χ. άρχισε η βαθμιαία παρακμή της μονής, που οφείλεται και στην αρπαγή των ιερών λειψάνων των Αγίων από τους Ενετούς και τη μεταφορά τους στη Βενετία, όπου φυλάσσονται μέχρι σήμερα μέσα σε μαρμάρινη λάρνακα στον μεγαλοπρεπή ναό του Προφήτου Ζαχαρία. Στα τέλη του 15ου μ.Χ. αιώνα έχουμε την επανασύσταση της μονής, η οποία μέχρι και τον 18° μ.Χ. αιώνα ακτινοβολεί προσελκύοντας πολλούς μοναχούς, προσκυνητές, αλλά και ξένους περιηγητές.
Η θρησκευτική πολιτική των Άγγλων στα Επτάνησα οδήγησε στις αρχές του 19ου μ.Χ. αιώνα στην ερήμωση της μονής, η οποία ολοκληρώθηκε με τους σεισμούς του 1953 μ.Χ., που κατερείπωσαν το ιστορικό μοναστήρι. Από το τέμπλο του καθολικού της ιστορικής μονής διασώθηκε η παλαιά εφέστια εικόνα των τριών Αγίων, που χρονολογείται το 1654 μ.Χ. και φυλάσσεται σήμερα στον περικαλλή ιερό ενοριακό ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Σάμης. Δίπλα στα ερείπια της μονής ανεγέρθηκε αργότερα παρεκκλήσιο, όπου κάθε χρόνο την Κυριακή των Αγίων Πάντων εορτάζεται πανηγυρικά η μνήμη των τριών ομολογητών και παλαιότερων Αγίων της Κεφαλονιάς.



ΑΓΙΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Ο ΕΝ ΠΥΔΝΗ
Ο Άγιος Αλέξανδρος, στην αρχή βρισκόταν στο σκοτάδι της πλάνης. Αργότερα όμως, έλαμψε σαν αστέρας πολύφωτος με την καλή του ομολογία. Διότι έκανε δριμύτατο έλεγχο στην πλάνη των ειδωλολατρών και καταπλήγωσε με τα λόγια του τον νοητό διάβολο. Οπότε οι πλανεμένοι ειδωλολάτρες, μη μπορώντας να υποφέρουν το θάρρος και τη δύναμη του Αγίου, προσπάθησαν να νικήσουν τη μεγαλοψυχία του με διάφορους τρόπους και κολακείες. Επειδή όμως δεν μπόρεσαν, τον αποκεφάλισαν. Ο Θεός όμως τον αντάμειψε με το ιαματικό χάρισμα, διότι το ιερό λείψανο του γιατρεύει κάθε ασθένεια εκείνων πού προστρέχουν σ' αυτό με πίστη.


ΑΓΙΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ ΕΚ ΠΕΤΡΑΣ

Ο όρος «Νεομάρτυρας» πρωτοχρησιμοποιήθηκε μετά τις εικονομαχικές έριδες στο Βυζάντιο, για να δηλώσει τους Ορθοδόξους Χριστιανούς που υπερασπίσθηκαν την ορθόδοξη διδασκαλία για τις εικόνες, θυσιάζοντας γι’ αυτήν την ίδια τους τη ζωή.
            Τα τελευταία, όμως, διακόσια χρόνια, «Νεομάρτυρες» χαρακτηρίζονται όσοι άγιοι μαρτύρησαν επί τουρκοκρατίας (1543 – 1821 περίπου), αρνούμενοι να εξισλαμισθούν. Κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, οι νεομάρτυρες και οι παλαιοί μάρτυρες δεν διαφέρουν σε αξία. Η παρουσία τους στην ιστορία έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι εμφανίζονται σε μια κρίσιμη φάση της, όπου γ κακία κυριαρχεί και έχει εκλείψει η αρετή. Το παράδειγμά τους ενδυναμώνει τους Χριστιανούς και τους αποδεικνύει ότι η Χάρις του Θεού ενεργεί πάντοτε και με τη βοήθειά της κατανικώνται η αμαρτία και τα πάθη. Οι νεομάρτυρες απετέλεσαν για την εποχή τους την ορατή παρουσία του Θεού στην ιστορία.
            Τα παραπάνω καταδεικνύουν την μεγάλη αξία που έχει για την εποχή μας η μελέτη των βίων των νεομαρτύρων.
            Για τον άγιο νεοϊερομάρτυρα Ιωάννη δεν γνωρίζουμε την ακριβή χρονολογία γεννήσεώς του (η οποία πιθανολογείται περί τα τέλη του 18ου αιώνος), ούτε την καταγωγή του. Γνωρίζουμε όμως ότι η αγάπη του για τον Χριστό τον οδήγησε στην Ιερά Μονή Πέτρας Ολύμπου, όπου έζησε με πολλή άσκηση και αρετή. Λόγω της καθαρότητος του βίου του αξιώθηκε να γίνει ιερέας για να τελεί τα άχραντα μυστήρια.
            Μετά το Πάσχα του 1822 οι οπλαρχηγοί της Νάουσας ζήτησαν βοήθεια στον ιερό αγώνα τους από τους οπλαρχηγούς του Ολύμπου και την πνευματική συμπαράσταση των πατέρων της Ιεράς Μονής Πέτρας Ολύμπου. Η Μονή απέστειλε, για τη δύσκολη αυτή αποστολή, τον ιερομόναχο Ιωάννη, που έσπευσε να ενθαρρύνει και να ενδυναμώσει πνευματικά τους Χριστιανούς.
            Την Πέμπτη της Διακαινησίμου ο Άγιος τελούσε αγρυπνία στον Ιερό Ναό Αγίου Γεωργίου του Τροπαιοφόρου, στη Νάουσα. Είχε συμπροσευχομένους δίπλα του τους ιερείς Σακελλάριο[1] π. Δημήτριο, τον πνευματικό π. Γεράσιμο και άλλους δυο των οποίων δεν σώθηκαν τα ονόματα.
            Μετά τον καθαγιασμό των Τιμίων Δώρων οργισμένοι αγαρηνοί εισέβαλαν στον ναό και κατεσφαγίασαν πολλούς πιστούς και τους πέντε ιερείς, μεταξύ και των οποίων και τον Άγιο Ιωάννη. Η ψυχή του ανέβηκε στον ουρανό για να συνεχίσει να λατρεύει τον Πανάγιο Τριαδικό Θεό στο ουράνιο θυσιαστήριο και να προσεύχεται για το πλήρωμα της Εκκλησίας.
            Η  μνήμη αυτών των νεομαρτύρων (των πέντε ιερέων και των πιστών που μαρτύρησαν) τελείται την Κυριακή του Θωμά. Ιδιαίτερα, η μνήμη του Αγίου Ιωάννου τιμάται στην Ιερά Μονή Πέτρας Ολύμπου την Πέμπτη της Διακαινησίμου και στην πόλη της Κατερίνης την Κυριακή του Παραλύτου.
 
ΑΓΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΚΙΤΡΟΥ
 Άγιος Μελέτιος. ήταν επίσκοπος Κίτρους, στη Θεσσαλονίκη, Ιερομάρτυρας και Εθνομάρτυρας και μααρτύρησε το 1821 μ.Χ.


ΑΓΙΟΣ ΒΛΑΣΣΗΣ ΞΥΛΟΚΑΣΤΡΟΥ
Ο Άγιος Βλάσιος έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορος Λικινίου (308 - 323 μ.Χ.). Σπούδασε ιατρική αλλά προσέφερε χωρίς χρήματα τις υπηρεσίες του, ως φιλανθρωπία, στους πάσχοντες και ασθενείς. Εκτός από την ιατρική βοήθεια χορηγούσε δωρεάν στους ασθενείς τα φάρμακα και τους έδινε τα έξοδα νοσηλείας τους. Η φιλανθρωπική δραστηριότητα εκαλλιεργείτο στην ψυχή του από την αγάπη προς τον Θεό και τη μελέτη της Αγίας Γραφής. Η Εκκλησία τον δέχθηκε στις τάξεις του ιερού κλήρου και τον εξέλεξε Επίσκοπο Σεβαστείας.
Επί της βασιλείας του Λικινίου, ο έπαρχος Αγρικόλας τον συνέλαβε και τον υπέβαλε σε φρικτά βασανιστήρια. Οι στρατιώτες, αφού τον μαστίγωσαν ανηλεώς με ραβδιά, τον κρέμασαν από ξύλο και στην συνέχεια τον οδήγησαν δεμένο στην φυλακή. Έπειτα τον έριξαν στο βυθό μιας λίμνης. Όμως ο Άγιος, μετά την θαυματουργική του επέμβαση του Θεού, διασώθηκε. Εξοργισθέντες τότε οι εχθροί της πίστεως τον αποκεφάλισαν το 316 μ.Χ.. Έτσι, ο Άγιος Ιερομάρτυς Βλάσιος έλαβε από τον Κύριο της δόξας το στέφανο του μαρτυρίου.
Η Σύναξή του ετελείτο στο Μαρτύριό του, το οποίο βρισκόταν κοντά στο Μαρτύριο του Αγίου Αποστόλου Φιλίππου.


ΑΓΙΟΣ ΜΥΡΩΝΑΣ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΑ
Ο άγιος Μύρων ήταν ένας πλούσιος άνδρας που ζούσε στην Αχαΐα όταν Αυτοκράτορας των Ρωμαίων ήταν ο Δέκιος (249-251 μ.Χ.), που έμεινε στην ιστορία για τους διωγμούς του κατά των Χριστιανών.
Πίνακας περιεχομένων
    1 Η ζωή του
    2 Η λατρεία του στα Αντικύθηρα
    3 Ύμνοι του Αγίου
        3.1 Ἀπολυτίκιον τοῦ Ἱερομάρτυρος
        3.2 Κοντάκιον τοῦ Ἱερομάρτυρος
        3.3 Μεγαλυνάριον
    4 Βιβλιογραφία
Η ζωή του
Ο άγιος Μύρων καταγόταν από την περιοχή της Κορίνθου, από πλούσια και αριστοκρατική οικογένεια. Σε νεαρή ηλικία έγινε ιερέας. Στην περιοχή που ζούσε, στρατιωτικός διοικητής των Ρωμαίων (Ανθύπατος) ήταν ένας φανατικός εχθρός των Χριστιανών, ο Αντίπατρος, ο οποίος εισέβαλε στο ναό των Χριστιανών κατά τη διάρκεια της Λειτουργίας των Χριστουγέννων, με σκοπό να τους συλλάβει και να τους θανατώσει. Ο Άγιος Μύρων που ιερουργούσε δεν πτοήθηκε από την παρουσία της ρωμαϊκής φρουράς και εξύβρισε τον Αντίπατρο αποκαλώντας τον «λύκον άρπαγα». Ο Αντίπατρος τον συνέλαβε, τον οδήγησε στη φυλακή και τον κρέμασε ψηλά από τα χέρια, ενώ οι Ρωμαίοι στρατιώτες τον εξύβριζαν.
Στη φυλακή ο άγιος Μύρων υπέστη βασανιστήρια και κατόπιν εστάλη στην πόλη Κύζικο, όπου ο εκεί Ανθύπατος τον αποκεφάλισε.
Η μνήμη του εορτάζεται στις 17 Αυγούστου και είναι πολιούχος των Αντικυθήρων.
Η λατρεία του στα Αντικύθηρα
Οι λιγοστοί κάτοικοι του μικρού νησιού, αλλά και οι εκατοντάδες απόδημοι Αντικυθήριοι, τόσο εντός της Ελλάδος, όσο και στο εξωτερικό (Αμερική, Αυστραλία, Χιλή), ευλαβούνται και τιμούν όλως ιδιαιτέρως τον Άγιο Μύρωνα, έναν Άγιο όχι τόσο γνωστό για τον πολύ κόσμο, Πολιούχο όμως και Προστάτη των Αντικυθήρων.
Η σχέση του Αγίου με το νησί ανάγεται στο μακρινό παρελθόν. Γνωρίζουμε ότι για σχεδόν 3 αιώνες (από το 1420 περίπου μέχρι το 1780-2) το νησί ήταν ακατοίκητο. Σε αντίποινα ληστρικής επιδρομής των κατοίκων του ενάντια σε ένα πλοίο της Βενετίας, που έπλεε ανοικτά του νησιού, η βενετσιάνικη φρουρά σκότωσε όλους τους κατοίκους και έτσι το νησί ερήμωσε, μέχρι περίπου τα τέλη του 18ου αιώνα. Ωστόσο, κατά την περίοδο αυτή, κυνηγοί από την Κρήτη μετέβαιναν στα Αντικύθηρα, με σκοπό το κυνήγι αιγοπροβάτων που τότε, όπως και σήμερα, αφθονούσαν στο νησί. Η σχετική διήγηση που υπάρχει αναφέρει το πώς βρέθηκε στα Αντικύθηρα η εικόνα του Αγίου Μύρωνος.
Σύμφωνα λοιπόν με την τοπική παράδοση, Κρήτες κυνηγοί είχαν πάει στο έρημο τότε Τσιριγότο όπως λεγόταν τα Αντικύθηρα στην Ενετοκρατία, για να κυνηγήσουν κατσίκια. Βρήκαν τότε τυχαία σε μικρό σπήλαιο ένα εικόνισμα του αγίου. Το πήραν και το έστησαν πιο πέρα, οικοδομώντας ένα πρόχειρο εικονοστάσι. Οταν ξαναγύρισαν για να χτίσουν εκκλησάκι, βρήκαν το εικόνισμα αλλού και αποφάσισαν να οικοδομήσουν εκεί το ναό. Αυτά συνέβησαν στο διάστημα 1450-1780 μ.Χ., άγνωστο πότε ακριβώς. Το χτίσιμο του ναού του Αγίου στάθηκε η αφορμή να εποικιστεί το νησί από Κρήτες, απόγονοι των οποίων είναι και οι σημερινοί κάτοικοι.
Ο αρχικά μικρός ναός επεκτάθηκε, προστέθηκαν κελιά και βοηθητικοί χώροι και για μια μεγάλη περίοδο φιλοξένησε και μοναχές. Η εορτή του Αγίου, κάθε χρόνο στις 17 Αυγούστου, αποτελεί έκτοτε τη σημαντικότερη μέρα του χρόνου για το νησί. Κατά την ημέρα αυτή, οι Αντικυθήριοι τιμούν τον Προστάτη Άγιό τους με μεγαλόπρεπες Ιερές Ακολουθίες, αλλά και με παραδοσιακή κρητική ψυχαγωγία, σε υπόμνηση της σχέσης που έχει ο χώρος με τους Κρήτες. Μάλιστα, επειδή η αφορμή για την εύρεση της εικόνας ήταν το κυνήγι των αιγοπροβάτων, προσφέρονται στους προσκυνητές βραστά αιγοπρόβατα, τα οποία προετοιμάζονται στους χώρους του Μοναστηριού από τους κατοίκους.
Ύμνοι του Αγίου


ΑΓΙΑ ΑΚΥΛΙΝΑ


Η Αγία Ακυλίνα καταγόταν από το χωριό Ζαγκλιβέρι της Θεσσαλονίκης και ανατράφηκε από γονείς ευσεβείς. Ο πατέρας της όμως, σκότωσε ένα Τούρκο, μετά από φιλονικία μαζί του. Για ν' αποφύγει την τιμωρία του θανάτου, δέχτηκε τον μουσουλμανισμό. Αλλά η μητέρα της έμεινε σταθερή στον Χριστό και κάθε μέρα δίδασκε στην Ακυλίνα την αρετή και την πίστη. Παρά τις επίμονες προσπάθειες του πατέρα της και τις απειλές των Τούρκων, η Ακυλίνα δεν αρνήθηκε τον Χριστό. Όταν την οδηγούσαν στο μαρτύριο την ακολουθούσε και η μητέρα της, που την παρότρυνε σ' αυτό. Η Ακυλίνα ήλεγχε με θάρρος τους Τούρκους και τη θρησκεία τους, με αποτέλεσμα να πεθάνει μαρτυρικά, μετά από πολυήμερο ραβδισμό, στις 27 Σεπτεμβρίου 1764 μ.Χ. σε ηλικία 19 ετών.
Κανείς δεν γνωρίζει που εναπόθεσαν οι συντοπίτες της το τίμιο λείψανο της. Λέγεται πως οι Τούρκοι θέλησαν ακόμη και νεκρή να την κάνουν δική τους , γι' αυτό και διέταξαν να την θάψουν στο τούρκικο νεκροταφείο που ήταν κοντά στο τζαμί για να ικανοποιήσουν έτσι τον άσβεστο εγωισμό τους. Έτσι κι έγινε. Το θεόσταλτο όμως φώς , που σαν άστρο κατέβηκε από τον ουρανό και στάθηκε πάνω από τον τάφο της , ήταν το σημείο που υποχρέωσε τους χριστιανούς συμπατριώτες της να κλέψουν το σώμα της και να το ενταφιάσουν κάπου όπου θα ήταν ασφαλές. Κατά την παράδοση , τα ονόματα των τολμηρών αυτών ανθρώπων ήταν Τσόπλας , Καλημέρης και Μπούκλας , οι οποίοι λέγεται πως έκαναν όρκο να μην μαρτυρήσουν ποτέ σε κανέναν το μυστικό , γιατί θα υπήρχε ο φόβος να βρεθεί το άγιο λείψανο της στα χέρια των Τούρκων. Χριστιανοί πολλοί έχουν φύγει έκτοτε από τη ζωή με τον καημό να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα της. Σήμερα έχει χτιστεί προς τιμήν της περικαλλής και μεγαλοπρε¬πής Ιερός Ναός ο οποίος, όμως, παραμένει ελλιπής χωρίς την ευλογία των αγίων της λειψάνων.
Η μνήμη της Αγίας Ακυλίνας τιμάται από το 1957 μ.Χ. στις 27 Σεπτεμβρίου, ημέρα της τελειώσεώς της. Μέχρι τότε η Ακυλίνα εορταζόταν στις 24 Απριλίου. Αιτία αυτής της εορτολογικής μετατοπίσεως ήταν το ότι οι κάτοικοι του Ζαγκλιβερίου ήθελαν να συνδέσουν τις δύο μεγάλες πανηγύρεις του χωριού τους, του Αγίου Γεωργίου, στο όνομα του οποίου τιμώνταν ο κεντρικός ναός του χωριού, και της Αγίας τους. Από το 1957 μ.Χ. όμως η Ακυλίνα άρχισε να εορτάζεται πλέον στις 27 Σεπτεμβρίου, ενώ από το 1984 μ.Χ. και μετά, που συστήθηκε και δεύτερη ενορία στο χωριό, της Αγίας Ακυλίνας, και άρχισε η ανοικοδόμηση μεγαλοπρεπέστατου ναού προς τιμήν της, η μνήμη της και η εορτή της μετατοπίσθηκαν επισήμως την 27η Σεπτεμβρίου.
Σε κάποιο χειρόγραφο που βρέθηκε στο ναό του Αγίου Γεωργίου στο Ζαγκλιβέρι υπάρχει μία πρόσφατα εκδεδομένη Ακολουθία πρός τιμήν της Ακυλίνας, που ψαλλόταν μέχρι το 1969 μ.Χ.. Η Ακολουθία, ως κάτοχος της οποίας φέρεται ο μοναχός Πολύκαρπος Αθ. Γιακούδης Παντοκρατορινός και της οποίας ο συνθέτης είναι άγνωστος, περιλαμβάνει την Ακολουθία του Εσπερινού, του Όρθρου, τη Λειτουργία, το βίο και το Μαρτύριο της Αγίας. Το Σεπτέμβριο του 1969 μ.Χ. ο υμνογράφος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας, Γεράσιμος ο Μικραγιαννανίτης, συνέθεσε Ακολουθία πρός τιμήν της, η οποία ψάλλεται από τότε στην εορτὴ της Αγίας. Μέχρι σήμερα ακολούθησαν αρκετές εκδόσεις της ίδιας Ακολουθίας, ενώ το 1980 μ.Χ. προστέθηκαν και Χαιρετισμοί και Εγκώμια στην παρθενομάρτυρα από τον ίδιο υμνογράφο.
Η πρώτη εικονογράφηση της νεομάρτυρος χρονολογείται το 1858 μ.Χ. σε κάποιο έργο του ιεροδιακόνου Ιεροθέου της Ιεράς Μονης Λογγοβάρδας και μετέπειτα επισκόπου Ρεθύμνης και Αυλοποτάμου, όπου εικονίζονται όλοι οι μετά την Άλωση νεομάρτυρες. Σ᾿ αυτήν απεικονίζεται και η Ακυλίνα μαζὶ με την Κυράννα (βλέπε 28 Φεβρουαρίου) και την Άργυρη.
Επίσης στον κεντρικό ναό του Ζαγκλιβερίου, τον Άγιο Γεώργιο, βρίσκονται τρείς από τις παλαιότερες εικόνες της Αγίας. Η πρώτη χρονολογείται το 1903 μ.Χ. και παρουσιάζει ολόσωμη την Αγία• κάτω αριστερά και δεξιά περιέχονται δύο σκηνές από το βίο της, η μαστίγωση και η κοίμησή της, ενώ επάνω αριστερά παριστάνεται ο Χριστός να ευλογεί την Αγία. Η δεύτερη εικόνα που παρουσιάζει επίσης ολόσωμη την Ακυλίνα φέρεται ως δέηση του «Πολυκάρπου ᾿Αθανασίου Γιαγκούδη Ζαγκλιβερινῷ Παντοκρατορινῷ ἐν ῾Αγίῳ ῎Ορει τῇ 1 Σεπτεμβρίου 1904”, είναι δηλαδὴ προσφορά του ίδίου προσώπου, δαπάνη του οποίου έγινε και η πρώτη Ακολουθία πρός τιμήν της νεομάρτυρος. Τέλος, η τρίτη εικόνα είναι δέηση του Παναγιώτη Αναγνώστου το 1913 μ.Χ., και εικονίζονται η Αγία Ακυλίνα μαζὶ με την Αγία Κυράννα. Και οι τρείς εικόνες έχουν αγιορειτικὴ προέλευση.
Το σπίτι της Αγίας όπου και ο τόπος του μαρτυρίου της, σώζεται μέχρι σήμερα, όχι βέβαια σε καλή κατάσταση. Ένα καντήλι που καίει νύχτα μέρα δηλώνει το σεβασμό των Ζαγκλιβερινών στην Αγία Ακυλίνα την οποία τιμούν κατά τη διάρκεια των Ακυλίνειων.

ΑΓΙΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ Ο ΙΒΗΡΗΤΗΣ
Ο Γαβριήλ ο Ιβηρίτης ήταν μοναχός στη Μονή Ιβήρων και ασκήθηκε κοντά σε μια σπηλιά. Σύμφωνα με την παράδοση η Παναγία του εμφανίστηκε ζητώντας του να κατεβει στην κοντινή παραλία προκειμένου να μαζέψει την εικόνα της την περίφημη Πορταΐτισσα,πράγμα που έκανε. Τιμάται στις 13 Μαΐου μαζί με τους άλλους Ιβηρίτες Όσιους Ευθύμιο, Ιωάννη και Γεώργιο.[1]

ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΔΕΩΝ
Ο Άγιος Γεδεών γεννήθηκε στο χωριό Κάπουρνα της Δημητριάδος (Νομός Μαγνησίας) και κατά κόσμον ονομαζόταν Νικόλαος. Οι ευσεβείς γονείς του, ονομάζονταν Αυγερινός και Κυράτζα ενώ είχε άλλους τρεις αδελφούς και τέσσερις αδελφές.
Δώδεκα χρονών, με την οικογένειά του ήλθε στο χωριό Γιερμή και από 'κει στο Βελεστίνο, όπου εργαζόταν κοντά στο θείο του. Τον άρπαξε όμως κάποιος Τούρκος και τον εξισλάμισε με το όνομα Ιμπραήμ. Μετά από δυο μήνες, ο Νικόλαος, κατόρθωσε και δραπέτευσε και επανήλθε στην οικογένειά του. Ο πατέρας του τον φυγάδευσε στο χωριό Κεραμίδι, όπου κοντά σε κάποιους οικοδόμους πήγε στην Κρήτη. Εκεί εξομολογήθηκε σε κάποιο Ιερέα και βρήκε άσυλο στο εξωκλήσι του.
Μετά τον θάνατο του ιερέα, ο Νικόλαος έφυγε για το Άγιον Όρος. Εκεί πάλι εξομολογήθηκε, έλαβε των αχράντων μυστηρίων και στη Μονή Καρακάλου, εκάρη μοναχός με το όνομα Γεδεών. Οι πατέρες της Μονής του ανέθεσαν το διακόνημα του Εκκλησιάρχου.
Την 6η Ιουνίου 1797 μ.Χ. ο Γεδεών με την ευλογία των Πατέρων διωρίσθηκε μετοχιάρης με τον προηγούμενο Γαβριήλ, στο Μετόχιο της Μεταμορφώσεως, στην περιοχή του Ρεθύμνου Κρήτης. Μετά από έξι έτη παραμονής στο μετόχι, επέστρεψεν στην μονή της μετανοίας του.
Με τον πόθο όμως του μαρτυρίου, ήλθε στο Βελεστίνο, στον τόπο που αρνήθηκε την πίστη του, όπου μέσα στην αγορά με θάρρος ομολόγησε τον Χριστό.
Διωκόμενος από τους Τούρκους, ήλθε στην Αγιά, όπου συνελήφθηκε. Οι Τούρκοι, αφού τον διαπόμπευσαν στους δρόμους του Τιρνάβου, κατόπιν του έκοψαν τα πόδια και τα χέρια και στη συνέχεια τον έριξαν στα αποχωρητήρια. Εκεί, μέσα σε φρικτούς πόνους, παρέδωσε το πνεύμα του στις 30 Δεκεμβρίου 1818 μ.Χ.
Η τίμια κάρα του μάρτυρα, αποθησαυρίστηκε στην αγία Τράπεζα του Μητροπολιτικού Ναού του Τυρνάβου, Παναγίας Φανερωμένης.

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΕΚ ΡΑΨΑΝΗΣ
Ο Άγιος Νεομάρτυς Γεώργιος ανήκε σε ανώτερη κοινωνικά και οικονομικά οικογένεια της Ραψάνης. Ο πατέρας του ονομαζόταν Χατζηλάσκαρης και ήταν υιός του Αναστασίου Ψάλτου. Δεν είναι γνωστό όμως αν το Ψάλτου είναι επώνυμο ή ιδιότητα του Αναστασίου. Η μητέρα του Νεομάρτυρα είχε το όνομα Σμαράγδα και ήταν θυγατέρα του Θεόδωρου Σακελλαρίδου. Σε κωνικό πώμα παλαιάς - πριν το 1900 - αργυρής λειψανοθήκης, η οποία αντικατέστησε ακόμη παλαιότερη πρόχειρη και απλή κατασκευή, είναι χαραγμένα με κεφαλαία γράμματα ακριβώς τα εξής:
«Ο ΕΝΔΟΞΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΑΘΛΗΣΑΣ ΕΝ ΤΥΡΝΑΒΩ ΚΑΤΑ ΤΟ ΕΤΟΣ 1818 ΕΠΙ ΒΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΥΙΟΥ ΑΛΗ ΠΑΣΙΑ ΗΤΟΝ ΥΙΟΣ ΧΑΤΖΗ ΛΑΣΚΑΡΕΩΣ ΥΙΟΥ ΑΝΑΣΤΑΣΕΙΟΥ ΨΑΛΤΟΥ ΚΑΙ ΜΗΤΡΟΣ ΣΜΑΡΑΓΔΑΣ ΘΥΓΑΤΡΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΔΟΥ».
Δεν είναι γνωστό αν είχε ή πόσα αδέλφια είχε ο Νεομάρτυς. Όμως η παράδοση ομόφωνα παρουσιάζει τον Γεώργιο να συνδέεται συγγενικά με το λογιότατο κληρικό της Ραψάνης «παπά κυρ Χριστόδουλον» Καραζήση, που ήταν οικονόμος.
Ένα πωλητήριο έγγραφο του 1852 μ.Χ., το οποίο βρέθηκε μαζί με άλλα έγγραφα στην παλαιά βιβλιοθήκη που φυλασσόταν στην παλαιά και αρχοντική οικία Καραβασίλη, είναι αρκετά διαφωτιστικό. Σε αυτό παρουσιάζεται «ὁ ἐλάχιστος ἱερεὺς καὶ οἰκονόμος (Χριστόδουλος) υἱὸς Χατζηβασιλείου Καραζήση καὶ Κερασίνης θυγατρὸς παπὰ Ἀθανασίου Γεροπασχάλη» να πωλεί «πρὸς ἀνεψιὸν αὐτοῦ Βασίλειον Χαδούλη Γογούρα» κτήματα, τα οποία στο εξής «ὑπάρχουσιν… ἰδιοκτησίαι τοῦ ρηθέντος ἀνεψιοῦ αὐτοῦ Βασιλείου ἀναπόσπαστοι τὲ καὶ ἀναφαίρετοι παρὰ παντὸς ἑτέρου κληρονόμου αὐτοῦ καὶ τῆς μακαρίτιδος συζύγου αὐτοῦ Μαρίας Α. Χατζηλασκάρεως…».
Από αυτό συνεπάγεται το συμπέρασμα ότι ο Νεομάρτυς είχε τουλάχιστον μία αδελφή, τη Μαρία, τον δε παπά κυρ Χριστόδουλο Καραζήση, γαμπρό από την αδελφή του. Αξίζει να υπογραμμισθεί ότι την εξ αγχιστείας αυτή συγγένεια συμπλήρωσε η πνευματική, γιατί ο Χριστόδουλος υπήρξε διδάσκαλος του Γεωργίου. Μόνο δεν γνωρίζουμε ακριβώς ποια υπήρξε πρώτη ή εάν η μία συγγένεια προκάλεσε την άλλη.
Ο Γεώργιος παρουσιάζεται από την παράδοση ως τρόφιμος και απόφοιτος της ανωτέρου επιπέδου Σχολής Ραψάνης, στην οποία χρημάτισε διδάσκαλος και ο κυρ Χριστόδουλος Καραζήσης. Σύμφωνα με τις υπάρχουσες πληροφορίες, η ορεινή κωμόπολη της Ραψάνης άκμαζε οικονομικά τον 18ο μ.Χ. αιώνα, όπως και ο Τύρναβος και τα Αμπελάκια. Είχε βιομηχανία, έκανε εξαγωγή εξαίρετου κρασιού και αποτελούσε πόλο έλξεως για τα γύρω χωριά του κάτω Ολύμπου.
Ενώ λοιπόν υπήρχαν οι οικονομικές προϋποθέσεις, ο λογιότατος και ιδιαίτερα δραστήριος Επίσκοπος Πλαταμώνος και Λυκοστομίου Διονύσιος, ο οποίος θεμελίωσε και προστάτευσε και τη σπουδαία Σχολή στα Αμπελάκια, προέβη στην ίδρυση και της εν λόγω Σχολής στη Ραψάνη το έτος 1767 μ.Χ. Ονομαστό υπήρξε το πνευματικό αυτό Ίδρυμα. Στην ακμή του συγκρινόταν με τις Σχολές των Μηλέων, της Ζαγοράς, των Αμπελακίων, του Τυρνάβου κ.α. Σε αυτή μαθήτευσαν και ο Βασίλειος ο Ραψανιώτης, ένας από τους άριστους μαθητές στην Αθωνιάδα Ακαδημία (1753 - 1758 μ.Χ.) του Ευγενίου Βούλγαρη και ο Ιωνάς Σπερμιώτης, ένας από τους διακεκριμένους δασκάλους εκείνης της εποχής και περιζήτητος γι' αυτό στη Μακεδονία και στη Θεσσαλία και άλλοι. Κατά την Επανάσταση και λίγο πριν από αυτή, σταμάτησε να λειτουργεί η Σχολή και επαναλειτούργησε το 1830 μ.Χ.
Με το δεδομένο ότι ο Νεομάρτυς άθλησε το 1818 μ.Χ., θα πρέπει να συμπεράνουμε με ασφάλεια ότι αποφοίτησε από τη Σχολή το 1815 - 16 μ.Χ. Αφού αποφοίτησε ο Γεώργιος από τη Σχολή, ασκούσε στην γενέτειρά του το επάγγελμα του γραμματοδιδασκάλου με ζήλο ένθεο και νεανικό σφρίγος, εμπνέοντας τους νεαρούς μαθητές του και δημιουργώντας στις αδιαμόρφωτες ψυχές τους ζωηρά ιερά και εθνικά βιώματα.
Αναφέραμε πριν ότι η Ραψάνη αποτελούσε πόλο έλξεως για τα χωριά του κάτω Ολύμπου. Αυτό συνέβαινε για πολλές δεκαετίες μέχρι και τις αρχές του 20ου μ.Χ. αιώνα. Και βέβαια όχι μόνο για την υλική ευπορία και την εμπορική και βιομηχανική της κίνηση, αλλά και για την πνευματική της άνθηση και καλλιέργεια των γραμμάτων, όπως ελέχθη. Αποτελούσε αφορμή καυχήσεως για ένα γονέα να αποστέλλει για σπουδές τον υιό του στη Ραψάνη. Την εποχή εκείνη, για την οποία κάνουμε λόγο, τα παραποτάμια χωριά της περιοχής κατοικούνταν ως επί το πλείστον από Οθωμανούς, που συναλλάσσονταν, μέχρι και συνδέονταν ακόμη σε περιορισμένη βέβαια κλίμακα, με Έλληνες Χριστιανούς.
Ένας από τους Οθωμανούς, κάτοικος της κωμοπόλεως Δερελί (Γόννοι) και οικογενειάρχης, επιθυμώντας ο υιός του να τύχει αξιόλογης παιδείας, τον απέστειλε οικότροφο σε φίλο του που διέμενε στη Ραψάνη. Άρχισε έτσι το τουρκόπουλο να παρακολουθεί και να μαθαίνει τα στοιχειώδη γράμματα μαζί με τα ελληνόπουλα, στα πόδια του γραμματοδιδάσκαλου Γεωργίου.
Ο μικρός Αγαρηνός προσαρμόστηκε σύντομα στο κλίμα του σχολείου και συναγωνιζόταν τους συμμαθητές του, ενθαρρυνόμενος και από τον διδάσκαλό του, ίσως τυγχάνοντας από εκείνον και ιδιαίτερης φροντίδας.
Με το δεδομένο ότι αιώνες πριν η Ελληνική παιδεία με δυσκολία διαχωριζόταν από τη χριστιανική κατήχηση, ο μικρός αλλοεθνής, συγχρόνως προς την ελληνική εκπαίδευση, λίγο - λίγο αλλά σταθερά επηρεαζόταν από τη χριστιανική πίστη και ζωή. Σε αυτό ασφαλώς και αποφασιστικά συνέβαλε και η προσωπικότητα του δασκάλου του. Συνέβαλε όμως και η γοητεία των εκκλησιαστικών Ακολουθιών, τις οποίες ως αυτοπρόβλητος κατηχούμενος παρακολουθούσε.
Αλλά η σημειούμενη αλλαγή του μικρού Αγαρηνού, στα φρονήματα, τις πεποιθήσεις και τα ήθη, δεν ήταν δυνατόν να μείνει απαρατήρητη. Αρχικά στο οικογενειακό του περιβάλλον, κάθε φορά που μετέβαινε για διακοπές στο Δερελί, και στη συνέχεια στο συγγενικό και ευρύτερο κύκλο γινόταν αισθητή η μεταβολή, κάτι που δημιουργούσε ανησυχίες και ερέθιζε τους Οθωμανούς. Αλλά η πρόκληση έγινε μεγαλύτερη και η δυσφορία των Αγαρηνών αφόρητη, όταν με τον καιρό ο μικρός και αυθόρμητος προσήλυτος όχι μόνο εκφραζόταν με εκτίμηση για τα ιερά των Ρωμιών, αλλά και, αντιδιαστέλλοντας αυτά προς τα αντίστοιχα των ομοεθνών του, υποτιμούσε τα ιερά των Μωαμεθανών και τα περιφρονούσε.
Όπως ήταν επόμενο, όσοι εξοργίσθηκαν αναζήτησαν τον ένοχο της «προσβολής». Τον εντόπισαν στο σχολείο της Ραψάνης. Τον έσυραν δέσμιο για τα περαιτέρω στον Τύρναβο, όπου από το 1811 μ.Χ. είχε έδρα του ο διορισμένος Σατράπης της Θεσσαλίας, Βελή Πασάς, υιός του Αλή Πασά του Τεπελενλή, αφού η Υψηλή Πύλη τον μετέθεσε εκεί από την Πελοπόννησο.
Η κατηγορία εναντίων του κατηγορουμένου ήταν συγκεκριμένη, σαφής και, σύμφωνα με όσα ίσχυαν στους Οθωμανούς, βαρύτατη: απόπειρα εκχριστιανισμού μουσουλμανόπαιδος. Αυτό και μόνο, ανεξάρτητα του αποτελέσματος της προσπάθειας, συνεπαγόταν ανελέητη καταδίκη σε μαρτυρικό θάνατο.
Στον Τύρναβο είχε την έδρα του Στρατοδικείο. Δεν είναι, εν τούτοις, γνωστό αν τον Γεώργιο τον δίκασε στρατοδίκης, προσωπικά ο Βελή Πασάς, κάποιος άλλος μουλάς (δικαστής) ή δικαστήριο με πολυμελή σύνθεση, όπως και στην περίπτωση του Γεδεών, που μαρτύρησε το ίδιο έτος στον Τύρναβο.
Γνωστό είναι ότι η διαδικασία ήταν σύντομη και τελεσίδικη. Η απόφαση δεν ήταν η προβλεπόμενη και η συνηθισμένη σε παρόμοιες αφορμές: εκτέλεση διά βασανισμού. Συγκεκριμένα ο Νεομάρτυς Γεώργιος αποκεφαλίσθηκε, αφού προηγουμένως υπέστη πολλά και ποικίλα οδυνηρότατα μαρτύρια.
Τον έκλεισαν σε πυρακτωμένο λουτρό, γυμνό από το κεφάλι μέχρι τα πόδια. Τον τρύπησαν με σιδερένια νύχια. Του κάρφωσαν τα πόδια σε πέταλα. Τον διαπόμπευσαν σε όλο τον Τύρναβο. Τον κάρφωσαν σε τετράγωνο στύλο ίσο στο ύψος με τον Μάρτυρα και αφού τον περιτύλιξαν με σχοινιά βουτηγμένα στην πίσσα, στη νάφθα (ακάθαρτο πετρέλαιο) και σε άλλα ελαιώδη και οινοπνευματώδη υγρά, τον παρέδωσαν στη φωτιά. Όμως με τη Χάρη του Θεού, προς ενίσχυση του Αγίου, ο Μάρτυρας δεν έπαθε τίποτα.
Στις ιστορήσεις των εικόνων παρουσιάζονται συμπληρωματικά και άλλες σκηνές βασανισμών. Στραγγαλισμοί, εξαρθρώσεις, κτυπήματα με το σπαθί, μέχρι και τοποθέτηση πυρακτωμένου σιδερένιου στεφανιού πάνω στο γυμνό σώμα του Νεομάρτυρος.
Στις ιστορήσεις των εικόνων, επίσης, παρουσιάζεται ο αθλητής της πίστεως Γεώργιος, έχοντας το κεφάλι στους ώμους, να μεταφέρεται προς ενταφιασμό, παρουσία κάποιου ιερέα ονόματι Δημητρίου που θυμιάζει και ο οποίος είχε προσκληθεί και διαταχθεί ειδικά για το λόγο αυτό. Σύμφωνα με άλλη παράδοση ο Νεομάρτυς αποκεφαλίζεται προτού προλάβει να πεθάνει από τα μαρτύρια που ήδη είχαν γίνει. Σε αυτό συνηγορεί και το γεγονός ότι μεταξύ των ιερών λειψάνων του Αγίου δεν υπάρχει η αγία του κάρα, αφού εξαφανίσθηκε από τους Αγαρηνούς.
Το έτος της αθλήσεως του Νεομάρτυρα Γεωργίου είναι το 1818 μ.Χ. Τότε ο Άγιος βρισκόταν στο εικοστό, τουλάχιστον, έτος της ηλικίας του.
Από τα υπάρχοντα στοιχεία υποδηλώνεται ότι η αρχή του μαρτυρίου έγινε σε κάποιο διοικητικό κτίριο στον Τύρναβο. Ίσως, όπως και του Οσιομάρτυρα Γεδεών, «εἰς τὸ τοῦ Ἡγεμόνος Παλάτιον». Ακολούθως και «ἐπειδὴ τοὶς ἀνωτέρω βασάνοις οὐκ ἐνέδωκε (ὁ Γεώργιος), δι’ ἐπιταγῆς τοῦ Βαλῆ πασιᾶ, δι’ ὤλου τοῦ Τυρνάβου πομπευθεῖς καὶ τοῦ ποταμοῦ (Τιταρησίου) περαιωθεῖς…», οδηγήθηκε στη δεύτερη και σκληρότερη φάση των βασανιστηρίων του. Γι' αυτό και ήταν άλλοι δήμιοι εκεί, ο Αγά Σεβράνι και κάποιος Φράγκος.
Από τα παλαιότατα χρόνια μέχρι και σήμερα, από τη μεριά του Τιταρησίου (ή Σαλαμπριά αποκαλούμενου) ποταμού, υπήρχαν στρατώνες. Εκεί λοιπόν και κοντά στη μακρά γέφυρα, άθλησε και ενταφιάσθηκε ο Νεομάρτυς Γεώργιος. Η άποψη αυτή ενισχύεται και από το λόγο ότι και στις δύο ιστορήσεις στις άγιες εικόνες, στα πόδια του Αγίου εικονίζεται η εν λόγω γέφυρα.
Την πρώτη ήδη εκείνη νύχτα είδαν οι Τούρκοι σκοποί των στρατώνων «οὐρανομήκη» στήλη φωτός, που σημάδευε τον τάφο του Νεομάρτυρα. Την επόμενη ενημέρωσαν γι' αυτό τους προϊσταμένους τους. Εκείνοι και με τα ίδια τα μάτια τους διαπίστωσαν την φωτοφάνεια και κατά την δεύτερη νύχτα και ανέφεραν σχετικά την επόμενη στον Βελή πασά, τον οποίο και προκαλούσαν, εάν επιθυμούσε, να διαπιστώσει και προσωπικά το εξαίσιο φαινόμενο.
Εκείνος ο υπερφίαλος, αφού απαξίωσε να ασχοληθεί με το συγκεκριμένο γεγονός, διέταξε να προσκληθούν το συντομότερο στη Ραψάνη οι συγγενείς του Νεομάρτυρα, να ξεθάψουν και να παραλάβουν το ιερό σκήνωμά του, πράγμα το οποίο και έγινε.
Μετά από λίγο καιρό, με πολλή ευλάβεια και κατάνυξη, τα άγια λείψανα μετακομίσθηκαν από το κοιμητήριο της Ραψάνης, το οποίο ήταν στο χώρο γύρω από το ναό της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στην ευρύχωρη αρχοντική οικία Καραζήση που βρισκόταν κοντά.
Εκεί βρίσκονται μέχρι σήμερα θησαυρισμένα σε ειδικά γι' αυτό τον σκοπό αφιερωμένο δωμάτιο, το οποίο φωτίζεται από άσβεστο καντήλι με ιλαρό φως και είναι προσιτό σε κάθε ευλαβή προσκυνητή.
Πραγματικά, εφαρμόστηκαν πλήρως και οι λόγοι του Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτου, τους οποίους έγραψε στο Νέο Μαρτυρολόγιο και τους απηύθυνε προς τους Νεομάρτυρες: «Τὰ τίμια λείψανά σας θέλει δοξάσει (ὁ Θεός) ἐδῶ κάτω εἰς τὴν γῆν ἢ μὲ τὴν ἐπιφάνεια τοῦ Φωτός του ἢ καὶ μὲ ἄλλα σημεῖα καὶ θαύματα, καθὼς ἤθελε κρίνει ἡ θεία δικαιοσύνη Του, ἢ τὸ ὀλιγώτερον ὀλιγώτερον θέλει τὰ τιμήση μὲ τὴν παρὰ τῶν Χριστιανῶν προσκύνησιν καὶ εὐλάβειαν…»


ΑΓΙΟΣ ΒΗΣΣΑΡΙΩΝΑΣ Ο Β
Γεννήθηκε το 1489 ή 1490 στις Μεγάλες Πύλες της Θεσσαλίας (σημερινή Πύλη Τρικάλων). Οι γονείς του Σωτήριος και Μαρία ήταν σχετικά εύποροι, με αποτέλεσμα ο νεαρός Βησσαρίων (το κοσμικό του όνομα αγνοείται) να λάβει τη στοιχειώδη εκπαίδευση, τα λεγόμενα «κοινά γράμματα». Όταν τελείωσε τα κοινά γράμματα, σε ηλικία δέκα ετών, μετέβη στα Τρίκαλα, όπου έδρευε η αρχιεπισκοπή Λαρίσης ήδη από τα μέσα του 14ου αιώνα. Εκεί υποτάχθηκε στον Αρχιεπίσκοπο Μάρκο (1499-1527) και έλαβε το μοναχικό σχήμα. Σύντομα η αφοσίωση και η ευλάβειά του εκτιμήθηκαν από τον μέντορά του και χειροτονήθηκε διάκονος και κατόπιν πρεσβύτερος. Επίσης ο μητροπολίτης Μάρκος φρόντισε για την περαιτέρω μόρφωση του υποτακτικού του, που παράλληλα κέρδισε την εκτίμηση και το σεβασμό των συνανθρώπων του με το έντονο φιλανθρωπικό έργο που επεδείκνυε.
Το 1516/1517 ο Μάρκος χειροτόνησε τον Βησσαρίωνα επίσκοπο για τις ανάγκες της επισκοπής Ελασσόνος και Δομενίκου. Όταν όμως ο άγιος έφτασε στην Ελασσόνα, δεν έγινε δεκτός από τους κατοίκους της, οι οποίοι θεωρώντας την εκλογή του Βησσαρίωνα αντικανονική απευθύνθηκαν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης για την αποστολή επισκόπου. Έτσι ο νεαρός επίσκοπος επέστρεψε στα Τρίκαλα όπου συνέχισε τη ζωή και τη δράση του όπως προηγουμένως.
Τέσσερα χρόνια αργότερα (1521) πέθανε ο έξαρχος της επισκοπής Σταγών (σημερινή Καλαμπάκα) και ο μητροπολίτης Μάρκος έστειλε στη θέση του τον Βησσαρίωνα, κατόπιν αιτήματος των κατοίκων της πόλης αυτής. Εκεί εργάστηκε όπως και στα Τρίκαλα δικαιώνοντας την επιλογή και τις προσδοκίες του ποιμνίου του. Δεν έλειψαν όμως και οι δυσκολίες και κυρίως η αντιπαράθεση με έναν ιερέα ονόματι Δομέτιο, που σύμφωνα με τους βιογράφους του αγίου, καταφερόταν με συκοφαντίες εναντίον του.
Το 1527 απεβίωσε ο μητροπολίτης Μάρκος και ως διάδοχός του ορίστηκε ο Βησσαρίων κατόπιν επίμονης απαίτησης του θεσσαλικού κλήρου και λαού. Από τη θέση αυτή η δράση και το έργο του Βησσαρίωνος επεκτάθηκε σ’ όλη την αρχιεπισκοπή. Φρόντισε για την διαποίμανση των χριστιανών της περιοχής, ανήγειρε ναούς, επανέφερε στην Εκκλησία την ευταξία που είχε διασαλευτεί μετά την τουρκική κατάκτηση των περιοχών (τέλη 14ου- μέσα 15ου αι.), εξαγόρασε από τους Τούρκους πολλούς χριστιανούς αιχμαλώτους, άνοιξε δρόμους στη Θεσσαλία μέχρι και την Ήπειρο και κατασκεύασε πολλές γέφυρες στα ποτάμια της περιοχής (στην τοποθεσία Κόρακας επί του Αχελώου, στην Σαρακίνα Καλαμπάκας επί του Πηνειού κ.α.). Στα γνωστότερα έργα του περιλαμβάνεται η ανέγερση της Ι.Μονής Μεταμορφώσεως του Σωτήρος, περισσότερο γνωστής ως Μονή Δουσίκου, στις πλαγιές του όρους Κόζιακας, λίγα χιλιόμετρα από την Πύλη. Η μονή χτίστηκε επί των ερειπίων παλαιοτέρου βυζαντινού μοναστηριού με τη συνδρομή του αδερφού του Βησσαρίωνος Ιγνατίου, επισκόπου Καπούας και Φαναρίου (1527-1534). Το καθολικό της μονής όπου υπάρχει τοιχογραφία του αγίου, αποπερατώθηκε επί αρχιεπισκόπου Λαρίσης Νεοφύτου Β΄ (1550-1568/69), ανηψιού του αγίου.
Ο Βησσαρίων απεβίωσε στις 13 Σεπτεμβρίου του 1540. Η μνήμη του τιμάται την 15η Σεπτεμβρίου λόγω των εορτών των εγκαινίων του ναού της Αναστάσεως (13 Σεπτεμβρίου) και της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού (14 Σεπτεμβρίου). Τιμάται ως πολιούχος στην Καλαμπάκα, όπου ο μητροπολιτικός ναός είναι αφιερωμένος στην μνήμη του, όπως επίσης ναοί και σε άλλες θεσσαλικές και ηπειρωτικές πόλεις (Τρίκαλα, Λάρισα, Φιλιππιάδα). Από τα λείψανα του αγίου σώζεται η κάρα του, η οποία φυλάσσεται στη Μονή Δουσίκου. 

ΑΓΙΑ ΜΑΥΡΑ
Μάρτυρας της χριστιανικής εκκλησίας, η μνήμη της οποίας τιμάται στις 3 Μαΐου, μαζί με του συζύγου της Τιμόθεου. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν όσοι φέρουν το όνομα Μαύρα, Μαύρος και Μαυρουδής.
Η Μαύρα με τον Τιμόθεο ήταν ένα νιόπαντρο ζευγάρι που ζούσε στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου τον 3ο αιώνα. Μαρτύρησαν με σταυρικό θάνατο, επειδή αρνήθηκαν να αποκηρύξουν την πίστη τους.
Η Αγία Μαύρα είναι πολιούχος της Λευκάδας, από την οποία πήρε το νησί το όνομά του κατά τη διάρκεια της Ενετοκρατίας (Santa Maura).

ΑΓΙΑ ΚΥΡΙΑΚΗ ΒΛΥΧΟΥ
Απέναντι από το κοσμοπολίτικο σήμερα Νυδρί, στη βόρεια απόληξη της χερσονήσου του Γενίου-Βλυχού, είναι χτισμένο ένα μικρό κατάλευκο εκκλησάκι. «Το εκκλησάκι του βράχου», για όσους δε γνωρίζουν ότι είναι αφιερωμένο στην Αγία Μεγαλομάρτυρα Κυριακή.
Η παράδοση αναφέρει πως οι ναυτικοί που περνούσαν από το σημείο αυτό τις νύχτες, έβλεπαν ένα φως στη σπηλιά που σχηματιζόταν ανάμεσα στους βράχους της ακτής. Στο βράχο με τη σπηλιά δεν μπορούσαν να πλησιάσουν με ευκολία, γιατί εκεί ξεσπούσε το αγριεμένο κύμα της θάλασσας. Λίγο ψηλότερα από τα βράχια που χτυπούσε το κύμα βρισκόταν μία ευρύχωρη σπηλιά. Εκεί ένας από τους ιδιοκτήτες των γειτονικών κτημάτων -Κακονάς στο επώνυμο, από το γειτονικό Βλυχό- βρήκε μία εικόνα της αγίας Κυριακής. Την πήρε και την τοποθέτησε σε άλλο, πιο ομαλό, μέρος του κτήματός του, σχεδίάζοντυας να χτίσει μικρό προσκυνητάρι. Στάθηκε όμως αδύνατο αυτό, γιατί έβρισκε ξανά την εικόνα στην σπηλιά του βράχου.
Αγνωστο το πώς βρέθηκε στο μέρος εκείνο το εικόνισμα της Αγίας. Το γεγονός είναι, πάντως, πως πλήθη πιστών -ή και περίεργων- προστρέχουν μέχρις εκεί, στις 7 Ιουλίου κάθε χρόνου, για να τιμήσουν την Μεγαλομάρτυρα και θαυματουργό Αγία Κυριακή.
Η Αγία Κυριακή γεννήθηκε στα τέλη του 3ου μ.Χ. αι.
Ο Δωρόθεος και η Ευσεβία, οι γονείς της, καθώς ήταν άτεκνοι για χρόνια παρακαλούσαν τον Θεό να τους χαρίσει παιδί. Πραγματικά, ο Θεός ευδόκησε και το χριστιανικό αυτό ζευγάρι απέκτησε μια κόρη. Γεννήθηκε την αφιερωμένη στον Κύριο ημέρα, την Κυριακή, και γι’ αυτό την ονόμασαν Κυριακή.
Κατά το διωγμό του Διοκλητιανού, οι γονείς της συνελήφθησαν και, μετά από ανάκριση, βασανίστηκαν και αποκεφαλίστηκαν με εντολή του δούκα Ιούστου.
Η νεαρή Κυριακή παραπέμφθηκε στον Καίσαρα Μαξιμιανό κι από εκεί στον άρχοντα της Βιθυνίας Ιλαριανό. Ο Ιλαριανός, γλυκομίλητος και προσπαθώντας με υποσχέσεις να τη δελεάσει, της υπενθύμισε ότι η ομορφιά της αξίζει απολαύσεις και όχι βασανιστήρια.
Εκείνη όμως αποκρίθηκε: «Ούτε στη νεότητα μου, ούτε στην ομορφιά μου δίνω την παραμικρή προσοχή. Και τα λαμπρότερα από τα επίγεια πράγματα είναι προσωρινά, όπως τα άνθη και κούφια, όπως οι σκιές. Σήμερα, έπαρχε, είμαι όμορφη, αύριομια άσχημη γριά. Να κάνω, λοιπόν, κέντρο της ζωής μου την ομορφιά μου; Νόμισες, λοιπόν, ότι θα κάνω την τερατώδη ανοησία να χάσω την αιώνια λαμπρότητα για να μείνω λίγο περισσότερο στη γη; Γι’ αυτό σ’ το ξαναλέω, έπαρχε: είμαι και θα είμαι στη ζωή και στο θάνατο».
Εξοργισμένος ο Ιλαριανός τη βασάνισε σκληρά και διέταξε να την αποκεφαλίσουν. Αλλά πριν πέσει η σπάθη, παρέδωσε προσευχόμενη το πνεύμα της στον Κύριο.


ΑΓΙΟΣ ΜΑΡΚΟΣ Ο ΕΥΓΕΝΙΚΟΣ
Βιογραφία
Ο Άγιος Μάρκος ο Ευγενικός γεννήθηκε το 1392 μ.Χ. από ευσεβείς και πιστούς γονείς, τον αρχιδικαστή, σακελλίων και διάκονο της Μεγάλης Εκκλησίας Γεώργιο και τη Μαρία που ήταν κόρη του ευσεβούς ιατρού Λουκά. Είχε ακόμα έναν μικρότερο αδερφό που ονομαζόταν Ιωάννης. Λόγω των πολλών του πνευματικών χαρισμάτων έκανε περίλαμπρες θεολογικές και φιλοσοφικές σπουδές και μαθήτευσε στους πλέον φημισμένους διδασκάλους της εποχής του, τον Ιωάννη Χορτασμένο (κατόπιν Ιγνάτιο Μητροπολίτη Σηλυμβρίας) και τον μαθηματικό και φιλόσοφο Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα. Μεταξύ των συμμαθητών του ήταν και ο μετ' έπειτα άσπονδος εχθρός του Βησσαρίων ο καρδινάλιος που ήταν υπέρμαχος της ένωσης.
Δίδασκε στο φροντιστήριο του πατέρα του, και αργότερα, μετά τον θάνατο αυτού, τον διαδέχθηκε στο διδασκαλικό επάγγελμα. Διακρίθηκε σαν δάσκαλος της ρητορικής και μεταξύ των μαθητών του, που διέπρεψαν αργότερα, ήταν ο Γεώργιος Γεννάδιος Σχολάριος (ο πρώτος μετά την πτώσιν της Πόλεως Πατριάρχης), ο Θεόδωρος Αγαλλιανός, ο Θεοφάνης Μητροπολίτης Μηδείας και ο αδελφός του Ιωάννης ο Ευγενικός.
Στο 25ο έτος της ηλικίας του αποφάσισε να γίνει μοναχός και γι' αυτό έφυγε σε μια Μονή στους Πριγκηπόνησους. Εκεί ετάχθη υπό την πνευματική επιστασία ενάρετου μοναχού, του Συμεών, ο όποιος τον έκειρε μοναχό και τον μετονόμασε από Εμμανουήλ, που ήταν το πρώτο του όνομα, σε Μάρκο. Κατόπιν από τα νησιά αυτά έφυγε και πήγε στη Μονή των Μαγκάνων, όπου χειροτονήθηκε Ιερέας. Αφού έγινε κληρικός, το 1436 μ.Χ. εκλέγεται Αρχιεπίσκοπος Εφέσου.
Ακολούθησε τον αυτοκράτορα Ιωάννη Παλαιολόγο στη Φεράρα και τη Φλωρεντία, όπου πραγματοποιήθηκε Σύνοδος για την ένωση της Ανατολικής και της Δυτικής Εκκλησίας. Εκεί ο Μάρκος ανεδείχθη ο θερμότερος και στερεότερος υπέρμαχος της Ορθοδοξίας, αρνούμενος να υπογράψει τον όρο της ψευδοενώσεως, έτσι που όταν ο πάπας Ευγένιος Δ’ (1431 - 1447 μ.Χ.) πληροφορήθηκε την απόφασή του είπε: «Μᾶρκος οὐχ ὑπέγραψε, λοιπὸν ἐποιήσαμεν οὐδέν».
Μετά την προδοτική ένωση της Φερράρας - Φλωρεντίας οι Βυζαντινοί εγκατέλειψαν την Ιταλία. Ο αυτοκράτορας παρέλαβε τον Άγιο Μάρκο στο αυτοκρατορικό πλοίο. Ύστερα από ταξίδι τρεισήμισι μηνών έφθασαν τελικά στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί οι κάτοικοι δέχθηκαν με αισθήματα εχθρικά και αποδοκίμασαν αυτούς που υπέγραψαν την ένωση, αλλά επιδοκίμασαν και τίμησαν τον Άγιο Μάρκο όπως αναφέρει ο υβριστής του γραικολατίνος επίσκοπος Μεθώνης Ιωσήφ: «ο Εφέσου είδε το πλήθος δοξάζων αυτόν ως μη υπογράψαντα και προσεκύνουν αυτώ οι όχλοι παθάπερ Μωϋσεί και Ααρών και ευφήμουν αυτόν και άγιον απεκάλουν» (PG 159, 992).
Στις 4 Μαΐου 1440 μ.Χ. ο Άγιος Μάρκος αναγκάστηκε να δραπετεύσει από την Βασιλεύουσα, διότι κινδύνευε η ζωή του, και να πάει στην Έφεσο που ήταν κάτω από τους Τούρκους. Εκεί αφού ποίμανε για λίγο το ποίμνιο του αναγκάσθηκε πάλι, τώρα από τους Τούρκους και τους ενωτικούς, να εγκαταλείψει την Έφεσο και μπήκε στο πλοίο που πήγαινε στο Άγιο Όρος, όπου είχε αποφασίσει να περάσει τον υπόλοιπο χρόνο της ζωής του. Όταν όμως το πλοίον έκαμε σταθμό στη Λήμνο ο Άγιος ανεγνωρίσθει και αμέσως συνελήφθη, κατόπιν αυτοκρατορικής εντολής και φυλακίσθηκε εκεί για δύο χρόνια. Κατά την διάρκεια της φυλακίσεώς του υπέφερε πολύ, αλλά όπως έγραψε στον ιερομόναχο Θεοφάνη τον εν Ευβοία «ο λόγος του Θεού και η της αληθείας δύναμης ου δέδεται, τρέχει δε μάλλον και ευοδούται, και οι πλείονες των αδελφών τη εμή εξορία θαρρούντες βάλλουσι τοις ελέγχοις τους αλιτηρίους και παραβάτας της ορθής πίστεως...».
Από την Λήμνο ο Άγιος εξαπέλυσε την περίφημο εγκύκλιο επιστολή του προς τους απανταχού της γης και των νήσων ευρισκομένους Ορθοδόξους Χριστιανούς. Με αυτήν ελέγχει αυστηρώς τους Ορθοδόξους εκείνους που αποδέχθηκαν την ένωση και με αδιάσειστα στοιχεία αποδεικνύει ότι οι λατίνοι είναι καινοτόμοι και γι' αυτό λέει: «ως αιρετικούς αυτούς απεστράφημεν, και δια τούτο αυτών εχωρίσθημεν». Καλεί δε ο άγιος τους πιστούς να αποφεύγουν τους ενωτικούς, διότι αυτοί είναι «ψευδαπόστολοι και εργάται δόλιοι».
Μετά την αποφυλάκιση του άγιος Μάρκος λόγω της ασθενείας του δεν μπόρεσε να αποσυρθεί στο Άγιο Όρος, αλλά επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη, όπου έγινε δεκτός μετά τιμών ως άγιος και ομολογητής. Από το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου των Μαγγάνων ο νέος ομολογητής διηύθυνε τον αγώνα κατά των ενωτικών, γράφοντας επιστολές στους μοναχούς και κληρικούς ενθαρρύνοντας τους να κρατούν την ορθή πίστη και να μη συνεργάζονται με τους ενωτικούς.
Οι διωγμοί, οι εξουθενώσεις και οι πιέσεις επιδείνωσαν την κατάσταση της υγείας του Αγίου Μάρκου και στις 23 Ιουνίου του 1444 μ.Χ., αφού είχε καλέσει κοντά του τα πνευματικά του τέκνα και ανέθεσε στον Γεώργιο Σχολάριο την αρχηγία του ανθενωτικού αγώνος, απεδήμησεν εις Κύριον. Ήταν μόλις 52 ετών.
Στον επικήδειο λόγο που εξεφώνησε ο Γεώργιος Σχολάριος, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι ο όσιος «εν ιερεύσει διέπρεψεν, εν αρχιερεύσιν διέλαμψεν, ήθλησεν υπέρ της Εκκλησίας πάνυ καλώς αδάμαντος στερεώτερος ώφθη προς την μετάθεσιν...νυν γυμνή τη ψυχή της μακαριότητος εμφορείται ήν επέγνω καλώς και λαβείν εντεύθεν εσπούδασε την εν Χριστώ κεκρυμμένην ζήσας ζωήν και σύνεστι τοις ιεροίς διδασκάλοις της πίστεως, πάντων είνεκα δίκαιος ών εκείνοις συντάττεσθαι».
Αμέσως μετά την κοίμηση του ο Μάρκος τιμήθηκε ως άγιος και ομολογητής. Αυτό μαρτυρεί με πόνο και ο σύγχρονος και άσπονδος εχθρός του Ιωσήφ, ουνίτης επίσκοπος Μεθώνης, λέγων, «ώσπερ πολλούς μεν και άλλους, και τον καλούμενον Παλαμάν, και τον Εφέσου Μάρκον, ανθρώπους ούτ' άλλως φρενήρεις, αλλά και δοξοσοφίας εμπεπλησμένους, μηδεμίαν αρετήν ή αγιωσύνην εν εαυτοίς έχοντας, μόνον δια το λέγειν και συγγράφειν κατά Λατίνων, δοξάζετε και υμνείτε, και εικόνας εγκοσμείτε αυτοίς και πανηγυρίζοντες, στέργετε αυτούς ως αγίους και προσκυνείτε» ( PG 159, 1357).
Την πρώτη ακολουθία προς τιμήν του Αγίου Μάρκου συνέθεσε ο αδελφός του, Ιωάννης ο φιλόσοφος. Κατ' αρχάς η μνήμη του εορταζόταν στις 23 Ιουνίου αλλά ο Πατριάρχης Γεννάδιος Σχολάριος, το 1456 μ.Χ., όρισε διά συνοδικής πράξεως, να εορτάζεται η μνήμη του στις 19 Ιανουαρίου, ημέρα προφανώς της ανακομιδής του λειψάνου του αγίου και ταφής αυτού στην μονή του Λαζάρου στον Γαλατά.
Οι αγώνες του Μάρκου και του μαθητού του Γενναδίου αναγνωρίστηκαν από την μεγάλη σύνοδο της Κωνσταντινουπόλεως που τελείωσε το 1484 μ.Χ. και κατέγραψε τα ονόματα τους, ως πατέρων αγίων, στο Συνοδικό της Ορθοδοξίας.


ΑΓΙΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΕΞ ΑΓΑΡΗΝΩΝ

Ο Άγιος Κωνσταντίνος καταγόταν από Μουσουλμάνους γονείς και γεννήθηκε στο χωριό Ψιλομέτωπο της Μυτιλήνης. Μαζί με τη μητέρα και τ' αδέλφια του ήλθε στη Μαγνησία και αργότερα στη Σμύρνη, όπου βοηθούσε τ' αδέλφια του στο οπωροπωλείο, πηγαίνοντας στα σπίτια των ευγενών αυτά που αγόραζαν από το μαγαζί τους.
Πηγαίνοντας όμως συχνά στη Μητρόπολη της Σμύρνης, άκουγε και έμαθε την ελληνική γλώσσα και τη χριστιανική θρησκεία. Έφυγε λοιπόν για το Άγιον Όρος, αλλά κανείς δεν τον δεχόταν. Τότε ο εκεί εξόριστος Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε' (βλέπε 10 Απριλίου), στη Μ. Λαύρα, αφού τον δοκίμασε τον βάπτισε χριστιανό στα Καυσοκαλύβια, με το όνομα Κωνσταντίνος.
Ο Άγιος Κωνσταντίνος, στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, προσκύνησε τα τίμια λείψανα των νεοφανών μαρτύρων και τον κατέλαβε ο πόθος να μιμηθεί την πράξη τους. Αφού πέρασε με νηστεία και προσευχή κοντά σε πνευματικό, αποφάσισε να πάει στη Μαγνησία, για να βαπτίσει την αδελφή του χριστιανή. Μετά όμως από συμβουλή των Πατέρων, απέπλευσε από το Άγιον Όρος και αποβιβάστηκε στις Κυδωνιές.
Στις Κυδωνιές, αναγνωρίστηκε από κάποιο Τούρκο και οδηγήθηκε στον Αγά. Εκεί ομολόγησε τον Χριστό και αφού φανέρωσε την καταγωγή του, φυλακίστηκε και βασανίστηκε σκληρά. Όταν τον ανέκριναν πάλι, ο Άγιος Κωνσταντίνος έκανε μπροστά τους το σημείο του Σταυρού, αποδεικνύοντας έτσι το αμετάθετο της πίστης του. Τότε ξανά τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν με φρικτό τρόπο. Αλλά βλέποντας ο ηγεμόνας, ότι κάθε προσπάθεια του πήγαινε χαμένη, τον έστειλε στην Κωνσταντινούπολη. Αφού και εκεί τον υπέβαλαν σε σκληρά βασανιστήρια, τελικά τον απαγχόνισαν στις 2 Ιουνίου 1819 μ.Χ.
Χειρόγραφη Ακολουθία του βρίσκεται στην Καλύβη του Άγιου Ιωάννη του Θεολόγου στα Καυσοκαλύβια και στη Μονή του Αγίου Παντελεήμονα στο Άγιον Όρος.

ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ο ΛΗΜΝΙΟΣ
εννήθηκε στην Λήμνο. Νέος ήλθε στό Άγιον Όρος στην υπακοή Γέροντος της Μεγίστης Λαύρας. Κατά την Ελληνική Επανάσταση αιχμαλωτίσθηκε, πάρθηκε στην Αίγυπτο και δουλώθηκε σε Αγαρηνό άρχοντα. Αυτός τον περιέτεμε και τον νύμφευσε με χριστιανή αιχμάλωτη.
Μετά από θείο δράμα, «δις η τρις εφάνη εις αυτόν ο εν Αγίοις μέγας Αθανάσιος», τή σύζυγό του «ωκονόμησε θεαρέστως» και αυτός «ζήλον επί ζήλου λαβών θεϊκόν» ξαναήλθε στό Άγιον Όρος και «εκαθάρισεν εαυτόν εν άκρα ασκήσει και πολλή ταπεινώσει». Παρέμεινε στό Κελλί του Αγίου Αντωνίου Καρυών, όπου σήμερα βρίσκεται η σκήτη του Αγίου Ανδρέου. Αφού αναμυρώθηκε και εξομολογήθηκε, αναχώρησε για την ιδιαίτερη πατρίδα του, ζώντας «ευσεβώς και θεαρέστως».
Συνελήφθη εκεί από τους Αγαρηνούς καί, αφού τον βασάνισαν, τον έπνιξαν στη θάλασσα του Ελλησπόντου.
Άγνωστη η μνήμη τού νεομάρτυρος στους συναξαριστές. Ο βραχύς βίος του υπάρχει σε κώδικα της αγιορείτικης μονής τού Αγίου Παντελεήμονος. Ο Άγιος Νεομάρτυς συντιμάται μετά των άλλων Αγίων της νήσου Λήμνου το δεύτερο Σάββατο τού μηνός Ιουλίου. Ακολουθία πρός τιμή τους συνέθεσε ο ιερομόναχος Αθανάσιος Σιμωνοπετρίτης. Τιμάται μετά των Οσίων Αγιορειτών Πατέρων.

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΠΕΤΡΟΣ ΕΚ ΤΡΙΠΟΛΕΩΣ
Ο άγιος αυτός Νεομάρτυρας, καταγόταν από την Τρίπολη της Πελοποννήσου. Άγνωστο για ποιους λόγους συνελήφθη από τους Τούρκους στο Οντεμίσιο (Τέμισι) της Μικράς Ασίας το 1776 μ.Χ. και πιεζόμενος να ασπαστεί το κοράνιο στάθηκε ακλόνητος στην πίστη των πατέρων του. Γι' αυτό τον λόγο λοιπόν τον κρέμασαν και έτσι έλαβε το στεφάνι του μαρτυρίου.

ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ
Ο Άγιος Δημήτριος ο Πελοποννήσιος γεννήθηκε στο χωριό Λιγούδιστα της Αρκαδίας και σε μικρή ηλικία ήλθε μαζί με τον αδελφό του στην Τρίπολη, όπου εργαζόταν μαζί με κάποιους κτίστες. Επειδή όμως αυτοί τον βασάνιζαν, έφυγε από τη συντροφιά τους και πήγε στο σπίτι ενός Τούρκου κουρέα, ο οποίος και κατόρθωσε τον εξισλαμισμό του, ονομάζοντας τον Μεχμέτ.
Αργότερα ο Δημήτριος εγκατέλειψε την Τρίπολη, μετάνιωσε για την αποστασία του και ήλθε στο Άργος. Από το Άργος, για μεγαλύτερη ασφάλεια, πήγε στη Σμύρνη και από 'κει στή Μονή του Προδρόμου κοντά στις Κυδωνιές, όπου βρήκε ευσεβή πνευματικό, εξομολογήθηκε και ζήτησε τις συμβουλές του. Με την προτροπή του πνευματικού αυτού ο Δημήτριος ήλθε στη Χίο, όπου έμεινε για αρκετό καιρό κοντά σε άλλο φημισμένο πνευματικό, με προσευχή και μετάνοια.
Προετοιμάσθηκε για το μαρτύριο και πήγε στο Άργος, όπου παρέμεινε κρυμμένος και χειραγωγούμενος από τον Ιερέα Αντώνιο Σακελάριο και από 'κει έφτασε στην Τρίπολη. Παρουσιάστηκε μπροστά στον Τούρκο Διοικητή, δήλωσε ότι πιστεύει στον Χριστό και ότι είναι έτοιμος να χύσει και το αίμα του γι' Αυτόν.
Τα βασανιστήρια πού ακολούθησαν ήταν φρικτά, αλλά ο Δημήτριος έμεινε αμετακίνητος στην πίστη του και έτσι στις 14 Απριλίου 1803 μ.Χ. τον αποκεφάλισαν στην Τρίπολη.
Το Ιερό του λείψανο διασώθηκε από τους χριστιανούς στον Ναό της Μονής του Αγ. Νικολάου Βαρσών. Στην κεντρική αγορά της Τρίπολης, μικρός ναός τιμάται στο όνομα του Νεομάρτυρα αυτού.
ΟΣΙΟΣ ΝΕΙΛΟΣ Ο ΜΥΡΟΒΛΗΤΗΣ
Ο Όσιος Νείλος καταγόταν από την Κυνουρία και ασκήτευε στη Μεγίστη Λαύρα του Αγίου Όρους. Απεβίωσε ειρηνικά και αργότερα το Ιερό του λείψανο ανέβλυσε μύρο.
Για περισσότερες πληροφορίες βλέπε στις 7 Μαΐου όπου εορτάζουμε την εύρεση των τιμίων λειψάνων του.
Ιερός Ναός Αγίου Νείλου του Μυροβλύτου στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά
Το 1928 μ.Χ. με πρωτοβουλία της Ελένης Μαμάη το γένος Λυμπέρη, μόνιμης κάτοικος Πειραιώς με καταγωγή από το χωριό Άγιος Πέτρος στην Κυνουρία (ιδιαίτερη πατρίδα του Αγίου Νείλου του Μυροβλύτου) ιδρύθηκε ο σύλλογος «Αδελφότης Κυρίων και Δεσποινίδων ο Αγιος Νείλος ο Μυροβλήτης» με μοναδικό σκοπό την ανέγερση ναού προς τιμή του Αγίου. Το οικόπεδο όπου χτίστηκε ο ναός είναι στο Χατζηκυριάκειο του Πειραιά, κοντά στο Χατζηκυριάκειο Ορφανοτροφείο και τη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, στο οικοδομικό τετράγωνο: Γεωργίου Θεοτόκη, Ηροδότου, Αντωνίου Θεοχάρη, Σπυρίδωνος Τρικούπη.
Ο ναός άρχισε να χτίζεται το 1928 μ.Χ. και τέθηκε σε χρήση προς λατρεία το 1931 μ.Χ. Αρχικά λειτουργούσε ως ιδιωτικός και το 1932 μ.Χ. με εγκύκλιο της τότε Αρχιεπισκοπής Αθηνών που υπαγόταν ο Πειραιάς έγινε εκκλησιαστική ενορία. Λόγω όμως των μικρών διαστάσεων της εκκλησίας, το 1956 μ.Χ. έγινε η επέκταση της σε μεγαλοπρεπή ναό όπου και υπάρχει ως τις μέρες μας.
Σήμερα ο ναός του Αγίου Νείλου στον Πειραιά είναι μια από τις μεγαλύτερες εκκλησίες και ενορίες της Μητροπόλεως Πειραιώς.

ΟΣΙΟΣ ΛΕΟΝΤΙΟΣ Ο ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΝ ΒΛΑΧΕΡΝΗ
Για τον βίο του Οσίου Λεοντίου δεν γνωρίζουμε πολλά. Οι κυριότερες πηγές για τα λιγοστά για τα βιογραφικά του στοιχεία είναι ο Κώδικας της Ιεράς Μονής του Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας και ο υπ' αριθμόν 163 Κώδικας της Δημόσιας Βιβλιοθήκης της Σχολής της Δημητσάνας. Πολλά άλλα στοιχεία διέσωσε η προφορική παράδοση της περιοχής.
Ο Όσιος Λεόντιος έζησε πριν το 1770 μ.Χ. (ίσως το διάστημα μεταξύ 1650 - 1750 μ.Χ.). Η καταγωγή του ήταν από το χωριό Στεμνίτσα Γορτυνίας και το επώνυμό του ήταν Πασωμένος. Για τους γονείς του, την ακριβή ημερομηνία γέννησής του, την παιδική και την νεανική του ηλικία, δεν γνωρίζουμε κάτι. Η μοναχική του κουρά έγινε πιθανότατα σε μία από τις πολλές Μονές που ήκμαζαν την εποχή εκείνη στην περιοχή της Στεμνίτσας.
Τα στοιχεία περί του βίου του γίνονται πιο συγκεκριμένα, όταν ο Άγιος αρχίζει την ασκητική του πορεία στην κορυφή του όρους Καστανιά, που ίσως πρόκειται για το αρχαίο όρος «Κνάκαλος» όπως το αναφέρει ο Παυσανίας, με υψόμετρο 1.200 μέτρων, ακριβώς απέναντι από το χωριό της Βλαχέρνας. Η ευρύτερη περιοχή της Βλαχέρνας και τα σπήλαια που κοσμούν τα γύρω όρη ήταν τόπος ασκήσεως αναχωρητών.
Σε ένα τέτοιο, φυσικό σπήλαιο, κατοίκησε ο Όσιος Λεόντιος. Στην πορεία του χρόνου προχώρησε στην διάνοιξη του σπηλαίου και στην κατασκευή μονυδρίου προς τιμήν της Καταθέσεως της Τιμίας Εσθήτος της Θεοτόκου. Αφορμή ήταν η παρουσία, της ιεράς εικόνος της Κυρίας Θεοτόκου, στην οποία αναγράφεται «ΜΗΤΕΡΑ ΘΕΟΥ η Βλαχέρνα». Από την εικόνα αυτή πήρε το σημερινό του όνομα το χωριό και από Μπεζενίκος μετονομάστηκε σε Βλαχέρνα. Η εικόνα αυτή της Θεοτόκου είχε κρυφτεί κάτω από το κελί του Οσίου Λεοντίου μέσα σε μικρή κρύπτη του βράχου, ώστε να παραμείνει προστατευμένη και να μην πέσει στα βέβηλα χέρια των τούρκων. Η εικόνα ευρέθη θαυματουργικώς μετά την απελευθέρωση από τους τούρκους.
Στο σπήλαιο λοιπόν αυτό, και υπό την σκέπη της Θεοτόκου, ο Όσιος Λεόντιος έζησε χρόνους απομόνωσης και αφιέρωσης στην προσευχή και την άσκηση. Παράλληλα δεν παρέβλεψε να προσφέρει πνευματική ωφέλεια στους κατοίκους της περιοχής και σε όλους όσους περνούσαν από εκεί. Χαρακτηριστικό της αγάπης και της φιλανθρωπίας του είναι το ακόλουθο.
Το χωριό ήταν πέρασμα όσων εδιάβαιναν από την Τρίπολη προς τα Καλάβρυτα και τον Πύργο. Ο δρόμος ήταν χαραγμένος περίπου όπως η σημερινή οδική αρτηρία που ενώνει την Τρίπολη με την Βλαχέρνα και συνεχίζει για τα Καλάβρυτα και τον Πύργο. Στο τμήμα αυτό του δρόμου κοντά στην Βλαχέρνα δεν υπήρχε νερό προς ξεκούραση των οδοιπόρων.
Ο Όσιος επισημαίνοντας την ανάγκη των ανθρώπων για λίγη ξεκούραση και δροσερό νερό, μετέφερε νερό μέσα σε ασκί και το τοποθετούσε σε πιθάρι στον ίσκιο ενός δέντρου δίπλα στο δρόμο, εκεί όπου και σήμερα υπάρχει το τοπωνύμιο «δέντρος». Έτσι, οι οδοιπόροι εύρισκαν λίγη ανάπαυση στην μακρά οδοιπορία τους, κυρίως κατά τους ζεστούς μήνες του καλοκαιριού.
Το διακόνημα αυτό δεν ήταν μικρό. Ο Άγιος είχε μακρύ δρόμο να διανύσει κάθε φορά από την κορυφή του βουνού έως τον δρόμο για να μεταφέρει το νερό και να επιστρέψει και πάλι στο ασκητήριό του. Όμως, εκείνος συνδύαζε μέσα από το διακόνημα αυτό αγάπη για τον άνθρωπο και αγάπη για τον Θεό. Κάθε φορά που επέστρεφε, αφού είχε ήδη μεταφέρει το νερό για τους οδοιπόρους, έπαιρνε το ανηφορικό μονοπάτι προς το ασκητήριό του κουβαλώντας μία μεγάλη πέτρα κάθε φορά, ώστε να βρίσκεται συνεχώς σε σωματική άσκηση, να συγκεντρώνει υλικά για την ανοικοδόμηση του ναού προς τιμήν της Θεοτόκου της Βλαχέρνας, αλλά και την κατασκευή του τάφου του.
Δίπλα στο ασκητήριό του και τον ναό που έκτισε προς τιμήν της Παναγίας μας, κατασκεύασε μία μικρή δεξαμενή νερού και καλλιεργούσε κήπο για τις ανάγκες του.
Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός για να τον ανταμείψει για τον αγώνα του και την προθυμία του, που τον ακολούθησε και τον διακόνησε σε όλη του την ζωή, του έδωσε το χάρισμα να προγνωρίσει την κοίμησή του.
Ήταν Μεγάλο Σάββατο όταν ο Άγιος Λεόντιος ασθένησε, ένας φίλος του τσοπάνης της περιοχής θέλησε να τον επισκεφθεί και να του προσφέρει γάλα για να τον ανακουφίσει.
Ο Άγιος όμως δεν είχε δοχείο άδειο για να αδειάσει το γάλα, είπε έτσι στον ποιμένα να έρθει αύριο να πάρει το δοχείο του και συγχρόνως του έδωσε οδηγίες για την ταφή του εντός του σπηλαίου και στον τάφο τον οποίο ο ίδιος είχε κατασκευάσει.
Την άλλη μέρα την Κυριακή του Πάσχα πηγαίνοντας ο τσοπάνης να πάρει το δοχείο, βρήκε τον Άγιο κοιμηθέντα και αμέσως έκανε ό,τι ο Άγιος του είχε ανακοινώσει.
Ο τάφος του Αγίου σώζεται μέχρι σήμερα έχει σχήμα ορθογωνίου παραλληλεπιπέδου, η στέγη του είναι θολωτή, με μικρή τρύπα στη μέση. Εκεί βρισκόταν και το ραβδάκι του Αγίου το οποίο έχει απομείνει το μισό και φυλάσσεται μέχρι σήμερα μαζί με μικρά τεμάχια του Ιερού Λειψάνου που, εδώ εις τον Ιερόν Ναό του Αγίου Αθανασίου της Βλαχέρνας, έχουν τεθεί προς προσκύνηση.
Σύμφωνα με τον κώδικα της Ιεράς Μονής Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας, που αποτελεί πλέον την πιο έγκυρη πηγή της ζωής του Αγίου Λεοντίου, μαθαίνουμε «ότι μετά από παρέλευση ενός έτους οι χωρικοί μετά του ποιμένος εκχώσαντες το λείψανον του Οσίου, εύρον αυτό λελυμένον και ευωδίας ανάπλεων». Ένα μεγάλο δείγμα Αγιότητος, τιμής και ανταμοιβής από το Θεό προς τον Όσιο για τον αγώνα του και την οσιακή βιωτή του.
Η παράδοσις μας διασώζει ότι κάποιος τσοπάνης από το χωριό του Οσίου Λεοντίου μετά από προτροπή του Αγίου εργαζόταν στο αιγοποίμνιο του Ιωάννου Κατσούλη, κοντά στους πρόποδες του όρους του Οσίου, από εκεί μετέφερε το ιερό λείψανο του Οσίου στη Στεμνίτσα και συγκεκριμένα στην Ιερά Μονή Αγίου Δημητρίου.
Το 1779 μ.Χ. απόσπασμα Αλβανών πήγε στη Στεμνίτσα και έκαψε αρκετά σπίτια, πυρπόλησαν και την Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου, όπου βρήκαν την κάρα του Οσίου Λεοντίου και την πούλησαν σε χριστιανούς της Πρέβεζας.
Ένα από τα θαύματα του Οσίου, που διασώζει η παράδοση, έγινε στο ποιμνιοστάσιο που προαναφέραμε. Ο ποιμένας διαπίστωσε ότι το γάλα από μία συγκεκριμένη γίδα μοσχοβολούσε. Παρακολούθησε σε ποιο σημείο έβοσκε το συγκεκριμένο ζώο και είδε ότι έμπαινε στην σπηλιά του Οσίου και έτρωγε χόρτο που φύτρωνε στον τάφο του Αγίου. Την επόμενη ημέρα το χορτάρι είχε φυτρώσει και πάλι πάνω στον τάφο.
Ο Κώδικας της Μονής του Τιμίου Προδρόμου Γορτυνίας διασώζει ένα ακόμη θαύμα. Κοντά στην Ιερά Μονή του Αγίου Δημητρίου είχε ξεσπάσει ραγδαία βροχή και χαλάζι, με διάρκεια πολλών ημερών, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα και μεταβάλλοντας την περιοχή σε χειμάρρους. Οι μοναχοί της Μονής είχαν απελπιστεί από την φυσική καταστροφή, ύψωσαν την κάρα του Οσίου Λεοντίου προς τον ουρανό και έκαναν δέηση. Αμέσως η βροχή σταμάτησε και η περιοχή σώθηκε από μεγαλύτερα δεινά.
Ο Όσιος Λεόντιος εορτάζει την Τετάρτη του Πάσχα στην Ιερά Μονή Παναγίας των Βλαχερνών (στο όρος Καστανιά).

ΑΓΙΩΝ 4 ΜΑΡΤΥΡΩΝ ΜΕΓΑΡΑ
Είναι άγνωστος ο χρόνος και ο τρόπος του μαρτυρίου των Αγίων Μαρτύρων Αδριανού, Πολυεύκτου, Πλάτωνος και Γεωργίου, των οποίων οι τάφοι και τα ιερά αυτών λείψανα ανακαλύφθηκαν με τη Χάρη του Θεού στα Μέγαρα.
Τα χρόνια εκείνα της Τουρκοκρατίας, μεταξύ των ετών 1600 - 1670 μ.Χ., ένας Μεγαρεύς που ονομαζόταν Οικονόμου θέλησε να αναγείρει οικοδομή, στον τόπο όπου σήμερα βρίσκεται ο φερώνυμος ναός των Αγίων Μαρτύρων. Ενώ δε οι εργάτες έσκαβαν, ένας από αυτούς αισθάνθηκε κάτω από τα πόδια του θερμότητα τόσο αισθητή, ώστε να μην μπορεί να εργασθεί στο μέρος εκείνο. Το είπε τότε στον Οικονόμου, που βρισκόταν εκεί κοντά, ο οποίος αφού έσκαψε βαθύτερα με τα χέρια του, βρήκε μαρμάρινη πλάκα επί της οποίας ήταν χαραγμένα τα ονόματα των Αγίων. Τότε την ανέσυραν και βρήκαν κάτω από αυτήν τα σεπτά λείψανα των Αθλοφόρων.
Αλλά κάποιοι ιερόσυλοι, μόλις αποκαλύφθηκαν τα ιερά λείψανα, τα σύλησαν και αναχώρησαν κρυφά στην Πελοπόννησο. Αναζητηθέντες όμως δεν ευρέθησαν, λόγω και της αδιαφορίας των Τουρκικών αρχών.
Μετά από αυτά ο Οικονόμου μετέβη στην Κωνσταντινούπολη, αφού έλαβε μαζί του και την πλάκα επί της οποίας ήταν χαραγμένα τα ονόματα των Μαρτύρων και ανέφερε στον τότε Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως τα γενόμενα στην πόλη των Μεγάρων.
Περί του πως βρέθηκαν στα Μέγαρα οι Άγιοι, δυνάμεθα να συμπεράνουμε δύο πράγματα: Ή ότι αυτοί υπέστησαν διώξεις από χριστιανομάχους στις Σέρρες και εκδιωχθέντες από εκεί κατέφυγαν στα Μέγαρα, όπου τελειώθησαν μαρτυρικά, ή ότι μαρτύρησαν στα Μέγαρα υπηρετούντες σαν στρατιώτες.
(Επισκόπου Φαναρίου Αγαθαγγέλου, Συναξαριστής της Ορθοδόξου Εκκλησίας (Φεβρουάριος) Εκδ. Αποστ. Διακονίας)


ΟΣΙΟΣ ΜΕΛΕΤΙΟΣ
Ο Όσιος και θεοφόρος Πατήρ ημών Μελέτιος, γεννήθηκε περί τα τέλη του 18ου αιώνα μ.Χ. στο χωριό Λάρδος της Ρόδου και ονομάστηκε κατά το άγιο Βάπτισμα Εμμανουήλ. Οι ευσεβείς γονείς του Νικόλαος και Σταματία τον ανέθρεψαν κατά την αποστολική ρήση «ἐν παιδείᾳ καὶ νουθεσίᾳ Κυρίο» και εμφύτευσαν στην ψυχή του την αγάπη προς τον Θεό και τις παραδόσεις του ευσεβούς ημών Γένους. Από τη βρεφική ηλικία φαινόταν ότι ήταν «σκεῦος ἐκλογῆς» αφού αρνούνταν να θηλάσει το μητρικό γάλα κατά τις νηστίσιμες ημέρες της Τετάρτης και Παρασκευής. Αργότερα, όταν μεγάλωσε, μοίραζε αγαθά από την πατρική αποθήκη στους φτωχούς χωρίς αυτά να ελαττώνονται, γεγονός που προκάλεσε την έκπληξη των γονέων του, που τον είχαν προηγουμένως επιτιμήσει.
Από τον εφημέριο της γενέτειράς του διδάχθηκε ανάγνωση και γραφή και επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη των βίων των Αγίων της Εκκλησίας, τους αγώνες των οποίων προσπαθούσε να μιμηθεί σχολάζοντας στην αγρυπνία, την προσευχή και τη νηστεία. Μέσα στην ψυχή του άναψε ο θείος πόθος και προτιμούσε να αποσύρεται στο δάσος για να προσεύχεται απερίσπαστος στον Θεό, με θερμά δάκρυα, ολονύκτιες δεήσεις και γονυκλισίες. Ο συνήθης τόπος που αποσυρόταν ήταν ένα σπήλαιο στην περιοχή της ερειπωμένης τότε αρχαίας Μονής της Υπεραγίας Θεοτόκου του Ύψους.
Κάποια νύκτα ενώ βρισκόταν κοντά στη Μονή προσευχόμενος παρατήρησε στήλη υπέρλαμπρου φωτός να κατέρχεται από τον ουρανό και να στέκεται πάνω από ένα αιωνόβιο δένδρο ελιάς. Απόρησε βλέποντας το παράδοξο θέαμα, πλησίασε στο μέρος εκείνο που υποδείκνυε το ουράνιο φως και βρήκε μία παλαιά Εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου. Γονάτισε με δέος, την σήκωσε στα χέρια του και την ασπάστηκε με πνευματική χαρά και αγαλλίαση ψάλλοντας ύμνους δοξολογίας στον Θεό και άσματα ευγνωμοσύνης στη Θεομήτορα για τη θαυμαστή ευδοκία της χάριτός της.
Μία από τις επόμενες νύκτες του εμφανίστηκε σε όραμα η Μητέρα του Κυρίου λέγοντάς του να ανεγείρει στον τόπο της ευρέσεως ιερό Ναό επ' ονόματί της και να ανοικοδομήσει την κατεστραμμένη Μονή. Παράλληλα του υπέδειξε το μέρος όπου θα έπρεπε να σκάψει για να εξασφαλίσει το ποσό που απαιτούσε η οικοδομή. Ο Όσιος υπάκουσε και σκάβοντας εκεί που του υπέδειξε η Θεοτόκος ανακάλυψε κάποιο κρυμμένο θησαυρό. Έχοντας τη βεβαιότητα της παρουσίας της χάριτος της Θεομήτορος εξασφάλισε την απαιτούμενη άδεια από τις τουρκικές αρχές, οικοδόμησε τον ιερό Ναό και γύρω απ' αυτόν κελλιά. Έλαβε το αγγελικό Σχήμα, μετονομάστηκε Μελέτιος και εγκαταστάθηκε εκεί αγωνιζόμενος με υπερβάλλοντα ζήλο τον καλό αγώνα της μοναχικής πολιτείας.
Για την υπερβάλλουσα αρετή του και την καθαρότητα της πολιτείας του ο Αρχιερεύς του τόπου τον χειροτόνησε Διάκονο και Πρεσβύτερο, του ανέθεσε το διακόνημα της πνευματικής πατρότητας και τον εγκατέστησε Ηγούμενο της επανιδρυθείσας Μονής. Η φήμη του ξαπλώθηκε σε όλο το νησί και πολλοί τον επισκέπτονταν για να εξομολογηθούν τις αμαρτίες τους και να ακούσουν τις πνευματικές νουθεσίες του. Συχνά επισκεπτόταν ο ίδιος τα χωριά του νησιού για να λειτουργήσει, να εξομολογήσει τους κατοίκους, να τους στερεώσει στην αληθινή πίστη και στα έργα της ευσεβείας και να ενισχύσει το φρόνημά τους στις δοκιμασίες που υφίσταντο λόγω της δουλείας. Έχοντας χάρη από τον Θεό με την προσευχή του θεράπευσε ασθενείς και ελευθέρωσε πολλούς δαιμονιζομένους από την επήρεια των ακαθάρτων πνευμάτων. Είχε στο έπακρον την αρετή της ελεημοσύνης και κανείς απ' όσους ερχόταν και ζητούσε την αρωγή του δεν έφευγε χωρίς να λάβει τα αναγκαία. Φιλοξενούσε με αβραμιαία διάθεση τους επισκέπτες και δεχόταν στη Μονή τους καταδιωκομένους από τους οθωμανούς προσφέροντάς τους αντίληψη και προστασία. Προέτρεπε με σθένος τους Χριστιανούς να μένουν σταθεροί στην πίστη των πατέρων τους και να ζουν σύμφωνα με τον λόγο του Θεού.
Ιδιαίτερα επέμενε ο μακάριος να διδάσκει τις Χριστιανές γυναίκες να αποφεύγουν τις σαρκικές σχέσεις με τους αλλοθρήσκους και να μη συνάπτουν γάμους με αυτούς. Οι διδαχές του ενοχλούσαν τους οθωμανούς, οι οποίοι έψαχναν ευκαιρία να τον δολοφονήσουν. Αφορμή για να εκτελέσουν τα ασεβή σχέδιά τους στάθηκε η περίπτωση της αδελφής ενός Επιτρόπου της εκκλησίας της Λάρδου, η οποία είχε άνομες σχέσεις με τους οθωμανούς ζαπτιέδες της Λίνδου. Ο Όσιος, όταν το πληροφορήθηκε, συνέστησε στον αδελφό της να την παροτρύνει να σταματήσει τα αμαρτωλά έργα της. Το ίδιο έκαναν και οι δημογέροντες του χωριού. Οι συστάσεις τους έγιναν γνωστές στους οθωμανούς και προκάλεσαν την οργή τους. Πήγαν νύκτα στη Λάρδο, δολοφόνησαν δύο δημογέροντες και έπειτα πήραν τον δρόμο προς τη Μονή για να σκοτώσουν και τον Όσιο. Απέτυχαν όμως του σκοπού τους, γιατί αυτός είχε πληροφορηθεί τα σχέδιά τους και είχε αποχωρήσει έγκαιρα από το Μοναστήρι.
Έχοντας πόθο για ησυχαστική ζωή ο Όσιος αποσυρόταν συχνά σε ένα κοντινό σπήλαιο, την ύπαρξη του οποίου δεν γνώριζαν οι αλλόθρησκοι. Επιστρέφοντας κάποια ημέρα στη Μονή ένας τούρκος, ονόματι Αλής, είδε να τον συνοδεύει κάποια ωραία γυναίκα και έκανε πονηρές σκέψεις γι' αυτόν. Τον ακολούθησε και τον είδε να εισέρχεται στον Ναό μαζί με την γυναίκα. Μετά από λίγο εισήλθε και αυτός αλλά μέσα υπήρχε μόνο ο Όσιος προσευχόμενος. Άρχισε να τρέμει και τα μέλη του παράλυσαν. Κατάλαβε ότι η γυναίκα ήταν η Θεοτόκος και έπεσε στα πόδια του ζητώντας συγχώρηση για τον πονηρό λογισμό του. Ο Όσιος τον θεράπευσε και εκείνος από ευγνωμοσύνη αφιέρωσε στην εικόνα της Παναγίας το μέχρι σήμερα σωζόμενο χρυσό περιλαίμιο. Άλλοτε πάλι ο Όσιος βρισκόταν στη Λάρδο και θέλησε να επιστρέψει στη Μονή μέσα στη νύκτα. Το ποτάμι είχε πλημμυρίσει και η διάβαση ήταν αδύνατη. Αυτός όμως δεν επέστρεψε, έκανε το σημείο του Σταυρού πάνω στα νερά, πέρασε με θαυμαστό τρόπο χωρίς να βραχεί και συνέχισε το δρόμο του, ο οποίος φωτιζόταν από ένα ουράνιο φως που κινούνταν μπροστά του καθώς πεζοπορούσε, όπως μαρτύρησαν κάποιοι βοσκοί που έγιναν αυτόπτες του παραδόξου πράγματος.
Ο Θεός επέτρεψε ο Όσιος στα τέλη της επιγείου ζωής του να δοκιμαστεί και να επαληθευτεί στο πρόσωπό του το ψαλμικό «Κύριε ἐδοκίμασάς με, καὶ ἔγνως με». Ένας Τούρκος διέφθειρε και κατέστησε έγκυο μία Χριστιανή από τη Λάρδο, ονόματι Πελαγία, η οποία έπασχε από νοητική στέρηση. Όταν έγινε γνωστή η εγκυμοσύνη της, οι τούρκοι την ανάγκασαν να υποδείξει τον Όσιο ως πατέρα του κυοφορουμένου βρέφους. Τον κατήγγειλαν στον Μητροπολίτη Ρόδου, ο οποίος τον κάλεσε σε απολογία. Ο μακάριος Μελέτιος, που βρισκόταν ήδη σε προχωρημένη ηλικία, δεν μπόρεσε να αντέξει τις αιτιάσεις και εξέπνευσε μπροστά στα πόδια του Αρχιερέως. Η συκοφαντία όμως αποκαλύφθηκε όταν θέλησαν να ετοιμάσουν για την ταφή το σώμά του και ο Αρχιερεύς έδωσε εντολή να κηδευθεί το εξαϋλωμένο από τους αγώνες της εγκρατείας σκήνωμά του στον περίβολο του Μητροπολιτικού Ναού των Εισοδίων της Υπεραγίας Θεοτόκου. Όταν αργότερα ανοίχθηκε ο τάφος του βρέθηκαν ευωδιάζοντα τα λείψανά του εις μαρτύριον της αγιότητάς του. Σήμερα στην Ιερά Μονή της Υψενής φυλάσσεται η τιμία κάρα και μικρό μέρος των τιμίων λειψάνων του.
Ο Όσιος έλαβε από τον Θεό τη χάρη να ενεργεί θαύματα σε όσους με πίστη τον επικαλούνται και ζητούν την αντίληψη και προστασία του. Πολλές φορές έχει παρουσιαστεί σε ασθενείς δηλώνοντας το όνομά του και θεραπεύοντάς τους από ασθένειες. Συγκλονιστική είναι η μαρτυρία ευσεβούς Χριστιανού από την Αρχάγγελο ο οποίος τον συνάντησε καθ' οδόν έξω από το χωριό Πυλώνα, και τον μετέφερε με το αυτοκίνητό του μέχρι έξω από την Λάρδο, στη διασταύρωση του δρόμου που οδηγεί στο Μοναστήρι. Όταν ήλθε στη Μονή και προσκύνησε την Εικόνα του κατάλαβε ποιός ήταν ο ηλικιωμένος Κληρικός τον οποίο είχε συναντήσει και έφυγε διακηρύσσοντας παντού τη θαυμαστή εμφάνεια του Οσίου.
Στην αγιοκατάταξη του Οσίου Μελετίου προχώρησε η Αγία και Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου, κατά την συνεδρίαση της 27ης Νοεμβρίου 2013 μ.Χ., υπό τον Οικουμενικό Πατριάρχη Βαρθολομαίο.

ΑΓΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ
 Άγιος Ιερόθεος ήταν πλατωνικός φιλόσοφος και ένας από τα εννέα μέλη του Συμβουλίου της Γερουσίας του Αρείου Πάγου. Αφού δέχθηκε και διδάχθηκε την πίστη του Χριστού από τον Απόστολο Παύλο, χειροτονήθηκε πρώτος επίσκοπος Αθηνών. Μαθητής του υπήρξε ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης (βλέπε 3 Οκτωβρίου), ο οποίος στα συγγράμματά του πλέκει εγκώμια για τον δάσκαλό του.
Εκοιμήθη εν ειρήνη σε βαθιά γεράματα, μετά από πολύχρονη ποιμαντική και συγγραφική δραστηριότητα. Η τίμια κάρα του φυλάσσεται στο ομώνυμο μοναστήρι στα Μέγαρα Αττικής. Επίσης λείψανά του σώζονται στο Άγιον Όρος (Ι. Μ. Αγ. Παύλου) καθώς και στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ανδρέα (Αρχιεπισκοπή Αθηνών).
Ο Μ. Γαλανός στο Συναξαριστή του αναφέρει ότι, είναι αδύνατο να διδάχτηκε από τον Απόστολο Παύλο ο Ιερόθεος πρώτος τη χριστιανική πίστη, διότι οι Πράξεις βεβαιώνουν ρητά ότι πρώτος πίστεψε με τη διδασκαλία του Απόστόλου Παύλου ο Διονύσιος. Αλλά και αν ακόμη ήταν Αρεοπαγίτης ή ακόμα σπουδαιότερο, πρώτος επίσκοπος της εκκλησίας Αθηνών, ήταν δυνατόν να παραλειφθεί μια τέτοια μεγάλη φυσιογνωμία για να συμπεριληφθεί απλά στη γενική έκφραση «ότι επίστευσαν και έτεροι»; Γι' αυτό λοιπόν λογικότερο είναι - συνεχίζει ο Μ. Γαλανός - να δεχτούμε, ότι μάλλον ο Ιερόθεος πίστεψε κατόπιν του Διονυσίου και απ' αυτόν διδάχτηκε, αφού έφυγε από την Αθήνα ο Παύλος. Αλλά όπως και αν έχουν τα πράγματα, βέβαιο είναι ότι ο Ιερόθεος ήταν άνδρας μεγάλης κοινωνικής παιδείας, έκανε πρώτος επίσκοπος Αθηνών και εργάστηκε για το ποίμνιο του με πίστη και πολύ ζήλο. Σύμφωνα μάλιστα με κάποια παράδοση, ο Ιερόθεος ήταν παρών και κατά την κοίμηση της Παναγίας στην Ιερουσαλήμ (15 Αυγούστου).


ΑΓΙΟΣ ΜΙΧΑΗΛ ΧΩΝΙΑΤΗΣ
Ο Άγιος Μιχαήλ υπήρξε ο τελευταίος μητροπολίτης Αθηνών (1182 - 1204 μ.Χ.) πριν από την φραγκική κατάκτηση. Ο λόγιος μητροπολίτης και αδερφός του ιστορικού Νικήτα Χωνιάτη, λάτρης του ένδοξου παρελθόντος της Αθήνας, ήταν εκείνος που την υπερασπίστηκε όχι μόνο από τους εχθρούς και τις πολιορκίες, αλλά και από την ασυδοσία των κρατικών υπαλλήλων. Οι επιστολές του αποτελούν πλούσια πηγή πληροφοριών για την Αττική του τέλους του 12ου-αρχές του 13ου αιώνα. Στις επιστολές αυτές, διακρίνει κανείς μια επιθετική διάθεση προς την Αθήνα, ωστόσο, με προσεκτικότερη ματιά εύκολα θα διαπιστώσει μια ουσιαστική και βαθιά αγάπη, τόσο στην πόλη όσο και στο λαό της.
Το 1203 μ.Χ. υπερασπίστηκε με επιτυχία την πόλη που κινδύνευσε από τον πελοπονήσιο γαιοκτήμονα Λέοντα Σγουρό. Λίγο αργότερα, στα 1204 μ.Χ., αμέσως μετά τη φραγκική κατάκτηση, αυτοεξορίστηκε στην Κέα, μη σταματώντας και από εκεί ακόμη να υπερασπίζεται και να προστατεύει το ποίμνιό του. Αργότερα, μετέβη στη Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου κοντά στις Θερμοπύλες όπου και πέθανε, στα 1222 μ.Χ.
Την ακολουθία του Αγίου έγραψε ο Μεγάλος Υμνογράφος της των Αλεξανδρέων Εκκλησίας κ. Χαραλάμπης Μπούσιας.
Επίσης, η μνήμη του αναφέρεται, μαζί με αυτή του Ανδρέα Κρήτης, στον Βατοπεδινό Κώδικα με κοινή Ακολουθία.


ΟΣΙΟΜΑΡΤΥΣ ΗΛΙΑΣ Ο ΑΡΔΟΥΝΗΣ
Νεομάρτυρας της Ορθόδοξης Χριστιανικής Εκκλησίας, η μνήμη του οποίου εορτάζεται στις 31 Ιανουαρίου. Είναι ο προστάτης Άγιος των κουρέων και των κομμωτών.
Ο  Ηλίας γεννήθηκε στην Καλαμάτα και ήταν κουρέας στο επάγγελμα. Σύμφωνα με τον «Μέγα Συναξαριστή της Ορθοδόξου Εκκλησίας», έχαιρε μεγάλης εκτίμησης στην Καλαμάτα και συχνά οι προεστοί τον συμβουλεύονταν για διάφορες υποθέσεις της πόλης. Όταν κάποτε ανέφεραν στον Ηλία για τα βαρύτατα χρέη και τα άλλα βάσανα που υπέφεραν οι Χριστιανοί από τους κατακτητές Τούρκους, αυτός τους απάντησε ότι θα πρέπει να φροντίσουν, ώστε να ελαφρύνουν τους Χριστιανούς από τη βαριά φορολογία, γιατί κάτω από αυτό το βάρος αυτοί κινδυνεύουν να αλλαξοπιστήσουν.
Οι προεστοί αντέτειναν ότι οι χριστιανοί δεν διατρέχουν κανένα τέτοιο κίνδυνο. Τότε αυτός, θέλοντας να τους δείξει πόσο εύκολα αλλάζει κανείς κάτω από δυσβάστακτες πιέσεις, τους λέει: «Εμένα, αν κάποιος μου δώσει ένα φέσι, αλλάζω την πίστη μου». Τότε ένας από τους προεστούς για να αστειευτεί, του φέρνει ένα φέσι. Εκείνος το φοράει και πηγαίνει στον καδή (μουσουλμάνο δικαστή) και του δηλώνει ότι ασπάζεται τον μωαμεθανισμό με το όνομα Μουσταφά.
Ο Μουσταφάς -πρώην Ηλίας- γρήγορα μετανιώνει. Αφήνει την πόλη του, την Καλαμάτα, και πηγαίνει στο Άγιο Όρο. Εκεί εξομολογήθηκε την αμαρτία του και εκάρη μοναχός. Η συνείδησή του δεν τον άφηνε να ησυχάσει, αφού συχνά έφερνε στο νου του τον λόγο του Κυρίου: «Όστις δ’ αν αρνησηταί με έμπροσθεν των ανθρώπων, αρνήσομαι αυτόν καγώ έμπροσθεν του Πατρός μου του εν ουρανοίς» (Ματθαίου Ι΄, 33). Ο Ηλίας αναφέρει τις ανησυχίες του στον πνευματικό του, ο οποίος τον συμβουλεύει να επιστρέψει στην Καλαμάτα και να ομολογήσει με παρρησία την πίστη του στον Χριστό.
Πράγματι, ο Ηλίας επιστρέφει στην Καλαμάτα και μια μέρα παρουσιάζεται στην αγορά. Εκεί, κάποιοι μουσουλμάνοι καταστηματάρχες τον αναγνωρίζουν: «Δεν είσαι εσύ ο Μουσταφάς Αρδούνης;» του λέγουν. «Εγώ είμαι, πλην όχι Μουσταφάς, αλλά Ηλίας και Χριστιανός Ορθόδοξος» και αμέσως αρχίζει να ονειδίζει τη θρησκεία τους. Αυτοί του επιτίθενται με άγριες διαθέσεις και τον σύρουν ενώπιον του καδή, ο οποίος τον κλείνει στην φυλακή. Λίγες μέρες αργότερα διατάζει να ριφθεί στην πυρά και να καεί με χλωρά ξύλα. Σύμφωνα με τον διδάσκαλο Διονύσιο τον Ποδάρο, τη μαρτυρία του οποίου επικαλείται ο Συναξαριστής, κατά την πορεία του Ηλία προς τον τόπο του μαρτυρίου, ένας από τους δήμιους του κατέκοψε την πλάτη με το ξίφος του. Όταν έφθασαν στον τόπο του μαρτυρίου στις 31 Ιανουαρίου 1686 έρριψαν αυτόν στην πυρά και ω του θαύματος! ούτε τα ρούχα, ούτε τα γένια του κάηκαν τελείως, αλλά η πυρκαϊά έσβησε χωρίς να βλαβεί διόλου το μαρτυρικό σώμα του. Το βράδυ, οι φρουροί του λειψάνου του, είδαν ένα ουράνιο φως, που κατέβηκε και περικύκλωσε το σώμα του.
Στον τόπο του μαρτυρίου και της ταφής του, οι χριστιανοί της Καλαμάτας έκτισαν Ναό προς τιμήν των Αγίων Τεσσαράκοντα Μαρτύρων, καθώς για τον φόβο των Τούρκων δεν έδωσαν το όνομα του μάρτυρα Ηλία. Η κάρα του Αγίου φυλάσσεται στην Ιερά Μονή του Βουλκάνου (μεταξύ Αρχαίας Μεσσήνης και Βαλύρας) στη Μεσσηνία. Επειδή ο εορτασμός της μνήμης του Αγίου συμπίπτει με τη μεγάλη εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου, που τιμάται με ιδιαίτερη λαμπρότητα στην Καλαμάτα, αυτός μεταφέρεται την Κυριακή των Μυροφόρων (τη δεύτερη Κυριακή μετά το Πάσχα).


ΟΣΙΟΣ ΙΕΡΟΘΕΟΣ ΕΚ ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
ύμφωνα με τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, ο Όσιος αυτός γεννήθηκε κατά το έτος 1686 μ.Χ. στην Καλαμάτα της Πελοποννήσου, από γονείς πλούσιους και ευσεβείς, τον Δήμο και την Ασημίνα. Ασκήτευσε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, έκανε πολλά θαύματα και απεβίωσε ειρηνικά το 1745 μ.Χ.
Ο Σ. Ευστρατιάδης όμως στο Αγιολόγιό του γράφει: «Τοῦτον τὸν ὅσιον κατέταξεν εἷς τὸ Ἁγιολόγιον τῆς Ἐκκλησίας ὁ Νικόδημος, εὕρων φανταστικὸν αὐτοῦ βίον (ἰδὲ Νέον Ἐκλόγιον) μετὰ θαυμάτων συνοδευόμενον, γραφέντα ὑπὸ φανατικοῦ φίλου τοῦ Ἰεροθέου».
ΜΕΓΑΛΟΜΑΡΤΥΣ ΞΕΝΙΑ Η ΚΑΛΑΜΑΤΙΑΝΗ
 Αγία Ξενία γεννήθηκε στην Καλαμάτα της Πελοποννήσου το 291 μ.Χ. Οι γονείς της ονομάζονταν Νικόλαος και Δέσποινα, ήταν ευσεβείς χριστιανοί και κατάγονταν από τα ανατολικά μέρη της Ιταλίας. Εξ αιτίας όμως των συνεχών και σκληρών διωγμών κατά των Χριστιανών στα χρόνια εκείνα, κατέφυγαν στην Καλαμάτα και εγκαταστάθηκαν σε κάποιο αγρόκτημα, έξω από την πόλη, διότι ο πατέρας της ήταν γεωργός.
Από μικρή η Ξενία στόλιζε την ψυχή της με νηστείες, εγκράτεια, σιωπή, τακτική προσευχή, σεμνότητα ομιλίας, δάκρυα και αγρυπνίες. Επίσης βοηθούσε με όλη της τη δύναμη τους φτωχούς, τις χήρες και τα ορφανά.
Ο έπαρχος της Καλαμάτας Δομετιανός, όταν κάποτε τη συνάντησε τυχαία, θαμπώθηκε από την ομορφιά της και θέλησε να την κάνει γυναίκα του. Αλλά η Ξενία αρνήθηκε σθεναρά ν' αλλάξει την πίστη της και να γίνει γυναίκα ειδωλολάτρη άρχοντα. Τότε ο Δομετιανός τη βασάνισε με τον πιο φρικτό τρόπο, και όταν είδε ότι δεν μπορούσε να αλλάξει το φρόνημα της, τελικά την αποκεφάλισε στις 3 Μαΐου του έτους 318 μ.Χ.
Μετά τον θάνατο της η Αγία - με τη χάρη του Θεού - επετέλεσε πολλά θαύματα.
Το 1993 μ.Χ. ανηγέρθει Ιερός Ναός προς τιμήν της, ο οποίος βρίσκετε στα δυτικά της πόλης της Καλαμάτας και υπάγετε ως Παρεκκλήσιο στον Ενοριακό Ναό Αγίας Τριάδας Καλαμάτας.



ΑΓΙΟΣ ΙΓΝΑΤΙΟΣ ΑΡΧΙΕΠ. ΜΗΘΥΜΝΗΣ
Ο Άγιος Ιγνάτιος γεννήθηκε το 1492 μ.Χ. στο χωριό Φάραγγα της Μυτιλήνης (κοντά στην Καλλονή) και επονομαζόταν Αγαλλιανός. Ο πατέρας του Εμμανουήλ Αγαλλιανός ήταν ιερέας στη Μυτιλήνη.
Ο Ιωάννης (αυτό ήταν το πρώτο του όνομα), σε νεαρή ηλικία παντρεύτηκε και έγινε κι αυτός Ιερέας. Μετά τον θάνατο της γυναίκας του και των παιδιών του, έκτος από ένα τον Μεθόδιο, από κάποια επιδημική αρρώστια, αποσύρθηκε στον Ταξιάρχη του Λειμώνα, ασχολούμενος με μελέτη, προσευχή και την καλλιέργεια του πατρικού κτήματος.
Στα χρόνια της Τούρκικης κατοχής του νησιού, πρόσφερε μεγάλες και σημαντικές υπηρεσίες στα εκεί μοναστήρια και στους υπόδουλους χριστιανούς. Για όλα αυτά, καθώς και για την αγιότητα της ζωής του, έγινε επί Ιερεμίου του Β' το 1531 μ.Χ. Μητροπολίτης Μηθύμνης.
Και στο νέο του πόστο ο Ιγνάτιος αναδείχτηκε άριστος ποιμένας και έτσι θεάρεστα αφού ποίμανε το ποίμνιο του Χριστού, απεβίωσε ειρηνικά το 1566 μ.Χ.
Λίγα λόγια για την εικόνα του Αγίου
Η πρώτη εικόνα που σας παρουσιάζουμε, αποτελεί την παλαιότερη εικόνα του Αγίου Ιγνατίου. Φιλοτεχνήθηκε πιθανόν κατά τη διάρκεια της ζωής του, όπως φαίνεται από το ότι δεν καταγράφεται το όνομα του αγίου, αλλά μόνο η επιγραφή «ο κτύτωρ». Το χαρακτηριστικό μάλιστα της επιγραφής είναι ότι, ενώ ο άγιος Ιγνάτιος είναι και κτήτωρ (= ιδιοκτήτης) και κτίτωρ (= ιδρυτής) της Μονής, ο αγιογράφος τον ονομάζει «κτύτορα» (με ύψιλον), μη μπορώντας ίσως να δώσει απάντηση στο δίλημμα αν θα επιγράψει την εικόνα ως «ο κτήτωρ» ή «ο κτίτωρ».
H δεύτερη εικόνα είναι λιθογραφία του 1858 μ.Χ., στην οποία εικονίζεται ο άγιος Ιγνάτιος. Η λιθογραφία φέρει τον τίτλο «Ο άγιος Ιγνάτιος Επίσκοπος Μεθύμνης». Στο κάτω μέρος της υπάρχει η επιγραφή: «Ο ιερός των μοναστών χορός των Λειμωναίων, του Ιγνατίου μάκαρος κλέους των Μηθυμναίων προσφέρει τοις προσκυνηταίς θαυματουργόν εικόνα, βρίθουσαν χάριν δαψελή και θείαν λαμπηδόνα».




ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΣ ΕΥΘΥΜΙΟΣ ΕΠΙΣ. ΖΗΛΩΝ
Ο Εθνομάρτυρας Επίσκοπος Ζήλων-Αμασείας Ευθύμιος (Αγριτέλλης) γεννήθηκε στα Παράκοιλα της Λέσβου το 1876. Το βαφτιστικό του όνομα ήταν Ευστράτιος (Στρατής).
Τα πρώτα γράμματα έμαθε στο σχολείο του χωριού του. Σε ηλικία εννιά χρονών πήγε κοντά στο νονό του, Άνθιμο Γεωργέλλη, ηγούμενο της Ιεράς Μονής Αγίου Ιγνατίου. Εκεί έμεινε σαν «καλογεροπαίδι».
Αργότερα γράφτηκε στη Λειμωνιάδα Σχολή, η οποία λειτουργούσε στην περιοχή «άγιος Ισίδωρος» κοντά στο νεκροταφείο της Καλλονής μέσα σε ιδιόκτητο κτήμα του μοναστηριού σαν Σχολαρχείο.
Παρακολούθησε τα μαθήματα έντεκα χρόνια και αποφοίτησε το 1892.
Ζώντας μέσα στο μοναστήρι θέλησε να γίνει Mοναχός. Πήρε το όνομα Ευθύμιος, αναλαμβάνοντας το διακόνημα του εκκλησιάρχου.
Με δαπάνη του μοναστηριού αφού είχε τελειώσει το Σχολαρχείο με Άριστα γράφεται το 1900 στη Θεολογική Σχολή της Χάλκης. Με απαράμιλλο ζήλο κρατάει σημειώσεις από τους καθηγητές του.
Πολλές από αυτές βρίσκονται στη βιβλιοθήκη χειρογράφων της Ιεράς Μονής Λειμώνος.
Υπάρχει εργασία του πάνω σε κάποιο χωρίο του Πλούταρχου: «Η των γεγεννημένων πράξεων μνήμη της περί των μελλόντων ευβουλίας γίγνεται παράδειγμα».
Το 1906, σε ηλικία 34 ετών, χειροτονήθηκε Διάκονος στο Καθολικό της Ιεράς Μονής Χάλκης από τον Μητροπολίτη Γρεβενών Αγαθάγγελο.
Αποφοίτησε από τη Σχολή αριστούχος το 1907 υποβάλλοντας την απαραίτητη για το πτυχίο του διατριβή με τίτλο: «Σκοπός του μοναχικού βίου εν τη Ανατολή μέχρι του θ' αιώνος». Μετά επέστρεψε στη Λέσβο.
Μόλις επέστρεψε στη Μονή Λειμώνος διορίστηκε ιεροκήρυκας της επαρχίας Μηθύμνης από τον τότε Μητροπολίτη Στέφανο Σουλίδη.
Από τη θέση αυτή διακρίθηκε για τη ρητορική και επιβλητική φωνή του και το πλούσιο περιεχόμενο του λόγου του.
Πάνω στο άλογο του γύριζε όλες τις κωμοπόλεις και τα χωριά της επαρχίας και μιλούσε για τον Χριστό, κήρυτε την αγάπη αλλά και την ανάγκη της απελευθέρωσης της πατρίδας.
Στις 10 Αυγούστου 1907 μετά από πρόταση του Μητροπολίτη Στέφανου Σουλίδη και με ομόφωνη απόφαση της Εφορείας Λειμωνιάδος Σχολής διορίστηκε Σχολάρχης και Διευθυντής της.
Πολλοί από τους μαθητές του αναφέρουν ότι ήταν πολύ καλός σαν δάσκαλος και εφάρμοζε την επαγωγική μέθοδο.
Άρτιος και σοβαρός επιστήμονας, μειλίχιος δάσκαλος, οξυδερκής διευθυντής απέσπασε το θαυμασμό όλων.
Δύο σχολικά έτη εδίδαξε ο Εθνομάρτυρας και διεύθυνε την Σχολή. Τον Σεπτέμβριο του 1908 προσελήφθη από τον Μητροπολίτη της Μυτιλήνης και διορίστηκε Σχολάρχης εις τον Σκόπελο της Γέρας.
Επέστρεψε όμως και πάλι στη Μονή Λειμώνας και ανέλαβε ξανά τα καθήκοντα του Ιεροκήρυκα της επαρχίας Μηθύμνης.
Το Σεπτέμβριο του 1909 έγινε πρεσβύτερος και πρωτοσύγκελος. Έδειξε ήθος σεμνότατο, ακαταπόνητη εργατικότητα και μεγάλη ευστροφία.
Τον Ιούλιο του 1911 απομακρύνεται από τη θέση του βοηθού επισκόπου Αμασείας της Ιεράς Μητροπόλεως του Πόντου, ο επίσκοπος Ευγένιος. Η φήμη του Ευθυμίου από τα φοιτητικά του ακόμα χρόνια είχε διαδοθεί και είχε φτάσει στα αυτιά του Πατριάρχη Ιωακείμ Γ'.
Η δράση του σαν κληρικού είχε εκτιμηθεί από τον Μητροπολίτη Αμασείας-Πόντου, Γερμανό Καραβαγγέλη. Έτσι στις 27 Ιουνίου 1912 κλήθηκε ο Ευθύμιος να χειροτονηθεί στην Κων/πολη βοηθός Επίσκοπος του Μητροπολίτη Αμασείας του Πόντου.
Λέγεται ότι όταν του ακοινώθηκε η θέση αυτή δεν είχε δεκάρα για να αγοράσει τα άμφια του και για το λόγο αυτό ζήτησε δανεικά από το Μοναστήρι.
Πηγαίνει στην Κωνσταντινούπολη και από τα χέρια του Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ' παίρνει τον τίτλο του Επισκόπου της παλιάς γνωστής Επισκοπής της πόλης Ζήλε του Πόντου και χειροτονείται Επίσκοπος Ζήλων.
Η Μητρόπολη Αμασείας είχε έδρα την Αμισό (Σαμψούντα) και όχι την Αμάσεια, γιατί στην περιοχή αυτή ήταν συγκεντρωμένος ο περισσότερος Ελληνικός και Χριστιανικός πληθυσμός. Έτσι ο Επίσκοπος Ευθύμιος έρχεται στις 6 Αυγούστου 1912 στην Αμισό και αναλαμβάνει τα καθήκοντα του.
Επειδή ο Μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, σαν συνοδικός, απουσίαζε πολύ συχνά, στους ώμους του Ευθυμίου έπεφτε όλο το βάρος και η ευθύνη των 340 περίπου ενοριών και των 150.000 Ελλήνων - Χριστιανών.
Μέρα και νύχτα επισκεπτόταν όλες τις ενορίες δίνοντας θάρρος στους Έλληνες. Όλοι έβλεπαν στο πρόσωπο του Ευθυμίου το σοφό δάσκαλο, το φιλόστοργο πατέρα και τον μεγαλύτερο αδερφό. Του έλεγαν όλα τα προβλήματα του και τις προσδοκίες τους.
Τον υποδέχονταν με σεβασμό και αγάπη και ήταν έτοιμοι να ανταποκριθούν σε όλες τις προτάσεις και εντολές του.
Στις 14 Ιανουαρίου του 1913 τοποθετείται ο Ευθύμιος Επίσκοπος Πάφρας ή Αλύας. Λεγόταν έτσι από τον ποταμό που βρίσκεται κοντά (Άλυς Κιζίλ Ιρμάκ) που εκβάλει στον Εύξεινο Πόντο.
Η επισκοπή της Πάφρας είχε καταργηθεί το 1461 όταν ο Μωάμεθ Β' ο εκπορθητής κατέλαβε την Τραπεζούντα και ολόκληρο τον Πόντο.
Ο Επίσκοπος Πάφρας Ευθύμιος έχει αναλάβει τώρα διπλή ευθύνη. Να αναπληρώνει τον συχνά απουσιάζοντα από την έδρα του Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη και να είναι Επίσκοπος της Πάφρας.
Στην περιοχή αυτή της Πάφρας εργάστηκε περίπου 10 χρόνια.
Βοήθησε σε μεγάλο βαθμό την παιδεία και την κοινοτική οργάνωση. Επισκέπτεται όλα σχεδόν τα χωριά της περιοχής Πάφρας τα οποία ανέρχονται σε 130 και είναι όλα αμιγή ελληνικά.
Υπάρχουν βέβαια και 80 αμιγή τουρκοχώρια. Ο ελληνορθόδοξος πληθυσμός της Πάφρας, κατά τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του Πατριαρχείου, είναι 58.000 ψυχές.
Αρχίζει να κτίζει μέσα στην πόλη της Πάφρας διάφορα σχολεία, αρρεναγωγεία και παρθεναγωγεία και φροντίζει για την τοποθέτηση σ' αυτά των κατάλληλων δασκάλων.
Κτίζει το κτίριο της Επισκοπής που σώζεται μέχρι σήμερα. Εκεί η τουρκική κυβέρνηση του Κεμάλ εγκατέστησε πρόσφυγες Τούρκους με την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Κοντά στην επισκοπική έδρα ήταν κτισμένη η Μητρόπολη της Πάφρας η Αγία Μαρίνα, την οποία οι Τούρκοι αρχικά (μέχρι το 1928) χρησιμοποίησαν σαν θέατρο (αίθουσα) και αργότερα κατεδάφισαν με την ελπίδα μήπως και βρουν στους τοίχους κρυμμένο θησαυρό των πλουσίων εμπόρων της Πάφρας.
Ο Δεσπότης Ευθύμιος, όπως συνήθιζαν να τον αποκαλούν, έκτισε σε 40 περίπου χωριά εκκλησίες και χειροτόνησε δεκάδες Ιερείς.
Ήθελε να μη στερείται και το μικρότερο χωριό το δάσκαλο και τον παπά, που θεωρούσε ότι ήταν πρωτεργάτες στην εθνική και πνευματική ανάπτυξη της περιοχής.
Με κάθε τρόπο προσπαθούσε να ξεσηκώσει τους Έλληνες ώστε μέσα στις εσχατιές της απέραντης εχθρικής αυτοκρατορίας να διεκδικήσουν την ελευθερία τους.
Η δράση του
Είναι η εποχή των Νεότουρκων και ακολουθεί η εποχή των Κεμαλικών. Τότε κηρύσσεται διωγμός κατά των Ελλήνων.
Γενοκτονία φοβερή ξεσπά ενάντια των Χριστιανών του Πόντου με ιδιαίτερη βαρβαρότητα στην περιοχή Πάφρας - Σαμψούντας.
Η δράση του Ευθυμίου μεταβάλλεται από προσπάθεια ανάπτυξης σε προσπάθεια περισυλλογής. Κινδυνεύοντας, επισκέπτεται όλες τις περιοχές για να προσφέρει βοήθεια σε όσους βρίσκονται σε απόγνωση από τους διωγμούς.
Το 1917 αναλαμβάνει ηγετικό ρόλο σε ένοπλες ομάδες ανταρτών. Επισκέπτεται συχνά τον περίφημο γενικό αρχηγό του Δυτικού Πόντου Αντών Πασά ή Αντών Καραμπέγ (δηλ. Ελευθερίου Αντώνη) στο βουνό Νεπιέν Νταν.
Μαζί με όλους τους άλλους οπλαρχηγούς κατευθύνει τις επιχειρήσεις των ανταρτών κατά του τακτικού τουρκικού στρατού και των ενόπλων που δρούσαν σαν έμμισθοι των Τούρκων κατά των Ελλήνων.
Στις επισκέψεις του στα χωριά όπως αφηγούνται δεκάδες Παφρηνοί έλεγε: «Ξυπνάτε, ραγιάδες, να βρείτε λευτεριά».
Την περίοδο 1914 με 1916 αλλά και 1918 με 1919 με την υπογραφή της ανακωχής παρότρυνε όλα τα Δημοτικά Σχολεία, τα Αστικά Γυμνάσια καθώς και το λαό να παραστούν σύσσωμοι στην αναπαράσταση της αυτοκτονίας των 30 νεαρών κοριτσιών του Ασάρ Πάφρας που πέσανε ψηλά από το Κάστρο του Άλυ και αυτοκτόνησαν για να μην πέσουν στα χέρια του Τερέμπεη Χασάν Αλήμπεη το 1680, που γινόταν στις 25 Μαρτίου.
Από τις δραστηριότητες του δεσπότη Ευθυμίου και την αύξηση του αριθμού των ανταρτών στα βουνά οι Τούρκοι ανησύχησαν.
Αποφάσισαν να στείλουν μια επιτροπή από Έλληνες διανοουμένους και εμπόρους της Πάφρας στον αρχηγό Αντών Πασά και να ζητήσουν με όρους τη διάλυση των αντάρτικων ομάδων.
Ήταν μια εποχή που οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να διαλύσουν τους αντάρτες και για να κερδίσουν χρόνο έκαναν αυτόν τον ελιγμό.
Ζήτησαν από το Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη να συγκροτήσει μια επιτροπή.
Για να μη θεωρηθεί ότι ο Μητροπολίτης Γερμανός είχε σχέση με τους αντάρτες η επιτροπή έγινε και αποτελείτο από: Το δεσπότη της Πάφρας Ευθύμιο, σαν Πρόεδρο, τον καπνέμπορα της Πάφρας Πλάτωνα Χ" ψιάννη, τον Αλέξανδρο Ααρών, γιατρό, τον έμπορο Λάζαρο Εφραίμογλου.
Η επιτροπή μετέφερε τις προτάσεις των Τούρκων στον αρχηγό των ανταρτών, ο οποίος τις απέρριψε και γύρισαν άπρακτοι.
Από αφηγήσεις συνεργατών του μαθαίνουμε πως μέσα στο επισκοπικό του μπαστούνι υπήρχε τρύπα, μέσα στην οποία είχε φυλαγμένα σχέδια και εντολές για δράση των ανταρτών κατά των Τούρκων.
Όπως υποστηρίζουν πολλοί Παφρηνοί ένας από τους λόγους που τον ήθελαν οι Τούρκοι ήταν ο ηγετικός του ρόλος μέσα στους αντάρτες του Δυτικού Πόντου, οι οποίοι τον υπάκουαν τυφλά και τον σεβόντουσαν.
Το 1920 επισκέπτεται όλους τους εμπόρους της Πάφρας, της Σαμψούντας και του Αλατζάμ και ζητά να βοηθήσουν οικονομικά τους αντάρτες για να προμηθευτούν όπλα και σφαίρες.
Δυστυχώς αυτοί αρνούνται για να μην τα χαλάσουν με τους Τούρκους γιατί νομίζουν πως έτσι θα σωθούν.
Εκείνο τον καιρό (30 Μαΐου 1920) τον επισκέπτεται στο επισκοπικό του γραφείο ο απεσταλμένος του Στρατηγείου της Μικράς Ασίας Λοχαγός Χρυσόστομος Καραΐσκος για να εξετάσουν τη δυνατότητα ενίσχυσης των ανταρτών του Πόντου από την ελληνική κυβέρνηση.
Η ενίσχυση όμως αυτή ποτέ δεν ήρθε και οι αντάρτες αφέθηκαν στην τύχη τους.
Ο δεσπότης της Πάφρας άρχισε να παρακολουθείται στενά από Τούρκους αστυνομικούς αλλά και από πολίτες, γι' αυτό και οι επισκέψεις του στα λημέρια των ανταρτών γίνονταν με μεγάλη μυστικότητα.
Στις 6 Ιανουαρίου 1921, ημέρα των Θεοφανίων, οι Τούρκοι δεν μπορούν να εμποδίσουν τους Έλληνες Χριστιανούς να πάνε στην εκκλησία.
Βρίσκουν την ευκαιρία οι υπεύθυνοι των ανταρτών να 'ρθουν στο Μητροπολιτικό Ναό της Αγίας Μαρίνας και μπαίνουν στο Ιερό.
Μέσα εκεί στο Ιερό και παρά την παρακολούθηση των μυστικών πρακτόρων γίνεται σύσκεψη και παίρνουν την απόφαση μια δύναμη από 600-800 άνδρες να πάει να συναντήσει τον Ελληνικό Στρατό στην περιοχή του Σαγγάριου για να υπάρχει άμεση επαφή μεταξύ των ανταρτών και του προελαύνοντας ελληνικού στρατού.
Μετά από αυτή τη σύσκεψη ο Ευθύμιος πήγε στην έδρα της Μητροπόλεως την Αμισό (Σαμψούντα) γιατί όπως είπαμε αναπλήρωνε τον Μητροπολίτη Γερμανό Καραβαγγέλη, ο οποίος εν τω μεταξύ είχε εξορισθεί και είχε φύγει από τον Πόντο στην Κωνσταντινούπολη μαζί με άλλους πέντε Μητροπολίτες.
Με απόφαση της κεμαλικής κυβέρνησης όφειλαν όλοι οι Μητροπολίτες, οι επίσκοποι και οι αρχιμανδρίτες του Πόντου να εγκαταλείψουν το έδαφος του Πόντου.
Από όλους τους παραπάνω οι μόνοι που παράκουσαν την κυβερνητική απόφαση των Τούρκων ήταν: ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος, ο επίσκοπος Πάφρας Ευθύμιος Αγριτέλλης, ο Αρχιμανδρίτης της Μητρόπολης Αμασείας - Αμισού Πλάτων Αϊβαζίδης.
Όπως ήταν φυσικό για τη μεγάλη και εκπληκτική του δράση και την αγάπη του για το ποίμνιο του, έπεσε στα χέρια των Κεμαλικών, όταν στις 21 Ιανουαρίου 1921 μπήκαν στην Μητρόπολη Αμασείας και τον συνέλαβαν μαζί με προύχοντες της πόλης και τον Αρχιμανδρίτη Πλάτωνα Αϊβατζίδη.
Οδηγήθηκε στις φυλακές Σούγια της Αμασείας όπου βασανίστηκε.
Μέσα στις φυλακές, μαζί με τους άλλους συμπατριώτες του, δεχόταν τη μεγαλύτερη ταπείνωση, αλλά δεν έπαυε να ενδιαφέρεται για τους πιστούς του.
Με επιστολή του στην κυβέρνηση της Άγκυρας αναλάμβανε όλες τις ευθύνες προσωπικά για την αντίσταση και την οργάνωση των Ελλήνων κατά των Τούρκων. Ήθελε να απαλλάξει από κάθε ευθύνη τους συγκατηγορούμενούς του.
Στη φυλακή οι Τούρκοι προσπαθούσαν να βρουν ευκαιρία να τον τιμωρήσουν.
Έτσι, το Πάσχα (18 Απριλίου 1921) όταν βγήκε στο προαύλιο των φυλακών, τον είδαν εκεί και για να τον τιμωρήσουν τον οδήγησαν στα ανήλια και σκοτεινά υπόγεια μπουντρούμια των φυλακών.
Μέσα σ' αυτό το κολαστήριο τον άκουγαν να ψάλλει την Παράκληση της Παναγίας και τη νεκρώσιμη Ακολουθία κηδεύοντας τον εαυτό του.
Οι Τούρκοι προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να συντομεύσουν το θάνατο του, γιατί φοβόνταν μήπως επέμβει κάποια μεγάλη δύναμη και μέσα από το Πατριαρχείο τον ελευθερώσουν. Γι' αυτό τον βασάνιζαν.
Μη μπορώντας να αντέξει ο Ευθύμιος παρέδωσε την ψυχή του στις 29 Μαΐου 1921.
Οι Τούρκοι διέδωσαν ότι πέθανε γιατί προσβλήθηκε από τύφο. Τον έθαψαν στον περίβολο της εκκλησίας που ήταν κοντά.
Σαν ειρωνεία της τύχης μετά το θάνατο του ήρθε η απόφαση του Υπάτου δικαστηρίου που τον καταδίκαζε «εις τον δι' αγχόνης θάνατον».
Έτσι πέθανε ο ηρωικός και γενναίος αυτός πατριώτης.
«Κι έγινε σίφουνας κι οργή το πέρασμα σου,
το ράσο σαν τρομάρα και απειλή,
το αποστολικό και θείο κήρυγμα σου,
αστροπελέκι στον εχθρού τη κεφαλή».
ΑΦΗΓΗΣΗ ΑΡΤΕΜΙΣΙΑΣ ΣΑΡΑΦΟΓΛΟΥ - δασκάλας στο Παρθεναγωγείο Πάφρας (Αρχείο Γ. Θ. Αντωνιάδη).
«...Ήμουν δασκάλα στο Παρθεναγωγείο της Πάφρας και το σπίτι μας ήταν κοντά στην Επισκοπική Εκκλησίας της Αγίας Μαρίνας. Εκεί γνώρισα τον Επίσκοπο Ευθύμιο Αγριτέλλη. Πολλές φορές έφευγε από την Πάφρα και πήγαινε στη Σαμψούντα αλλά και πολύ συχνά επισκεπτόταν τα χωριά της Επαρχίας του και εμψύχωνε τους Ελληνορθόδοξους και τους συμπαραστεκόταν...
...Θα χρειαζόμουν πολύ χαρτί και μελάνι για να καταγράψω με κάθε λεπτομέρεια τη δράση και τον πατριωτισμό αυτού του ρασοφόρου.
...Με πρωτοβουλία του Επισκόπου Πάφρας Ευθυμίου, επαναλήφθηκαν την περίοδο 1913-1915 και 1918-1919 οι τελετές που εγίνοντο και είχαν διακοπεί για να τιμήσουν τις 30 κοπέλες των χωριών Ασάρ.
Μας κάλεσε όλα τα Σχολεία τα Ελληνικά, να πάμε τους μαθητές μας στο Κιζ Καλεσί (Κάστρο Κοπέλας), που απείχε από την Πάφρα 20 χιλιόμετρα για να παρακολουθήσουμε την αναπαράσταση της αυτοκτονίας.
Στη διάρκεια της αναπαράστασης έβγαζε πύρινους και φλογερούς εθνικούς λόγους που έκανε όλους εμάς να κλάψουμε...
...Για τη σύλληψη του Δεσπότη μας Ευθυμίου στη Μητρόπολη της Σαμψούντας μάθαμε την επομένη της συλλήψεως του και εμείς που διαμέναμε στην πόλη της Πάφρας δεχτήκαμε την είδηση μουδιασμένοι και απογοητευμένοι. Υποχρεωθήκαμε κι εμείς να καταφύγουμε στα γύρω βουνά και ν' ακολουθήσουμε τους αντάρτες.
...Τον επίσκοπο Πάφρας Ευθύμιο εμείς οι Παφραίοι τον λατρεύαμε σα Θεό. Όλοι οι καπεταναίοι και οι αντάρτες όταν τον έβλεπαν εκδήλωσαν την αγάπη και τόσο σεβασμό στο πρόσωπο του. Θυμάμαι ένα περιστατικό που έγινε με τον καπετάνιο Ακ Τεκελί Αλέκο, ο οποίος κάπνιζε και όταν ξαφνικά βρέθηκε μπροστά του ο Δεσπότης έκρυψε το αναμμένο τσιγάρο του στην τσέπη του σακακιού του και λίγο έλειψε να καεί.
Υπήρχε μεγάλος σεβασμός στο πρόσωπο του και ενώ αυτός έφερνε τσιγάρα για τους καπεταναίους και τους αντάρτες στα βουνά, κανένας τους δεν κάπνιζε μπροστά του γιατί το θεωρούσαν ασέβεια και ντροπή.



ΟΣΙΟΣ ΗΛΙΑΣ Ο ΝΕΟΣ
Ο Άγιος Ηλίας γεννήθηκε στην Καλαμάτα από γονείς ευσεβείς. Έκανε το επάγγελμα του κουρέα και είχε μεγάλη υπόληψη από τους προεστούς της Καλαμάτας.
Μιλώντας κάποτε σ' αυτούς, τους προέτρεψε να ενεργήσουν για να ελαφρυνθούν οι φόροι που επιβάλλουν οι Τούρκοι στους χριστιανούς, διότι αλλιώς κινδυνεύουν να αρνηθούν την πίστη των πατέρων τους. Οι προεστοί διαφωνούσαν μαζί του λέγοντας ότι οι Χριστιανοί δεν κινδυνεύουν ν’ αρνηθούν την πίστη τους. Τότε εκείνος τους λέει, εμένα αν κάποιος μου δώσει ένα φέσι γυρίζω το φύλλο. Τότε ένας προεστός, για αστείο, έστειλε και του αγόρασε ένα φέσι. Εκείνος πήγε αμέσως στον δικαστή και έγινε μουσουλμάνος, γεγονός που λύπησε όλους τους Χριστιανούς.
Μετά από λίγο καιρό συναισθάνθηκε το σφάλμα του, έφυγε από την πατρίδα του και πήγε στο Άγιο Όρος. Εκεί εξωμολογήθηκε με μεγάλη συντριβή το λάθος του, έκανε τον κανόνα του και μυρώθηκε με το Άγιο Μύρο. Έγινε μάλιστα και μοναχός στο Άγιο Όρος, όπου παρέμεινε οκτώ χρόνια, ασκούμενος στην αρετή, την προσευχή και την προετοιμασία για το μαρτύριο.
Επανήλθε λοιπόν στην Καλαμάτα, παρουσιάστηκε στον κριτή και ομολόγησε μπροστά του τη χριστιανική πίστη. Παρά τις κολακείες και τα φρικτά βασανιστήρια, ο Ηλίας έμεινε ακλόνητος στην πίστη του. Ο δικαστής τότε διέταξε να τον κάψουν με χλωρά ξύλα. Τον άρπαξαν οι δήμιοι και τον οδηγούσαν στον τόπο της καταδίκης.
Στο δρόμο κάποιος του κατέβασε κυριολεκτικά την πλάτη με μια σπαθιά. Ο άγιος χωρίς να δειλιάσει, χαρούμενος, με περισσότερο θάρρος, προχωρούσε ψάλλοντας τους ψαλμούς του Δαυίδ. Όταν έφθασαν στον τόπο της καταδίκης, τον έριξαν στη φωτιά. Το θαυμαστό είναι ότι, ενώ παρέδωσε την αγία του ψυχή μέσα στην πυρά, όταν έσβησε η φωτιά το άγιο λείψανό του είχε μείνει άθικτο. Δεν είχαν καεί ούτε τα ράσα του ούτε τα γένια ούτε τα μαλλιά του. Τη νύχτα, οι φρουροί έβλεπαν το ουράνιο φως που κατέβαινε και περικύκλωνε το τίμιο λείψανο του μάρτυρος και έλεγαν επειδή δεν τον έκαψε η φωτιά, έστειλε ο Θεός φωτιά από τον ουρανό για να τον κάψει.
Οι Χριστιανοί πήραν το άγιο λείψανο του μάρτυρος και το έθαψαν δίνοντας πολλά χρήματα. Όταν, αργότερα, έκαναν την ανακομιδή μια καταπληκτική ευωδία γέμιζε τον τόπο.
Η τίμια κάρα του νεομάρτυρα αυτού, είναι θησαυρισμένη στην Ιερά Μονή Βουλκάνου της Μεσσηνίας.
Να σημειώσουμε τέλος ότι το έτος μαρτυρίου του Αγίου μάλλον δεν είναι το 1686 μ.Χ., όπως πρώτος αναφέρει ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης και επαναλαμβάνουν λανθασμένα όλοι οι Συναξαριστές. Η Καλαμάτα ελευθερώθηκε από τους Τούρκους στις 14 Σεπτεμβρίου 1685 μ.Χ. με την βοήθεια των Βενετών, οι οποίοι παρέμειναν στην πόλη μέχρι το 1715 μ.Χ. Συνεπώς, ο Άγιος Ηλίας μαρτύρησε πριν από τις 14 Σεπτεμβρίου 1685 μ.Χ. όταν ήταν οι Τούρκοι στην Καλαμάτα. Δηλαδή, το πιθανότερο, στις 31 Ιανουαρίου 1685 μ.Χ.




ΑΓΙΟΙ ΠΕΝΤΕ ΠΑΡΘΕΝΟΜΑΡΤΥΡΕΣ
Αν και τα ονόματά τους και το έτος του μαρτυρίου του δεν μας είναι γνωστά, γεγονός είναι ότι κατάγονται από τη Λέσβο, αλλά και μαρτύρησαν σ' αυτή διά ξίφους.
Η τοπική αγιολογική παράδοση αναφέρει ότι κατοικούσαν στο Γαβαθά κοντά στην Άντισσα, και ότι στον όρος Όρδυμνος υπήρχε Μονή αφιερωμένη σ' αυτές η οποία και περί το 1331 μ.Χ. ήκμαζε μαζί με δύο ακόμη Μονές, αυτές του αγίου Ιωάννου Θεολόγου και της αγίας Θεοφανούς. Παρεκκλήσιο παλαιό αφιερωμένο στη μνήμη τους υπάρχει στην κοινότητα Πτερούντας.



ΟΣΙΟΣ ΔΑΥΙΔ
Ο Όσιος Δαυίδ γεννήθηκε στη Γαρδενίτσα (τέως κτηματική περιφέρεια της κοινότητας Κυπαρισσίου) του Νομού Φθιώτιδας, πιθανότατα το τελευταίο τέταρτο του 15ου αιώνα (περί το 1490 συμπεραίνει ο Χ. Γ. Πετρινέλης, άλλοι συγγραφείς περί το 1485, ενώ ο Μητροπολίτης Γόρτυνας και Μεγαλουπόλεως, κ. Θεόφιλος Καναβός, περί το 1519) και έζησε περίπου ως το πρώτο μισό του 16ου αιώνα.
Διετέλεσε ηγούμενος της Ιεράς Μονής Παναγίας Βαρνάκοβας, το χρονικό διάστημα από το 1520 έως το 1532, και κατόπιν μετέβη στη Βόρεια Εύβοια, στις Ροβιές του σημερινού Δήμου Ελυμνίων. Εκεί ίδρυσε μοναστήρι, το οποίο απέκτησε φήμη και, πλέον, φέρει το όνομά του. Υπήρξε ένας από τους φωτισμένους διδάσκαλους του Γένους, προσφέροντας πολλά στην παιδεία των υποδουλωμένων Ελλήνων, αλλά και Άγιος της Ορθόδοξης Εκκλησίας, στον οποίο αποδίδεται πλήθος θαυμάτων.
Αναφέρεται ότι σε ηλικία τριών ετών είδε σε όραμα τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο, ο οποίος τον παρότρυνε να τον ακολουθήσει.
Σε ηλικία δεκαπέντε ετών έφυγε από την πατρίδα του για να υπηρετήσει σε μοναστήρι στη Μαγνησία, μαζί με τον ιερομόναχο Ακάκιο, όπου παρέμεινε για πέντε χρόνια. Στη συνέχεια, οι Δαυίδ και Ακάκιος εγκατέλειψαν το συγκεκριμένο μοναστήρι για να μεταβούν στο μοναστήρι του Κομνηνείου, στην περιοχή της Όσσας, όπου ο Όσιος δέχτηκε το αξίωμα της διακονίας.
Όχι πολύ καιρό μετά, ο Ακάκιος και ο Όσιος επισκέφτηκαν το Άγιο Όρος, τη Λαύρα του Οσίου Αθανασίου του Αθωνίτου, προκειμένου να προσκυνήσουν τα ιερά κοινόβια. Κατόπιν, ο Όσιος Δαβίδ ακολούθησε τον Ακάκιο, ο οποίος είχε χειροτονηθεί Αρχιερέας της «Αγιοτάτης Μητροπόλεως Ναυπάκτου και Άρτης», στην επισκοπή του, όπου σύντομα τον χειροτόνησε Ιερέα και Λειτουργό των Αγίων του Θεού Μυστηρίων.
Μετά τη θητεία του ως ηγούμενου στη Μονή Παναγίας Βαρνάκοβας, στο Ευπάλιο Φωκίδας (1520-1532), μετέβη στο όρος Στείρι, ανάμεσα στον Ελικώνα και τον Παρνασσό, όπου ίδρυσε ένα νέο, μικρό μοναστήρι. Κάποια στιγμή, όμως, κατηγορήθηκε ότι αποτέλεσε την αιτία φυγής μερικών σκλάβων κάποιου Αγαρηνού άρχοντα της Λιβαδειάς, και για τον λόγο αυτό συνελήφθη, βασανίστηκε και φυλακίστηκε. Όταν, όμως, ελευθερώθηκε δεν επέστρεψε στο Στείρι αλλά, στην αναζήτησή του για έναν τόπο όπου θα μπορούσε να ασκητέψει, βρέθηκε στην Εύβοια. Εγκαταστάθηκε εκεί που σήμερα βρίσκεται το προς τιμήν του αφιερωμένο μοναστήρι, όπου, τότε, υπήρχε ένα ερειπωμένο εκκλησάκι της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Χριστού, πάνω από τις Ροβιές Ευβοίας.
Καθώς η φήμη του Οσίου εξαπλώνονταν, όλο και περισσότεροι Χριστιανοί προσέτρεχαν κοντά του για να τον επισκεφτούν και να τον γνωρίσουν, με συνέπεια να προκύψει έντονη η ανάγκη να κτισθεί στον τόπο εκείνο ένα μοναστήρι. Ως εκ τούτου, ο Όσιος έφυγε προσωρινά από το μέρος, προκειμένου να διενεργήσει εράνους μεταξύ των διαφόρων χριστιανικών κοινοτήτων (έφτασε μέχρι τη Ρωσία) ώστε να καταφέρει να συγκεντρώσει τα απαραίτητα χρήματα για την ανέγερση του μοναστηριού. Κάτι που τελικά κατάφερε λίγα χρόνια αργότερα, με το νεοαναγερθέν μοναστήρι να αφιερώνεται στη δόξα της Μεταμορφώσεως του Δέσποτα Χριστού. Ο Όσιος παρέμεινε εκεί μέχρι την κοίμησή του, σε προχωρημένη ηλικία.
Η μνήμη του Οσίου Δαυίδ τιμάται κάθε χρόνο την 1η Νοεμβρίου. 



ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΣΤΥΛΙΤΗΣ

Ο Συμεών ο Στυλίτης ο Λέσβιος (765/766 - 844) ήταν μοναχός, που επέζησε θαυματουργικά μετά από δύο απόπειρες κατά της ζωής του και της δίωξής του κατά τη διάρκεια της Εικονομαχίας. Ακολούθησε το πρότυπο του Αγίου Συμεών του Στυλίτη: ανέβηκε σε στύλο και έζησε με φοβερή άσκηση, νηστεία, σκληραγωγία και προσευχή. Τιμάται μαζί με τα αδέλφια του, Άγιο Γεώργιο Αρχιεπίσκοπο Μυτιλήνης και Άγιο Δαβίδ τον Μοναχό.
Ιστορία
Στις αρχές του ογδόου αιώνος ζούσε στη Μυτιλήνη ο Αδριανός και η Κωνσταντώ, που απέκτησαν επτά παιδιά, από τα οποία τα πέντε έγιναν μοναχοί. Τρία από αυτά ήταν ο Δαβίδ, ο Συμεών και ο Γεώργιος.
Πρωτότοκος ήταν ο Δαβίδ, που γεννήθηκε το έτος 717 ή 718. Έμαθε λίγα γράμματα και σε ηλικία 16 ετών, ενώ έβοσκε τα πρόβατα του πατέρα του, σε ώρα μεγάλης καταιγίδας, είδε σε όραμα τον άγιο Αντώνιο να τον καλεί στο μοναχικό βίο και συγκεκριμένα να του δίνει εντολή να μεταβεί στη Μικρά Ασία στο όρος Ίδη, που είναι αντίκρυ από τη Λέσβο και λίγο βορειότερα, για να μονάσει εκεί. Ο Δαβίδ με μεγάλη προθυμία και χαρά δέχτηκε τη συμβουλή του Μεγάλου Αντωνίου και πήγε στη Μικρά Ασία, όπου έζησε στο όρος Ίδη μέσα σε μια σπηλιά με μεγάλη άσκηση, τρώγοντας άγρια χόρτα. Εκεί έζησε τριάντα χρόνια. Πάλι με όραμα πήρε την εντολή να έλθει στον επίσκοπο Γάργαρων για να χειροτονηθεί από αυτόν διάκονος και αργότερα πρεσβύτερος. Επέστρεψε και πάλι στο όρος Ίδη, όπου με υπόδειξη ενός αγγέλου, που είδε σε όραμα, χτίζει ναό των αγίων Κηρύκων και Ιουλίττης και μοναστήρι, στο οποίο πολύ σύντομα μαζεύτηκαν πολλοί μοναχοί.
Έπειτα από δέκα χρόνια και αφού πέθανε ο πατέρας του, ήρθε η μητέρα του να τον ιδεί, έχοντας μαζί της το μικρότερο από τα παιδιά της, τον Συμεών, που ήταν τότε οκτώ χρονών. Είχε γεννηθεί το 765 ή 766.
Ο Συμεών έμεινε κοντά στον αδελφό του, η μητέρα του δε, έπειτα από λίγες ήμερες, επέστρεψε στη Μυτιλήνη και σε λίγο απέθανε. Ο Συμεών έμαθε γράμματα παραμένοντας στο μοναστήρι του αδελφού του, όπου σε ηλικία είκοσι δύο ετών έγινε μοναχός και σε ηλικία 28 ετών χειροτονήθηκε από τον επίσκοπο Γάργαρων Ιερεύς. Δυο χρόνια αργότερα πέθανε ο Δαβίδ σε ηλικία εξήντα έξι ετών, αφού προείδε το θάνατο του και συνέστησε στον αδελφό του Συμεών να επιστρέψει στη Μυτιλήνη. Ο Συμεών συμμορφώθηκε με την εντολή του αδελφού του και επέστρεψε στη Μυτιλήνη στο ναό της Παναγίας, που ήταν στο βόρειο λιμάνι της πόλεως, στην «Άνω Σκάλα». Εκεί για να μιμηθεί την άθληση του παλαιού αγίου Συμεών του Στυλίτη, ανέβηκε σε στύλο και έζησε με φοβερή άσκηση, νηστεία, σκληραγωγία και προσευχή.
Στη συνέχεια πήρε κοντά του και τον αδελφό του Γεώργιο, μοναχό και αυτόν, που γεννήθηκε το έτος 763. Χειροτονήθηκε και αυτός ιερεύς και μαζί με τον αδελφό του και την αδελφή τους, μοναχή και αυτή, Ιλαρία και άλλους μοναχούς έκτισαν Μοναστήρι στο όποιο κατέφθαναν πλήθη χριστιανών, πού διψούσαν να ακούσουν λόγο Θεού και να ζητήσουν την ευλογία των αγίων μοναχών. Ο Γεώργιος έγινε επίσκοπος Μυτιλήνης.
Όμως την ησυχία του μοναστηριού και της Εκκλησίας, γενικότερα, τάραξε και πάλι η μανία των εικονομάχων. Ο Αυτοκράτωρ Λέων Ε΄ ο Αρμένιος (813-820) κήρυξε πάλι διωγμούς κατά των χριστιανών. Ο επίσκοπος της Μυτιλήνης Γεώργιος εξορίζεται και τοποθετείται επίσκοπος Μυτιλήνης κάποιος Λέων, εικονομάχος, ο οποίος αμέσως στράφηκε κατά του Συμεών και των μοναχών του Μοναστηριού του.
Με τις ενέργειες του εικονομάχου αυτού επισκόπου καταδικάζεται σε θάνατο δια πυρός ο Συμεών, αλλά με θαύμα διασώζεται και παραμένει για ένα διάστημα ανενόχλητος πάνω στο στύλο του, μέχρι που αναγκάζεται πάλι από τον είκονομάχο επίσκοπο να εγκαταλείψει τη Μυτιλήνη και να αποσυρθεί, μαζί με τους μοναχούς, στο μικρό νησάκι, το γνωστό με το όνομα Άγιος Ισίδωρος, που βρίσκεται στον κόλπο Γέρας προς το μέρος της Κουντουρουδιάς, των Λουτρών.
Αργότερα, ο εικονομάχος επίσκοπος κατόρθωσε να αποσπάσει από τον Αυτοκράτορα Μιχαήλ Β΄ τον Τραυλό (820-829) διαταγή, με την οποία εξορίζεται ο Συμεών στη «Λαγούσα», νησί ακατοίκητο απέναντι από τα μέρη της Τροίας. Εκεί πήγε ο Συμεών με τη συνοδεία επτά μαθητών του και παρέμεινε και εκεί επάνω σε στύλο 10 μέτρων, ενώ ο αδελφός του Γεώργιος παρέμεινε στη Μυτιλήνη, φροντίζοντας το μοναστήρι.
Αργότερα ο Άγιος Συμεών έφυγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου κατάλαβε ότι θα προσέφερε απαραίτητες στην Εκκλησία υπηρεσίες και εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι του Νικήτου του Μηδικίου. Με κέντρο το μοναστήρι αυτό περιόδευε από τον Ελλήσποντο μέχρι τα νησιά του Αιγαίου και μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα στηρίζοντας με το λόγο του τους χριστιανούς και παρηγορώντας τους διωκόμενους πατέρες, που βρισκόταν εξόριστοι σε διάφορα μέρη από τους εικονομάχους. Στις περιοδείες του αυτές εργαζόταν σαν ψαράς, όπου στάθμευε, για να εξοικονομεί ό,τι χρειαζότανε όχι τόσο για τον εαυτό του, αλλά για να βοηθά όσους είχανε ανάγκη βοηθείας. Περιοδεύοντας δεν δίδασκε μόνο, αλλά με τη χάρη του Θεού θεράπευε αρρώστους και ίδρυσε και γυναικείο μοναστήρι, στο οποίο μαζεύτηκαν πολλές μοναχές.
Μετά το θάνατο του Μιχαήλ Β΄ του Τραυλού, ο εικονομάχος διάδοχός του Θεόφιλος κήρυξε πάλι άγριο κατά της Εκκλησίας διωγμό, κατά τον όποιο συνέλαβε τον Συμεών και τη συνοδεία του με σκοπό να τους κλείσει σε φυλακή και να τους εξαφανίσει. Σώθηκε και από αυτόν τον κίνδυνο με την επέμβαση της Αυτοκράτειρας Θεοδώρας, αλλά δεν απέφυγε την τιμωρία εκατόν πενήντα ραβδισμών, που διέταξε ο Αυτοκράτωρ και την εξορία στην Αφουσία νήσο της Προποντίδος, όπου πήγε μαζί με άλλους διακεκριμένους κήρυκες της Ορθοδοξίας, όπως ήταν ο Θεοφάνης και Θεόδωρος, οι λεγόμενοι Γραπτοί, και άλλοι πατέρες. Και σ' αυτόν τον τόπο της εξορίας ο Συμεών έχτισε ναό της Παναγίας και μοναστήρι, μαζεύοντας σ' αυτό όλους τους καταδιωκώμενους από τους εικονομάχους, πατέρες.
Ο Γεώργιος που παρέμεινε στη Μυτιλήνη, είχε και αυτός αρκετές ταλαιπωρίες. Ο εικονομάχος επίσκοπος Λέων τον καταπίεζε με διάφορους τρόπους και τελικά τον έδιωξε από τη Μυτιλήνη, αφού κατέλαβε παρανόμως και πούλησε το μοναστήρι και ό,τι ανήκε σ' αυτό. Ο Γεώργιος αναγκάζεται να φύγει με τους μοναχούς του μοναστηριού σε ένα «ευτελές και βραχύτατον χωρίον» που το έλεγαν «Μυρσίνα». Αλλά και εκεί ερχότανε και τους εύρισκαν χριστιανοί και εκεί δίδασκε ο Γεώργιος και έκαμε πολλά θαύματα.
Όταν πέθανε ο εικονομάχος Θεόφιλος (842), η Βασίλισσα Θεοδώρα ανακάλεσε από την εξορία όλους τους εξόριστους πατέρες, όπως και τους Συμεών και Γεώργιο. Οι δύο αυτοί μαζί με τον μετέπειτα Πατριάρχη Μεθόδιο τον ομολογητή, έγιναν οι πιο έμπιστοι σύμβουλοι της Θεοδώρας. Όταν κατά το έτος 843 με την υπόδειξη του Συμεών έγινε Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ο Μεθόδιος, ο Συμεών μαζί με τους μαθητές του εγκαταστάθηκε στο μοναστήρι των Αγίων Σεργίου και Βάκχου.
Ο Γεώργιος προτείνεται από τη Βασίλισσα να γίνει επίσκοπος Εφέσου, θέση όμως που δεν δέχτηκε ο Γεώργιος, με πρόφαση την ηλικία του. Ήταν τότε ογδόντα χρόνων. Τέλος, έπειτα από πολλές πιέσεις, δέχτηκε να χειροτονηθεί επίσκοπος για τη Μητρόπολη Μυτιλήνης. Σύντομα χειροτονήθηκε και αφού πήρε και από τη Βασίλισσα και από τον Πετρωνά και τον Βάρδα πολλά δώρα για τους φτωχούς του νησιού, έρχεται με βασιλικό καράβι -δρόμωνα- στη Μυτιλήνη, συνοδευόμενος από στρατηγούς και αυλικούς της Θεοδώρας.
Η Μυτιλήνη τον υποδέχτηκε με ενθουσιασμό και χαρά μεγάλη. Ξαναπήρανε τότε στα χέρια τους το μοναστήρι τους οι άγιοι και γιόρτασαν σ' αυτό, υστέρα από τόσα χρόνια διωγμών, τη γιορτή της Γεννήσεως της Θεοτόκου (8 Σεπτεμβρίου 843) και έπειτα από λίγες ημέρες έγινε η ενθρόνιση του Γεωργίου στο ναό της Αγίας Θεοδώρας, που ήταν ο Μητροπολιτικός ναός, την 14η Σεπτεμβρίου, εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού.
Ένα χρόνο αργότερα (844 μ.Χ.) πέθανε ο Συμεών και τον έθαψαν στο μοναστήρι της Παναγίας. Τον χειμώνα, τον ίδιο χρόνο, ο Γεώργιος ταξίδευσε στη Γοτθογραικία για να επισκεφθεί άρρωστο φίλο του, τον όποιον με τη δύναμη του Θεού θεράπευσε, προφητεύοντας ότι θα αποθάνει έπειτα από επτά χρόνια, όπως και έγινε. Επέστρεψε στη Μυτιλήνη και συνέχισε με ελεημοσύνες, διδασκαλίες και θαύματα το έργο του καλού ποιμένος.
Αποφασίζει, και μάλιστα χειμώνα καιρό, ένα ταξίδι για τη Σμύρνη, όπου ήθελε να ιδεί πνευματικά του παιδιά και μοναστήρια, τα οποία εκείνος ίδρυσε σε οικόπεδα, που του είχαν χαρίσει μαθητές του. Στη Σμύρνη όμως παρέμεινε λίγες ημέρες, διότι εμφανίζεται Άγγελος Θεού μπροστά του και προλέγει το θάνατό του. Επιστρέφει σύντομα στη Μυτιλήνη, όπου περνά όλη τη Μεγάλη Τεσσαρακοστή, κάνοντας και τη λειτουργία της Μεγάλης Πέμπτης. Καταλαβαίνει ότι ήρθε το τέλος του. Δίνει με συγκίνηση τις τελευταίες συμβουλές και ευχές στα πνευματικά του παιδιά και παραδίνει το πνεύμα του στον Κύριο το βράδυ του Μεγάλου Σαββάτου του έτους 845 ή 846. Τον ενταφίασαν με μεγάλες τιμές στον τάφο του αδελφού του Συμεών. 



ΟΣΙΑ ΘΩΜΑΙΣ
Η Αγία Θωμαΐς ήταν άγνωστη σαν αγία στην Λέσβο, την πατρίδα της. Μόλις το 1961 μ.Χ. έγινε γνωστή με σειρά άρθρων, που δημοσίευσε γι’ αυτήν, έπειτα από επιστημονική έρευνα, ο καθηγητής κ. Ιωάννης Μ. Φουντούλης.
Η Αγία Θωμαΐς γεννήθηκε στη Λέσβο μεταξύ των ετών 910 - 913 μ.Χ. Οι γονείς της, Μιχαήλ και Καλή, ήταν ευσεβέστατοι, έντιμοι και ευκατάστατοι. Τη στέρηση παιδιού την αντιμετώπιζαν «πενθοῦντες καὶ σκυθρωπάζοντες», αλλά και με την ελπίδα ότι θα αποκτούσαν παιδί και για τούτο δεν έπαυαν να προσεύχονται. Τέλος, η Παναγία με θείο όνειρο προειδοποίησε την Καλή ότι όχι μόνο θα αποκτούσε παιδί, αλλά ότι τούτο θα ξεχώριζε σε πλούτο χαρισμάτων και αγιότητα.
Πραγματικά, απόκτησαν κόρη, που την ονόμασαν Θωμαΐδα, που καθώς μεγάλωνε ξεχώριζε για τα χαρίσματα που είχε και την ομορφιά της. Αν και δεν είχε καμιά διάθεση για γάμο αλλά απ' εναντίας θαύμαζε τη μοναστική ζωή, πειθαρχώντας στη θέληση και επιθυμία των γονιών της, πανδρεύτηκε, μεταξύ των ετών 934 - 937 μ.Χ., σε ηλικία 24 ετών, κάποιον Στέφανο, που έγινε γι' αυτήν «ἀκάνθινος στέφανος» για όλη τη ζωή της. Ενώ αυτή ήταν τόσο καλή, τόσο ενάρετη, ώστε την ήξεραν όλοι σαν υπόδειγμα συζύγου, υπέφερε φοβερά από τη βάναυση συμπεριφορά του βαρβάρου συζύγου της, που καθημερινά εύρισκε ευκαιρία να την πληγώνει στο σώμα και στην ψυχή με ξυλοδαρμούς, ραπίσματα, κλωτσιές ακόμα και στο στόμα της, να την καίει, να της ανοίγει πληγές σ' όλο της το σώμα.
Από τη Μυτιλήνη έφυγαν και κατοίκησαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φαίνεται, για να ακολουθήσουν την κόρη τους, μετακόμισαν και οι γονείς της, εγκαταλείποντας εδώ τη μεγάλη περιουσία τους και αντιμετωπίζοντας εκεί πολλές στερήσεις. Μετά το θάνατο του πατέρα της, η μητέρα της πήγε στο μοναστήρι, το γνωστό με το όνομα «τὰ Μικρὰ Ρωμαίου» ή «τὰ Ρωμαίου», το οποίο εκείτο μεταξύ της πύλης της Σηλυβρίας και της πύλης του Πολυανδρίου επί του εβδόμου λόφου της Κωνσταντινούπολης και έγινε μοναχή και αργότερα έγινε και ηγουμένη.
Το δράμα της Θωμαΐδος κορυφώθηκε. Η συμπεριφορά του συζύγου της γινότανε από μέρα σε μέρα χειρότερη. Και η Θωμαΐς αντιμετώπιζε όλη αυτή τη μαρτυρική κατάσταση με την προσευχή, την υπομονή και την αγαθοεργία.
Πολύ σύντομα η πίστη και η αγιότητα της Θωμαϊδος ευλογήθηκε από το Θεό, που της έδωκε τη χάρη να κάνει και θαύματα, όταν ζητούσε με τις θερμές προσευχές της τη βοήθειά Του για ανθρώπους που υπέφεραν. Αναφέρονται δεκατέσσερα θαύματα που έγιναν με την προσευχή της αγίας Θωμαΐδος στην Κωνσταντινούπολη. Θεραπεύει έναν δαιμονιζόμενο, έναν παράλυτο, έναν άρρωστο με καρκίνο και άλλους.
Έπειτα από δέκα τριών ετών μαρτυρική συζυγική ζωή, απέθανε η Θωμαΐς σε ηλικία τριάντα οκτώ ετών και ενταφιάσθηκε στην γυναικεία Μονή, την καλουμένη «τὰ Μικρὰ Ρωμαίου» ή «τὰ Ρωμαίου» όπου είχε μονάσει και ταφή και η μητέρα της. Σαράντα ημέρες μετά την ταφή της, το ιερό λείψανο αυτής ανακομίσθηκε και αποτέθηκε σε πολυτελή λάρνακα εντός του Ναού της Μονής. Αυτό ήταν ακέραιο και στα τίμια χέρια της διακρίνονταν οι αικισμοί του συζύγου της.
Ο τάφος της και το σεπτό λείψανό της έγιναν πηγή θαυμάτων. Κάποιος διαμονιζόμενος Κωνσταντίνος, που πλησίασε τον τάφο της, θεραπεύεται. Κάποιος παράλυτος Ευτυχιανός ονομαζόμενος, που προσευχήθηκε και άγγισε τον τάφο της στάθηκε στα πόδια του. Κάποια μοναχή με φοβερούς πόνους στο κεφάλι θεραπεύεται και άλλος με επιληψία επίσης βρίσκει την υγεία του. Κάποιος ψαράς βρίσκει τα χαμένα δίχτυα του στη θάλασσα γεμάτα ψάρια. Κάποια γυναίκα με φοβερούς πόνους στα σπλάγχνα της θεραπεύεται και από ευγνωμοσύνη χτίζει πάνω στον τάφο της αγίας μεγαλοπρεπή αψίδα. Σαν τελευταίο θαύμα αναφέρεται η θεραπεία του συζύγου της, που μετά το θάνατό της «προσέκρουσε δαίμονι χαλεπώ», έγινε, δηλαδή, δαιμονιζόμενος. Τον έδεσαν με αλυσίδες και τον οδήγησαν στον τάφο της αγίας και θεραπεύτηκε.
Το τίμιο σκήνωμά της απωλέσθηκε πιθανόν κατά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως από τους Φράγκους το 1204 μ.Χ.
Αρχικά η μνήμη της εορταζόταν την 1η Ιανουαρίου, αλλά από το 10ο αιώνα μ.Χ. ο εορτασμός της μνήμης της μετατέθηκε στις 3 Ιανουαρίου, διότι η ημέρα της κοιμήσεώς της, που συνέπιπτε με την εορτή της Περιτομής του Κυρίου και την εορτή του Μεγάλου Βασιλείου, δεν ήταν πρόσφορη για τον πανηγυρισμό αυτής.
Ακολουθία της αγίας συνέταξε ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης, Υμνογράφος της Μ. του Χριστού Εκκλησίας στο Άγιο Όρος, το έτος 1967 με τη μέριμνα του αειμν. Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου Κλεομβρότου και δημοσιεύθηκε στο «Λεσβιακό Μηναίο».


ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ ΑΣΣΟΥ
Ο Άγιος Γρηγόριος γεννήθηκε στο χωριό Ακόρνη της Λέσβου από ευσεβείς και πιστούς γονείς, τον Γεώργιο και την Μαρία, οι οποίοι για χρόνια παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Ο Θεός εισάκουσε τις προσευχές τους και τους χάρισε υιό, που τον ονόμασαν Γεώργιο, τον οποίο μεγάλωσαν με τα νάματα της ορθοδόξου πίστεως και αλήθειας. Όταν ο Γεώργιος επισκέφθηκε την Βασιλεύουσα για να συμπληρώσει τις σπουδές του, γνώρισε τον Ιερομόναχο Αγάθωνα, τον οποίο ακολούθησε σε κάποιο μοναστήρι της Ανατολής, όπου ήταν ηγούμενος και παρέμεινε εκεί για τρία χρόνια. Αργότερα, επισκέφθηκε για προσκύνημα τα Ιεροσόλυμα, όπου σε κάποιο ησυχαστήριο του Ιορδάνη ποταμού εκάρη μοναχός και χειροτονήθηκε Πρεσβύτερος με το όνομα Γρηγόριος.
Κατόπιν συστάσεως του Αγάθωνος, εξελέγη Επίσκοπος Άσσου της Μυσίας. Η Γρηγόριος ανέλαβε τα καθήκοντα του Επισκόπου με πολύ ζήλο και επιτέλεσε σπουδαίο έργο, ως πολίτης άνω Σιών. Κατέληξε στο όρος Πρίαντος (Πριγιάμι) της Λέσβου, όπου ίδρυσε μονή στην οποία και κοιμήθηκε οσιακά. Ο Άγιος πέθανε σε μεγάλη ηλικία το έτος 1150 μ.Χ. (ή το 1185 μ.Χ.). Το έτος 1935 μ.Χ. έγιναν υπό του Μητροπολίτου Μυτιλήνης Ιακώβου (Κλεομβρότου) ανασκαφές στον χώρο της αρχαίας μονής και αποκαλύφθηκε ο δικιόνιος βυζαντινός ναός με τον ευρύχωρο νάρθηκα, η τράπεζα της μονής και οι θεμέλιοι άλλων κτισμάτων.
Η ανεύρεση των λειψάνων και του τάφου του Αγίου έδωσαν νέα ώθηση στην τιμή του Αγίου. Στις 16 Νοεμβρίου του 1935 μ.Χ. τα ιερά λείψανα ανεκομίσθησαν και απετέθησαν στο ναό του Αγίου Γεωργίου Σκοπέλου της νήσου Λέσβου.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία μας τιμά την ιερά μνήμη του στις 10 Ιουλίου, στην παλαιά μονή και το γεγονός της μετακομιδής των ιερών λειψάνων αυτού την πρώτη Κυριακή μετά τις 10 Νοεμβρίου.
ΑΓΙΟΣ ΡΑΦΑΗΛ, ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΚΑΙ ΕΙΡΗΝΗ
Οι Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη συγκαταλέγονται στη χορεία των Νεοφανών Αγίων και μάλιστα εκείνων που μαρτύρησαν σχεδόν αμέσως μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Σχετικά με τον βίο τους γνωρίζουμε λίγα πράγματα. Οι πρώτες πληροφορίες για την ύπαρξη των Αγίων ιστορούνται με θαυματουργικό και αποκαλυπτικό τρόπο από το έτος 1959 μ.Χ. Από μία ανασκαφή που έγινε στη Θερμή της Λέσβου, ανακαλύφθηκε ο τάφος ενός αγνώστου προσώπου, που όπως αποκαλύφθηκε σε συνεχή οράματα, ανήκε στον Άγιο Ιερομάρτυρα Ραφαήλ, ο οποίος μαρτύρησε μαζί με τον Άγιο Οσιομάρτυρα Νικόλαο και την Αγία Ειρήνη. Ο τάφος και το λείψανο του Αγίου Νικολάου ανακαλύφθηκε στις 13 Ιουνίου 1960 μ.Χ.
Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από τους Μύλους της Ιθάκης και γεννήθηκε το έτος 1410 μ.Χ. Το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Λάσκαρης ή Λασκαρίδης και ο πατέρας του ονομαζόταν Διονύσιος. Πριν γίνει κληρικός είχε σταδιοδρομήσει στο βυζαντινό στρατό και έφθασε μάλιστα σε μεγάλο βαθμό. Σε ηλικία τριάντα πέντε ετών γνώρισε ένα ασκητικό και σεβάσμιο γέροντα, τον Ιωάννη, ο οποίος τον προσείλκυσε στην εν Χριστώ ζωή. Κάποια Χριστούγεννα ο γέροντας κατέβηκε από τον τόπο της ασκήσεώς του, για να εξομολογήσει και να κοινωνήσει τους στρατιώτες και κήρυξε τον λόγο του Θεού. Τότε ο αξιωματικός Γεώργιος, όταν ο γέροντας κατέβηκε πάλι τα Θεοφάνεια, αποχαιρέτισε τους στρατιώτες και τον ακολούθησε.
Μετά την κουρά του σε μοναχό, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος, αλλά τιμήθηκε και με το οφίκιο του αρχιμανδρίτη και του πρωτοσύγκελου. Μαζί δε με τις άλλες αποκαλύψεις, ο Άγιος Ραφαήλ αποκάλυψε ότι απεστάλη από τον Οικουμενικό Πατριάρχη στην Εσπερία, στην πόλη της Γαλλίας που ονομάζεται Μορλαί, για να εκπληρώσει την εντολή που του ανατέθηκε. Το γεγονός αυτό έλαβε χώρα λίγο πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως. Ακόμη απεκάλυψε ότι κήρυξε τον λόγο του Ευαγγελίου στην Αθήνα, στο λόφο που είναι το μνημείο του Φιλοπάππου.
Λίγα χρόνια πριν από την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, περί το έτος 1450 μ.Χ., ο Άγιος βρέθηκε μετά από περιπλανήσεις στην περιοχή της Μακεδονίας και μόναζε εκεί.
Κοντά στον Άγιο Ραφαήλ βρισκόταν εκείνο το διάστημα ο Άγιος Νικόλαος ως υποτακτικός. Ο Νικόλαος εκάρη μοναχός και στη συνέχεια χειροτονήθηκε διάκονος. Θεωρείται Θεσσαλονικεύς στην καταγωγή, αν και αναφέρεται ότι γεννήθηκε στους Ράγους της Μηδίας της Μικράς Ασίας. Ωστόσο μεγάλωσε και ανδρώθηκε στη Θεσσαλονίκη.
Μόλις έπεσε η Κωνσταντινούπολη στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εισέβαλαν ορμητικά στη Θράκη και καταλύθηκε οριστικά η βυζαντινή αυτοκρατορία, ο φόβος για γενικούς διωγμούς κατά των Χριστιανών στάθηκε ως αφορμή να καταφύγει ο Άγιος Ραφαήλ με την συνοδεία του από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως, στη Μυτιλήνη. Εκεί εγκαταστάθηκε μαζί με άλλους μοναχούς στην παλαιά μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου, η οποία στο παρελθόν ήταν γυναικεία και ήταν χτισμένη στο λόφο Καρυές, κοντά στο χωριό Θέρμη. Ηγούμενος της μονής εξελέγη στην συνέχεια ο Άγιος Ραφαήλ.
Έπειτα από μερικά χρόνια, το έτος 1463 μ.Χ., η Λέσβος έπεσε στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι σε μια επιδρομή τους στο μοναστήρι, συνέλαβαν τον Άγιο Ραφαήλ και τον Άγιο Νικόλαο, τη Μεγάλη Πέμπτη του ιδίου έτους. Ακολούθησαν σκληρά και ανηλεή βασανιστήρια και ο Άγιος Ραφαήλ μαρτύρησε διά σφαγής με πολύ σκληρό τρόπο. Τον έσυραν βιαίως τραβώντας τον από τα μαλλιά και την γενειάδα, τον κρέμασαν από ένα δένδρο, τον χτύπησαν βάναυσα, τον τρύπησαν με τα πολεμικά τους όργανα, αφού προηγουμένως τα πυράκτωσαν σε δυνατή φωτιά και τελικά τον έσφαξαν πριονίζοντάς τον από το στόμα.
Σε μερικές εμφανίσεις του ο Άγιος Ραφαήλ φαίνεται να συνοδεύεται από πολλούς, δορυφορούμενους τρόπον τινά, οι οποίοι διάνυσαν πριν από αυτόν τον ασκητικό βίο στη μονή των Καρυών, όπως είπε σε εκείνους που τα έβλεπαν αυτά. Αποκάλυψε επίσης, ότι η μονή αυτή, η οποία είναι γυναικεία, υπέστη επιδρομή από τους αιμοχαρείς πειρατές κατά το έτος 1235 μ.Χ. Κατά την επιδρομή εκείνη αγωνίσθηκε μαζί με τις άλλες μοναχές τον υπέρ του Χριστού καλό αγώνα η καταγόμενη από την Πελοπόννησο ηγουμένη Ολυμπία και η αδελφή της Ευφροσύνη. Η Ολυμπία τελειώθηκε αθλητικώς στις 11 Μαΐου του έτους 1235 μ.Χ., εμφανίσθηκε δε μαζί με τον μεγάλο και θαυματουργό Άγιο Ραφαήλ.
Ο Άγιος Νικόλαος πέθανε μετά από βασανισμούς, από ανακοπή καρδιάς, δεμένος σε ένα δένδρο.
Μαζί με τους Αγίους συνάθλησε και η μόλις δώδεκα χρονών νεάνιδα Ειρήνη, θυγατέρα του Βασιλείου, προεστού της Θέρμης, η οποία και εμφανίζεται μαζί τους. Αυτή μαρτύρησε ως εξής: Οι ασεβείς αλλόθρησκοι της απέκοψαν το ένα χέρι και ακολούθως την έβαλαν σε ένα πιθάρι και κατέκαυσαν την αγνή αυτή παρθένο, υπό τα βλέμματα των δύστυχων γονέων της, οι οποίοι και θρηνούσαν γοερά για τον φρικτό θάνατο του παιδιού τους.
Με τους Αγίους συνεμαρτύρησαν ο μνημονευθείς πατέρας της Αγίας Ειρήνης, Βασίλειος, η σύζυγός του Μαρία, το μόλις πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανεψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος, των οποίων τα οστά βρέθηκαν κοντά στους τάφους των Αγίων, μέσα σε ξεχωριστούς τάφους. Το μαρτύριό τους συνέβη την Τρίτη της Διακαινησίμου, στις 9 Απριλίου του έτους 1463 μ.Χ.
Έπειτα από θαυματουργικές υποδείξεις των Αγίων Ραφαήλ, Νικολάου και Ειρήνης, έγινε γνωστή η ύπαρξη των λειψάνων τους και υποδείχθηκαν τα σημεία όπου βρίσκονταν οι τάφοι τους.



ΑΓΙΟΣ ΔΟΥΚΑΣ ΜΥΤΙΛΗΝΑΙΟΣ
Νεομάρτυρας, που θανατώθηκε από τους Τούρκους. Η μνήμη του τιμάται στις 24 Απριλίου, ημέρα του φρικτού μαρτυρίου του το 1564. Την ημέρα αυτή γιορτάζουν όσοι φέρουν το όνομα Δούκας και Δούκισσα.
Ο Δούκας καταγόταν από τη Μυτιλήνη κι εργαζόταν ως ράπτης σε ραφείο της Κωνσταντινούπολης. Όταν κάποτε πήγε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στο σπίτι ενός τούρκου μεγιστάνα, δέχθηκε ερωτική πρόταση από τη γυναίκα του, αλλά μπόρεσε να αποκρούσει τον πειρασμό κι έριξε μαύρη πέτρα πίσω του.
Τότε, η ζωηρή Τουρκάλα, θιγμένη από την άρνηση του Δούκα, τον συκοφάντησε  στον Βεζίρη, ισχυριζόμενη ότι προσπάθησε να τη βιάσει στο σπίτι της. Ο έπαρχος αμέσως συνέλαβε το Δούκα και τον οδήγησε μπροστά στο Βεζίρη, ο οποίος με κολακείες και υποσχέσεις προσπάθησε να τον πείσει να αρνηθεί το Χριστό και να γλιτώσει τη ζωή του, όπως ήταν το θέλημα της γυναίκας του πάμπλουτου Τούρκου.
Ο Δούκας πεισματικά αρνήθηκε και υπέστη φρικτά βασανιστήρια. Τελικά, τον έγδαραν ζωντανό κι έριξαν το δέρμα του στη θάλασσα στις 24 Απριλίου 1564 στην Κωνσταντινούπολη. 


ΑΓΙΟΣ ΠΑΡΘΕΝΙΟΣ ΟΙΚΟΥΜ. ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ

Μαρτύρησε στην Κωνσταντινούπολη στις 24 Μαρτίου το 1657. Σάββατο του Λαζάρου.
Ο Άγιος καταγόταν από τη Μυτιλήνη, από ευσεβείς γονείς,οι οποίοι τον ανέθρεψαν με ευσέβεια και φρόντισαν να μάθει τα ιερά γράμματα. Μεγαλώνοντας προχώρησε και σε ανώτερα μαθήματα και έγινε ένας από τους σοφούς της εποχής του. Παράλληλα ήταν και ευλαβής και φιλακόλουθος και στράφηκε στον ιερό κλήρο. Χειροτονήθηκε κατά τάξιν αναγνώστης, διάκονος και ιερέας και αξιώθηκε να αναδειχθεί και μητροπολίτης Χίου. Το 1656 εξελέγη Οικουμενικός Πατριάρχης.
Την εποχή εκείνη ο ηγεμόνας των Τατάρων, Ταταρχάνης, έστειλε ένα πρέσβη στον Καζακίας Χάτμανον, ο οποίος κατά την επίσκεψή του είδε ένα μητροπολίτη πρώην Νικαίας, να κάθεται τιμητικά με τον ηγεμόνα και να έχει πολλή επιρροή στους εκεί άρχοντες. Επιστρέφοντας στον ηγεμόνα του συκοφάντης από φθόνο τον εν λόγω μητροπολίτη, πως είναι σταλμένος από τον Πατριάρχη σίγουρα και ότι είναι προδότης και επιβουλεύεται την εξουσία των Τούρκων.
Ο ηγεμόνας των Τατάρων χωρίς να χάσει καιρό έγραψε γράμμα στον Βεζύρη, στον οποίο ανακοίνωσε όσα του είπε ο πρέσβης του. Ο Βεζύρης τότε διέταξε να παρουσιαστεί μπροστά του ο Πατριάρχης Παρθένιος και αφού ήλεγξε με κάθε επιμέλεια κατά πόσον αληθεύουν τα γραφόμενα του Χάνη, έβγαλε το συμπέρασμα ότι ο Πατριάρχης ήταν αθώος. Όμως για να μη προσβάλει τον Ταταρχάνη, ότι λέει ψέμματα, είπε στον Πατριάρχη ότι ή θα έπρεπε να τον θανατώσει ως προδότη ή θα μπορούσε να του χαρίσει τη ζωή, αν δεχόταν να αλλαξοπιστήσει, οπότε θα φαινόταν πως είναι ένα με τους Τούρκους και συνεπώς υπεράνω πάσης υποψίας.
Τον πήρε δε ο έπαρχος της πόλεως και τον παρακινούσε να γίνει τούρκος όχι μόνο για να γλυτώσει τη ζωή του αλλά και για να απολαύσει τιμές, πλούτη, αξιώματα. Μόλις τ’ άκουσε αυτά ο Άγιος του απάντησε :
Το ότι δεν είμαι προδότης, ούτε έχω σχέση με αυτήν την κατηγορία το ξέρετε πολύ καλά. Όσον αφορά το να αρνηθώ την πίστη μου για να γλυτώσω τον θάνατο, δεν πρόκειται ποτέ με κανένα τρόπο να αρνηθώ τον γλυκύτατό μου δεσπότη και Θεό Ιησού Χριστό. Ακόμα και μύριους θανάτους θα δεχόμουνα για το όνομά Του το Άγιο με χαρά και αγαλλίαση. Τις δε τιμές σας και τα αξιώματα ούτε να τ’ ακούσω δεν θέλω.
Ο έπαρχος άρχισε τότε να βασανίζει αλύπητα τον Άγιο, ελπίζοντας να τον καταφέρει ν’ αρνηθεί τον Χριστό. Ο Άγιος τα υπέμενε όλα με πολλή καρτερία, ευχαριστώντας τον Χριστό γιατί τον αξίωνε να πάσχει για το όνομά του το Άγιο και τον παρακαλούσε να του δίνει υπομονή μέχρι τέλους.
Βλέποντας ο Βεζύρης ότι τίποτε δεν κατορθώνει, διέταξε να τον απαγχονίσουν στο Παρμάκ καπί το Σάββατο του δικαίου Λαζάρου.
Το τίμιο λείψανό του παρέμεινε, κατά τη συνήθεια, τρεις μέρες κρεμασμένο και φρουρούμενο. Κάθε νύχτα ουράνιο φως άστραφτε γύρω από την αγία του κεφαλή.
Την τρίτη μέρα το ξεκρέμασαν οι Τούρκοι και το έριξαν στη θάλασσα. Οι Χριστιανοί το βρήκαν, το ανέσυραν κρυφά και το ενταφίασαν με πολλή ευλάβεια.


ΑΓΙΟΣ ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΝΕΟΜΑΡΤΥΣ
Ο Άγιος Νεομάρτυς Νικόλαος μαρτύρησε στις 31 Οκτωβρίου 1754 μ.Χ. και ώρα έκτη, στη θέση Βουνάκι της Χίου.
Ο Άγιος Νικόλαος γεννήθηκε στις Καρυές της Χίου από γονείς ευσεβείς χριστιανούς, τον Πέτρο και την Σταματού. Από μικρό παιδί ήταν χαριτωμένος όχι μόνο στο σώμα αλλά και στην ψυχή. Ζούσε χριστιανικά με πολλή ευλάβεια και εγκράτεια, παρόλο που μεγάλωνε χωρίς νουθεσίες, καθώς ήταν ορφανός από πατέρα. Πάνω απ’ όλα ήταν απλός, άκακος και όλοι θαύμαζαν την υπομονή του.
Σε ηλικία είκοσι ετών συμφώνησε μ’ ένα συμπατριώτη του χτίστη να πάνε μαζί στη Μαγνησία της Μικράς Ασίας, να εργαστούν. Εκεί στη Μαγνησία ο Άγιος συνέχιζε τον χριστιανικό τρόπο ζωής και πρόκοβε στην αρετή.
Κάποια μέρα όμως σαν κάτι να έπαθε ο νους του και έμεινε παραλογισμένος, χωρίς ωστόσο να κάνει τρελά πράγματα. Βλέποντάς τον οι Τούρκοι σ’ αυτή την κατάσταση τον έφεραν στους αρχηγούς τους με σκοπό να τον εξισλαμίσουν. Όταν εκείνοι τον εξέταζαν ο Άγιος δεν τους αποκρινόταν αλλά έμενε σιωπηλός, σαν να μην άκουγε τι του έλεγαν. Οπότε οι αγάδες αγανακτισμένοι, χτυπώντας τον, τον έδιωξαν ως τρελλό και ήλεγξαν εκείνους που τους τον πήγαν.
Οι συμπατριώτες του, βλέποντας την κατάστασή του, φοβήθηκαν μη διαταραχθεί ψυχικά και τον πήγαν στη Χίο, στην αδελφή του, στην οποία και είπαν τα καθέκαστα. Εκείνη, από αφροσύνη, δεν τα φύλαξε μυστικά και κυκλοφόρησε φήμη ότι ο Νικόλαος είχε εξισλαμισθεί. Τα έμαθαν οι αγάδες του νησιού και τον πήραν, τον ονόμασαν Μεϊμέτη (Μεχμέτ) και τον έντυσαν τούρκικα, χωρίς να του κάνουν όμως περιτομή. Για να ζήσει έβοσκε τα ζώα των χασάπηδων.
Εκεί, στα βουνά της Αγίας Υπομονής, τον συνάντησε κάποιος αρχιμανδρίτης που ονομαζόταν Κύριλλος. Συζήτησε μαζί του, είδε την απλότητά του και του έδωσε κάποιες συμβουλές. Αυτό ήταν και η αρχή της αλλαγής του Νικολάου.
Κάποια νύχτα κοιμήθηκε σ’ ένα μισογκρεμισμένο ναό της Αγίας Άννης και εκεί είδε στο όνειρό του μια ωραιότατη κόρη που του είπε: να πας στον ιερέα του ναού του Υιού μου να σε λούσει, να γίνεις καλά για να σε πάρω γαμπρό.
Σηκώθηκε και έτρεξε στην αδελφή του και της διηγήθηκε το όνειρο. Πήγαν μαζί στον ιερέα του χωριού αλλά εκείνος δεν τους έδωσε σημασία. Τότε προσέτρεξαν στον ναό του Σωτήρος, όπου εφημέρευε ο αρχιμανδρίτης Κύριλλος, ο οποίος του έκανε αγιασμό, του διάβασε τις σχετικές ευχές και ο νέος ήρθε στα συγκαλά του. Ύστερα τον κατήχησε και τον δίδαξε. Από τότε ο Νικόλαος άρχισε να ζει με μεγάλη μετάνοια, με προσευχή, αγρυπνία και αυστηρή νηστεία. Επειδή όμως είχε ακουστεί ότι είχε τουρκέψει, οι συγχωριανοί του φοβόντουσαν την οργή των Τούρκων και δεν τον δέχονταν στην εκκλησία, παρόλα τα δάκρυα και την διαμαρτυρία του.
Πράγματι κάποια μέρα έφτασαν απεσταλμένοι από τον δικαστή και τον συνέλαβαν σαν να ήταν ληστής. Μαζί του συνέλαβαν και τον ιερέα του χωριού με δύο προεστούς. Εκείνον τον οδήγησαν στον δικαστή ενώ τους άλλους απλώς τους φυλάκισαν. Ο δικαστής τον ρώτησε γιατί, ενώ προηγουμένως ήταν μουσουλμάνος, τώρα έγινε πάλι χριστιανός. Ο άγιος απάντησε: Επειδή εγώ από Χριστιανούς γεννήθηκα και Χριστιανός ανατράφηκα και είμαι Χριστιανός και τον Χριστό μου ποτέ δεν Τον αρνήθηκα ούτε έγινα μουσουλμάνος ούτε πρόκειται να Τον αρνηθώ ποτέ αλλά Χριστιανός πρόκειται να πεθάνω.
Ο δικαστής και οι δικοί του προσπαθούσαν με κολακείες και διάφορες υποσχέσεις να τον πείσουν να εξισλαμιστεί. Δεν κατάφεραν τίποτε παρά να ανάψουν τον ζήλο του. Χωρίς να φοβηθεί το πλήθος των Τούρκων, ήλεγξε την αμάθειά τους και την πλάνη τους χωρίς να μπορέσει κάποιος να αντιτάξει κάποιο αντιρρητικό λόγο. Επειδή λοιπόν εκείνοι ντροπιάστηκαν από ένα απλό και αγράμματο νεαρό Ρωμιό, άλλαξαν στάση, άρχισαν τις απειλές και τον έδειραν σκληρότατα, με πεντακόσιους ραβδισμούς στα πόδια. Στη συνέχεια τον έριξαν στη φυλακή σφίγγοντας τα καταπληγιασμένα πόδια του στο τιμωρητικό ξύλο. Σαν να μην έφταναν τα βασανιστήρια, είχε και τους συμπατριώτες του και μάλιστα τον ιερέα που τον παρακινούσαν να τουρκέψει για να απαλλαγούν από τη φυλάκιση λέγοντάς του ότι μ’ ένα Χριστιανό λιγότερο δεν κινδυνεύει η Χριστιανοσύνη.
Μετά από κάποιες ημέρες τον οδήγησαν και πάλι στο δικαστήριο. Εκεί άρχισαν πάλι τις κολακείες, τις προτάσεις για αξιώματα, πλούτη και τιμές αλλά και τις απειλές για βάσανα και θάνατο. Ο άγιος και πάλι με γενναιότητα και θάρρος τους απάντησε: Ούτε τις κολακείες σας δέχομαι ούτε τις τιμωρίες και το θάνατο φοβούμαι. Χριστιανός είμαι και από την αγάπη του Χριστού τίποτα δεν θα με χωρίσει. Όμως αν με ακούσετε εσείς πρώτα σε κάτι που θα σας ζητήσω, θα σας υπακούσω κατόπιν και εγώ.
Μη γνωρίζοντας τι θα τους ζητήσει του απάντησαν ναι, μετά χαράς. Λοιπόν τους λέει δεχθείτε εσείς πρώτα να σας βαπτίσω εγώ Χριστιανούς και κατόπιν κάντε με κι εσείς ό,τι θέλετε. Τόσο πολύ θύμωσαν ώστε επινόησαν δεινά βασανιστήρια. Έχυσαν στη φυλακή νερά, έβαλαν ύστερα κάτω μια σανίδα με καρφιά και ξάπλωσαν επάνω τον μάρτυρα και τοποθέτησαν πάνω στο στήθος και την κοιλιά του μια βαριά πλάκα. Έδεσαν τον λαιμό του με αλυσίδα και τα πόδια του πάντα στο τιμωρητικό ξύλο. Ο άγιος τα δεχόταν όλα υπομονετικά δοξάζοντας τον Θεό.
Τη νύχτα έγινε σεισμός, έπεσε η πλάκα από πάνω του και διαπιστώθηκε ότι ούτε του είχε σπάσει τα κόκαλα ούτε τα καρφιά είχαν μπηχτεί στη ράχη του. Η φυλακή δε είχε πλημμυρήσει από ευωδία. Όλοι οι φυλακισμένοι εξεπλάγησαν και φώναζαν ότι είναι άγιος ο άνθρωπος, ο δε ιερέας του ζητούσε συγγνώμη για τα βλάσφημα λόγια του.
Ύστερα απ’ όλα αυτά αποφυλάκισαν τους συγχωριανούς του αγίου, για να μη βλέπουν και διαδώσουν τα θαύματα, τον ίδιο δε τον έδεσαν χειροπόδαρα και τον έριξαν στον σταύλο των αλόγων, για να μην τον βλέπουν οι άλλοι φυλακισμένοι και επηρεάζονται αλλά και για να τον σκοτώσουν τα άλογα καταπατώντας τον. Ο άγιος όμως με τη χάρη του Θεού διαφυλάχτηκε σώος και αβλαβής, όπως και ο Δανιήλ στο λάκκο των λεόντων. Όλες τις ημέρες στον σταύλο νήστευε, σχεδόν άσιτος και προσευχόταν.
Αντιλαμβανόμενοι οι Τούρκοι ότι δεν κατάφερναν τίποτε τον καταδίκασαν σε θάνατο. Τον οδήγησαν έξω από τα τείχη της Σούδας του κάστρου όπου τον ρώτησαν ξανά αν τουρκεύει κι εκείνος ο μακάριος εξουθενωμένος τους απάντησε όχι, μόνο με κίνηση της κεφαλής. Τότε ο δήμιος τον γονάτισε και του έδωσε μια μπηχτή μαχαιριά στην πλάτη, ύστερα τον σήκωσε και τον ρώτησε αν τουρκεύει και στην αρνητική απάντησή του τον γονάτισε δεύτερη φορά και τον έκοψε λίγο στο λαιμό. Τον σήκωσε πάλι επάνω και τον ρώτησε αν τουρκεύει, λέγοντάς του: μη στεναχωριέσαι οι πληγές σου γιατρεύονται. Ο άγιος μεγαλομάρτυρας από τον μεγάλο του πόθο να μαρτυρήσει έτρεξε και γονάτισε φωνάζοντας τρεις φορές: Παναγία, βοήθει μοι. Τότε ο δήμιος τον χτύπησε με όλη του την δύναμη, ξανά και ξανά, για να τον αποκεφαλίσει αλλά η πάντιμη κεφαλή δεν κοβόταν, οπότε πιάνοντάς τον από τα μαλλιά τον έσφαξε σαν το πρόβατο.
Τότε συνέβη ένα συγκλονιστικό φαινόμενο. Ενώ ήταν μεσημέρι, πυκνότατο σκοτάδι κάλυψε όλο το νησί, σε σημείο που ο ένας δεν έβλεπε τον άλλο ούτε τον δρόμο για να πάνε στα σπίτια τους. Στο υπόλοιπο νησί όπου οι κάτοικοι δεν γνώριζαν την αιτία έλεγαν ότι σίγουρα είναι οργή Θεού. Μέχρι και σήμερα διηγούνται για το φοβερό εκείνο σκοτάδι. Και ενώ παντού επικρατούσε σκοτάδι το πρόσωπο του αγίου μάρτυρος έλαμπε σαν τον ήλιο. Ουράνιο δε φως έλουζε τρεις νύχτες το άγιο λείψανο. Μη υποφέροντας οι Τούρκοι τα θεϊκά αυτά σημεία έλεγαν ότι ο Θεός ρίχνει φωτιά να τον κάψει και πήγαν με δαδιά και μαύριζαν το πρόσωπο του αγίου για να μη φαίνεται λαμπρό. Πολλοί Χριστιανοί δωροδοκούσαν τους φύλακες να τους δώσουν κομμάτια από τα ρούχα του ή χώμα βρεγμένο από το αίμα του ή να του κόψουν κάποιο από τα δάχτυλά του. Τα μαρτυρικά του λείψανα του στη συνέχεια έκαναν παράδοξα θαύματα, όπως αναφέρει το συναξάρι του.
Τέλος για να μην πάρουν οι Χριστιανοί το λείψανό του και το τιμήσουν το έριξαν οι ασεβείς στη θάλασσα και κανείς δεν έμαθε που έφτασε.



ΑΓΙΟΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ Ο ΧΑΤΖΗΣ
Ο Άγιος Θεόδωρος ο Χατζής, γεννήθηκε στους Πύργους Θερμής της Λέσβου. Έζησε τον 18ο αιώνα μ.Χ., κατά τους χρόνους της τουρκοκρατίας.
Στον οικισμό των «Κάτω Πύργων», δίπλα στον επαρχιακό δρόμο, πίσω από μία πολύχρονη πέτρινη βρύση, υπάρχουν σήμερα γκρεμισμένα τα τείχη ενός πυργόσπιτου, που οι πέτρες του μεταφέρθηκαν επί γερμανικής κατοχής στον Καρά-τεπέ της Μυτιλήνης για να χτιστούν σπίτια. Σ’ αυτό το παλαιό πυργόσπιτο γεννήθηκε ο Άγιος Θεόδωρος. Εκ προγόνων Χριστιανός, όταν ανδρώθηκε, παντρεύτηκε ευσεβή γυναίκα, αποκτώντας δύο παιδιά.
Ο μεγάλος ποιητής Οδυσσέας Ελύτης κατέθεσε στον βιογράφο του Ιταλό Μάριο Βίττι την πληροφορία ότι η οικογένειά του κατάγεται απ’ τον Άγιο Θεόδωρο τον οποίο μάλιστα τοποθετεί και ως αρχή του γενεαλογικού του δέντρου.
Σύμφωνα με τοπική παράδοση των Παμφίλων (γειτονικού χωριού των Πύργων Θερμής) ο Άγιος Θεόδωρος διέμενε κάποιο διάστημα σε πυργόσπιτο στην περιοχή «Βουναράκι», στη θέση του οποίου υπάρχει σήμερα η κατοικία του Θεοδώρου Πετρέλλη. Ενδέχεται αυτό να ήταν το σπίτι που κρυβόταν ο Άγιος πριν συλληφθεί απ’ τους Τούρκους, δηλαδή το σπίτι του εκ Παμφίλων Μητροπολίτη Δράμας, γι’ αυτό και σήμερα υπάρχει μεγάλο εξωκλήσι του Αγίου Θεοδώρου στην Δράμα. Ο μεγάλος αριθμός των ανδρών με το όνομα Θεόδωρος στην γύρω περιοχή των Παμφίλων οφείλετε σύμφωνα με την παράδοση στον Νεομάρτυρα Θεόδωρο.
Ο Άγιος εργαζόταν ως υποδηματοποιός διατηρώντας εργαστήρι επί της κεντρικής αγοράς της Μυτιλήνης, στο Μπας-φανάρι (σήμερα το πρώην μαγαζί του Αγίου Θεοδώρου είναι στη γωνία των οδών Αιγαίου και Ερμού 110). Κάποτε βρέθηκε σε κατάσταση οργής και έγινε Μωαμεθανός. Συνήλθε όμως, συναισθάνθηκε το αμάρτημα του και πήγε στο Άγιον Όρος. Εκεί έζησε για αρκετό χρονικό διάστημα, κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων και προετοιμάστηκε για το μαρτύριο.
Επανήλθε λοιπόν στη Μυτιλήνη, παρουσιάστηκε στον κριτή, με τόλμη ομολόγησε τον Χριστό και δήλωσε ότι η μουσουλμανική θρησκεία είναι ψεύτικη. Ο κριτής αμέσως εξέδωσε απόφαση, να θανατωθεί ο μάρτυρας με αγχόνη και κατόπιν τον παρέδωσε σ' άλλον άρχοντα, τον Ναζίρ Ομέρ αγά, που προσπάθησε με κολακείες και υποσχέσεις να τον μεταπείσει. Ο Άγιος όμως πρόβαλλε ακατάβλητο φρόνημα και μετά από φρικτά βασανιστήρια, οδηγήθηκε στον τόπο της εκτέλεσης, όπου αφού πρώτα φίλησε το σχοινί της αγχόνης, προσευχήθηκε στον Θεό και έτσι δέχτηκε το στεφάνι της νίκης στις 30 Ιανουαρίου 1785 μ.Χ.
Το τίμιο λείψανο του ρίχτηκε στη θάλασσα, αλλά κατ' οικονομία Θεού εκβράσθηκε στα νότια της πόλης της Μυτιλήνης. Οι Χριστιανοί, περισυνέλλεξαν το σκήνωμα του Αγίου και το ενταφίασαν χωρίς να αφήσουν ίχνη τάφου, επί σκοπό διαφυλάξεώς του, κάτω από το δάπεδο του παρακείμενου εξωκλησιού του Αγίου Ιωάννου Προδρόμου στην τοποθεσία Μόθωνας, αποκρύπτοντας το ιερό λείψανο από τα βέβηλα μάτια των τούρκων.
Εκεί έμεινε ενταφιασμένος 183 έτη, μέχρι την ευλογημένη ημέρα της 4ης Σεπτεμβρίου 1967 μ.Χ., που βρέθηκαν τα Άγια λείψανά του, βάσει μαρτυριών του διαπρεπούς Εκκλησιαστικού συγγραφέως Αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη (βλέπε 14 Ιουλίου) και άλλων συγγραφέων. Τα λείψανά του φυλάσσονται στον Ι.Ν. Ζωοδόχου Πηγής Βαρειάς.
Στις 3 Σεπτεμβρίου του 1985 μ.Χ., ο εφημέριος Πύργων Θερμής π. Μιχαήλ Βουλγαρέλλης παραλαμβάνει τμήμα των αγίων λειψάνων του Αγίου Θεοδώρου και τελείται η μετακομιδή του στην γενέτειρα του Αγίου. Δωρείται έτσι, η ευλογία για να τιμάται από τούς Χριστιανούς στο εξωκκλήσι του Αγίου πού είχε χτιστεί το 1980 μ.Χ. στους Πύργους Θερμής, μερίμνει του Ιερομονάχου π. Παχωμίου Σούγιουλτζη και συνδρομές πιστών.




ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΠΕΓΙΑΖΗΣ Κ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΠΑΝΕΡΑΣ
Οι καλλίνικοι αυτοί Άγιοι Νεομάρτυρες του Χριστού, ο μεν Αναστάσιος, ηλικίας 20 χρονών, καταγόταν από τους Ασωμάτους, ο δε Δημήτριος, 18 χρονών, από την Αγιάσο του νησιού Λέσβου. Μαρτύρησαν και οι δύο για την Αγία Πίστη του Χριστού στον Κασαμπά της Μικράς Ασίας, το έτος 1816 ή 1819. Οι νεομάρτυρες αυτοί, έκαναν στον Κασαμπά το επάγγελμα του καλαθοποιού, πιθανώς μάλιστα να ήταν και συγγενείς. Αλλά συγχρόνως με την εξάσκηση του επαγγέλματός τους, κήρυτταν το Ευαγγέλιο στους Χριστιανούς, που ήταν κάτω από τον Τούρκικο ζυγό. Γι' αυτό το λόγο οι Τούρκοι τους συνέλαβαν, τους φυλάκισαν και τους βασάνισαν φρικτά. Επειδή όμως συνέχιζαν να ομολογούν και να κηρύττουν την πίστη τους, τους απαγχόνισαν κάτω από έναν πλάτανο. Στο όνομα και των δύο Αγίων, ανεγέρθηκε στην Αγιάσο μεγαλοπρεπής ναός, όπου και γιορτάζεται η μνήμη τους 11 Αυγούστου.


ΑΓΙΟΣ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΣ Ο ΣΤΟΥΔΙΤΗΣ
Ο Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης Δαμασκηνός είναι εξέχουσα μορφή αγίου Ιεράρχου όχι μόνον του 16ου αιώνος μ.Χ., αλλά όλων των χρόνων της δουλείας, και ως εκ τούτου αποτελεί πνευματικό φάρο που κατέλαμψε το τότε πνευματικό σκότος του Γένους, δοξάζοντας και την περίφημη Επισκοπή Λητής και Ρεντίνης, η οποία κατέστη παγκοσμίως γνωστή χάρις σε αυτόν.
Γεννημένος περί το 1520 μ.Χ. στη Θεσσαλονίκη όπου έλαβε άριστη μόρφωση, ο άγιος μας - κατά κόσμον ίσως Δημήτριος - μετέβη νέος στην Κωνσταντινούπολη, όπου πριν το 1546 μ.Χ. έγινε Μοναχός της Αδελφότητος «τῶν Στουδιτῶ», λαμβάνοντας το όνομα Δαμασκηνός και την προσωνυμία «Στουδίτης»· ήδη ως υποδιάκονος, σπουδάζοντας στην περίφημη Πατριαρχική Ακαδημία, υπήρξε και περιφανής ιεροκήρυκας της Βασιλεύουσας, σπείροντας λόγους πλήρεις ωφελείας, οι οποίοι αργότερα αποτέλεσαν το υλικό για το βιβλίο του «Θησαυρός».
Μεταξύ των ετών 1550 μ.Χ. και 1558 μ.Χ. ο Άγιος Δαμασκηνός δραστηριοποιήθηκε στην περιοχή των Τρικάλων, πιθανότατα ως Διδάσκαλος της εκεί Σχολής, και πριν το 1558 μ.Χ. έλαβε την Ιερωσύνη. Στο ίδιο διάστημα μετέβη και στην Βενετία για να τυπώσει τον δημοφιλή «Θησαυρό».
Το 1560 μ.Χ. στο Ναό των Αρχαγγέλων («Ροτόντα») της Θεσσαλονίκης ο Ιερομόναχος Δαμασκηνός χειροτονήθηκε Επίσκοπος «Λητῆς καὶ Ρενδίνης» από τον Αρχιεπίσκοπο Θεσσαλονίκης Θεωνά (τον προ του 1560 – 65 μ.Χ.· δεν πρόκειται περί του γνωστού αγίου).
Παρά το ότι ο Άγιος Δαμασκηνός ήταν μόνον Επίσκοπος, ωστόσο δεν έπαυσε να διαλάμπει με τον συνδυασμό της λαμπρής παιδείας του και της άμετρης ταπεινοφροσύνης του. Ο Γερμανός θεολόγος Στέφαν Γκέρλαχ (1546 – 1612 μ.Χ.), μολονότι εχθρικός προς την Ορθοδοξία, επιβεβαιώνει ότι ο Λητής και Ρεντίνης Δαμασκηνός ήταν ένας από τους τρείς πιο μορφωμένους Ορθοδόξους Κληρικούς της εποχής του και από αυτούς ήταν ο πιο επαινετός «λόγῳ τῆς ἰδιαιτέρας μετριοφρο-σύνης, ὀλιγαρκείας καὶ τῶν ἄλλων ἀρετῶν του».
Λόγω των χαρισμάτων του αυτών ο Άγιος απέλαυε της εμπιστοσύνης των Πατριαρχών για σημαίνουσες αποστολές ως Έξαρχος, όπως στο Άγιον Όρος (1567 μ.Χ.), αλλά και στη Μικρά Ρωσία (Ουκρανία), όπου στα έτη 1565 - 1572 μ.Χ. ο Δαμασκηνός συνετέλεσε αποφασιστικά στην κατανίκηση της αιρετικής ρωμαιοκαθολικής προπαγάνδας. Αργότερα, κατά την Πατριαρχία του Ιερεμίου Β΄ του Τρανού (†1595 μ.Χ.), ο οποίος ήταν μαθητής του Αγίου, ο Δαμασκηνός έλαβε μέρος στην σύνταξη της πατριαρχικής δογματικής απαντήσεως (1572 – 73 μ.Χ.) στους Λουθηρανούς Προτεστάντες της Τυβίγγης, διετέλεσε δε και τοποτηρητής του Θρόνου στην Κωνσταντινούπολη επί αρκετούς μήνες, κατά την απουσία του Πατριάρχου.
Το 1574 μ.Χ., ο Άγιος μας προβιβάσθηκε σε «Μητροπολίτην Ναυπάκτου καὶ Ἄρτης καὶ Ἔξαρχον πάσης Αἰτωλίας» ως Δαμασκηνός Γ’ ο Στουδίτης, θρόνο που υπηρέτησε επί δύο περίπου έτη, μέχρι το 1576 μ.Χ., όταν συγκαταλέχθηκε μεταξύ των λογίων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.
Λίγο αργότερα, το σωτήριον έτος 1577 μ.Χ., εκοιμήθη εν Κυρίω και ετάφη στη μητροπολιτική του περιφέρεια, στη Ναύπακτο ή την Άρτα. Επίγραμμα αναφερόμενο στον Άγιο, πλέκει τον έπαινό του, χαρακτηρίζοντας τον Δαμασκηνό ως «σοφία τῶν Ἑλλήνων» και τον θάνατό του ως κακή στιγμή, η οποία άφησε τους φιλέλληνες ορφανούς: «Ἑλλήνων μὲν τὴν σοφίαν βαρὺς ὤλεσεν αἰών. Ὃς δὲ φιλέλληνας πάντας ἀπωρφάνισεν».
Στα συγγράμματά του, εκτός από το βιβλίο «Θησαυρός», το οποίο εκδόθηκε πάμπολλες φορές (51 περίπου φορές μέχρι το 1926 μ.Χ.) και που μαρτυρεί τα γνήσια μοναχικά του βιώματα και το σέβας στην Ορθοδοξία και τους Αγίους Πατέρες, συμπεριλαμβάνονται διάφορα κείμενα, όπως Κανόνες προς τιμή του Νεομάρτυρος Νικολάου (†1554 μ.Χ.) (βλέπε 14 Φεβρουαρίου), ποιήματα προς τιμήν της Παναγίας σε ομηρική γλώσσα, μία Παραίνεσις προς Μοναχούς, και άλλα, όπως σύγγραμμα ζωολογίας και έτερο μετεωρολογίας, που πιστοποιούν την ευρεία παιδεία του. Ο Άγιος Δαμασκηνός πρέπει να υπήρξε διδάσκαλος και ενός από τους τελευταίους Στουδίτες, του Οσίου Διονυσίου του «Ρήτορος» (†1606 μ.Χ.) (βλέπε 9 Ιουλίου), μετέπειτα ασκητού στη Μικρά Αγία Άννα του Αγίου Όρους.
Παρά τη λιπαρή του παιδεία, χάρις στην οποία κατείχε άριστα την ομηρική και την αττική διάλεκτο, ο Άγιος Δαμασκηνός ο Στουδίτης, Επίσκοπος Λητής και Ρεντίνης, έγραφε και σε απλή και καθαρή Ελληνική γλώσσα για τον απλό λαό της εποχής του, που είχε πολλή ανάγκη της «στερεᾶς τροφῆς» του λόγου του Θεού. Ο «Θησαυρός» του Δαμασκηνού υπήρξε το πιο διαδεδομένο στον τομέα του βιβλίο και ενίσχυσε το δούλο Γένος στις θλίψεις και τα μαρτύρια. Η προσφορά του επεκτάθηκε όταν μεταφράσθηκε και στα τουρκικά (1731 μ.Χ.), για τους τουρκόφωνους Ρωμηούς, στα σερβικά (1580 μ.Χ.) και τα ρωσικά (1656, 1715 μ.Χ.). Ιδιαιτέρως στη Βουλγαρία θεωρείται ότι η μετάφρασή του (Δαμασκηνάρια) απέτρεψε τον εκτουρκισμό των Ορθοδόξων Βουλγάρων.


ΑΓΙΟΣ ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΟΥΛΑΚΙΩΤΗΣ

Ο Άγιος Αθανάσιος καταγόταν από μια κωμόπολη της Θεσσαλονίκης την Κουλιακιά (σημερινή Χαλάστρα), άλλοτε έδρα της επισκοπής Καμπανίας, η οποία υπήχθει το 1930 μ.Χ. στη Μητρόπολη Βεροίας και Ναούσης. Ο πατέρας του ήταν προεστός της χώρας εκείνης και ονομαζόταν Πολύχρους, η δε μητέρα του Λούλουδα. Ήταν δε και οι δύο ευσεβείς χριστιανοί.
Στην αρχή ο Αθανάσιος παρακολούθησε μαθήματα στο Ελληνικό Σχολείο της Θεσσαλονίκης και αργότερα μαθήτευσε κοντά στον Αθανάσιο τον Πάριο (βλέπε 24 Ιουνίου). Αργότερα φοίτησε στη Σχολή του Βατοπεδίου στον Άθω, κοντά στον Παναγιώτη Παλαμά. Ύστερα ήλθε στην Κωνσταντινούπολη, για να επιστρέψει και πάλι στο Άγιο Όρος και μετά επανήλθε στην πατρίδα του, Κουλιακιά.
Εκεί κατηγορήθηκε ψευδώς, ότι ομολόγησε τη μουσουλμανική θρησκεία και έτσι τον πίεζαν καθημερινά ν' αρνηθεί το Χριστιανισμό. Ο Αθανάσιος όμως, έμεινε ακλόνητος στη Χριστιανική πίστη και φυλακίστηκε. Μετά από διάφορες προσπάθειες των Τούρκων, κατά την πολυήμερη φυλάκιση του, να εξισλαμιστεί, ο μάρτυρας ομολόγησε τον Χριστό σαν αληθινό Θεό. Έτσι τον απαγχόνισαν έξω από τη Θεσσαλονίκη στις 8 Σεπτεμβρίου 1774 μ.Χ.


ΟΣΙΟΣ ΑΚΑΚΙΟΣ ΑΣΒΕΣΤΟΧΩΡΙΟΥ
Ο Άγιος Οσιομάρτυρας Ακάκιος, κατά κόσμον Αθανάσιος, καταγόταν από το Νεοχώρι, σημερινό Ασβεστοχώρι Θεσσαλονίκης και γεννήθηκε το 1792 μ.Χ. Οι γονείς του είχαν αναγκασθεί για βιοποριστικούς λόγους να μετακομίσουν το 1805 μ.Χ. στις Σέρρες, όπου παρέδωσαν τον εννιάχρονο Αθανάσιο σε κάποιον υποδηματοποιό, για να του διδάξει την τέχνη του. Όμως η σκληρή συμπεριφορά του και η κακομεταχείριση, εξώθησαν τον Αθανάσιο σε άρνηση της πίστης του, για να απαλλαγεί από τα βάσανα. Στην πράξη του αυτή τον προέτρεψαν και δύο Οθωμανές, οι οποίες παρακολουθούσαν την απάνθρωπη συμπεριφορά του αφεντικού του και υποσχόμενες μια καλύτερη ζωή στον μικρό Αθανάσιο, τον έπεισαν την ημέρα της Μεγάλης Παρασκευής να αλλαξοπιστήσει. Μωαμεθανός, πλέον, ο Αθανάσιος δέχθηκε την πονηρή επίθεση της μητριάς του, η οποία, καθώς έβλεπε τον Αθανάσιο να μεγαλώνει και να ανδρώνεται, τον ερωτεύθηκε, όπως στην Παλαιά Διαθήκη ερωτεύθηκε τον Ιωσήφ η γυναίκα του Πετεφρή. Επειδή όμως αυτός δεν υποχώρησε και δεν υπέκυψε στο πάθος της μητριάς του, συκοφαντήθηκε από αυτήν στον θετό πατέρα του, με αποτέλεσμα να εκδιωχθεί από αυτόν. Εκμεταλλευόμενος αυτήν την ευκαιρία κατέφυγε στην Θεσσαλονίκη κοντά στους γονείς του, οι οποίοι είχαν εγκαταλείψει τις Σέρρες, μόλις πληροφορήθηκαν την αρνησιθρησκεία του.
Στην συνέχεια, ακολουθώντας τις συμβουλές των γονέων του, μετέβη στο Άγιον Όρος, όπου, αφού περιπλανήθηκε σε αρκετές μονές, κατέληξε τελικά στην Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου, στην συνοδεία του Γέροντα Νικηφόρου, ο οποίος τον παρέδωσε ως υποτακτικό στον Γέροντα Ακάκιο, για να τον προετοιμάσει για το μαρτύριο, όπως είχε κάνει και προηγουμένως με τους Οσιομάρτυρες Ευθύμιο και Ιγνάτιο.
Μετά από ένα διάστημα συνεχούς ασκήσεως και αδιάλειπτης προσευχής, ο Αθανάσιος, ο οποίος εκάρη μοναχός και μετονομάσθηκε Ακάκιος, έχοντας τις ευλογίες των λοιπών γερόντων ξεκίνησε, συνοδευόμενος από τον μοναχό Γρηγόριο, ο οποίος είχε συνοδεύσει νωρίτερα και τους δύο παραπάνω Οσιομάρτυρες, για την Κωνσταντινούπολη στις 10 Απριλίου. Ο Άγιος βάδιζε με χαρά προς το μαρτύριο.
Λίγο πριν την αναχώρησή του, πλήρης Πνεύματος Αγίου, έγραψε την ακόλουθη επιστολή προς τον γέροντα και τους αδελφούς μοναχούς:
«Πανοσιώτατε μοι καὶ πνευματικέ μου πάτερ δουλικῶς σοῦ προσκυνῶ καὶ τὴν ἁγίαν δεξιάν σου ἀσπάζομαι.
Τὸ παρόν μου ταπεινὸ γράμμα δὲν εἰν’ εἰς ἄλλο τί εἰ μὴ εἰς τὸ νὰ ζητήσω τὴν εὐχήν σας καὶ διὰ νὰ μάθετε καὶ τὸ καλό μας κατεβώδιο μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ μὲ τὶς ἐδικές σας ἁγίες εὐχές. Κατευωδωθήκαμεν εἰς τὴν βασιλεύουσαν τὴ 24η τοῦ Ἀπριλίου μηνὸς [καὶ ἐμπήκαμεν μαζὶ μὲ τὸν γέροντά μου εἰς τὰ ἐργαστήρια τὰ χαβιαρτζίδικα, ὅπου καὶ ἄλλην φορὰ ἐμπῆκεν ὁ γέροντάς μου], καὶ ἐλπίζω μὲ τὴν χάριν τοῦ Ἁγίου Θεοῦ καὶ τῆς Κυρίας μου Βασίλισσας καὶ μὲ τὶς ἐδικές σου θερμὲς δεήσεις πρὸς τὸν Κύριον καὶ τῶν συναδέλφων μου νὰ λάβη τέλος κι ἡ ὑπόθεσίς μας.
Τοὺς συναδέλφους μου πολὺ τοὺς παρακαλῶ καὶ τοὺς χαιρετῶ, νὰ μὴν μὲ λησμονήσουν καὶ ἀκούγοντας τὸ μακάριόν μου τέλος νὰ εὐχαριστήσετε τὸν Κύριον ἠμῶν Ἰησοῦν Χριστὸν καὶ τὴν Κυρίαν μου Βασίλισσα καὶ νὰ δοξολογήσετε καὶ νὰ καταλύσετε ὅλη τὴν ἑβδομάδα ἐν χαρᾷ καὶ ἀγαλλιάσει ψυχῆς. Διὰ τοὺς κόπους ποὺ ἐδοκιμάσατε δι’ ἐμὲ μέχρι σήμερα ἐγὼ δὲν εἶμαι ἱκανὸς νὰ σᾶς εὐχαριστήσω, μόνον ὁ ἐπουράνιος βασιλεύς μου νὰ σᾶς ἀντιβραβεύση ἐν τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν καὶ νὰ μᾶς ἀξιώση ὁ Κύριος νὰ συγκατοικήσουμε ὁμού. Καὶ ὅσοι ἀκόμη συνέδραμαν καὶ βοήθησαν εἰς αὐτὸ τὸ ἔργο ἂς λάβουν τὸν μισθό τους ἀπὸ τὸν ἐπουράνιον βασιλέα μου.
Ἀκόμη ὅλους τοὺς ἁγίους πατέρας τῆς ἱερᾶς σκήτεώς μας εὐλαβῶς τοὺς προσκυνῶ, τὸν διδάσκαλό μου, τὸν γέροντα Ὀνούφριον τὸν ἀσπάζομαι, καὶ τοὺς συναδέλφους μου γέροντες, Ἀκάκιον, Ἰάκωβον καὶ Καλλίνικον. Χαιρετίσματα καὶ εἰς τὸν διδάσκαλον Γαβριήλ. Προσκυνήματα καὶ εἰς τὸν παπὰ Ἀγαθάγγελον, ἀσπάζομαι τὴν δεξιάν του. Τὸν παπὰ Δοσίθεον μετὰ τοῦ γέροντός του καὶ τῆς συνοδίας του προσκυνῶ, ὡς καὶ τὸν γείτονά μας τὸν Νεόφυτον μὲ τὴν συνοδία του. Ἀσπάζομαι ὁμοίως καὶ τὸν γέροντα Μιχαὴλ καὶ τὴν συνοδίαν του. Ταῦτα γράφω ἐν συντομίᾳ γέροντά μου καὶ πνευματικέ μου. Αὔριο λοιπὸν Παρασκευὴ 28 Ἀπριλίου μέλλω νὰ κινήσω εἰς τὸν δρόμον τῆς ἀθλήσεως καὶ εἴθε οἱ ἅγιες εὐχές σας νὰ μὲ βοηθήσουν. Ἀμήν».
Ο πλοίαρχος, άνθρωπος ευλαβής, όταν έμαθε τον σκοπό του ταξιδιού του Ακακίου, υποσχέθηκε στον Γρηγόριο να μεριμνήσει για την εξαγορά του λειψάνου του μετά το μαρτυρικό του τέλος και να το επανακομίσει ο ίδιος στο Άγιον Όρος. Ύστερα από δεκατρείς ημέρες έφθασαν στην Κωνσταντινούπολη, όπου φιλοξενήθηκαν από κάποιον παντοπώλη, γνώριμο του Γρηγορίου. Το Σάββατο 29 Απριλίου, ο Άγιος Ακάκιος, αφού προετοιμάσθηκε κατάλληλα λαμβάνοντας τα Άχραντα Μυστήρια, ενδύθηκε με ρούχα τουρκικά και με την καθοδήγηση του αδελφού του καπετάνιου έφθασε στο κριτήριο, όπου ομολόγησε ενώπιον όλων των παρισταμένων την επάνοδό του στην πατρώα πίστη. Εξαιτίας αυτής του της ομολογίας κλείσθηκε φυλακή. Καθ' όλη την διάρκεια της φυλακίσεώς του προσπάθησαν επανειλημμένα είτε με κολακείες και υποσχέσεις, είτε με βασανιστήρια και εκφοβισμούς να τον μεταπείσουν. Όλα αυτά όμως δεν κατάφεραν να τον κλονίσουν. Ιδιαίτερα μάλιστα ενισχύθηκε και προετοιμάσθηκε για να αντιμετωπίσει το μαρτύριο, όταν έλαβε τη Θεία Κοινωνία που του μετέφερε κρυφά στην φυλακή ο αδελφός του καπετάνιου με την ευλογία του μοναχού Γρηγορίου από το ναό της Παναγίας της Καταφιανής. Οι Τούρκοι προύχοντες, βλέποντας το σταθερό φρόνημα του Ακακίου, κατάλαβαν πως μάταια κοπιάζουν, γι' αυτό και αποφάσισαν την θανάτωσή του.
Έτσι,«εἰς τόπον καλούμενον Δακτυλόπορταν», ο Άγιος Νεομάρτυρας Ακάκιος παρέδωσε το πνεύμα του διά του ξίφους το 1816 μ.Χ. Την τρίτη ημέρα, σύμφωνα με την επικρατούσα συνήθεια, ο μοναχός Γρηγόριος εξαγόρασε το λείψανο του Μάρτυρος με χρήματα που συγκέντρωσε από τους παντοπώλες του Γαλατά και το μετέφερε στη νήσο Πρίγκηπο, όπου επιβιβάστηκαν στο πλοίο με το οποίο είχαν έλθει στην Κωνσταντινούπολη, με προορισμό το Άγιον Όρος. Στις 9 Μαΐου αποβιβάσθηκαν στο λιμενίσκο της μονής Ιβήρων και από εκεί μετέφεραν το τίμιο λείψανο στην Καλύβη του Αγίου Νικολάου, όπου το ενταφίασαν στο παρεκκλήσι των οσιομαρτύρων Ευθυμίου και Ιγνατίου μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, σύμφωνα με την επιθυμία του Οσιομάρτυρα.
Μαρτύριο του Αγίου συνέγραψε ο Καισαρείας Μελέτιος. Ακολουθία κοινή με τους συνασκητές του Αγίου, δηλαδή τον Ευθύμιο από τη Δημητσάνα και τον Ιγνάτιο από την παλαιά Ζαγορά, που μαρτύρησαν στην Κωνσταντινούπολη το 1814 μ.Χ., συνέγραψε ο Ιβηρίτης Ονούφριος, που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1862 μ.Χ. Η μνήμη των τριών αυτών Νεομαρτύρων τελείται στη Σκήτη του Τιμίου Προδρόμου την 1η Μαΐου.
Λεπτομέρειες για τον βίο του Οσιομάρτυρα Ευθυμίου βλέπε στις 22 Μαρτίου ενώ για τον Οσιομάρτυρα Ιγνάτιο τον Νέο βλέπε στις 8 Οκτωβρίου.


ΑΓΙΟΣ ΑΡΓΥΡΙΟΣ Ο ΕΠΑΝΟΜΙΤΗΣ
Ο Άγιος Νεομάρτυς Αργύριος γεννήθηκε το 1788 στην Επανωμή της Θεσσαλονίκης από τον Αστέριο και τη Βασιλική, το γένος Ντουγιούδη. Σε νεαρή ηλικία ήλθε στην Θεσσαλονίκη, όπου προσλήφθηκε από κάποιον ράπτη ως υπηρέτης.
Κατά τις ημέρες εκείνες κάποιος Χριστιανός από τη Σοχό βρισκόταν κλεισμένος στη φυλακή του πασά της Θεσσαλονίκης για κάποιο έγκλημα που είχε κάνει. Μην έχοντας να πληρώσει τα χρήματα που του ζητούσε ο πασάς, τον απειλούσε ότι θα τον κρεμάσει. Μπροστά στην απειλή του θανάτου ο φυλακισμένος αποφάσισε να αλλαξοπιστήσει. Το γεγονός αυτό χαροποίησε τους Αγαρηνούς, οι οποίοι αμέσως τον έβγαλαν από την φυλακή και τον πήγαν σε ένα καφενείο στην τοποθεσία Ταχτάκαλα με σκοπό να τον μυήσουν στη μουσουλμανική θρησκεία.
Ο Αργύριος, που είχε πληροφορηθεί το γεγονός, εισήλθε και αυτός στο καφενείο και άρχισε να τον ελέγχει για το παράπτωμά του και ταυτοχρόνως να τον παρακινεί, για να επιστρέψει και πάλι στην Ορθόδοξη πίστη. Η στάση του αυτή προκάλεσε τόσο πολύ τους Γενίτσαρους, που όρμησαν επάνω του και άρχισαν να τον γρονθοκοπούν τόσο άγρια, ώστε θα τον σκότωναν, εάν δεν ανέστελλε την οργή τους η ελπίδα μήπως και μπορέσουν να τον προσελκύσουν στην δική τους πίστη. Προσπάθησαν, λοιπόν, απειλώντας τον ότι θα τον σκοτώσουν, να τον αναγκάσουν να αλλαξοπιστήσει. Σα βροντή ακούσθηκε η φωνή του Νεομάρτυρα: «Είμαι Χριστιανός και δεν αρνιέμαι την πίστη μου. Δόξα και τιμή μου ο Σταυρός του Χριστού. Επιθυμία μου είναι να αποθάνω για την πίστη και την αγάπη του Χριστού».
Οι Αγαρηνοί τότε οδήγησαν τον Αργύριο στον κριτή, ενώπιον του οποίου προσπάθησαν και πάλι να τον μεταπείσουν μεταχειριζόμενοι πότε απειλές και πότε κολακείες και υποσχέσεις για δώρα και αξιώματα. Μετά από δύο ημέρες, οι Γενίτσαροι, επανέλαβαν και πάλι τις προσπάθειές τους, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Ζήτησαν λοιπόν από τον κριτή να διατάξει την εκτέλεσή του. Αυτός όμως, βλέποντας ότι ο Αργύριος δεν είχε διαπράξει κάποιο αδίκημα άξιο θανάτου, προσπάθησε να κατευνάσει την οργή των εξαγριωμένων Τούρκων και να τους πείσει πως δεν είναι δίκαιο να σκοτώσουν έναν αθώο άνθρωπο. Εκείνοι ταράχθηκαν και εξαγριώθηκαν εναντίον του και έτσι ο κριτής διέταξε την διά απαγχονισμού θανάτωσή του.
Έτσι, σε ηλικία μόλις δεκαοκτώ ετών, το 1806 και ημέρα Παρασκευή, ο Άγιος Νεομάρτυς Αργύριος οδηγήθηκε σε ένα τόπο λεγόμενο Καμπάν (σημερινό Καπάνι), στην κεντρική αγορά της πόλεως, όπου και απαγχονίσθηκε και επισφράγισε την ομολογία του στον Χριστό με τη θυσία του αίματός του.


ΑΓΙΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΣ Ο ΕΝ ΚΡΗΝΗ
Ο Νεομάρτυρας Γεώργιος γεννήθηκε στα μέρη της Αττάλειας από γονείς πλούσιους και ευσεβείς. Νήπιο ακόμα, ο Γεώργιος, αρπάχτηκε από τον Αγά Προύσαλη, κατά τις συνηθισμένες αρπαγές χριστιανόπουλων από τους Τούρκους, εξισλαμίστηκε και ονομάστηκε Μεχμέτ.
Όταν ήλθε σε ηλικία γάμου, παντρεύτηκε την κόρη του Αγά αυτού. Με την προτροπή των θεοσεβών γονέων, μια χριστιανή υπηρέτρια του Γεωργίου, ονομαζόμενη Μαρία, αποκάλυψε σ' αυτόν για την καταγωγή του και τον τρόπο του εξισλαμισμού του. Με την πρόφαση ότι θα πήγαινε για προσκύνημα στη Μέκκα, ο Γεώργιος μαζί με τη Μαρία, ήλθε στους Αγίους Τόπους, όπου παρέμεινε για δυο χρόνια. Κατόπιν έφτασε στην πόλη Κρήνη της Μικράς Ασίας, όπου παντρεύτηκε την Ελένη Μαυρογιάννη.
Επιζητώντας το μαρτύριο ο Γεώργιος, πήγε στο Διοικητήριο και βοήθησε να κατέβει από το άλογο, ο διερχόμενος από την Κρήνη, πρώην πενθερός του, στον όποιο μετά από λίγο ομολόγησε την πίστη του στον Χριστό.
Τότε οι Τούρκοι τον έριξαν στη φυλακή, όπου τον έδειραν σκληρά και έβαλαν στα πόδια του φάλαγγα, και στη συνέχεια πυρακτωμένο χάλκινο σκεύος στο κεφάλι του. Τελικά στις 25 Ιουνίου 1823 μ.Χ., τον κρέμασαν στον τοίχο του σπιτιού του επισήμου Παντελάκη Φαρμάκη και τον απαγχόνισαν.



ΑΓΙΟΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ
Ο Άγιος Πολύκαρπος γεννήθηκε περί το 80 μ.Χ. από ευσεβείς και φιλόθεους γονείς, τον Παγκράτιο και τη Θεοδώρα, που είχαν εγκλειστεί στη φυλακή για την πίστη του Χριστού, και βαπτίσθηκε Χριστιανός σε νεαρή ηλικία. Υπήρξε μαζί με τον Άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο (βλέπε 20 Δεκεμβρίου) μαθητής του Ευαγγελιστή Ιωάννη. Λίγο πριν αναχωρήσει από τον πρόσκαιρο αυτό βίο ο Άγιος Βουκόλος, Επίσκοπος Σμύρνης (βλέπε 6 Φεβρουαρίου), χειροτόνησε μετά των Αγίων Αποστόλων, ως διάδοχό του, τον Άγιο Πολύκαρπο και μετά κοιμήθηκε με ειρήνη.
Ο Άγιος παρακολούθησε με αγωνία και προσευχή τη σύλληψη του Αγίου Ιγνατίου του Θεοφόρου, Επισκόπου Αντιοχείας και τα μαρτύρια αυτού. Η αγάπη του προς τον θεοφόρο Πατέρα μαρτυρείται και από την Επιστολή την οποία έγραψε προς τους Φιλιππησίους. Σε αυτή την επιστολή τους συγχαίρει για την φιλοξενία, την οποία παρείχαν στον Άγιο Ιγνάτιο, όταν αυτός διήλθε από την πό