Γράφει ο π.Νεκτάριος Κανιάς 

Κάποτε είχα δει ένα βιντεάκι όπου δύο βόδια έπιναν νερό σε μία λίμνη. Το ένα αντιλήφθηκε ότι κοντά του υπήρχε ένας κροκόδειλος και ειδοποίησε το διπλανό του βόδι. Το διπλανό βόδι δεν παραδέχθηκε ότι ήταν κροκόδειλος. Επέμενε ότι αυτό που έβλεπαν είναι ξύλο και όχι κροκόδειλος. Και επέμενε μέχρι που έξαλλο το βόδι που υποστήριζε ότι ήταν κροκόδειλος, ανέβηκε πάνω στην πλάτη του κροκόδειλου και αυτός με μία κίνηση το καταβρόχθισε. Τότε τελικά πείστηκε ότι δεν ήταν ξύλο αλλά κροκόδειλος και ειδοποίησε το διπλανό του βόδι. Μόνο που τώρα το διπλανό του βόδι επέμενε ότι ήταν ξύλο και όχι κροκόδειλος. Συμπέρασμα: μην προσπαθείς να πείσεις κάποιον που δεν θέλει να δει την πραγματικότητα. Θα σε παρασύρει στη δική του νοητική και συναισθηματική κατάσταση. Τι γίνεται όμως όταν τέτοιοι άνθρωποι αποτελούν μέρος του πληρώματος της Εκκλησίας;

Πώς μπορεί να δράσει η ποιμαίνουσα Εκκλησία, ώστε οι άνθρωποι αυτοί να μην παραμείνουν σε καταστάσεις που μπορούν άνετα να χαρακτηριστούν ως ψυχοπαθολογικές παραλυσίες (αγχώδεις διαταραχές, κατάθλιψη, παράνοια[1], ψύχωση). Το παράδοξο ερώτημα του Χριστού στον παράλυτο της Βηθεσδά «θέλεις υγιής γενέσθαι;» φανερώνει την ύπαρξη δυνάμεων εντός του, οι οποίες μπορεί να αντιστρατεύονται τη σωτηρία του, εργαζόμενες εσωτερικά με τρόπο σιωπηλό, ασυνείδητο. Τι μπορεί να βοηθήσει στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση ασθενειών αρκετών μελών της Εκκλησίας, που ενώ εμφανίζονται ως ενεργά και δραστήρια εντός του εκκλησιαστικού πληρώματος, συνειδητά ή ασυνείδητα αντιστρατεύονται τη σωτηρία τους; Οι άνθρωποι αυτοί μπορεί να εξομολογούνται συχνά, να εκκλησιάζονται, να κοινωνούν, αλλά τίποτα δεν αλλάζει μέσα τους. Και αυτό αποτελεί σκάνδαλο εντός και εκτός της Εκκλησίας. Αν ο άνθρωπος, εισερχόμενος στην Εκκλησία δεν αλλάζει, τότε χειροτερεύει η εσωστρέφεια και ο ναρκισσισμός του. Οι ψυχοπαθολογίες του αντί να γίνονται διαχειρίσιμες, καλύπτονται από θρησκοληψίες και βαίνουν προς το χειρότερο‧ τότε σε τι διαφέρει η Εκκλησία από μία κλειστή σέκτα ανθρώπων που απλά εκτελούν θρησκευτικά καθήκοντα; Ούτε καν αναρωτιούνται αυτό που κάθε υγιής άνθρωπος αναρωτιέται: Γιατί δεν αλλάζουμε; Γιατί κάνουμε τα ίδια λάθη; Γιατί δεν βλέπουμε προκοπή; Είναι απόλυτα καθηλωμένοι στη θρησκευτική τους αυτάρκεια και το χαίρονται, έστω και εάν στην ουσία ζουν μία σχιζοφρενική κατάσταση πίστεως και πράξεως.

Συνομιλώντας με μία ευαίσθητη ψυχή, μου εξέφρασε την απορία γιατί όλη αυτή η αναστάτωση, η ταραχή μεταξύ των «πιστών». Είπε μία φράση που μου έκανε εντύπωση για τη λιτή και ακριβή της διατύπωση. «Λίγη αγάπη και λίγη λογική χρειάζεται». Τόσο απλά.

Μόνο που αυτό τον καιρό ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι της Εκκλησίας απώλεσε και τη λογική και την αγάπη. Οι άνθρωποι αυτοί είναι καθ’ όλα συμπαθείς. Πλην όμως συγκαταλέγουν τους εαυτούς τους στους πραγματικά πιστούς, στους έμπειρους, στους έτοιμους για το μαρτύριο, στους γνήσιους, έξυπνους, που βρήκαν τρόπους να κοινωνήσουν έστω και αν η Ιερά Σύνοδος είχε εξηγήσει με επάρκεια τους λόγους της αποχής από τη Θεία Λειτουργία. Παρότι κοινώνησαν σε πλήρη ανυπακοή προς την Εκκλησία (παρακινούμενοι ίσως από κάποιον γέροντα που «γνωρίζει» καλύτερα από την Εκκλησία τι πρέπει να γίνει), διασπώντας την ενότητα της Εκκλησίας, με έλλειψη εμπιστοσύνης προς την Εκκλησία και το κράτος, προκρίνοντας το ατομικό τους δικαίωμα έναντι της συλλογικής προστασίας, έρχονται σήμερα να επιδειχθούν έναντι των άλλων. Υπέπεσαν στην αντίληψή μου δύο περιστατικά όπου πιστοί υπέστησαν bullying διότι δεν έκαναν το ίδιο, δεν βρήκαν τρόπους να κοινωνήσουν, δεν επαναστάτησαν αλλά συμμετείχαν στην κοινή προσπάθεια έναντι της πανδημίας. Σπέρνοντας ενοχές στους υπολοίπους, ειρωνευόμενοι και επιτιθέμενοι, θέλουν να επιδειχθούν ως οι πιο πιστοί και γνήσιοι χριστιανοί. Η φιλαυτία που όλοι έχουμε να αντιπαλέψουμε μέσα μας, στην προκειμένη περίπτωση αναδεικνύεται ως προτέρημα και πνευματική αρετή. Η πνευματική τύφλωση αναζητά τον ρόλο του καθοδηγητή και του πρότυπου χριστιανού. Η αρρώστια και η κακομοιριά ζητά να επιβληθεί.

Αν επιμένω και αναφέρομαι σε αυτές τις καταστάσεις, είναι γιατί η Εκκλησία υποσκάπτεται από μέσα. Τα όποια προβλήματα που προκύπτουν (π.χ. μείωση ωρών διδασκαλίας των θρησκευτικών) και οτιδήποτε άλλο θα προκύψει στο μέλλον σε ό,τι αφορά την Εκκλησία και τη θέση της στον κόσμο, αποτελούν προβληματική τόσο μίας μανιχαϊκής θεολογίας που δεν αναφέρεται στον όλο άνθρωπο, αρνητικής και φοβικής έναντι του κόσμου, όσο και μίας διόγκωσης της φιλαυτίας μέσω της θρησκευτικής αυτάρκειας που ως φαίνεται, καλλιεργείται συστηματικά από κάποιους. Δεν χρειάζεται κανένας αντίχριστος ή αντίχριστο σύστημα να υποσκάψει κάθε προσπάθεια της Εκκλησίας να διαλεχθεί με τον κόσμο, πέρα από τους χριστιανούς οι οποίοι αποδεικνύουν ότι δεν γεύονται την Αγιοπνευματική χαρά της ενότητας.


 

[1] Παράνοια ή Παρανοϊκή διαταραχή ορίζεται η διαταραχή της προσωπικότητας που χαρακτηρίζεται από χρόνια αισθήματα δυσπιστίας, καχυποψίας, έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στους άλλους καθώς και υπερευαισθησίας και υπερεκτίμησης που έχει το άτομο για τον εαυτό του. Τα άτομα με αυτή τη χρόνια ψυχοπαθολογία πιστεύουν ότι καταδιώκονται, ότι οι άλλοι θέλουν να τους βλάψουν ή να τους εκμεταλλευτούν, επινοούν κρυμμένα απειλητικά νοήματα και θεωρούν ότι τα κίνητρα των άλλων είναι ύποπτα και κακόβουλα. (http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=390955).