Toυ Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Στο προηγούμενο μέρος του άρθρου αποδείξαμε ότι ο Χριστός δεν είναι ιδρυτής μίας θρησκείας, όπως έκαναν ορισμένοι άνθρωποι, αλλά θεμελιωτής της Εκκλησίας του αληθινού Θεού. Της δικής Του δηλ. Εκκλησίας, αφού ο Ναζωραίος ήταν ο Μονογενής Υιός του Θεού που ήλθε στη γη για να εκπληρώσει το σχέδιο της Θείας Οικονομίας και να σώσει τον άνθρωπο από τα δεσμά του θανάτου. Ο Κύριος του Ουρανού και της Γης, ο Δεσπότης των απάντων, δέχθηκε να πάρει τη δική μας δουλική μορφή, σαρκωθείς μέσα στα Σπλάχνα της Παρθένου, για να ζήσει ανάμεσά μας ως Θεός και ως Ανθρωπος. Ως Θεάνθρωπος. Ετσι τον γνωρίσαμε. Με τις δύο φύσεις Του. Από την αρχή μέχρι το τέλος της Σωτηριώδους Αποστολής Του στη γη. Νόμος της Εκκλησίας του Χριστού είναι ο λόγος του Θεού-Πατέρα, που τον ευαγγελίσθηκε στους ανθρώπους ο Ιησούς. Το Ευαγγέλιό Του, που είναι ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας του Θεού, το «Σύνταγμα» της «καινής Πολιτείας» Του, περιέχει τις Εντολές του Θεού προς τους ανθρώπους. Οχι τις προσωπικές Διδαχές του ενανθρωπίσαντος Υιού του Θεού. Αν και θα μπορούσε, λόγω της διπλής φύσης του Θεανθρώπου, να περιέχει και αυτές ή μόνον αυτές. Το ζήτημα αυτό μάς το ξεκαθαρίζει ο Ιησούς, όταν διαβεβαιώνει τους Μαθητές Του και δι’ αυτών όλους εμάς, τους αποδέκτες του Ευαγγελίου Του: «Εγώ εξ εμαυτού ουκ ελάλησα, αλλά ο πέμψας με Πατήρ αυτός Εντολήν μοι έδωκε, τι είπω και τι λαλήσω» (Ιω. ιβ΄ 49 & ιδ΄ 10).

Μένει κάτι ακόμη, για να έχουμε πλήρη εικόνα της Εκκλησίας του αληθινού Θεού που θεμελίωσε ο Χριστός: το Τρίτο Πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, που συνυπάρχει σε αδιάσπαστη ενότητα μαζί με τον Πατέρα και τον Υιό. Είναι το Αγιο Πνεύμα, ο Παράκλητος, για τον οποίο μας μιλάει ο Ναζωραίος στη Δεσποτική Του Προσευχή λίγο πριν από το Πάθος Του (Ιω. ιε΄, 26). Αυτό ομολογούμε επίσης στο Σύμβολο της Πίστης μας, στο «Πιστεύω» που απαγγέλλουμε σε κάθε Θεία Λειτουργία. Δίπλα στον «Πατέρα, τον Παντοκράτορα, τον Ποιητή του Ουρανού και της Γης» και στον «Υιό του Θεού τον Μονογενή, τον εκ του Πατρός γεννηθέντα προ πάντων των αιώνων, τον δι’ ημάς τους ανθρώπους κατελθόντα εκ των Ουρανών και σαρκωθέντα εκ πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου και ενανθρωπίσαντα», ομολογούμε επίσης πίστη «και εις το Πνεύμα το Αγιον, το εκ του Πατρός εκπορευόμενον (Ιω. ιε΄, 26), το συν Πατρί και Υιώ συμπροσκυνούμενον και συνδοξαζόμενον». 

Εάν τώρα τα μαζέψουμε όλα αυτά, μπορούμε να δούμε καθαρά τι ακριβώς είναι «η μία Αγία καθολική και αποστολική Εκκλησία» του Χριστού, στην οποία πιστεύουμε. Μπορούμε δηλ. να δούμε τα δόγματα που τη διέπουν και τους ηθικούς κανόνες που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά όσων αποδέχονται τον Χριστό, όπως μας φανερώθηκε. Και όχι όπως θέλει να Τον βλέπει ο καθένας από μας. «Οσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε, Χριστόν ενεδύσασθε», μας λέει ο Απόστολος Παύλος (Γαλ. γ΄ 27), ο Φαρισαίος πρώην διώκτης και φονιάς των Χριστιανών, ο οποίος από τη στιγμή που του μίλησε ο ίδιος ο Χριστός, έβαλε τον Κύριο τόσο βαθιά στην ζωή του, ώστε να μας λέει στο τέλος ότι “εγώ από τότε που γνώρισα τον Χριστό, έπαψα να ζω ως Σαούλ, διότι ζει μέσα μου ο Χριστός”: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζει δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. β΄ 20). Ο Χριστός λοιπόν είναι το «ένδυμα». Ιδιο και απαράλλαχτο μέσα στους αιώνες, που δεν παλιώνει ποτέ για να το βλέπει κάποιος «παλιομοδίτικο», όπως δεν παλιώνει βέβαια ποτέ και ο ίδιος ο Θεός, αλλά και το Ευαγγέλιό του. Τον Χριστό επομένως ή τον «ντύνεσαι» όπως είναι, ή αρνείσαι να φορέσεις το «ένδυμά» Του, εάν δεν σου αρέσει ή κρίνεις ότι δεν σου «πηγαίνει». Δεν φτιάχνεις εσύ δικό σου «ένδυμα», για να «ντύσεις» με αυτό τον Χριστό, ώστε να Τον κάνεις έτσι πιο ελκυστικό στους ανθρώπους με την καινούργια, τη μοντέρνα «φορεσιά» του. Οποιος εκμοντερνίζει τον Θεό, στην ουσία τον αρνείται, τον απορρίπτει. Και στη θέση του βάζει ένα δικό του είδωλο για τον Θεό, όπως το έκαναν οι Παπικοί, οι Προτεστάντες και οι άλλοι. Και όπως δυστυχώς, κάνουν σήμερα πολλοί άνθρωποι, οι οποίοι αν έχουν μεταφυσική πίστη, έχουν πλάσει μέσα τους την εικόνα ενός αφηρημένου, απρόσωπου Θεού, του οποίου όλοι είμαστε παιδιά του και στον οποίο συναντώνται όλες οι θρησκείες, αφού όλες μιλούν για τον Θεό (συγκρητισμός). Αρα, μη ζητάς περισσότερα πράγματα για τον Θεό και κάνε αυτό που νομίζεις ότι τον ευαρεστεί.

Μέσα σε μία τέτοια αντίληψη για τον Θεό όλα «κόβονται» και «ράβονται» στα μέτρα μας, αφού το «πατρόν» για τα σχετικά «ενδύματα» το έχουμε εμείς. Δεν μας το δίνει ο αφηρημένος και απρόσωπος Θεός, ο οποίος ως τέτοιος δεν μπορεί να αναζητηθεί, για να μας το δώσει. Οσοι κυκλοφορούν με τέτοια σύγχρονα «φορέματα», όπως είναι οι «Ροταριανοί», τα «Λιοντάρια» (Lions) και οι «Γιογκίτες», αυτοί δηλ. που καταφεύγουν στη βουδιστική «γιόγκα», φυσικό είναι να κερδίζουν τη συμπάθεια όλων εκείνων που πηγαίνουν με το ρεύμα της εποχής και γίνονται θερμοί συνήγοροί τους κάθε φορά που ακούν την Εκκλησία να αποδοκιμάζει τα σχετικά «φορέματα» ως απάδοντα στη χριστιανική ορθοδοξία. Γιατί είναι, αλήθεια, οπισθοδρομικό να επισημαίνει η Εκκλησία στα μέλη της τον κίνδυνο της αίρεσης με τον οποίο είναι συνυφασμένες κάποιες πρακτικές που ακολουθούν στη ζωή τους; Τι θα έπρεπε δηλ. να κάνει η Εκκλησία σε τέτοιες περιπτώσεις, για να αποσπάσει τα ευμενή σχόλια των «προοδευτικών» κριτικών; Να αποκρύψει τους «θησαυρούς» της, επειδή κάποιοι τους θεωρούν «παλιατζούρες»; Ή να αποσιωπήσει τον κίνδυνο αποκοπής των πιστών από αυτούς τους «θησαυρούς», καθώς τους βλέπει να «φκιασιδώνονται» με ψεύτικα «στολίδια» που γοητεύουν τους πολλούς; Αληθινό «στολίδι» της Εκκλησίας ο Χριστός. Χρυσάφι πραγματικό, που δεν χάνει ποτέ την αξία του, έστω κι αν είναι το πιο παλιό από τα πολύτιμα μέταλλα. Πόσο πειστικός είναι ο λόγος εκείνων, οι οποίοι μαθημένοι στα σύγχρονα, ψεύτικα, αλλά φανταχτερά «στολίδια» χαρακτηρίζουν ως οπισθοδρομικούς όσους επιμένουν να φορούν χρυσά κοσμήματα;

Εάν λοιπόν τους «Ροταριανούς» και τα «Λιοντάρια» τους ενδιαφέρει πραγματικά η αξιέπαινη κατά τα λοιπά φιλανθρωπική και λοιπή αγαθοεργός δράση τους, τι τους εμποδίζει να το πράξουν αυτό υπό τη σημαία της χριστιανικής Εκκλησίας, χρησιμοποιώντας ως προστάτη του σωματείου τους κάποιον Αγιο της Εκκλησίας μας; Και εάν οι νέοι μας αναζητούν, ορθώς βέβαια, τρόπους εσωτερικής αυτοπειθαρχίας, γιατί πρέπει να το κάνουν αυτό με λαθεμένο τρόπο μέσα από τους κόλπους της βουδιστικής θρησκείας και όχι μέσω της προσευχής και της νηστείας που μας υπέδειξε ο ίδιος ο Χριστός ως μέσο εσωτερικής αυτάρκειας αλλά και επικοινωνίας μας με τον Θεό; Ολα αυτά τα παιδιά τα οποία από μία κακώς εννοούμενη μόδα καταφεύγουν στη «γιόγκα», δοκίμασαν ποτέ να μιλήσουν με τον εαυτό τους και τον Θεό μέσω της προσευχής, για να βρουν το σημείο της εσωτερικής ισορροπίας που τους λείπει και το αναζητούν σε ξένους και «ολισθηρούς» χώρους, ενώ το έχουν στα χέρια τους και μπορούν να το χρησιμοποιήσουν σε κάθε τους βήμα και σε κάθε στιγμή της ζωής τους; Υπάρχει αποτελεσματικότερη «γιόγκα» από την προσευχή και την αυτοσυγκράτηση μέσω της νηστείας;

Να μιλήσουμε λοιπόν για την Εκκλησία στον «καινούργιο κόσμο». Τον «κόσμο» αυτό όμως δεν τον βλέπω στο «ξεπούλημα» των «χρυσαφικών» της Εκκλησίας μας, αλλά στην αναζήτηση από αυτήν πειστικών προτύπων, με τα οποία προβάλλει σήμερα τα «χρυσαφικά» της στην κοινωνία και ιδίως στους νέους. Εκεί έχει μείνει πίσω η Εκκλησία. Και αληθινή πρόοδος θα είναι αν βρει τον τρόπο να περάσει μπροστά για να δείξει όχι με λόγια, αλλά με έργα, το Φως το Αληθινό στους «εν σκότει και σκιά θανάτου καθημένους» σύγχρονους κοινωνούς.