Το μίσος είναι αντίθετο της αγάπης, αλλά ευρίσκεται επίσης κοντά της.

Γιατί και πώς το μίσος εμφανίζεται στην ανθρωπότητα;

Το μίσος ανάμεσα στους ανθρώπους είναι μία καθημερινή πραγματικότητα. Η Γένεση σημειώνει την εμφάνιση από την πρώτη κιόλας ανθρώπινη γενιά και οι σοφοί της Βίβλου ξέρουν να εξετάζουν το μίσος με διαυγή κρίση.

Δέχονται ότι είναι ένας καρπός της αμαρτίας. Εμπνευστής του και Πατέρας του είναι ο Διάβολος, επειδή ο Θεός έχει πλάσει τους ανθρώπους αδελφούς για να ζούν με αμοιβαία αγάπη.

Η τυπική περίπτωση του Κάιν επιβεβαιώνει καθαρά την πορεία του μίσους που γεννιέται από τη ζήλεια, τείνει στην εκμηδένιση του άλλου και οδηγεί στην αδελφοκτονία.

Από τις μακρινές του ρίζες, το σχήμα «φθόνος-μίσος-ανθρωποκτονία» εφαρμόζεται πάντοτε με την ίδια κατεύθυνση: «Ο ασεβής μισεί τον δίκαιο και του συμπεριφέρεται εχθρικά», κατά το αποστολικό «πάντες οι θέλοντες ευσεβώς ζην διωχθήσονται» (Προς Τιμόθεον Β΄ γ΄ 12).

Ισχύει διαρκώς ο νόμος κατά τον οποίο αυτός που αγαπά τον Θεό και πιστεύει σ’ Αυτόν μισείται, είτε γιατί διαφέρει από τους απίστους και η διαφορά αυτή προκαλεί φθόνο, είτε γιατί αποτελεί ζωντανή επίκριση των αμαρτωλών.

«Ει ο κόσμος υμάς μισεί, γινώσκετε ότι εμέ πρώτον υμών μεμίσηκεν‧ ει εκ του κόσμου ήτε, ο κόσμος αν το ίδιον εφίλει‧ ότι δε εκ του κόσμου ουκ εστέ, αλλ’ εγώ εξελεξάμην υμάς εκ του κόσμου, διά τούτο μισεί υμάς ο κόσμος» (Ιωάννου ιε΄ 18-19).

Σ’ αυτό το μίσος του οποίου είναι θύμα ο δίκαιος, δεν μπορεί να ανταποδίδει το μίσος.

«Μη νικώ υπό του κακού, αλλά νίκα εν τω αγαθώ το κακόν» (Προς Ρωμαίους ιβ΄ 21)

και ο Κύριος «Λοιδορούμενος ουκ αντελοιδόρει, πάσχων ουκ ηπείλει» (Α΄ Πέτρου β΄ 23).

Ο Θεός δεν μπορεί να μισεί καμία από τις υπάρξεις που ο Ιδιος δημιούργησε και θα ήταν ύβρις να κατηγορηθεί ο Θεός της αγάπης για μίσος προς τον λαό Του.

Η ίδια η αγάπη Του συνεπάγεται αποστροφή ή απέχθεια για την αμαρτία. Μισεί την ειδωλολατρία, την υποκρισία, όταν ιδιαίτερα εκδηλώνεται στη λατρεία, την αρπαγή και το έγκλημα.

Το ολοκληρωτικά ασυμβίβαστο που ορθώνει ο αμαρτωλός με τα σφάλματά του ανάμεσα στον Θεό και στον εαυτό του, εκφράζεται στην Αγία Γραφή με την ορολογία του μίσους. Οταν ο αμαρτωλός ταυτίζεται με την αμαρτία του ζώντας χωρίς μετάνοια, γίνεται εχθρός του Θεού. Ο βίαιος άνθρωπος, ο ειδωλολάτρης, ο υποκριτής, όλοι οι κακοποιοί, οι άπιστοι, μισούν τον Θεό και γίνονται εχθροί του Θεού.

Με την εμφάνισή Του σ’ έναν κόσμο συγκλονισμένο από το πάθος του μίσους, ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός βλέπει να συγκλίνουν στο πρόσωπό Του οι διάφορες μορφές του μίσους.

Το μίσος για τον εκλεκτό του Θεού, που τον φθονούν.

Το μίσος για τον δίκαιο, που η παρουσία του ελέγχει και καταδικάζει τους αμαρτωλούς.

Ο Ιησούς Χριστός πεθαίνει λοιπόν θύμα του μίσους, αλλά με τον θάνατό Του σκοτώνει το μίσος, γιατί αυτός ο θάνατος είναι μία πράξη αγάπης που ξαναφέρνει την αγάπη στον κόσμο και την θεμελιώνει μέσα σ’ αυτόν οριστικά.

Οποιος ακολουθεί τον Κύριό μας Ιησού Χριστό θα έχει την ίδια τύχη. Οι μαθητές Του θα μισηθούν για το Ονομά Του. Ωστόσο δεν πρέπει να εκπλήσσονται, μάλλον να χαίρονται, γιατί έτσι συμμερίζονται τη μοίρα του Διδασκάλου τους.

Οι μαθητές του Κυρίου μας Ιησού Χριστού μισούν το κακό, και όχι τους αμαρτωλούς. Οπως ο Ιησούς, καταλαβαίνουν καλά ότι υπάρχει ριζική αντίθεση ανάμεσα στον Θεό, στις κοσμικές επιθυμίες, στο σαρκικό φρόνημα, στα χρήματα. Για να εξαλείψουν μέσα τους κάθε συνενοχή με το κακό, θα απαρνηθούν τα πάντα και θα φθάσουν σε σημείο να μισήσουν ακόμα και τους εαυτούς τους. Αλλά προς τους άλλους ανθρώπους οι μαθητές δεν θα έχουν καθόλου μίσος στην καρδιά τους.

Ο χριστιανός αγαπά όλους τους ανθρώπους και μισεί τον εαυτό του. Ο χριστιανός ξέρει πως μόνο η αγάπη δίνει ζωή και κάνει τον άνθρωπο να μοιάζει με τον Θεό.

Στην προς Διόγνητον επιστολή, που γράφτηκε στα τέλη του 2ου αιώνα, ο συγγραφέας εξηγεί ότι ο κόσμος μισεί τους Χριστιανούς, όπως η σάρκα μισεί την ψυχή:

«Μισεί η σάρκα την ψυχή και την πολεμά, ενώ σε τίποτε δεν την αδικεί, μόνο και μόνο γιατί την εμποδίζει να ριφθεί στις ηδονές. Ετσι και ο κόσμος μισεί τους Χριστιανούς, ενώ σε τίποτε οι χριστιανοί δεν τον αδικούν, μόνο και μόνο γιατί αντιτάσσονται στις ηδονές». (Προς Διόγνητον Επιστολήν, ΒΕΠΕΣ τ. 2 σ. 253).

Γι’ αυτό ο κόσμος και στις ημέρες μας, επιδιώκει οι Χριστιανοί να συσχηματισθούν μαζί του και να αποδεχθούν τους κανόνες που επιβάλλει, ώστε να μην υπάρχει το παράδειγμα και επομένως ο έλεγχος από την άλλη, την παραδείσια ζωή...