Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα

Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Ολοι ενθυμούμεθα, τι έγινε πριν από λίγους μήνες κατά τον εορτασμό του φετινού Πάσχα. Εξαιτίας του «λουκέτου», που επεβλήθη στις Εκκλησίες από την Κυβέρνηση για την αποφυγή της διασποράς του κορωνοϊού, υποχρεωθήκαμε να βιώσουμε την Ανάσταση του Κυρίου μέσα σε συνθήκες «γυάλας» αποστειρωμένης σε κενό αέρος. Μόνον έτσι εξασφαλιζόταν, κατά την κρίση των ιθυνόντων, απόλυτη ανοσία. Και είδαμε, πόσο αρμονικά συμπορεύθηκαν το απόλυτο του στόχου με το απόλυτο του μέτρου, που διαμόρφωσαν την επιδημιολογική καμπύλη. Χωρίς βέβαια να είναι δεδομένο ότι η καμπύλη αυτή θα ήταν διαφορετική, αν στη θέση του «λουκέτου» υπήρχαν κάποια περιοριστικά μέτρα σε σχέση με την προσέλευση και την παραμονή των πιστών μέσα στις Εκκλησίες κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Εβδομάδος και ιδίως κατά τις Ακολουθίες των Παθών, του Επιταφίου και της Αναστάσεως. Οσοι είχαμε αντίθετη άποψη στη λογική του «λουκέτου», για τους υποστηρικτές του μέτρου ήμασταν απλά «ζηλωτές» ή θεματοφύλακες του «πιστόμετρου», ή τουλάχιστον «αιθεροβάμονες» που δεν μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τις χαμηλές και εξαιρετικά επικίνδυνες για τη ζωή όλων μας  «πτήσεις» του κορωνοϊού. Ωσπου ήρθε το άλλο Πάσχα, το «Πάσχα του καλοκαιριού», όπως συνηθίζεται να αποκαλείται ιδίως στους κόλπους της Εκκλησίας η Κοίμησις της Θεοτόκου.

Γιορτάσαμε λοιπόν πριν από λίγες ημέρες τη μεγάλη Θεομητορική Εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου μέσα στις ίδιες συνθήκες της πανδημίας του κορωνοϊού. Με κατακόρυφη όμως τώρα αύξηση των κρουσμάτων, που μετρώνται πια όχι σε μονάδες ή δεκάδες περιστατικών μόλυνσης, όπως τον Μάρτιο, αλλά σε εκατοντάδες ημερησίως, και με αναπόφευκτη τη δραματική κορύφωση της επιδημιολογικής καμπύλης. Παρ’ όλα αυτά αυτή τη φορά δεν υπήρξε «λουκέτο» στις Εκκλησίες, όπως συνέβη πριν από λίγους μήνες με το Πάσχα του Κυρίου. Γι’ αυτό οι πιστοί προσήλθαν άφοβα στους Ναούς, για να προσκυνήσουν την εικόνα της Παναγιάς μας, της Μητέρας όλου του κόσμου, και να τιμήσουν τη Μνήμη της. Στη θέση του «λουκέτου» είχαν υπεισέλθει  τώρα, ορθώς βέβαια, διάφορα προστατευτικά μέτρα και άλλοι συναφείς περιορισμοί  που απέβλεπαν στην αποφυγή της διασποράς του ιού, ενώ δεν έλειψαν και κάποιες απαγορεύσεις, μεταξύ των οποίων η σπουδαιότερη είναι ασφαλώς η απαγόρευση της περιφοράς της Εικόνας της Μεγαλόχαρης στις κατά τόπους πανηγυρίζουσες Εκκλησίες. Δεν μνημονεύω εδώ τα πανηγύρια, που και αυτά απαγορεύθηκαν επίσης, διότι τα πανηγύρια δεν αποδίδουν εκκλησιαστικώς το εορταζόμενο γεγονός, αλλά συνιστούν κοσμικές-λαϊκές εκδηλώσεις που λαμβάνουν χώρα επ’ ευκαιρία της Εορτής, όπως γίνεται και με το Πάσχα του Κυρίου ή με τις Εορτές ορισμένων Αγίων που και αυτές είναι συνυφασμένες με τοπικού χαρακτήρα πανηγύρια. Εάν λείψουν τα πανηγύρια που πλαισιώνουν τις θρησκευτικές εορτές, η ίδια η θρησκευτική εορτή δεν χάνει τίποτε απολύτως. Εάν όμως λείψει ένα τελετουργικό στοιχείο της Εορτής, όπως είναι η Περιφορά του Επιταφίου τη Μεγάλη Παρασκευή ή της Εικόνας της Θεομήτορος τον Δεκαπενταύγουστο, η Εορτή δεν χάνει απλά έναν τύπο αυτής. Χάνει ένα τμήμα της ουσίας της. Είναι σαν το φαγητό που του λείπει το καρύκευμα. Οπως λοιπόν το καρύκευμα για το φαγητό δεν είναι γαρνίρισμα αυτού, στοιχείο δηλ. του σερβιρίσματός του, έτσι και η Περιφορά του Επιταφίου ή της Εικόνας της Παναγίας δεν είναι ένας απλός τελετουργικός τύπος για να συμπληρωθεί η Εορτή, αλλά ένα στοιχείο που την ολοκληρώνει και την αναδεικνύει λατρευτικά στους πιστούς σε όλο της το εύρος.

Με τα δεδομένα αυτά η απαγόρευση της Περιφοράς της Εικόνας της Παναγίας τον Δεκαπενταύγουστο είναι ένα ισότιμο με το «λουκέτο» μέτρο, που υπόκειται και αυτό στην ίδια ακριβώς αξιολόγηση με εκείνο, καθώς το βλέπουμε να λειτουργεί στους χώρους της Θείας Λατρείας. Η απαγόρευση μάλιστα της Περιφοράς της Εικόνας  της Μεγαλόχαρης, έρχεται σε αντίφαση με την υπό όρους άρση της απαγόρευσης εισόδου των πιστών στους Ιερούς Ναούς, για να παρακολουθήσουν τις σχετικές ιεροτελεστίες. Και ουδείς μπορεί, νομίζω, να αμφισβητήσει ότι οι πιστοί με τη στάση τους μέσα στους Ιερούς Ναούς, όπως μας έδειξαν με σαφήνεια οι τηλεοπτικές μεταδόσεις από την Τήνο, το Βέρμιο και την Πάρο κατά την ημέρα της Παναγίας – και αναλόγως θα συμπεριφέρθηκαν, υποθέτω, σε όλους τους Ιερούς Ναούς – ακολούθησαν με απόλυτο σεβασμό τα μέτρα για τον περιορισμό της εξάπλωσης των κρουσμάτων του κορωνοϊού: Φορούσαν όλοι μάσκες και τηρούσαν τις αποστάσεις μεταξύ τους. Οταν λοιπόν οι πιστοί τηρούν τα μέτρα μέσα στους Ναούς, τι είναι εκείνο που επιτρέπει να εικάσουμε ότι θα τα αγνοήσουν στην υπαίθρια συνέχεια της ιεροτελεστίας, ώστε να δικαιολογείται η απαγόρευση της συμμετοχής τους σε αυτήν; Είναι άστοχο, αλλά και άδικο να εξομοιώνουμε τους πιστούς με τους θαμώνες ενός μπαρ ή με κάποιους πανηγυριστές, οι οποίοι στην επιθυμία τους να διασκεδάσουν παραμερίζουν όλα τα υγειονομικά μέτρα που τους εμποδίζουν και πλήρως ελευθερωμένοι πια, επιδίδονται στο ξεφάντωμα με την παρέα τους και τους άλλους συμμέτοχους στο γλέντι.

Τα συμβάντα λοιπόν στο φετινό «Πάσχα του καλοκαιριού» αναδεικνύουν όχι μόνο τις αστοχίες του «λουκέτου», που βίωσε η Εκκλησία την άνοιξη στην πιο ιερή της περίοδο, αλλά και τις πλημμέλειες που ενέχει το υποκατάστατο μέτρο αυτού, που οδήγησε στην απαγόρευση της συμμετοχής των πιστών στην Περιφορά της Εικόνας της Παναγίας. «Λουκέτο» και απαγόρευση Περιφοράς εμπεριέχουν στον ίδιο βαθμό ένα κράμα  αυθαιρεσίας, υπερβολής και παραλογισμού. Και καλό θα ήταν να έδειχνε η Κυβέρνηση μεγαλύτερη σωφροσύνη στην προσπάθειά της να βρει το ενδεδειγμένο μέτρο, ώστε να προστατεύσει τόσο τη δημόσια υγεία, όσο και την ακώλυτη άσκηση της Θείας Λατρείας.