Αναφερόμενος στην Τουρκία, ο Βλαντιμίρ Πούτιν δήλωσε λίγες ημέρες μετά την κατάρριψη του ρωσικού αεροσκάφους ότι «... οι πολιτικοί ηγέτες της Τουρκίας ενθαρρύνουν τον εξισλαμισμό της τουρκικής κοινωνίας». Το ζήτημα αυτό έχει τη δική του σπουδαιότητα, ασχέτως με την εξωτερική πολιτική της γείτονος και τις διακυμάνσεις των εξωτερικών της σχέσεων με τη Ρωσία. Είναι γεγονός ότι η άνοδος των ισλαμιστών το 2002 εξέφρασε μια ευρεία λαϊκή συναίνεση και η στροφή προς το Ισλάμ έχαιρε γενικής αποδοχής, εκτός από την αντίδραση μιας μερίδας του τουρκικού λαού η οποία αφορά περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού. Λόγω του γεγονότος ότι οι κεμαλικές μεταρρυθμίσεις σε μεγάλο βαθμό δεν συγκινούσαν τα ευρέα στρώματα, η εσωτερική πολιτική των ισλαμικών κυβερνήσεων έγινε δεκτή από την πλειοψηφία, η οποία, ούτως ή άλλως, ήταν εξοικειωμένη με αυταρχικές μεθόδους διακυβέρνησης από τη δημιουργία του τουρκικού κράτους, με τη Συνθήκη της Λωζάννης.

Η οικονομική ευμάρεια και η αστικοποίηση μέρους του -συντηρητικών αρχών- πληθυσμού της Ανατολίας συνέβαλε τα μάλα σε αυτήν την εξέλιξη. Η εικόνα του ισχυρού ηγέτη που αποπνέει ο Ερντογάν και αναμφίβολα συγκινεί τα λαϊκά στρώματα και η έλλειψη ουσιαστικής αντιπολίτευσης συνετέλεσαν επίσης στην επικράτηση του Κόμματος Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Επικράτηση στην κοινωνία και, σε μεγάλο βαθμό, στους φορείς αυτής, τη στρατογραφειοκρατία, το διπλωματικό σώμα και την αστυνομία. Οι επιχειρηματίες που ανδρώθηκαν επί ισλαμικών κυβερνήσεων και αποτέλεσαν το λεγόμενο «πράσινο κεφάλαιο», από το πράσινο χρώμα της ισλαμικής θρησκείας, ολοκληρώνουν αυτήν την εικόνα. Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις επί ισλαμικών κυβερνήσεων διέρχονται την πλέον ήρεμη φάση τους από την Μεταπολίτευση και εντεύθεν, ενώ οι ελληνοτουρκικές οικονομικές σχέσεις αναβαθμίστηκαν αισθητά και η Ελλάδα δέχτηκε περί το ένα εκατομμύριο Τούρκων τουριστών. Σε όλα αυτά θα έπρεπε να προστεθεί και η αμερικανική υποστήριξη και λόγω του καπιταλιστικού χαρακτήρα των μεταρρυθμίσεων που πραγματοποίησαν οι Ισλαμιστές στην Τουρκία.

Οι επιχειρηματίες που ανδρώθηκαν επί ισλαμικών κυβερνήσεων αποτέλεσαν το λεγόμενο «πράσινο κεφάλαιο», από το πράσινο χρώμα της ισλαμικής θρησκείας

Εντούτοις, πολύ πριν από τις περασμένες εκλογές, από τα γεγονότα στο πάρκο Γκεζί της Κωνσταντινούπολης και τις δηλώσεις του Αμπντουλάχ Γκιουλ είχε διαφανεί μια δυσφορία για τον ρυθμό και τον τρόπο ισλαμοποίησης της τουρκικής κοινωνίας. Η δυσφορία αυτή παρέσυρε πολλούς στην Ελλάδα και στο εξωτερικό να ομιλούν περί επερχόμενου τέλους του Ερντογάν.

Φαίνεται, όμως, ότι, παρά την αναμφισβήτητη πολιτική ηγεμονία του, ο Ερντογάν διέβη τον Ρουβίκωνα κατά καιρούς με υπερβολικά μέτρα φιλοϊσλαμικού χαρακτήρα και ενόχλησε ισχυρά κέντρα στο εξωτερικό και Δυτικούς υποστηρικτές του, οι οποίοι, χωρίς να αποσύρουν την υποστήριξή τους από αυτόν, του διεμήνυσαν ότι πρέπει «να βάλει νερό στο κρασί του». Οι δηλώσεις Πούτιν σε αυτό ακριβώς αναφέρονται και απηχούν μια γενικότερη στάση έναντι της Τουρκίας.

Σεβόμενη τον φιλοϊσλαμικό χαρακτήρα του τουρκικού καθεστώτος, η Ρωσία εμφανώς και άλλες χώρες αφανώς προειδοποιούν τη νεοεκλεγείσα κυβέρνηση Ερντογάν να μην προχωρήσει σε μέτρα βίαιου ή έντονου ισλαμικού χαρακτήρα και να απέχει από προκλητικές ενέργειες, όπως η μετατροπή της Αγίας Σοφίας σε τζαμί. Είναι σαφές ότι η συντριπτική πλειονότητα του τουρκικού λαού δεν εγκρίνει παρόμοια μέτρα, τα οποία θα οδηγήσουν τη χώρα σε αστάθεια και θα βλάψουν τα καλώς εννοούμενα συμφέροντά της. Αν σκεφθεί κανείς τον εξωστρεφή χαρακτήρα της τουρκικής οικονομίας και την συνεπακόλουθη εξάρτησή της, τα αυξανόμενα προβλήματα που αυτή αντιμετωπίζει και την εχθρότητα μεγάλου μέρους υποστηρικτών του κυβερνώντος κόμματος προς μέτρα θρησκευτικού φανατισμού, αντιλαμβάνεται την ορθότητα αυτής της παρατήρησης του Πούτιν.