Γράφει ο π.Γεώργιος Δορμπαράκης

 

Δεν αναφερόμαστε μόνο στην κοινή διαπίστωση ότι κάθε άνθρωπος στον κόσμο, εκ των πραγμάτων λόγω της ατέλειάς του έχει περιορισμένο νου και συνεπώς θεάται μόνον ένα τμήμα της πραγματικότητας – πάντοτε θα του διαφεύγει το όλον, το οποίο κατανοεί μόνον ο Δημιουργός επειδή Του ανήκει – αλλ’ ούτε και στην κοινή εξίσου αποδοχή ότι κάθε άνθρωπος, ενώ μετέχει της ίδιας με όλους ανθρώπινης φύσης, ζει τη φύση του αυτή με έναν διαφορετικό τρόπο – ό,τι συνήθως ονομάζουμε προσωπικότητα. Αναφερόμαστε σε κάτι βαθύτερο από πλευράς πνευματικής: αφενός στην ελλειμματική κρίση μας ως προς αυτό που θεωρούμε αλήθεια, λόγω της ύπαρξης της αμαρτίας μέσα μας που αλλοιώνει και διαστρεβλώνει τα αισθητήριά μας, αφετέρου στην αρνητική ενέργεια που μεταφέρουμε στη γύρω μας πραγματικότητα, ακριβώς λόγω των στρεβλών παθών μας. Γι’ αυτό και δεν είναι παράδοξο ότι οι άγιοί μας, παλαιοί και νέοι, δεν έτρεφαν ιδιαίτερη εμπιστοσύνη στα κελεύσματα του ανθρωπίνου νου, σημειώνοντας μάλιστα ότι «νόμος του (πεσμένου στην αμαρτία) νου είναι η πλάνη». Ο όσιος Γέροντας Παΐσιος ο αγιορείτης για παράδειγμα, έλεγε ότι πρέπει να βάζουμε πολλά ερωτηματικά στην κρίση μας για το αν τα πράγματα που αντιμετωπίζουμε στη ζωή μας είναι όντως έτσι όπως τα νομίζουμε. Ακόμα και στις περιπτώσεις που εξόφθαλμα φαίνεται η «αλήθεια» και το «δίκιο» μας, κι εκεί πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Διότι, όπως είπαμε, εμείς κρίνουμε επιφανειακά τα πράγματα, αγνοώντας το βάθος τους, το οποίο γνωρίζει μόνο ο Θεός και ίσως οι άγιοί Του, όταν Εκείνος τους το αποκαλύπτει.

Αλλά και η αρνητική ενέργεια που μεταφέρουμε ακόμη και με τους λογισμούς μας, είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο θέμα. Ενα περιστατικό μάλιστα που αναφέρει ιερέας ιατρός, πολύ κοντινός του οσίου Πορφυρίου τότε που ζούσε, έρχεται και διατρανώνει την παραπάνω αλήθεια. Αντιμετώπισε κάποτε ως λαϊκός ιατρός, ευρισκόμενος σε εφημερία Δημοσίου Νοσοκομείου επαρχιακής πόλεως, μία περίπτωση όπου μετά τα μεσάνυχτα ήλθε προς περίθαλψη γυναίκα μωλωπισμένη συνοδευόμενη από τον σύντροφό της. Κατάλαβε αμέσως ότι τα μωλωπίσματα προέρχονταν από τον άνδρα της και όχι από πέσιμο που επικαλέστηκε εκείνος. Οταν άρχισε να της παίρνει το ιστορικό, ο άνδρας, υποψιαζόμενος ότι τα στοιχεία αυτά μπορεί να χρησιμοποιηθούν εναντίον του, όρμησε κατ’ εκείνου, ο οποίος γλύτωσε την τελευταία στιγμή με την επέμβαση ενός χειροδύναμου νοσηλευτή. Το ζευγάρι έφυγε αμέσως, ενώ το περιστατικό ο ιατρός το είπε αργότερα στον όσιο Πορφύριο. Η απάντηση του οσίου ήταν απρόσμενη και απείρως παιδαγωγική για εκείνον και για όλους: «Εσύ φταις για την επιθετικότητα του άνδρα, γιατί αμέσως κατάλαβες τι είχε συμβεί και διατέθηκες αρνητικά απέναντί του. Η αρνητική σου διάθεση λειτούργησε εσωτερικά μέσα του και τον έκανε να εξοργιστεί στη συνηθισμένη διαδικασία λήψης του ιστορικού».

Παρομοίως κινείται στη σκέψη του και ο όσιος Σωφρόνιος του Εσσεξ. «Οι άνθρωποι – λέει μιλώντας στους μοναχούς της Μονής του – δεν προσέχουν τα δικά τους λάθη και κρίνουν τους άλλους. Με τον τρόπο αυτό καταστρέφεται η ενότητα. Φυλαχθείτε από κάθε λογισμό εναντίον των αδελφών, γιατί κάθε τέτοιος λογισμός προκαλεί ρωγμή στον τοίχο της Μονής μας. Διότι όταν σκεφτόμαστε το κακό για κάποιον και ύστερα βγαίνουμε από το κελί μας και τον συναντούμε, τα ίχνη της κακής αυτής σκέψεως ενεργούν. Και τότε ο άλλος, εξαιτίας αυτού του φαινομένου ανταποκρίνεται με αντίστοιχο τρόπο. Και ποτέ δεν είναι δυνατόν να γνωρίσουμε ποιος “άρχισε” πρώτος».

Συμπέρασμα: πόσα «δίκια» μας άραγε είναι και πράγματι δίκαια; Πόσα ερωτηματικά πρέπει να βάζουμε στα υποτιθέμενα δεδομένα μας; Πόση ευθύνη έχουμε για εντάσεις κι εχθρότητες και αδικίες που υποτίθεται εμείς δεχόμαστε εκ μέρους των άλλων;