Γράφει ο π.Γεώργιος Δορμπαράκης 

 

«Η επίκληση του Ονόματος του Θεού με σώζει από την αιχμαλωσία των λογισμών που επιτίθενται... Η πάλη αυτού του είδους δεν σταματά ακόμη και ως την τελευταία μας αναπνοή, κατά τη μαρτυρία των μεγάλων αγίων Πατέρων μας» (όσιος Σωφρόνιος του Εσσεξ).

 

Από την ποιότητα των λογισμών που δέχεται και καλλιεργεί η καρδιά μας εξαρτάται και η ποιότητα της πνευματικής μας ζωής: η εν Θεώ αύξησή μας ή ο καταποντισμός μας, μάς διδάσκουν οι άγιοι Πατέρες μας. Κι ο όσιος Σωφρόνιος σημειώνει ότι «η πάλη με τους λογισμούς που επιτίθενται δεν σταματά ακόμη και ως την τελευταία μας αναπνοή», που σημαίνει ότι αφενός πρέπει κανείς να μάθει πολύ καλά αυτό τον πόλεμο, αφετέρου δεν μπορεί να υπάρξει ποτέ εφησυχασμός. Ο εφησυχασμός άλλωστε στην πνευματική ζωή είναι κάτι άγνωστο, δεδομένου ότι ο άνθρωπος διαρκώς παλεύει με τα πάθη του αλλά και με τον πονηρό διάβολο που τα υποκινεί ακατάπαυστα και με τρόπο άτακτο - «ο μη ων μετ’ εμού κατ’ εμού εστι και ο μη συνάγων μετ’ εμού σκορπίζει», αποκαλύπτει ο Κύριος. Διακοπές δηλαδή και διαλείμματα στην πνευματική ζωή δεν υπάρχουν.

Γιατί δεν μπορεί ακόμη και ο προχωρημένος θεωρούμενος χριστιανός να απεμπλακεί ολοσχερώς από τους λογισμούς; Διότι πρώτον, όπως είπαμε, προέρχονται όχι μόνο από τη φύση μας αλλά και από τον πονηρό διάβολο, ο οποίος «ως λέων ωρυόμενος περιπατεί ζητών τίνα καταπίη». Οσο του αφήνει περιθώρια δράσεως ο Παντοκράτωρ Κύριος μέσα στις ανεξερεύνητες βουλές Του για τη σωτηρία μας, μάς τοξεύει με τα βέλη των λογισμών, είτε άμεσα κακών είτε και θεωρουμένων «καλών». Και δεύτερον, η ανθρώπινη φύση μας λειτουργεί μ’ έναν μυστήριο τρόπο, ειδικά μετά την πτώση στην αμαρτία – ποιος μπορεί να την «εμπιστευθεί», όταν και τότε που δεν υπήρχε ακόμη αμαρτία, πριν από την πτώση, διαστράφηκε από τις εισηγήσεις του πονηρού και απέστρεψε το πρόσωπό της από τον ίδιο τον Δημιουργό της; Λοιπόν, όχι μόνον οι πονηροί λογισμοί, αλλά και οι φυσικοί λεγόμενοι είναι υπό διαρκή κρίση – τα ανθρώπινα πάθη μας λειτουργούν πολύ ύπουλα και έχουν μάθει να κρύβονται, προκαλώντας συνεχείς... αναταράξεις στο λογιστικό του ανθρώπου: ο νους βρίσκεται αιχμάλωτος της διεστραμμένης θέλησης και των «χαλασμένων» συναισθημάτων.

Αδιάκοπη πάλη, επιθέσεις, αιχμαλωσία – το «τίμημα» των λογισμών στη ζωή του ανθρώπου. Αλλά ευτυχώς, οι χριστιανοί έχουμε το όπλο για να πολεμήσουμε και να σωθούμε‧ κι αυτό μας υποδεικνύει ο όσιος Σωφρόνιος: «Η επίκληση του Ονόματος του Θεού». Το Ονομα του Χριστού – «Αυτός εστιν ο Θεός ημών» – είναι το υπέρ παν Ονομα, μπροστά στο Οποίο κάμπτουν γόνυ τα επουράνια, τα επίγεια, τα καταχθόνια. Η χρήση του αγίου Ονόματός Του είναι αυτή που μας δίνει τη δύναμη να προσανατολιστούμε σωστά, να οδηγηθούμε πάνω στις άγιες εντολές Του, να νιώσουμε τη θεϊκή παρουσία Του στην ύπαρξή μας, να κατανοήσουμε εμπειρικά τι σημαίνει να είσαι άνθρωπος «ως εν σαρκί περιπολών Θεός». Πιάνεις με άλλα λόγια στα χέρια σου το κομποσχοίνι και ρίχνεις τον λογισμό σου στο όνομα του Χριστού, μέσα στο οποίο περικλείεται η παντοδύναμη ενέργειά Του. «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με τον αμαρτωλόν».

Με την προϋπόθεση βεβαίως ότι η μνημόνευση αυτή, κατά τους αγίους μας, πρέπει να είναι ο καρπός της ορμής της ψυχής μας προς Αυτόν, η έκφραση της αγάπης μας και της ζέουσας βούλησής μας – διαφορετικά, μνημονεύουμε κάνοντας... διαλογισμό(!) (όσιος Σωφρόνιος). Κι αυτή η αγάπη και η θερμή βούληση να πατά στο μόνο έδαφος που αρέσκεται ο Χριστός: την αγία ταπείνωση. Ετσι με ταπεινό και παρακλητικό τρόπο στρέφομαι εν αγάπη προς τον Χριστό και Τον επικαλούμαι αδιάκοπα, με αίσθηση της πανταχού παρουσίας Του, μέσα στην Οποία περικλείονται τα σύμπαντα, που θα πει ότι η επίκληση του Ονόματός Του σημαίνει και «αναγνώριση» της παρουσίας Του σε ό,τι αποτελεί δημιούργημά Του. Εκείνον φωνάζω και σ’ Εκείνον στρέφομαι αγαπητικά, όταν Τον «βλέπω» στο πρόσωπο του συνανθρώπου μου, στα ζώα, στα φυτά, στον αέρα, στη θάλασσα, στα πάντα.

Να Τον παρακαλούμε μόνο να μας ανοίγει λίγο τα μάτια...