Της Αγγελικής Δ. Χατζηιωάννου (M.Th.), υποψηφίας διδάκτορος ΕΚΠΑ

 

Ένα από τα σπουδαιότερα και παλαιότερα προσκυνήματα της Χριστιανοσύνης, αλλά και των Αγίων Τόπων, είναι αυτό της Γεννήσεως του Χριστού στην πόλη της Βηθλεέμ. Η Βηθλεέμ (το όνομα της οποίας σημαίνει «οίκος άρτου»), όπως είναι γνωστό, είναι τόπος της γεννήσεως του Σωτήρος Χριστού. Η πόλη είναι αρχαιότατη και βρίσκεται εννέα χιλιόμετρα νοτίως των Ιεροσολύμων. Το όνομά της αναφέρεται πολλές φορές στην Παλαιά Διαθήκη και καταγράφεται ως ο τόπος γεννήσεως του Μεσσία. Ο προφήτης Μιχαίας προφήτευσε σχετικά με τη Βηθλεέμ σημειώνοντας: «Και συ, Βηθλεέμ, οίκος του Εφραθά, ολιγοστός ει, του είναι εν χιλιάσιν Ιούδα˙ εκ σου μοι εξελεύσεται του είναι εις άρχοντα εν τω Ισραήλ» (Μιχ. ε’1, πρβλ. Ματθ. β’ 6), προφητεία στην οποία δηλώνεται σαφώς ότι η Βηθλεέμ θα είναι η γενέθλια πόλη του Μεσσία.

Όταν τον 4ο αιώνα η Αγία Ελένη βρέθηκε στη Βηθλεέμ, προκειμένου να προσκυνήσει τον τόπο της Γεννήσεως του Χριστού, βρήκε στο σημείο ειδωλολατρικό ναό, αφιερωμένο στον Άδωνι, τον οποίο είχαν κτίσει οι Ρωμαίοι, προκειμένου να εμποδίζουν τους Χριστιανούς να προσκυνούν στον ιερό εκείνο τόπο. Τότε έδωσε εντολή να κατεδαφισθεί και στη θέση του ανήγειρε, με πλούσια χρηματοδότηση που έλαβε από τον Μ. Κωνσταντίνο (272-337), τον περίφημο και περίλαμπρο Ναό της Γεννήσεως. Στον νέο ναό, ο Μ. Κωνσταντίνος αφιέρωσε σπουδαία χρυσά και αργυρά αφιερώματα. Ο κωνσταντίνειος ναός, όπως ονομάζεται, ανήκε αρχιτεκτονικώς στον τύπο της βασιλικής. Το οικοδόμημά του χωριζόταν σε πέντε χώρους ή διαδρόμους, με τέσσερις σειρές από κίονες. Ήταν στραμμένος ανατολικά και κατέληγε σε ημικυκλική κόγχη. Ο ναός αυτός κατέστη πολύ γρήγορα όχι μόνο προσκύνημα μεγάλης αίγλης, αλλά και σπουδαία εστία χριστιανικής πνευματικότητας, με μοναστικό χαρακτήρα. Σύμφωνα με το περίφημο «Οδοιπορικό της Αιθερίας», η λειτουργική γλώσσα που χρησιμοποιείτο στις Ακολουθίες που τελούνταν στον ναό ήταν η ελληνική. Στους οκταήμερους εορτασμούς των Χριστουγέννων μετέβαινε ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων, συνοδευόμενος από κλήρο και λαό.

Ο ναός, μετά την εξέγερση των Σαμαριτών (521-530), καταστράφηκε από πυρκαγιά, αναστηλώθηκε όμως με χρηματοδότηση του αυτοκράτορα Ιουστινιανού (527-565), ο οποίος αντιμετώπισε και την εν λόγω επανάσταση. Ο ναός, μετά τις παρεμβάσεις του Ιουστινιανού, διατήρησε το αρχικό αρχιτεκτονικό του σχέδιο, προστέθηκαν όμως σε αυτόν ο νάρθηκας, η βόρεια και η νότια αψίδα, ενώ η ανατολική επεκτάθηκε κατά τέσσερα μέτρα, προκειμένου να αποκτήσει τον ρυθμό του σταυροειδούς ναού και συγχρόνως να διατηρηθεί η εσωτερική επικοινωνία με το Σπήλαιο της Γεννήσεως.

Το 614, όταν οι Πέρσες επέδραμαν στη Βηθλεέμ, δεν κατέστρεψαν τον Ναό της Γεννήσεως, διότι, σύμφωνα με την παράδοση, είδαν το ψηφιδωτό της προσκυνήσεως των ομοφύλων τους Μάγων στον Χριστό. Το 638, όταν Άραβες κατέλαβαν την Παλαιστίνη, σεβάσθηκαν και αυτοί τον Ναό της Γεννήσεως και δεν τον κατέστρεψαν7. Μάλιστα, με διάταγμα του ηγέτη τους, Ομάρ Χαττάπ (τον περίφημο Αχτιναμέ), η βασιλική της Γεννήσεως ετέθη υπό την κυριότητα του Πατριάρχη Ιεροσολύμων Αγίου Σωφρονίου (634-638). Όταν οι σταυροφόροι κατέλαβαν την Παλαιστίνη (7 Ιουνίου 1099), η Βηθλεέμ περιήλθε στη δικαιοδοσία του Λατίνου Ταγκρέδου. Εκεί στέφθηκε Λατίνος βασιλιάς της Ιερουσαλήμ, ο Βαλδουίνος ο Α’ (1011) και αργότερα ο Βαλδουίνος ο Β’ (1022). Αυτή την περίοδο οι Λατίνοι επιχείρησαν να καταστούν μόνιμοι κύριοι του Ναού της Γεννήσεως. Ίδρυσαν μάλιστα και λατινική επισκοπή, χωρίς όμως επιτυχία.

Το 1169, ο αυτοκράτορας Μανουήλ Κομνηνός (1143-1180) επισκεύασε μέρη του Ναού της Βηθλεέμ και τον διακόσμησε με ψηφιδωτά, ένα από τα οποία σώζεται μέχρι και σήμερα. Ο ναός προηγουμένως ήταν διακοσμημένος με τοιχογραφίες, έργο των Βυζαντινών αυτοκρατόρων του 11ου αιώνα. Η επιγραφή που αναφέρει τα σχετικά με τη διακόσμηση του ναού από τον Μανουήλ Κομνηνό και σώζεται μέχρι σήμερα αναφέρει: «Ετελειώθη το παρόν έργον διά χειρός Εφραίμ μοναχού, ιστοριογράφου και μουσιάτορος, επί της βασιλείας Μανουήλ μεγάλου βασιλέως, Πορφυρογεννήτου του Κομνηνού και εν ταις ημέραις του μεγάλου ρηγός Ιεροσολύμων, κυρού Αμμωρή και του της Αγίας Βηθλεέμ αγιωτάτου επισκόπου, κυρού Ραούλ εν έτει στχοζ’ Ινδικτιώνος β’».

 

Στην περιόδο των Οθωμανών

Μετά την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (1453), ο Μωάμεθ B’ ο Πορθητής παρέδωσε στον Πατριάρχη Αθανάσιο φιρμάνι (=διάταγμα) σύμφωνα με το οποίο τόσο ο ίδιος όσο και οι μοναχοί της Βηθλεέμ θα κατείχαν τα κλειδιά της βασιλικής και των τριών θυρών εισόδου της, ενώ αναγνώρισε την ιδιοκτησία του Ορθοδόξου Πατριαρχείου επί του ναού. Έτσι, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας ο Ναός της Γεννήσεως παρέμεινε στην κυριότητα του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων, παρά τις προσπάθειες ρωμαιοκαθολικών, αλλά και Αρμενίων να αποκτήσουν δικαιώματα επ’ αυτού. Οι προσπάθειές τους απέτυχαν χάρη στις επιτυχείς και συντονισμένες ενέργειες του εκάστοτε Πατριάρχη Ιεροσολύμων και της Αγιοταφιτικής Αδελφότητας, με τη συνεργασία του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των λογάδων του Γένους.

Με τη Συνθήκη των Παρισίων (1856) και του Πρωτοκόλλου του Βερολίνου (1878), το προσκυνηματικό καθεστώς της βασιλικής της Γεννήσεως κατακυρώθηκε ξανά, και οριστικά αυτή τη φορά, υπέρ του Πατριαρχείου Ιεροσολύμων και αναγνωρίσθηκαν διεθνώς τα δικαιώματα του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου Ιεροσολύμων επί του Ναού της Βηθλεέμ και επί των άλλων παναγίων προσκυνημάτων. Οι δύο αυτές Συνθήκες αναγνώρισαν τα απαράγραπτα δίκαια του Ελληνορθοδόξου Πατριαρχείου επί των Αγίων Τόπων, όπως αυτά καθιερώθηκαν από τον Μ. Κωνσταντίνο και ανατέθηκαν στην Αγιοταφιτική Αδελφότητα και τον αρχηγό της, τον εκάστοτε Πατριάρχη Ιεροσολύμων.

Το προσκυνηματικό αυτό καθεστώς (status quo), όπως κατοχυρώθηκε από τις Συνθήκες που προαναφέραμε, σεβάσθηκε και η αγγλική πολιτική εξουσία, στην οποία περιήλθε η Παλαιστίνη μετά την απομάκρυνση των Οθωμανών.

 

Η αναγνώριση από τον ΟΗΕ

Το 1925, η Κοινωνία των Εθνών υιοθέτησε το αμετάβλητο του προσκυνηματικού καθεστώτος των Αγίων Τόπων, στο οποίο περιλαμβάνεται και ο Ναός της Γεννήσεως, απόφαση την οποία υιοθέτησε και ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών στην απόφαση που εξέδωσε για τη διανομή της Παλαιστίνης σε δύο κράτη και την ίδρυση του κράτους του Ισραήλ (1947).

Σήμερα, η Παλαιστινιακή Αρχή, στην οποία ανήκει διοικητικώς η πόλη της Βηθλεέμ, σέβεται απολύτως τις παραπάνω Συνθήκες και τις διεθνείς αποφάσεις, σύμφωνα με τις οποίες το προσκύνημα της Βηθλεέμ ανήκει εξολοκλήρου στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο Ιεροσολύμων.

Μόνο ένα μικρό τμήμα του βόρειου μέρους του ναού παραχωρήθηκε το 1810 στους Αρμενίους, ενώ οι ρωμαιοκαθολικοί έχουν δικαίωμα εισόδου στο Σπήλαιο της Γεννήσεως μόνο από την πλευρά του Ναού της Αγίας Αικατερίνης, του μοναχικού τάγματος των Φραγκισκανών. Στο Σπήλαιο της Γεννήσεως, οι Λατίνοι κατέχουν το βόρειο τμήμα, το σημείο δηλαδή στο οποίο βρίσκεται η Φάτνη, ενώ δικαίωμα να λειτουργούν εντός του Σπηλαίου έχουν πρώτα οι Ορθόδοξοι και μετά από αυτούς ρωμαιοκαθολικοί και μονοφυσίτες (Αρμένιοι, Κόπτες κ.λπ.), με τη σειρά που ορίζεται από το προσκυνηματικό καθεστώς του ναού.

Η βασιλική της Γεννήσεως, η οποία βρίσκεται εκτός της αρχαίας πόλεως της Βηθλεέμ, ως προς τον αρχιτεκτονικό της ρυθμό είναι πεντάκλιτη. Στον ναό δεσπόζουν 46 μονόλιθοι κίονες, σε τέσσερις σειρές, που φέρουν κιονόκρανα κορινθιακού ρυθμού. Ο ναός καταλήγει ανατολικώς σε κόγχη (οκταγωνική, κατά την εποχή της Αγίας Ελένης), που καλύπτει το Σπήλαιο της Γεννήσεως. Η στέγη καλύπτεται από ξύλινες δοκούς και εξωτερικά με μόλυβδο. Προς τα δεξιά, μεταξύ των σειρών των κιόνων βρίσκεται αρχαίο βαπτιστήριο, το οποίο εσωτερικώς είχε το σχήμα τετράφυλλου τριφυλλιού. Δεξιά από αυτό το βαπτιστήριο υπάρχει θύρα, διά της οποίας εισέρχεται κανείς στο ελληνορθόδοξο μοναστήρι.

Κατά τη διάρκεια της βυζαντινής περιόδου, ο ναός ιστορήθηκε με υπέροχες ψηφιδωτές τοιχογραφίες. Κάποιες από αυτές, που σώζονται μέχρι σήμερα, απεικονίζουν τους τελευταίους προγόνους του Ιωσήφ του Μνήστορος, όπως αυτοί καταγράφονται στο Ευαγγέλιο του Ματθαίου. Άλλη ψηφιδωτή τοιχογραφία απεικονίζει την Α’ Οικουμενική Σύνοδο (325) και καταγράφει τον Όρο της (=απόφαση), ενώ άλλη επιγραφή καταγράφει τον Όρο της Συνόδου της Αντιοχείας (341). Λείψανα ψηφιδωτών που σώζονται μέχρι σήμερα υποδηλώνουν ότι αυτά απεικόνιζαν τις Συνόδους της Γάγγρας (340) και της Αγκύρας (314).

Το ιερό βήμα χωρίζεται από τον κυρίως ναό με ξυλόγλυπτο τέμπλο εξαιρετικής τεχνοτροπίας. Δεξιά και εντός του ιερού βήματος υπάρχει σκάλα, που οδηγεί στο παρεκκλήσιο του Αγίου Γεωργίου και στον πύργο του ορθοδόξου μοναστηρίου.

Στο Άγιο Σπήλαιο, τον τόπο δηλαδή της Γεννήσεως του Χριστού, εισέρχεται κανείς από δύο θύρες, μία βορινή και μία νότια, και κατέρχεται εντός αυτού από δύο κλίμακες. Η πρώτη, η νότια, έχει 13 σκαλιά και η βόρεια, 15. Αυτή η διαφορά στα σκαλοπάτια οφείλεται στη φυσική κατασκευή που έχει το ίδιο το Σπήλαιο. Στο μέσον της κάθε κλίμακας υπάρχουν ορειχάλκινες θύρες, οι οποίες σήμερα είναι πάντοτε ανοικτές. Το δάπεδο του Σπηλαίου είναι καλυμμένο από μεγάλες, λευκές μαρμάρινες πλάκες και οι τοίχοι του με μάρμαρα.

Εάν κανείς μπορούσε να αφαιρέσει τα μάρμαρα που καλύπτουν τους τοίχους του Σπηλαίου, θα διαπίστωνε πως πράγματι βρίσκεται εντός ενός φυσικού σπηλαίου. Το σημείο της Γεννήσεως του Χριστού βρίσκεται στο ανατολικό τμήμα του Σπηλαίου, ανάμεσα στις δύο κλίμακες, μέσα σε ένα κοίλωμα με μορφή αψίδος, το οποίο σχηματίζεται στον τοίχο του Σπηλαίου. Στη βάση του κοιλώματος βρίσκεται ένα ημικυκλικό μάρμαρο, η μέση του οποίου διακοσμείται από ένα αργυρό αστέρι, στο οποίο αναγράφεται στα λατινικά η φράση: «Ενταύθα εκ της Παρθένου Μαρίας εγεννήθη ο Ιησούς Χριστός».

Αυτός ο αργυρός αστέρας βρίσκεται ακριβώς πάνω από το σημείο όπου γεννήθηκε ο Χριστός. Πάνω από τον αστέρα υπάρχει μαρμάρινη πλάκα, η οποία χρησιμοποιείται από τους Ορθοδόξους ως Αγία Τράπεζα, προκειμένου να τελείται καθημερινώς η Θεία Λειτουργία. Το δεύτερο σημαντικό σημείο του Σπηλαίου είναι η Φάτνη, η οποία βρίσκεται κοντά στο σημείο της Γεννήσεως και ανήκει στους ρωμαιοκαθολικούς. Πρόκειται για τη Φάτνη στην οποία σπαργανώθηκε ο Χριστός και ανεκλήθη εκεί από την Παναγία, ενώ αριστερά της υπάρχει λατινικό αλτάριο.

Σε αυτό το σημείο, κατά την παράδοση, προσκύνησαν τον νεογέννητο Χριστό οι ποιμένες της Βηθλεέμ, ενώ, σύμφωνα με την άποψη των ρωμαιοκαθολικών, η οποία όμως δεν στηρίζεται στα Ευαγγέλια, εκεί προσκύνησαν τον Χριστό και οι Μάγοι, γι’ αυτό και το θυσιαστήριο που ανήγειραν δίπλα στη Φάτνη ονομάζεται από αυτούς «Αλτάριο των Τριών Μάγων».

Στο Σπήλαιο της Γεννήσεως υπάρχει και τρίτη υπόγεια θύρα, η οποία οδηγεί σε υπόγεια παρεκκλήσια του λατινικού μοναστηρίου της Αγίας Αικατερίνης, όπως σε αυτό όπου βρίσκεται ο τάφος του Αγίου Ιερωνύμου, το παρεκκλήσιο της Οσίας Παύλας κ.ά.

Το Σπήλαιο της Γεννήσεως φωτίζεται από 37 μεγαλοπρεπείς κανδήλες, από τις οποίες, από μία κρέμεται πάνω από τις θύρες του Σπηλαίου, δεκαέξι στην οροφή, μία στο κέντρο, δέκα πάνω από το σημείο της Γεννήσεως και έξι πάνω από τη Φάτνη.

Η βασιλική της Γεννήσεως του Χριστού και το Σπήλαιο της Βηθλεέμ αποτελεί ένα από τα αρχαιότερα προσκυνήματα του χριστιανικού κόσμου, το οποίο θεωρείται σεβαστό ακόμη και από τους μουσουλμάνους. Αποτελεί πράγματι εξαιρετική τιμή για τον ελληνισμό και την Ορθοδοξία ότι το προσκύνημα αυτό ανήκει στο Ελληνορθόδοξο Πατριαρχείο των Ιεροσολύμων, το οποίο αποτελεί συνέχεια του τάγματος των Σπουδαίων Μοναχών, το οποίο τοποθέτησε ο Μ. Κωνσταντίνος στους Αγίους Τόπους ως φύλακα και ιδιοκτήτη των ιχνών που άφησε στην Ιστορία ο Υιός και Λόγος του Θεού, που έγινε άνθρωπος για να κάνει τον άνθρωπο θεό.