Γράφει η  κυρία   Δάφνη Κακαλοπούλου, θεολόγος                                                       

Το μάθημα των Θρησκευτικών εντάσσεται στα υποχρεωτικά σχολικά μαθήματα του Ελληνικού Εκπαιδευτικού Συστήματος και αποτελεί ένα μάθημα παιδείας και Ορθόδοξης Χριστιανικής παράδοσης. Ο Ορθόδοξος πολιτισμός και η γλώσσα του,  αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του πλαισίου της ελληνικής εκπαίδευσης, υποστηρίζουν αποτελεσματικά τη θρησκευτική, γνωστική, πνευματική, κοινωνική, ηθική, αισθητική και δημιουργική ανάπτυξη των ανθρώπων. Η οργάνωση και η λειτουργία τους θεμελιώνονται στο Σύνταγμα και τους νόμους της Ελλάδας και τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ). Βασική δε αποστολή του αποτελεί η καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησης των μαθητών.

Τα τελευταία χρόνια το μάθημα των Θρησκευτικών στα σχολεία της χώρας μας, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην δευτεροβάθμια εκπαίδευση, φθίνει και ατονεί. Φθίνει ο χαρακτήρας που είχε, ο λόγος για τον οποίο συμπεριλήφθηκε εξ αρχής στο ωρολόγιο πρόγραμμα σπουδών του σχολείου. Ατονεί η χροιά του ομολογιακού του χαρακτήρα καθώς και η εκμάθηση της Ορθόδοξης πίστεως, η οποία πηγάζει και βασίζεται στον Έναν Αληθινό Τριαδικό Θεό ως αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού προς τον άνθρωπο. 

Ποιός ευθύνεται για αυτό και πώς μπορούμε να αντιμετωπίσουμε αυτό το φαινόμενο αδιαφορίας ή ακόμα και αποστασίας της νεολαίας προς το μάθημα των Θρησκευτικών; Τι καλούμαστε λοιπόν εμείς οι Θεολόγοι να διδάξουμε στους μαθητές και κυρίως με ποιόν τρόπο για να κρατήσουμε το μήνυμα του Χριστιανισμού αναλλοίωτο ως Αλήθεια και Παράδοση των Αγίων Πατέρων μας;                                                                                                                                Τα αίτια είναι πολλαπλά και με βάθος  χρόνου. Η αγάπη για το μάθημα των θρησκευτικών, το ενδιαφέρον για το πολύπλευρο αυτό αντικείμενο και η εφαρμογή του ως βιωματικό αντικείμενο εκμάθησης, αντικαταστάθηκε από αδιαφορία,-σχεδόν αποστροφή εκ μέρους των μαθητών-, συνοδεύεται από ακατάλληλα εκπαιδευτικά εγχειρίδια, όπου το ίδιο το οργανόγραμμα και η διάταξή της ύλης αποθαρρύνει τον   εκπαιδευτικό για μια ουσιαστική διαχείριση και μετάδοση του πνεύματος του μαθήματος, βασισμένο σε πραγματικούς παιδαγωγικούς άξονες. 

Με τον τρόπο αυτόν και ο ίδιος ο εκπαιδευτικός εισπράττει απαξίωση για το αντικείμενό του, απογοητεύεται και εγκλωβίζεται με τα χρόνια, σε μία στείρα εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία φυσικά δεν προάγει καμία ουσιαστική γνώση ή καρπό εκπαιδευτικού χαρακτήρα. 

          Τα νέα βιβλία και η ύλη του μαθήματος των Θρησκευτικών πλέον, στρέφουν το γνωστικό προσανατολισμό των μαθητών σε μια ευρύτερη ενημέρωση τους και εκμάθηση των θρησκειών του κόσμου. Είναι όμως ο Χριστιανισμός μια ακόμη θρησκεία; Είναι ένα ακόμα κατασκεύασμα του ανθρώπου, για να τον εντάσσουμε και να τον κατηγοριοποιούμε ανάμεσα στις υπόλοιπες θρησκευτικές δοξασίες και να τον παρουσιάζουμε στα παιδιά ως ένα ακόμη στείρο ηθικό σύστημα; Στο νέο φάκελο μαθήματος της Β’ Λυκείου Χριστιανισμός και Θρησκεύματα, στο κεφάλαιο 26 με θέμα ‘Η συμβολή του Χριστιανισμού στην ιστορία του πολιτισμού’ παραγρ. β) αναφέρει: 

 «Ο Χριστιανισμός ως θρησκεία, έχει συμβάλει ουσιαστικά στην διαμόρφωση του πολιτισμού….»!!! Τι διδάσκουμε λοιπόν στα παιδιά μας; Είναι ο Χριστιανισμός θρησκεία; Ο Χριστιανισμός δεν είναι ούτε θρησκεία ούτε άλλο ένα φιλοσοφικό ρεύμα που επηρέασε στο πέρασμά του μια μερίδα ανθρώπων και κατέληξε στο χρονοντούλαπο της ιστορίας για να το μελετάμε και να το σχολιάζουμε ως ανεφάρμοστο κίνημα ή απολίθωμα!! Ο Χριστιανισμός είναι Θεοίδρυτη Εκκλησία! Είναι η Αποκάλυψη του Θεού στον Άνθρωπο! Είναι η σχέση του Θεού που οικοδομείται με τον άνθρωπο και ανακαινίζεται διαρκώς, από τη Δημιουργία έως και την εσχατολογική Δευτέρα Παρουσία. 

          Με ποιόν τρόπο όμως μέσα στη νέα τάξη του σύγχρονου σχολείου θα παρουσιάσει ο Θεολόγος αυτή την αλήθεια; Η πολύ-πολιτισμική διαφορετικότητα μέσα στη νέα σύνθεση του σημερινού σχολείου είναι πλέον πρόκληση για τον εκπαιδευτικό. 

Το μάθημα των Θρησκευτικών έχει άμεση συνάρτηση με τη Σχολική Παιδαγωγική διότι εντάσσεται οργανικά στη σχολική ζωή και διδάσκεται  στο ελληνικό δημόσιο σχολείο. Έτσι καθίσταται ατελέσφορη η διερεύνηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας του μαθήματος των Θρησκευτικών, εάν δεν ληφθεί υπόψη το κοινωνικό πλαίσιο, οι προϋποθέσεις και οι παράγοντες που επηρεάζουν τη σχολική ζωή και τη διδακτική διαδικασία. Αυτό έρχεται σε άμεση συνάρτηση με τους εξής τρεις άξονες που επηρεάζουν την εκπαιδευτική διαδικασία: 

α)  τον εκπαιδευτικό, ο οποίος θα πρέπει να έχει ο ίδιος ηθικές, θρησκευτικές, κοινωνικο-πολιτικές, παιδαγωγικές αξίες και καταβολές, ώστε να μπορέσει να μεταδώσει την ορθή γνώση και αλήθεια του μαθήματος των Θρησκευτικών, χωρίς προκαταλήψεις και αρνητικότητα προς άλλες θρησκείες. Να ενθαρρύνει τον μαθητή και να ενεργοποιήσει σε αυτόν την διαδικασία της ενίσχυση της αυτό-εικόνας του μαθητή με αποτέλεσμα την «αναζήτηση του νέου».

β) τον μαθητή, ο οποίος θα πρέπει περάσει πρώτα από την αυτογνωσία στη θεογνωσία, την οποία θα κατακτήσει αβίαστα, ελεύθερα και ολοκληρωτικά μέσα από την εσωτερική διεργασία που προτείνει ο  Wallon με το ζεύγος ΕΓΩ-ΑΛΛΟΣ, βλέποντας το παιδί ενταγμένο και προσανατολισμένο εξ ολοκλήρου στην κοινωνία, και με 

 γ) το ίδιο το μάθημα των Θρησκευτικών, που δυστυχώς ανάλογα  με τα εκάστοτε κοινωνικο-πολιτικά και οικονομικά πλαίσια γίνεται έρμαιο των εκάστοτε Κυβερνώντων κομμάτων. Ως αποτέλεσμα αυτού, επέρχεται κατακρεούργηση της ύλης, του πλαισίου, των ωρών διδασκαλίας, ακόμα και της ανάθεσης του ΜτΘ σε ακατάλληλες ειδικότητες εκπαιδευτικών. Αποπροσανατολίζεται το Χριστοκεντρικό πνεύμα του μαθήματος  και υποβιβάζεται σε ένα επιλεγόμενο μάθημα, αφού ο οποιοσδήποτε με ένα απλό χαρτί- βεβαίωση μπορεί να απαλλαγεί από την παρακολούθησή του.        

Παρά τις αντίξοες συνθήκες ενός όχι και τόσο γόνιμου εκπαιδευτικού πεδίου ο Θεολόγος-εκπαιδευτικός εξετάζει τα περιεχόμενα διδασκαλίας και ερευνά πόσο συνδέονται με το παρόν, το μέλλον του μαθητή, ποια είναι η δομή τους, εάν μπορούν να αποτελέσουν παράδειγμα καθολικού ενδιαφέροντος, πως μπορούν μέσα από την καθημερινότητα οι μαθητές να προσεγγίσουν βιωματικά το περιεχόμενο της διδασκαλίας. .  

Ο Kress (1999) υποστηρίζει ότι “το σχολείο πρέπει να ανταποκριθεί στην πρόκληση της διαρκούς προσαρμογής σε έναν ασταθή κόσμο”. Πώς επιτυγχάνεται αυτό, όταν το περιεχόμενο της μάθησης δεν ολοκληρώνεται στο σχολείο αλλά στο εξωγενές περιβάλλον; Και όταν πρόκειται για ένα αντικείμενο με βιωματική μάθηση και μυστηριακή συμμετοχή, που πολλές φορές έρχεται να ενισχύσει ή να συμπληρώσει τις καταβολές και τους κόλπους της ίδιας της οικογένειας; 

Το Νέο σχολείο στο διαπολιτισμικό πρόγραμμα εκπαίδευσης, αναφέρεται και προσπαθεί να ενισχύσει το μαθητή ως άτομο στο μικρο-περιβάλλον του σχολείου, ούτως ώστε να καταφέρει να ενταχθεί στο ευρύτερο κοινωνικό, πολιτισμικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο.        Με τη νέα αυτή προσέγγιση το ΜτΘ απευθύνεται στον άνθρωπο ως άτομο και όχι ως πρόσωπο. Μια μεγάλη διαφορά όμως του Χριστιανισμού από αυτή την προσέγγιση, είναι ότι ο Χριστός μας βλέπει  ως πρόσωπο τον καθένα ξεχωριστά και όχι ως άτομα. «Μαρκ. 1,17-18 καὶ εἶπεν αὐτοῖς ὁ Ἰησοῦς· δεῦτε ὀπίσω μου… καὶ εὐθέως ἀφέντες τὰ δίκτυα αὐτῶν ἠκολούθησαν αὐτῷ.» Ο Θεός προσβλέπει το κάθε πρόσωπο ξεχωριστά και το καλεί να γίνει μέτοχος της κοινωνίας του Χριστού και να ενωθεί με το Σώμα της Εκκλησίας. «Μαρκ. 2-14 Καὶ παράγων εἶδε Λευΐν……καὶ λέγει αὐτῷ· ἀκολούθει μοι καὶ ἀναστὰς ἠκολούθησεν αὐτῷ·.  

          Έτσι καταλήγουμε ότι ο Χριστιανισμός είναι κοινότητα και όχι ιδεολογία ή ένα σύστημα αξιών ή ηθικής. Όταν και ο μαθητής αντιμετωπιστεί ως ψυχοσωματική ολότητα, ως πρόσωπο που συνεργάζεται για τη μάθηση του, επιτυγχάνεται η σωστή μέθοδος διδασκαλίας. Το ανθρωπιστικό σχολείο αναπτύσσει ολόπλευρα την προσωπικότητα. Ασκώντας αρμονικά την καρδιά, το μυαλό, τις δεξιότητες, καθιστά τον νέο  ικανό να μαθαίνει, να επιβιώνει και να χαίρεται τη ζωή  του.

          Το  ΜτΘ, είναι το μοναδικό εκπαιδευτικό αντικείμενο το οποίο δίνει στον μαθητή προοπτικές στα υπαρξιακά προβλήματα της ζωής, της ασθένειας, του  θανάτου. Ο μαθητής στην ανθρωποκεντρική αγωγή είναι συνδημιουργός της μάθησής του, του εκπαιδευτικού και κοινωνικού συστήματος. Κατ’ αυτόν τον τρόπο έπλασε και ο Θεός τον άνθρωπο, ως συνδημιουργούς Του. Μας κατέστησε θεματοφύλακες της εκκλησιαστικής και πατερικής παράδοσης, όπου με ορθό τρόπο και γνώμονα Τον Τριαδικό Θεό θα μεταβιβάσουμε και θα κληροδοτήσουμε στις επόμενες γενεές. Ο Δεσπότης έστρωσε το δείπνο και το τραπέζι  αυτό αφορά όλη την ανθρωπότητα. Ο Χριστός δεν κάνει διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά του, όπως κάνουμε εμείς στην καθημερινότητα. 

          Η αντιμετώπιση του ΜτΘ πρέπει να είναι ομολογιακή και σωτηριολογική. Στον αντίποδα όμως όλων αυτών πρέπει να μεριμνήσουμε και για την ουδετερότητα που καλούμαστε ως εκπαιδευτικοί να επιδείξουμε σε αλλόθρησκους ή και αλλοεθνείς μαθητές φροντίζοντας να μην απομονώνουμε κανένα μαθητή έξω από τη διαδικασία της μάθησης, οποιοδήποτε γνωστικό αντικείμενο κι αν αφορά αυτή. 

          Συνοψίζοντας όλα τα παραπάνω, ο μεγαλύτερος Παιδαγωγός μας, μας έχει ήδη προσφέρει την απάντηση. Ο εκπαιδευτικός ως ένας άλλος Χριστός προς την Σαμαρείτιδα(Ιω.4,5-42), θα πλησιάσει και θα κατανοήσει τη διαφορετικότητα των μαθητών, θα νικήσει όλα τα εμπόδια και θα καταρρίψει όλα τα τείχη και τα στεγανά που χωρίζουν το πρόσκαιρο από το αιώνιο. Θα γίνει παράδειγμα αγάπης και ανοχής όπως ο Χριστός για τα παιδιά Του. Δεν θα επιτρέψει η ετερογένεια να σταθεί εμπόδιο στο παιδαγωγικό του έργο. 

          Εν κατακλείδι τα ηθικά διλήμματα και τα πραγματικά προβλήματα που προκύπτουν στην εκπαιδευτική κοινότητα, όσον αφορά το μάθημα των Θρησκευτικών, αντιμετωπίζονται ξεκάθαρα μέσα από τη θεόπνευστη διδασκαλία του ίδιου του Χριστιανισμού ως μέσο και γέφυρα επικοινωνίας από άνθρωπο σε άνθρωπο και από τον άνθρωπο στον Θεό.