Γράφει ο π.Γεώργιος Δορμπαράκης 

«Οταν λαμβάνουμε μερίδα του Σώματος του Χριστού και μερικές ρανίδες του Αίματός Του, εκπλησσόμαστε τότε, ως ποιον βαθμό ήθελε Αυτός να ενωθεί μαζί μας!» (όσιος Σωφρόνιος του Εσσεξ).

Ο όσιος Σωφρόνιος αναφέρεται στο ακατάληπτο μυστήριο της Θείας Λειτουργίας, ιδίως του Μεγάλου Βασιλείου. Εχει τέτοιο βάθος, σημειώνει, που «μας χρειάζεται πολλή άσκηση, προκειμένου να διανοίξουμε το αυθεντικό, υπαρκτικό περιεχόμενό της». Ομολογεί μάλιστα ότι ακόμη και «πολλοί μοναχοί δεν είναι σε θέση να εννοήσουν τη Λειτουργία, νυστάζουν ψυχικά και η ίδια η Λειτουργία δεν ενεργεί τόσο δυνατά σε αυτούς».

«Κλειστή» λοιπόν η Θεία Λειτουργία -κατά τον όσιο- για πολλούς, ακόμη και μοναχούς χριστιανούς. Ποιο όμως «το απίστευτο θαύμα» γι’ αυτόν; Το «πώς Εκείνος, ο οποίος δημιούργησε τον άνθρωπο κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωσίν Του, θέλει να ζήσει με τον άνθρωπο!» – ό,τι αποκαλύπτει την άπειρη αγάπη του Θεού. Και εννοεί ο όσιος όχι μία νοητική αποδοχή του μυστηρίου, αλλά την «υπαρκτική», που είναι και η μόνη «αυθεντική»∙ αυτή που κινητοποιεί όλη την ύπαρξη του ανθρώπου με κέντρο την καρδιά του – μία βιωματική συμμετοχή στο μυστήριο.

Ετσι, κατ’ αυτόν, η Λειτουργία αποτελεί συνέχεια της ενσάρκωσης του Χριστού, όπου ο Χριστός μάς συναντά και μας προσφέρεται για να μας θρέψει υπό τα είδη του άρτου και του οίνου. Η μερίδα του άρτου είναι η μερίδα του Σώματός Του και οι ρανίδες του οίνου είναι οι ρανίδες του Αίματός Του. Οπότε ζούμε το θάμβος του μυστηρίου της άπειρης αγάπης του Θεού: «ως ποιον βαθμό ήθελε Αυτός να ενωθεί μαζί μας!». Ο Γέρων δεν επιχειρεί λογική εξήγηση – τι λογική μπορεί να υπάρχει στα μυστήρια του Θεού; Υπάρχει όμως κατανόηση, λέει. Αλλά αυτή έρχεται με τρόπο που δεν τον προσδιορίζει ο άνθρωπος. «Με την τέλεση του μυστηρίου αυτού ο συνηθισμένος κτιστός άρτος μεταβάλλεται σε Σώμα Χριστού, κατά τον δημιουργικό λόγο του Θεού. Ερχεται στιγμή κατά την οποία αυτό γίνεται σαφές, χωρίς εξήγηση». Κι αυτή η στιγμή προϋποθέτει «πολλή άσκηση».

Κατά τον Γέροντα, με τη Θεία Λειτουργία «φέρουμε στη συνείδησή μας την οδό του Θεού, που οδηγεί στη δημιουργία των θεοειδών ανθρώπων», δηλαδή βρισκόμαστε μέσα στον Ιησού Χριστό: Αυτός είναι «η Οδός», συνεπώς πορευόμαστε στην προοπτική που μας έθεσε απαρχής ο Θεός, την ομοίωσή μας με Αυτόν. Χωρίς τη συμμετοχή στη Θεία Λειτουργία, ο σκοπός της ζωής μας δεν υφίσταται – ο άνθρωπος βαδίζει ως τυφλός και ανόητος στον κόσμο. Γι’ αυτό και στη Λειτουργία έχουμε την κατεξοχήν δράση και ζωντανή ανανεωτική παρουσία του Τριαδικού Θεού μας στον απόλυτο βαθμό για τον άνθρωπο – «ιδού, καινά ποιώ πάντα»! Οντως, ο άγιος επιβεβαιώνει: «Ζω ήδη μέσα στο ράσο εξήντα επτά χρόνια και κάθε φορά η Λειτουργία είναι για μένα κάτι νέο, μοναδικό! Είναι αδύνατον να τη συνηθίσουμε!» Για να συνεχίσει με το σημαντικό: «Και όταν βρίσκουμε ανάπαυση στη βαθιά καρδιά μας από την εγγύτητα του Θεού, τότε βεβαίως μας είναι ευκολότερο να υπηρετήσουμε τους ανθρώπους».

Ο όσιος έτσι ζούσε τη Λειτουργία με μοναδική επίγνωση, ζούσε δηλαδή την παρουσία του Χριστού που κομματιάζεται για να μας προσφέρει τον Εαυτό Του, και εκπλησσόταν από την ακατανόητη αγάπη του Θεού που «τρέχει» να ενωθεί μαζί μας. Το συγκλονιστικό αποτέλεσμα; Η ένωσή Του με μας δημιουργεί τις βάσεις για αγαπητική διακονία του συνανθρώπου μας. Το εξηγεί: «Ακούγοντας τις προσευχές αυτές (της Λειτουργίας) που εκθέτουν τα δόγματα της πίστεώς μας, πραγματικά εισερχόμαστε βαθμηδόν στις αληθινές διαστάσεις της Λειτουργίας. Ακόμη και η ίδια η φύση μας αλλάζει: από εγωιστική γίνεται φύση που ανταποκρίνεται στις εντολές του Χριστού Θεού. Ο μακάριος Σιλουανός το εξέφρασε αυτό με τους λόγους: “Ο αδελφός μας είναι η ζωή μας”. Ο ίδιος ο Κύριος στη Φοβερά Κρίση θα πει ότι «ο κάθε μικρός άνθρωπος είναι ο εαυτός Του».

Η μαρτυρία του οσίου Σωφρονίου είναι καίρια. Διότι όλοι μιλάμε για την αγάπη, αλλά με προδιαγραφές εγωισμού – ό,τι ακυρώνει την αγάπη! Για τον όσιο όμως, τότε κανείς διακονεί σωστά τον συνάνθρωπο, όταν ζει ασκητικά: εγκρατεύεται και αναφέρεται αδιάκοπα στον Θεό, κι όταν ζει εκκλησιαστικά και ευχαριστιακά τη ζωή του. Τότε βρίσκει την αληθινή ανάπαυση, η οποία αποτελεί τον όρο και της γνήσιας και ανιδιοτελούς αγάπης. Γιατί τελικά ανάπαυση σημαίνει ότι «αναπαύεται» σ’ αυτόν ο Θεός. Οπότε, προσφέρεις ό,τι έχεις!