Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

Εύλογες αντιδράσεις έχει προκαλέσει η επιλογή του ομότιμου καθηγητή Ιστορίας του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, Αντώνη Λιάκου, από την κυβέρνηση ως προέδρου της Εθνικής Επιτροπής του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία. Η θητεία του κ. Λιάκου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών υπήρξε εξαρχής αντικείμενο αμφισβήτησης ως προς τη νομιμότητα της εκλογής του.

Εχοντας καταλάβει την έδρα του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, της προσωπικότητας εκείνης η οποία θεμελίωσε την πολιτιστική συνέχεια του Ελληνισμού, ο κ. Λιάκος εργάστηκε προς την αντίθετη κατεύθυνση, επιδιώκοντας διά επιστημονικών μέσων την αποδόμηση του έργου του μεγάλου μας ιστορικού. Η δραστηριότητά του αυτή του προσέδωσε τον καθόλου επίζηλο τίτλο του «εθνομηδενιστή». Ηθελημένα ή αθέλητα, συντάχθηκε έτσι με τις διεθνείς τάσεις και πιέσεις προς τη χώρα μας να εγκαταλείψει στοιχεία της ιδιαίτερης παράδοσής της και να προσαρμοστεί στα σύγχρονα διεθνή ιδεολογικά ρεύματα, τα οποία μόλις και μετά βίας συγκαλύπτουν τις εφήμερες και συχνά ευτελείς επιδιώξεις της διεθνούς διπλωματίας. Τάσεις και πιέσεις που εξέφρασε στο παρελθόν και το Ιδρυμα Σόρος, με την προσπάθεια δημιουργίας νέας ιστορικής ταυτότητας για τους λαούς της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Δείγμα των προθέσεών του στην Παιδεία έδωσε ο εν λόγω καθηγητής με άρθρο του στο τεύχος 29 του on line περιοδικού «Χρόνος» του παρελθόντος Σεπτεμβρίου. Υπό τον προκλητικό τίτλο «Εχει η Ελλάδα Νεότουρκους;» ισχυριζόταν ότι «... χρειάζεται ασφαλώς ένα πλαίσιο αρχών και μεταρρυθμιστική θέληση, αλλά προπαντός άνθρωποι μεγαλωμένοι μέσα στο νεωτερικό περιβάλλον των αρχών του 21ου αιώνα...». Κατά τον κ. Λιάκο, η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως Νεότουρκους, με την επεξήγηση ότι το να είσαι Νεότουρκος σημαίνει να υιοθετείς το πρότυπο «... του τύπου που δεν διστάζει να κολυμπήσει ενάντια στο ρεύμα και δεν στέκεται στην όχθη, σχολιάζοντας τη ροή του ποταμού, επειδή φοβάται να βραχεί». Απευθύνει, λοιπόν, έκκληση «... να πάμε κόντρα στο ρεύμα για να σώσουμε την κοινωνία μας».

Με την περί Νεότουρκων θεωρία του, ο κ. Λιάκος απαντά εμμέσως και στο ερώτημα «τι είδους χαρακτήρα θα είναι οι μεταρρυθμίσεις που επαγγέλλεται;». Κατά κοινή παραδοχή, ο μεταρρυθμιστικός ζήλος των Νεότουρκων υπήρξε έντονος. Ομως, η περιφρόνηση που έδειχναν προς κάθε τι το παραδοσιακό, είτε αυτό είχε ισλαμική είτε χριστιανική προέλευση, οι αθεϊστικές επιρροές τους και η ρηχότητα με την οποία είχαν δεχθεί τα κηρύγματα της Γαλλικής Επανάστασης τους οδήγησαν στη διάπραξη αποτρόπαιων εγκλημάτων: στη Γενοκτονία των Αρμενίων, των Ποντίων και λοιπών λαών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι μεταρρυθμίσεις τους είχαν μεν ως κύριο σκοπό τους τη σωτηρία της οθωμανικής αυτοκρατορίας, αλλά η θεώρησή τους είχε ως επίκεντρο την έννοια της ισχύος και, υπό το πρίσμα αυτό, η ελευθερία, η ισότητα και η αδελφοσύνη κατάντησαν έννοιες κενές περιεχομένου. Κρίνοντας εκ του αποτελέσματος, οι Νεότουρκοι αποδείχθηκαν ήκιστα δημοκρατικοί και στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο στράφηκαν προς τους Γερμανούς, σε μια έξαρση εθνικιστικού παροξυσμού. Συνεπώς, ο ιστορικός παραλληλισμός που επιχειρήθηκε από τον κ. Λιάκο μεταξύ των Ελλήνων και των Νεότουρκων μάλλον έλλειψη ευθυκρισίας προδίδει, καθώς και «υπερβάλλοντα ζήλο» προς την επίτευξη μεταρρυθμίσεων ξένων σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του τόπου.