Του Γ. Π. Μποζά, ζωγράφου-αγιογράφου.

 

Εξαρχής ο σκοπός της αγιοογραφίας ήταν η υπηρεσία, η «διακονία» στις ανάγκες του πλήθους, των πιστών, του «ποιμνίου» της, άλλοτε ως «Ευαγγέλιο των αγραμμάτων», άλλοτε ως η εν γένει αισθητική προσέγγιση του «θείου». Θα λέγαμε ότι αναφερόμαστε σε μια τέχνη «στρατευμένη». Ο όρος «στρατευμένη» στη ιστορία έχει έναν αρνητισμό και είναι καταδικαστέος, καθότι χρησιμοποιήθηκε ως μέσο προπαγάνδας και ποδηγέτησης των μαζών για αλλότριους σκοπούς, στη δούλεψη ολοκληρωτικών καθεστώτων. Στην Εκκλησία μας, όμως, ο ρόλος αυτός της εικονογραφικής τέχνης γίνεται «καθαγιαστικός», καθότι αυτή επέχει θέση «λειτουργικής τέχνης» σε αυτήν την εξυπηρέτηση της πνευματικής ανάγκης του πιστού. Δεν ζωγραφίζονται οι τοίχοι των ναών για να στολίσουν και να ευχαριστήσουν αισθητικά τους εκκλησιαζομένους. Αποδίδοντας με ιδιαίτερη τεχνική κώδικες και συμβολισμούς, αλληγορικά και με τον ρεαλισμό της θεολογικής απόδοσης, κατορθώνει την υπερβατικότητα που οδηγεί στα σκαλοπάτια της πνευματικής κλίμακας, ώστε να μορφωθεί στις ψυχές των πιστών ο «μυστικός παράδεισος», «ο ευωδιάζων με πνευματικήν ευωδίαν».

Τα έργα των εκκλησιαστικών τεχνών της Ανατολικής Εκκλησίας είναι υπομνήματα «εις τον Θείον Λόγον», λέγει ο μακαριστός Φώτιος Κόντογλου. Μέσω της αγιοκατάταξης, των μορφών του Χριστού, της Παναγίας, των αγίων, όλων των θεμάτων, επιτυγχάνεται η ουράνια και θριαμβεύουσα Εκκλησία να βρίσκεται σε συνεχή επικοινωνία με τη στρατευμένη, την επίγεια.

Η βυζαντινή τέχνη της εικονογραφίας στον Ορθόδοξο κόσμο ακολουθεί την ανατολική παράδοση στην αισθητική της αποκάλυψη, παρασύροντας στο υπερβατικό κλίμα όλο τον χώρο του ναού, αναζητώντας την οντολογική παρουσία του «θείου». Η ανατομική αλήθεια και οι κανόνες των αναλογιών παρασύρονται από την προσπάθεια απόδοσης του αναγωγικού και του υπερκόσμιου, κυρίως δε του «μεταμορφωμένου κατά χάριν». Το φως της Μεταμορφώσεως είναι αυτό που μετασχηματίζει, που παραλλάσσει τα περιγραφόμενα και ιστορούμενα στο χωροχρόνο του Παραδείσου. Αρνείται η αγιογραφική τέχνη τη νατουραλιστική ατμόσφαιρα της κοσμικής πραγματικότητας. Δεν αποδίδει φυσιοκρατικά τα πρόσωπα, αλλά «φυσικά», με κύριο μέλημα τον τονισμό των πνευματικών χαρακτηριστικών, με βασικό γνώμονα τη «θείαν αλλοίωσιν». Έτσι, οι άγιοι παρουσιάζονται ουρανοπολίτες, σε τόπο όπου δεν υπάρχει η αντιστοίχηση του φυσικά ωραίου και τα μέτρα του φυσικά αληθινού. Εδώ το φως είναι «άνωθεν καταβαίνον» και «έσωθεν καταυγάζον».

Η βυζαντινή τέχνη της εικονογραφίας στον Ορθόδοξο κόσμο ακολουθεί την ανατολική παράδοση στην αισθητική της αποκάλυψη, παρασύροντας στο υπερβατικό κλίμα όλο τον χώρο του ναού

Δεν έχει τον ίδιο ρόλο η τέχνη (ζωγραφική και γλυπτική) στη Δύση. Εκεί αποτελεί έναν διάκοσμο χωρίς βαθύτερο νόημα. Υποβάλλει στην τέρψη και την αισθησιακή απόλαυση, ενισχύοντας τη συναισθηματική παγίδευση σε μια επίπλαστη πνευματικότητα. Ακολουθά όμοια την όποια καλλιτεχνική εξέλιξη στην πορεία των κοσμικών τεχνών. Έτσι, έχουμε τέχνη υπόδουλη στη ροή της κοσμικότητας, στα ιδεολογήματα και τις απατηλές απαιτήσεις των καιρών. Ομοιάζουν οι τέχνες του κόσμου τούτου με την «αλαζονική γνώση» που μέσα στο σκοτάδι περπατά. Εξυψώνουν τη ματαιοδοξία του «εγώ» και ουσιαστικά εξυμνούν τη «φθορά».

Η σύγχρονη τέχνη κινείται και εκφράζει την πορεία του πεπτωκότος Αδάμ. Ο σημερινός ζωγράφος, αποσυνδεδεμένος από «τα μυστήρια του πνεύματος», προσπαθεί να εκφράσει τη γνώση του καιρού του, παραμερίζοντας τη γνώση του αιώνια αληθινού, καθιστώντας την τέχνη του τέχνη του εφήμερου, τέχνη αδιέξοδη, όπως και η σύγχρονη ζωή, χωρίς την ελπίδα της Αναστάσεως.

Μακάριοι όλοι εκείνοι οι εργάτες της ταπεινώσεως, καλόγεροι, ιερείς και λαϊκοί ζωγράφοι, που διέσωσαν με την τέχνη τους το ζωοποιό μήνυμα της Αναστάσεως. Ο τεχνίτης αυτής της πάντιμης τέχνης δεν είναι οιοσδήποτε ζωγράφος, αλλά είναι λειτουργός της τέχνης ως γράφων αγίους. Ζωγραφίζει «οστέα τεταπεινωμένα» με πνευματική ζωή, φέροντας το φορτίο της καθημερινότητας της εποχής και της αγωνίας του αύριο. Αγωνίζεται όπως όλοι, αγκομαχά αλλά ελπίζει, έχοντας έμπροσθεν τη μορφή του Κυρίου, εργαζόμενος δε τη μίμηση Αυτού. Πρόκειται για τον προσωπικό αγώνα ενός Χριστιανού με την κατά δύναμη άσκηση, νηστεία, προσευχή και κατάνυξη, ώστε τα έργα των χειρών του να τα προσκυνούμε προς μίμηση και ανάμνηση των αρετών των αγίων.

Η βυζαντινή ζωγραφική δεν παραμένει ακίνητη και στείρα, αλλά από τεχνίτη σε τεχνίτη παραλλάσσεται και προσαρμόζεται στην εποχή. Αποφεύγοντας την καταξίωση της εφήμερης τέχνης, προχωρά με ρυθμό, με την πνευματική εξέλιξη, με τη «ζέση» του ποιμνίου, χωρίς να διασπάται η οργανική ενότητα και διατηρεί τον εσωτερικό-εξωτερικό χαρακτήρα της. Θα ήθελα να αναφέρω τον λόγο του αειμνήστου Κόντογλου στο τέλος: «Οι Βυζαντινοί αγιογράφοι ζωγραφίζανε με ταπείνωση δίχως καμιά φιλοδοξία να ξαφνιάσουνε και να κάνουνε εντύπωση. Ζωγραφίζανε σα να προσευχόντανε. Κι ενώ ο επιπόλαιος κριτής των νομίζει πως κάνανε ολοένα τα ίδια, αυτοί δεν εκφράσανε μονάχα την εποχή τους, όπως το κάνουνε οι μέτριες τέχνες και οι μέτριοι τεχνίτες, αλλά με τα στοιχεία του καιρού τους εκφράσανε το αιώνιο».