Του Αρχιμανδρίτη Διονυσίου Χατζηαντωνίου, εφημέριου του Ι. Ν. Αγίας Φιλοθέης και διδάκτορα Θεολογίας

 

Βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα των αιρετικών όλων των εποχών είναι ότι στοχεύουν στον προσηλυτισμό των πιστών της Εκκλησίας και όχι τόσο των αλλοθρήσκων. Δυστυχώς, οι περισσότεροι πιστοί, κυρίως από άγνοια, έχουν την πεποίθηση ότι δεν έχει καμία σημασία τι πιστεύει ο Χριστιανός οποιουδήποτε δόγματος, από τη στιγμή που πιστεύει στον Χριστό.

Πιστεύουν, όμως, οι Χριστιανοί των άλλων δογμάτων στον ίδιο Χριστό που πιστεύει η Εκκλησία; Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ορίσουμε την «αίρεση». Η Εκκλησία χρησιμοποίησε τον όρο αυτό για να δηλώσει την επιλογή που κάνει ένα μέλος της να ακολουθήσει ένα μέρος της αλήθειας, στο οποίο, σύμφωνα με τον Χρ. Γιανναρά, δίνεται απόλυτη προτεραιότητα, σε βάρος της ολόκληρης αλήθειας. Επομένως, ο όρος «αίρεση» στη θεολογική γλώσσα δηλώνει την επιλογή που κάνει ο «αιρετικός», τόσο στα κυριότερα δόγματα της πίστης όσο και στα θέματα ηθικής, με το να επινοήσει και να εισαγάγει νέα, ανθρώπινα διδάγματα και όχι να συνεχίσει να ακολουθεί τα θεία διδάγματα που παρέδωσε ο Χριστός στην Εκκλησία Του.

Από την εποχή των Αποστόλων έως και σήμερα έχουν εμφανισθεί πολλοί «ψευδόχριστοι και ψευδοπροφήται» (Ματθ. 24, 24), οι οποίοι «μετασχηματιζόμενοι εις αποστόλους Χριστού» (Β' Κορ. 11, 13) «αιρούνται», επιλέγουν όχι μόνο να ακολουθήσουν οι ίδιοι προσωπικά, αλλά δυστυχώς και να διδάξουν, προσωπικές αντιλήψεις που είναι συνέπεια λογικών και φιλοσοφικών συνειρμών.

Σχεδόν όλες οι παλαιές αλλά και οι σύγχρονες αιρέσεις δεν ακολουθούν δύο θεμελιώδη δόγματα του Χριστιανισμού: το τριαδικό δόγμα και αυτό περί των δύο τέλειων φύσεων του Χριστού, της θείας και της ανθρώπινης. Εάν, όμως, γίνει αποδεκτή η διδασκαλία αυτή της πλειονότητας των αιρετικών, ότι δηλαδή ο Θεός δεν είναι Τριαδικός στις υποστάσεις Του, αλλά ένας Θεός απρόσωπος και απρόσιτος και, κατά συνέπεια, αφού δεν είναι Τριαδικός, δεν έγινε ο ένας της Τριάδος άνθρωπος για να σώσει τον άνθρωπο, τότε προκύπτει ένα βασικό ερώτημα: πώς είναι δυνατόν να είναι σωτήρια η διδασκαλία ενός απλού, έστω Μεγάλου ανθρώπου; Μπορεί μόνο η διδασκαλία του να απαντήσει στην αγωνία των αρχαίων προγόνων μας περί του τι είναι ο άνθρωπος, περί του θανάτου και της μετά από αυτόν ζωής; Ο Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος, έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί, απαντά ο Μέγας Αθανάσιος στον μέγα αιρεσιάρχη Άρειο. Αν δεν είναι άνθρωπος, ή δεν έγινε άνθρωπος, ή έγινε εν μέρει άνθρωπος, σύμφωνα με άλλους αιρετικούς, τότε η ανθρωπότητα δεν σώθηκε από την τυραννία του διαβόλου, της αμαρτίας και του θανάτου και παραμένει ακόμη αιχμάλωτη σε αυτά. Επομένως, «φάγομεν, πίομεν, αύριον γαρ αποθνήσκομεν».

Οι πιστοί, λοιπόν, πρέπει να είναι πολύ προσεκτικοί και να μην παρασύρονται από τις διδασκαλίες των αιρετικών, που είναι κούφιες, αφού λείπει από αυτές η Χάρις του τρίτου προσώπου της Αγίας Τριάδος, του Αγίου Πνεύματος, το οποίο επαναπαύεται στην Εκκλησία του Χριστού.

Κατά τον Άγιο Ιγνάτιο Αντιοχείας, εκείνοι που κινδυνεύουν να πέσουν στα δίχτυα των αιρετικών και να απομακρυνθούν από την ασφάλεια της Κιβωτού της Εκκλησίας είναι όσοι πιστοί δεν είναι ταπεινοί, έχουν πιστέψει επιφανειακά, αγνοούν σε τι ακριβώς πιστεύουν και δεν ζουν εν ενότητι με τον Χριστό, τους Αποστόλους και τον επίσκοπο της τοπικής Εκκλησίας τους. Αυτοί, επειδή πιστεύουν μόνο, χωρίς να προχωρούν σε έρευνα της αλήθειας, είναι επικίνδυνο να απορροφηθούν από τις ηδονές του βίου ή, το χειρότερο, να πέσουν στην αίρεση. Αντίθετα, με τη γνωστή λαϊκή φράση «πίστευε και μη ερεύνα», ο Χριστός «χαίρει ερευνώμενος». Αν τον ερευνήσουμε καλοπροαίρετα και καταλάβουμε ποιο είναι το μεγαλείο της αγάπης Του προς εμάς, θα μάθουμε ότι είναι «πράος και ταπεινός τη καρδία» και θα βρούμε ανάπαυση στις ψυχές μας (Ματθ. 11, 29). Αρκεί να Τον πλησιάσουμε, όχι μέσω της λογικής, αλλά με αγάπη και ταπείνωση.