Γράφει ο Σταύρος Γουλούλης 

   Η αρχέτυπη ιστορία (Λουκ.15.8-10) κάνει λόγο βέβαια για απολεσθείσα δραχμή κάποιας γυναίκας που έχασε μία από τις δέκα που κατείχε και σάρωσε όλον τον οίκο να τη βρει. Όταν δε το πέτυχε κάλεσε και κέρασε τις φιλενάδες της. Εμφαίνει την εξασφάλιση μιας μονάδας, ενός βήματος, από υλικό κεφάλαιο, με τη σχετική συνυποδήλωση στο πνευματικό κεφάλαιο. 

   Η αρχή, η μονάδα, είναι το ήμισυ του παντός. Όλη η ζωή αρχίζει από κάπου, επεκτείνεται με την ίδια φορά, χάραξη, λογική. Έτσι, λοιπόν, ενδιαφέρει που φτάνει ο άνθρωπος για ένα νόμισμα. 

   Θα αφήσω κατά μέρος το πασίγνωστο στερεότυπο, όπου ο εργοδότης πνίγει και το ένα ευρώ του εργαζόμενου. Φασούλι το φασούλι…! Θα μείνω στο θέμα της  φιλανθρωπίας, τέτοια εποχή επίκαιρο. Τα ψιλά που δίνονται ως επί το πλείστον δεν σώζουν τους φτωχούς. Ο Χριστός είπε (Ιωαν. 12.8) πάντα θα υπάρχουν. 

   Σε όσα παραθέτω ήμουν αυτόπτης μάρτυρας. Τι μπορεί ένας ζητιάνος για το ένα ευρώ του ‘πελάτη’ του; Μια Μεγάλη Παρασκευή, λοιπόν, η ημέρα εδώ κάτι, σημαίνει, περιμένοντας, πλησιάζει, μια τσιγγάνα, Βαλκάνια, σε άκρα ταπείνωση, ζητώντας μου επίμονα παρακλητικά κέρμα, ένα κέρμα. Δεν είχα καθόλου, παρά τις υποκλίσεις που έκανε με τα χέρια σαν σε προσευχή Καθολικής. Είναι η ιδιαίτερη τεχνική που έχει ο καθένας τους να διαφημίζει την πραμάτεια του, να λυγίζει τις αντιστάσεις τού ‘πελάτη’ του. Μετά πιάνει έναν Αλβανό, μεσήλικα χειρώνακτα, καθισμένο στο πεζούλι. -«Δεν έχω», της λέει με λόγια και νοήματα. «Με ένα ευρώ είμαι». (Για φανταστείτε, τέτοια μέρα!) Το βγάζει ασυναίσθητα από την τσέπη, της το δείχνει: -«Δεν το πιστεύεις;». Το ξαναβάζει μέσα. Επιμένει αυτή. -«Βρε δεν έχω» της λέει». Τίποτα, τον χαβά της. Τελικά τη βαρέθηκε: -«Ε πάρτο, άιντε πάρτο». Αυτόματα τέρμα οι υποκλίσεις. Έφυγε…. Το ένα ευρώ δεν άξιζε γι’αυτή ούτε μισό ευχαριστώ. Πατούσε πόδι με γοργό αποφασιστικό βήμα, για το επόμενο θύμα. Ούτε γύρισε πίσω! 

   Ο Αλβανός είχε στο αίμα του λεβεντιά, αλλά η θυσία του δεν άξιζε. Λίγο πάνω από πενήντα, κρατούσε καλά ακόμη. Αθλητικός, άρα γενναιόδωρος. Φτωχοντυμένος αλλά καθαρός, με βλέμμα κάπως απλανές. Πιθανόν άνεργος. Κουβέντιαζε με άλλους συναδέλφους του σε πεζούλι, όχι σε καφετέρια. Θα χρειαζόταν για τον πιο φτηνό καφέ δύο ευρώ...

   Ήθελα να του πω «μπράβο» του, ότι μου θύμιζε τον έναν οβολό της χήρας (Μαρκ. 12.42-44), που έδωσε στο Ταμείο «όλον της τον βίο», την είδε ο Χριστός και την επήνεσε. Εδώ όμως έπεσε θύμα. Άφησα τη φιλολογία κατά μέρος... 

   Ο κόσμος των ζητιάνων, παρά τη φτώχεια που εμφανίζουν -μερικοί ασφαλώς δεν είναι ό,τι δείχνουν-, είναι ανελέητος! Ένα θύμα της ζωής, υποτίθεται, απέσπασε με επαγγελματική μανία το τελευταίο ευρώ ενός βιοπαλαιστή. 

   Σε μια ακόμη πιο έντονη περίπτωση παρακολουθούσαμε μια παρέα σε πλατεία έναν άλλο Βαλκάνιο ζητιάνο. Επαιτούσε: «Παρά. Παρά. Παρά!». Στάθηκε σε μια άλλη παρέα, βάζοντάς τους κατάμουτρα μια «καλαθούνα», κάτι σαν ποτήρι. Του είπαν να φύγει και αίφνης το θύμα, ο επαίτης, έγινε θύτης, από δούλος αφέντης. Άρχισε να βρίζει ακαταλαβιστί, και ταυτόχρονα να χειρονομεί ανήθικα. Ένας φίλος σχολίασε: «Μερικοί άνθρωποι φτάνουν σ’ αυτό το κατάντημα εξαιτίας του ελεεινού τους χαρακτήρα, που είναι απόρροια της ψυχοπνευματικής τους κατάρρευσης, αυτής που τους έκανε επαγγελματίες ζητιάνους!». Η μήτρα της απανθρωπιάς είναι ίδια σε φτωχούς και πλούσιους. Ζητιάνος, και τσιφούτης βγαίνουν από το ίδιο βαρέλι. 

   Δεν ‘σώζονται’, το τονίζω πάλι, ούτε οι ζητιάνοι ούτε οι φτωχοί ούτε οι άνεργοι με ένα ή περισσότερο ευρώ -ασφαλώς βέβαια πρέπει να βοηθιούνται. Ούτε οι έχοντες ‘σώζονται’, μεταφυσικά τώρα, με τέτοιες μικροδωρεές. Η καλύτερη δωρεά είναι να διδάξει κανείς τον ενδεή, αν ο δεύτερος το θέλει, να σκέπτεται, να μεθοδεύει. Είναι η μονάδα, το [1] στο οποίο θα προστεθούν μηδενικά (10, 100, κοκ).

   Το «ένα ευρώ» φέρνει στη ρίζα του κοινωνικού-οικονομικού προβλήματος, γίνεται σύμβολο. Όλα ξεκινούν από το μυαλό μας, πώς βλέπουμε αυτό το ένα μοναδικό, που μπορεί να είναι μία μονέδα αλλά και ένας λογισμός, μια ιδέα, μια απόφαση. Είμαστε ζητιάνοι του, ανάλογα με το που βάζουμε τις ανάγκες. Το ένα ευρώ είναι αρχή Καλού και Κακού, όπως ο καρπός του δένδρου της Γνώσεως στη Γένεση. Για «ένα ευρώ» άλλος ‘πουλιέται’. Το άλλο άκρο, κάποιος που το χαρίζει εκεί που δεν αξίζει. Άλλος δείχνει αγαπητικά αισθήματα κι άλλος σκοτώνει, για ένα ευρώ! Αποδεικνύεται ευγνώμων ή αχάριστος, γενναιόδωρος ή πλεονέκτης. Πολιτισμένος ή αγριάνθρωπος. Συμπέρασμα: Αν διαχειρισθεί κανείς το ένα ευρώ ψυχολογικά, ηθικά, πολιτικά, ίσως μπορέσει να διαχειρισθεί συνετά δισεκατομμύρια. Ειδάλλως θα διασπαθίζει κι όσα έχει. Η εξοικονόμηση μιας ‘μονάδας’ πονάει, αλλά στην πράξη λύνει το πρόβλημα της ανθρώπινης υπόστασης, όπως η ανευρεθείσα δραχμή της γυναίκας στην παραβολή του Χριστού. 

   Το ένα ευρό σήμερα, παλαιά η μία δραχμή πάντα ενέπνεε τον Έλληνα, δείχνοντας πίστη όχι στο μέταλλο αλλά στο μήνυμα που μεταφέρει, το επιπλέον που μπορεί να του δώσει. Όπως ίσως η πρωτοχρονιάτικη οικογενειακή πίτα, από το γνωστό έθιμο καθημερινής τελετουργίας. Να γίνει αρχή με «ένα» από την αρχή του έτους…. 

 

Σταύρος Γουλούλης