Του Σταύρου Γιαγκάζογλου, συμβούλου του υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

 

Η πλέον σημαντική καινοτομία του νέου Π.Σ. στα Θρησκευτικά Δημοτικού και Γυμνασίου ως προς τα περιεχόμενά του έγκειται στο άνοιγμα γνωριμίας με τις θρησκείες του κόσμου. Η διδασκαλία ορισμένων μεγάλων θρησκειών προβάλλει ως σύγχρονη ανάγκη και απαίτηση από το μάθημα των Θρησκευτικών και αποτελεί ιδιάζον καινοτομικό στοιχείο της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. Ωστόσο, η αναφορά σε στοιχεία άλλων θρησκευτικών παραδόσεων, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο, είναι οργανικά ενταγμένη στις διάφορες πτυχές των βασικών θεμάτων του νέου Π.Σ. και γίνεται με τρόπο κριτικό και ερμηνευτικό, ώστε να συντελέσει στον θρησκευτικό γραμματισμό αλλά και στον σεβασμό της θρησκευτικής ετερότητας.

Για την ελληνική κοινωνία -όπως άλλωστε και για τις ευρωπαϊκές- ο συνεχώς διευρυνόμενος πλουραλισμός είναι πλέον η αναπόφευκτη αφετηρία για οποιαδήποτε σοβαρή θεωρία και πράξη της εκπαίδευσης. Εφόσον θεμελιώδης σκοπός της υποχρεωτικής εκπαίδευσης είναι να καταστούν οι νέοι άνθρωποι ικανοί να χειρίζονται τον πλουραλισμό με υπεύθυνο και δημιουργικό τρόπο και να πραγματοποιούν προσωπικές και υπεύθυνες επιλογές, η θρησκευτική εκπαίδευση οφείλει να διαμορφώσει ένα πλαίσιο διαπολιτισμικής προσέγγισης και σεβασμού στο διαφορετικό. Συνάμα, οφείλει να οικοδομήσει μια υπεύθυνη και κριτική κατανόηση των θρησκευτικών αντιλήψεων του «άλλου», αλλά και της επίδρασης της θρησκευτικής ή μη πίστης στην προσωπική και κοινωνική ζωή των ανθρώπων. Άλλωστε, ένας από τους βασικούς σκοπούς του μαθήματος των Θρησκευτικών στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι να ενθαρρύνει τους μαθητές να στοχαστούν στη διάρκεια των σπουδών τους πάνω σε τρόπους ζωής που είναι διαφορετικοί από τους δικούς τους και να αποκτήσουν μια πρώτη γνώση των θρησκειών του κόσμου, ιδιαίτερα όσων συναντούν στην Ελλάδα.

Εδώ βέβαια εγείρεται μια σειρά ζητημάτων σχετικά με την παρουσίαση του διαθρησκευτικού υλικού στη σχολική τάξη, με τις μεθόδους προσέγγισής του, με τις διάφορες παραμέτρους, με τις διακινδυνεύσεις και εντάσεις του κ.ά., το οποίο διαχειρίζεται ο διδάσκων μέσα από κατάλληλες στρατηγικές μάθησης και ποικίλες προτεινόμενες δραστηριότητες διερευνητικής και ανακαλυπτικής μάθησης. Σε κάθε περίπτωση, τα πολλαπλά ερωτήματα που ανακύπτουν είναι και νόμιμα και θεμιτά: Πόσες και ποιες θρησκείες θα διδαχθούν; Πώς αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να δημιουργηθεί σύγχυση ή να παρουσιαστούν φαινόμενα συγκρητισμού; Πώς μπορεί να συνδυάζεται η διδασκαλία θρησκειών του κόσμου με την τοπική συνάφεια και τη διαμόρφωση ταυτότητας των μαθητών; Πώς μπορεί να σχετίζεται με τη χριστιανική αυτοσυνειδησία; Πώς θα αντιμετωπίσουμε τις θρησκείες; Ως «κλειστά» λογικά συστήματα ομολογιών, πεποιθήσεων και τελετουργικών τυπικών; Ή ως ποικιλία θρησκευτικών προσανατολισμών, όπως εκδηλώνονται στην καθημερινή ζωή; Ποια είναι η συνάφεια του πλουραλισμού και της ποικιλίας με τον πολιτισμό και τη θρησκεία;

Τα ζητήματα αυτά επιχειρήθηκε διεθνώς να αντιμετωπιστούν ήδη από τη δεκαετία του ’60 και μετά, λιγότερο ή περισσότερο πετυχημένα και με αρκετές αναθεωρήσεις έως σήμερα. Ως προς τα ελληνικά πράγματα, με το νέο Π.Σ. για πρώτη φορά, πέραν ορισμένων αναφορών για τον Ιουδαϊσμό και το Ισλάμ στο ισχύον βιβλίο της ΣΤ Δημοτικού (Κεφάλαιο Στ΄: Ετερόδοξοι και αλλόθρησκοι), επιχειρείται συστηματικά η διδασκαλία των θρησκειών στην υποχρεωτική εκπαίδευση. Χρειάζεται, ωστόσο να επισημανθεί ότι από τη δεκαετία του ’90, στο πλαίσιο των κοινωνικών εξελίξεων και των συζητήσεων για τον νέο ρόλο του μαθήματος των Θρησκευτικών, άρχισε να υπογραμμίζεται από τον εκπαιδευτικό θεολογικό κόσμο η σημασία αυτής της διάστασης της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Οι όποιες αντιστάσεις και αρνητικές επιφυλάξεις υπονοούν τη διατήρηση της αντίληψης ενός στενά ομολογιακού μαθήματος των Θρησκευτικών, το οποίο πρέπει να ασχολείται αποκλειστικά με τον Χριστιανισμό. Στο νέο Π.Σ., λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της ελληνικής κοινωνίας, επιχειρείται η υπέρβαση αυτών των επιφυλάξεων και πραγματοποιείται ένα προσεκτικό πρώτο βήμα στην κατεύθυνση της διδασκαλίας των θρησκειών και στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο. Πρόκειται, όντως, για μια μεγάλη πρόκληση, στην οποία οι εκπαιδευτικοί μας μπορούν να ανταποκριθούν υπεύθυνα, γόνιμα και δημιουργικά. Άλλωστε, το ελληνικό μάθημα των Θρησκευτικών έκανε θετικά βήματα, όποτε κατόρθωνε να «αφουγκράζεται» την εποχή και τις ανάγκες της.

 

Η γνώση που παρέχεται

Τι προσφέρει, λοιπόν, η γνώση γύρω από τις θρησκείες του κόσμου σε όλη την υποχρεωτική εκπαίδευση; Το μάθημα των Θρησκευτικών ανταποκρίνεται στο φυσικό και αναμφισβήτητο ενδιαφέρον των μαθητών για μια γνώση που φέρνει κοντά τους το άγνωστο, το ξένο, το μακρινό, το διαφορετικό άλλων λαών και πολιτισμών. Εξάλλου, οι συνθήκες της καθημερινότητας, όπως η τεχνολογία, τα ΜΜΕ, η επικοινωνία, οι μεταναστεύσεις, οι μικτοί γάμοι, οι «διαφορετικοί» γείτονες κ.ά., συνεχώς δημιουργούν ποικίλα ερωτήματα γύρω από τους άλλους και τη θρησκευτικότητά τους ήδη από τις πρώτες τάξεις του Δημοτικού. Η γνώση, λοιπόν, γύρω από τις θρησκείες του κόσμου διευκολύνει τους μαθητές να καλλιεργήσουν τη συστηματικότερη κατανόηση της ζωής των θρησκευτικών ομάδων, του τρόπου με τον οποίο άλλοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και βρίσκουν νόημα, ικανοποίηση και αξία στην καθημερινή τους ζωή, αλλά και να αναπτύξουν στάσεις πραγματικού ενδιαφέροντος για τον «άλλον», διαλόγου και επικοινωνίας με αυτόν. Πρόκειται για ένα άνοιγμα, το οποίο -στον βαθμό που καλλιεργεί το ενδιαφέρον, τη γνώση, την κατανόηση, την ενσυναίσθηση και την επικοινωνία- δεν επιβουλεύεται αλλά ενθαρρύνει με τη σειρά του τους μαθητές να αναγνωρίσουν, να καλλιεργήσουν και να εμπιστευτούν τις δικές τους προσωπικές αξίες και πεποιθήσεις πάνω σε ζητήματα θρησκείας και πίστης.

Η γνώση γύρω από τις θρησκείες του κόσμου διευκολύνει τους μαθητές να καλλιεργήσουν τη συστηματικότερη κατανόηση της ζωής των θρησκευτικών ομάδων, του τρόπου με τον οποίο άλλοι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τον κόσμο και βρίσκουν νόημα, ικανοποίηση και αξία στην καθημερινή τους ζωή

Στην εποχή μας η γνώση γύρω από τις θρησκείες δεν αποτελεί εξεζητημένη πολυτέλεια, αλλά ουσιαστική προϋπόθεση για να αντιληφθούμε το πολυσύνθετο θρησκευτικό φαινόμενο σε όλο τον κόσμο, σε όλη του την έκταση και σε όλο του το βάθος. Ταυτόχρονα, η πληροφόρηση αυτή συντελεί στην αρμονική συνύπαρξη και στην απομάκρυνση από φονταμενταλιστικές και ακραίες ιδέες φανατικών, που συνήθως επενδύουν στην ημιμάθεια και στη δαιμονοποίηση του «άλλου», του ξένου και του διαφορετικού. Αναγνωρίζοντας οι μαθητές τον βασικό προσανατολισμό των θρησκειών για τον σεβασμό και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο και διακρίνοντάς τον από τις παραφυάδες της μισαλλοδοξίας, αντιλαμβάνονται ότι οι θρησκείες μπορούν να έχουν θετική συμβολή στη σταθερότητα και στην εδραίωση της ειρήνης. Έτσι, οι μαθητές αντιλαμβάνονται την καθολικότητα του θρησκευτικού φαινομένου και της αναζήτησης του ιερού και συνειδητοποιούν ότι στη θρησκευτική αναζήτηση και εμπειρία επιβεβαιώνεται η ανάγκη του ανθρώπου να υπερβεί τον εαυτό του και να αναφερθεί σε κάτι έξω από αυτόν.

Το κύριο σώμα στο νέο Π.Σ. παραμένει ο Χριστιανισμός, ενώ σταδιακά επιχειρείται η προσέγγιση άλλων έξι θρησκειών: του ιουδαϊσμού, του ισλάμ, του ινδουισμού, του βουδισμού, του ταοϊσμού και του κομφουκιανισμού. Οι αναφορές επικεντρώνονται στον ιουδαϊσμό και στο ισλάμ ως θρησκείες που ενδιαφέρουν περισσότερο την ελληνική κοινωνία. Πέρα από τον αβρααμικό χαρακτήρα τους, οι δύο αυτές θρησκείες συνδέονται ιστορικά και πολιτισμικά με την ορθόδοξη παράδοση. Εξάλλου, η θεσμοθετημένη ύπαρξη της μουσουλμανικής μειονότητας και της ισραηλιτικής θρησκείας ως αναγνωρισμένων θρησκευτικών κοινοτήτων από την ελληνική Πολιτεία, προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο εγχείρημα του νέου Π.Σ. Η Ορθοδοξία και γενικότερα ο Χριστιανισμός διατηρεί μιαν ιδιαίτερη και «προνομιακή» θέση στο νέο Π.Σ., εξαιτίας προφανών εκπαιδευτικών, πολιτισμικών και κοινωνικών λόγων. Η προσέγγισή της σε μια σταδιακή διεύρυνση και εμβάθυνση επιτρέπει σε όλους τους μαθητές να κατανοήσουν τη θρησκεία που αποτελεί ένα από τα βασικά θεμέλια της ελληνικής κοινωνίας.

Ο ελληνικός πολιτισμός, αλλά και συνολικά ο λεγόμενος «δυτικός», είναι βαθύτατα επηρεασμένος και διαμορφωμένος από τον Χριστιανισμό (τέχνη, μουσική, θέατρο, ποίηση, λογοτεχνία, έθιμα, γιορτές, παραδόσεις κ.ά.). Σχεδόν όλοι οι μαθητές, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη δέσμευσή τους, σχετίζονται ως προς τις θρησκευτικές τους εμπειρίες στην Ελλάδα στενά με τον Χριστιανισμό (αργίες, ναοί, έθιμα, στολισμοί πόλεων κ.ά.). Οι μαθητές συχνά ακούν και χρησιμοποιούν όρους, όπως Θεός, Χριστός, Παναγία, Εκκλησία, προσευχή, αμαρτία κ.ά. Ο Χριστιανισμός, δηλαδή, είτε το αντιλαμβάνονται είτε όχι, αποτελεί μέρος των πνευματικών τους εφοδίων. Στον βαθμό που η θρησκευτική εκπαίδευση, όπως άλλωστε και συνολικά η εκπαίδευση, πρόκειται να οικοδομήσει και να επεκτείνει την υπάρχουσα εμπειρία και κατανόηση των μαθητών, φαίνεται επιβεβλημένη ιστορικά και πολιτισμικά η κεντρική θέση της Ορθοδοξίας και του Χριστιανισμού στο μάθημα των Θρησκευτικών. Στο νέο Π.Σ. προτείνεται η προσέγγιση του Χριστιανισμού στις πραγματικές -δηλαδή στις ιστορικές του- διαστάσεις: με αφετηρία και επικέντρωση στην ορθόδοξη παράδοση καταρχήν και τη σταδιακή επέκταση στις άλλες δύο μεγάλες χριστιανικές παραδόσεις (τη ρωμαιοκαθολική και την προτεσταντική, όπου και η αγγλικανική).

Σχεδόν όλοι οι μαθητές, ανεξάρτητα από την καταγωγή ή τη δέσμευσή τους, σχετίζονται ως προς τις θρησκευτικές τους εμπειρίες στην Ελλάδα στενά με τον Χριστιανισμό

Ταυτόχρονα, είναι πολύ σημαντικό για τους μαθητές που προέρχονται από άλλες θρησκευτικές παραδόσεις, γνωρίζοντας τους τύπους και την ουσία του Χριστιανισμού, να εγκλιματισθούν στον πολιτισμό της χώρας στην οποία είναι πλέον πολίτες. Επιπλέον, με τη διευρυμένη μελέτη όλων των διαστάσεων του Χριστιανισμού (δογματικές, ιστορικές, κοινωνικές, λειτουργικές, ηθικές, εμπειρικές) με τρόπο που να δίδονται απαντήσεις στα μεγάλα ερωτήματα όλων των ανθρώπων, αναδεικνύεται και ο επιστημονικά ενδεδειγμένος τρόπος προσέγγισης μιας θρησκείας.

 

Η θρησκειολογική προσέγγιση

Στο σημείο αυτό χρειάζεται να επισημανθεί ότι οι βασικές επικρίσεις και αντιδράσεις κατά του νέου Π.Σ. της υποχρεωτικής εκπαίδευσης αφορούσαν κυρίως τη συμπερίληψη θρησκειολογικών στοιχείων και αναφορών. Αρκετοί μάλιστα εκ των επικριτών, είτε απομόνωσαν επιμέρους θρησκειολογικές αναφορές είτε συνέλεξαν όλα τα θρησκειολογικά στοιχεία του νέου Π.Σ. και τα ενοποίησαν σκόπιμα για να φανεί ότι το νέο Πρόγραμμα είναι σαφέστατα ή αμιγώς θρησκειολογικό. Οι όποιες αναφορές σε άλλες θρησκείες -όπου αυτό κρίθηκε σκόπιμο- έγιναν στο Π.Σ. της υποχρεωτικής εκπαίδευσης πάντοτε έπειτα από προηγηθείσα εκτενή παρουσίαση των ορθόδοξων χριστιανικών θεμάτων κάθε ενότητας και πάντως σε ποσοστό όχι άνω του 10% επί της συνολικής διαπραγματευόμενης ύλης κάθε θεματικής ενότητας. Αξίζει να επισημάνουμε ακόμη ότι οι θρησκειολογικές αναφορές στα βιβλία των Θρησκευτικών υπάρχουν ήδη από τη δεκαετία του ’60 στο Γυμνάσιο, ενώ στο Δημοτικό ήδη με τα ισχύοντα νέα βιβλία του 2003-2006. Συνεπώς, είναι παντελώς ανυπόστατη η κατηγορία ότι στο νέο Π.Σ. της υποχρεωτικής εκπαίδευσης παραγνωρίζεται ή παραγκωνίζεται η ορθόδοξη πίστη.

Οι μαθητές δεν καλούνται να μελετήσουν σε βάθος άλλες θρησκείες, αλλά απλώς να εντάξουν στο πεδίο των θρησκευτικών τους γνώσεων ορισμένα ακόμη στοιχεία για τις θρησκείες αυτές, ενώ στα θέματα του μαθήματος σε όλες τις τάξεις φυσικά και είναι κυρίαρχη η παρουσία της Ορθοδοξίας (πίστη, θεολογία, λατρεία, ζωή, τέχνη). Το νέο αυτό Π.Σ., όμως, δεν μπορούσε να μη λάβει σοβαρά υπόψη του ότι στον σύγχρονο κόσμο οι μαθητές -ακόμη και των τάξεων του Δημοτικού- έχουν πολλές ευκαιρίες να πληροφορηθούν -συχνά με μη έγκυρο έως και επιζήμιο τρόπο- από πολλές πηγές (τηλεόραση, βιντεοπαιχνίδια, κινηματογράφος, διαδίκτυο) δεδομένα που αφορούν την πίστη και τη λατρεία ανατολικών κυρίως θρησκειών και των ποικίλων παραφυάδων τους, όπως εμφανίζονται στον δυτικό κόσμο. Επομένως, ένα σοβαρό σχολικό μάθημα Θρησκευτικών, που αισθάνεται τον «παλμό» των εξελίξεων στη σύγχρονη κοινωνία, δεν θα ήταν δυνατόν να αδιαφορήσει για τη σωστή και υπεύθυνη ενημέρωση των μικρών μαθητών με απώτερο στόχο την αποφυγή της παραπληροφόρησης και των συνεπαγόμενων κινδύνων. Η διαστρωμάτωση της ύλης σχετικά με την ορθόδοξη διδασκαλία, με τις άλλες χριστιανικές ομολογίες και με τις λοιπές μεγάλες θρησκείες, είναι απολύτως σαφής και διακριτή τόσο μέσα στο Π.Σ. της υποχρεωτικής εκπαίδευσης όσο και στο νέο Π.Σ. του Λυκείου (2015), όπου δικαιολογούνται με επάρκεια οι θεματικές επιλογές, οι οποίες πάντως κινούνται εντός του νομιμοποιητικού πλαισίου του ισχύοντος νόμου (Ν.1566/85).

Ένα σοβαρό σχολικό μάθημα Θρησκευτικών, που αισθάνεται τον «παλμό» των εξελίξεων στη σύγχρονη κοινωνία, δεν θα ήταν δυνατόν να αδιαφορήσει για τη σωστή και υπεύθυνη ενημέρωση των μικρών μαθητών με απώτερο στόχο την αποφυγή της παραπληροφόρησης και των συνεπαγόμενων κινδύνων

Σε κάθε περίπτωση, το μάθημα των Θρησκευτικών οφείλει στο πλαίσιο λειτουργίας του να διαχειρίζεται τη γνωριμία με τις άλλες θρησκείες, να έχει άποψη για τη θρησκευτική ετερότητα και να εγκαινιάζει ή ενθαρρύνει τον ουσιαστικό διάλογο και την κριτική και ερμηνευτική προσέγγιση του θρησκευτικού φαινομένου εν γένει. Οι επικριτές αυτής της προσέγγισης αντιλαμβάνονται το μάθημα των Θρησκευτικών μάλλον ως κλειστό μάθημα που δεν χρειάζεται να διαλέγεται στον δημόσιο χώρο του σχολείου. Ωστόσο, οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί δεν είναι απλώς οι μόνοι που έχουν διδαχθεί θέματα θρησκειολογίας στις πανεπιστημιακές τους σπουδές, αλλά και εκείνοι που καλούνται στις νέες συνθήκες των σύγχρονων πολυπολιτισμικών κοινωνιών και του ενεργού πολίτη του κόσμου να διαδραματίσουν ουσιαστικό ρόλο μετά λόγου γνώσεως προς την κατεύθυνση του αλληλοσεβασμού και της ειρηνικής συνύπαρξης με τη θρησκευτική ετερότητα. Άλλωστε, αρχές όπως η ανοικτότητα, η ανεκτικότητα, η νηφαλιότητα, η οικουμενικότητα, η αποδοχή και ο σεβασμός του άλλου, ο σεβασμός της θρησκευτικής ετερότητας και του διαφορετικού πολιτισμού, η ειρηνική συνύπαρξη, ο διάλογος, η ελευθερία κ.ά. αποτελούν όχι απλώς θεωρητικές συλλήψεις της χριστιανικής ή μη χριστιανικής διανόησης, αλλά βιωματικές κατακτήσεις της ορθόδοξης παράδοσης κατά τη μακραίωνη ιστορική της πορεία.