Της Έλενας Τσακίρη

 

Τον Οκτώβριο ξεκινά τη λειτουργία του το Πρόγραμμα Μουσουλμανικών Σπουδών στο τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Η ηγεσία του υπουργείου Παιδείας άνοιξε τον δρόμο για την έναρξη ενός προγράμματος που συζητείται έντονα τα τελευταία χρόνια. Όχι μόνο εντός του πανεπιστημίου, το οποίο έλαβε και τη σχετική απόφαση εδώ και δύο χρόνια, αλλά και εντός των εκκλησιαστικών κύκλων, με τις αντιδράσεις να είναι σφοδρές. Ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος έχει ταχθεί πολλές φορές ενάντια στη δημιουργία του, με την τελευταία του αντίδραση να μετρά μόνο λίγες μέρες. Ορισμένοι κάνουν λόγο για προσφυγή στη Δικαιοσύνη, και ειδικότερα στο ΣτΕ, ενώ το τμήμα Θεολογίας χωρίστηκε στα δύο κατά την ψηφοφορία για την απόφαση, με την πλειοψηφία, βέβαια, να ψηφίζει υπέρ της δημιουργίας του προγράμματος.

«Απαρχής δηλώθηκε και όχι από εμένα προσωπικώς, αλλά από κόσμο θεολογικό και μη θεολογικό, ότι εμείς στη Θεσσαλονίκη και στη Θεολογική Σχολή δεν θέλουμε ισλαμικές σπουδές», δήλωσε πρόσφατα ο Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Άνθιμος. Η ένστασή του αλλά και πολλών άλλων έχει να κάνει, εκτός από το αντικείμενο, και με την τοποθεσία, ζητώντας τη μεταφορά του ακόμα και στην Κομοτηνή, λόγω της μειονότητας των μουσουλμάνων. Παλαιότερα, σε συνέντευξή του είχε κάνει λόγο για εθνικό ζήτημα, τονίζοντας πως, σύμφωνα με τη δική του άποψη, το κακό που θα γίνει στην πόλη θα είναι μεγάλο. «Δεν μπορεί να συνυπάρξει η Ορθόδοξη Χριστιανική πίστη με την ισλαμική διδασκαλία την ώρα που η ελληνική Παιδεία αυτήν τη στιγμή διώκεται στην υπόθεση της Σχολής της Χάλκης», ανέφερε, μεταξύ άλλων, ο κ. Άνθιμος.

Όπως και με τα Θρησκευτικά, οι θεολόγοι εμφανίζονται διχασμένοι σε αυτό το θέμα, ενώ η εκάστοτε κυβέρνηση, που συζητούσε τη δημιουργία του εν λόγω τμήματος, προέβαλε ως επιχείρημα όχι μόνο την ικανοποίηση των αιτημάτων της μουσουλμανικής κοινότητας στην Ελλάδα, αλλά και το γεγονός ότι δεν πρόκειται για μια κρατική απόφαση ίδρυσης σχολής, αλλά για ένα πρόγραμμα σπουδών που εντάσσεται στην Ανώτατη Εκπαίδευση, η οποία χαρακτηρίζεται από τη σχετική αυτονομία των ελληνικών ιδρυμάτων. Οι πολέμιοι της δημιουργίας του συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών προβάλλουν την «αντίφαση» ενός τμήματος Θεολογίας που θα έχει ως κατεύθυνση για τους σπουδαστές την αναλυτική και εξειδικευμένη διδασκαλία του Κορανίου. Κατά καιρούς, το ΑΠΘ έχει γίνει αποδέκτης δεκάδων επιστολών όπου καταγράφεται η αντίθεση στη δημιουργία αυτού του τμήματος.

Οι πολέμιοι της δημιουργίας του συγκεκριμένου προγράμματος σπουδών προβάλλουν την «αντίφαση» ενός τμήματος Θεολογίας που θα έχει ως κατεύθυνση για τους σπουδαστές την αναλυτική και εξειδικευμένη διδασκαλία του Κορανίου.

Αντιδράσεις

Το 2014, όταν ήταν υπουργός Παιδείας ο Ανδρέας Λοβέρδος, ο καθηγητής του Tμήματος Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ κ. Ιωάννης Καγκούλης τού έστειλε μια επιστολή όπου καταγράφονται οι αντιδράσεις των πανεπιστημιακών που ψήφισαν κατά της δημιουργίας του προγράμματος σπουδών. Η απουσία σύνδεσης θεολογικών σχολών πανεπιστημίων της Ευρώπης και της Αμερικής με το Ισλάμ αποτέλεσε ένα από τα βασικά επιχειρήματα αυτής της επιστολής.

«Είναι αναληθή τα γραφόμενα πως η συνύπαρξη χριστιανικής θεολογίας και μουσουλμανικής θεολογίας είναι μια συνηθισμένη πρακτική στα πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ, καθώς οι μουσουλμανικές σπουδές υπηρετούνται κυρίως εντός του πλαισίου των θρησκειολογικών σπουδών. Ακόμα και όταν υπηρετούνται από Τμήματα Ισλαμικών Σπουδών, αυτά εντάσσονται στις Θεολογικές Σχολές. Συνάδελφος της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ, μετά από έρευνα, απέδειξε ότι σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, καθώς επίσης και στον χώρο των ΗΠΑ, ουδεμία σύνδεση υπάρχει μεταξύ Ισλαμικών Σπουδών και των εκεί λειτουργουσών Θεολογικών Σχολών. Μάλιστα, στο Πανεπιστήμιο του Τübingen, στο οποίο και αναφέρεστε, το Center of Islamic Theology ανήκει στη Φιλοσοφική Σχολή του Τübingen. Ως υπουργός, εφαρμόσατε το ίδιο και στον ελλαδικό χώρο», αναφέρεται σε σημείο της επιστολής.

Αυτό ήταν ως απάντηση στις δηλώσεις του τότε υπουργού στη Βουλή: «Η συνύπαρξη χριστιανικής θεολογίας και μουσουλμανικής θεολογίας αποτελεί συνηθισμένη πρακτική στα πανεπιστήμια της Ευρώπης και των ΗΠΑ. Ακόμα και όταν οι μουσουλμανικές σπουδές υπηρετούνται από Τμήματα Ισλαμικών Σπουδών, αυτά εντάσσονται στις Θεολογικές Σχολές, όπως, για παράδειγμα, συμβαίνει στα πανεπιστήμια του Τübingen στη Γερμανία, στο Cambrigde στη Βρετανία, το Berkeley και το Yale στις ΗΠΑ. Επίσης, εντός του Βατικανού λειτουργεί το Ποντιφικικό Ινστιτούτο Αραβοϊσλαμικών Σπουδών - PISAI».

Παράλληλα, ο ομολογιακός χαρακτήρας, όπως επισημαίνει ο κ. Κογκούλης, επανέρχεται στο προσκήνιο, αυτήν τη φορά όχι από την πλευρά της Θεολογικής Σχολής, αλλά από το πρόγραμμα Σπουδών! «Για να μην προσδώσουμε στις Θεολογικές Σχολές ομολογιακό χαρακτήρα, αποφύγαμε να μιλούμε για Ορθόδοξες Θεολογικές Σχολές. Όμως, με τη λειτουργία “Εισαγωγικής κατεύθυνσης Μουσουλμανικών Σπουδών”, το Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ γίνεται ομολογιακό!».

Αντίδραση υπήρξε πρόσφατα και από τον Γραμματέα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων κ. Παναγιώτη Τσαγκάρη, ο οποίος σε επιστολή του προς τον Αρχιμανδρίτη π. Σωφρόνιο Γκουτζίνη, πρωτοσύγκελο της Ιεράς Μονής Μητροπόλεως Ξάνθης, αναφέρει: «Επειδή όσα γράφετε -ίσως σκόπιμα, ίσως από άγνοια, ο Θεός οίδεν- υπερασπιζόμενος ένθερμα τη λειτουργία των Ισλαμικών Σπουδών στο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ είναι ψευδή και παραπλανητικά, οφείλουμε προς χάριν της αλήθειας να τα αναιρέσουμε: Ισχυρίζεστε ότι “η Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ με συντριπτική πλειοψηφία των μελών ΔΕΠ των Τμημάτων της αποφάσισε τη δημιουργία και λειτουργία Προγράμματος Ισλαμικών Σπουδών”. Ο ισχυρισμός σας αυτός ελέγχεται ως ψευδής, διότι α) σε σύνολο 38 μελών ΔΕΠ του Τμήματος Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής μόνον 23 καθηγητές ψήφισαν υπέρ της ιδρύσεως και λειτουργίας αυτού του Προγράμματος, β) το Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας έχει αποφασίσει και δημοσιεύσει την έντονη διαφωνία του για το εγχείρημα αυτό και γ) σας ενημερώνουμε ότι όλοι οι καθηγητές και των δύο Τμημάτων της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ είναι 72! Επομένως, για ποια πλειοψηφία μελών ΔΕΠ της Θεολογικής Σχολής ομιλείτε, πάτερ;».

 

Η επιστολή Σεραφείμ

Το θέμα του προγράμματος Μουσουλμανικών Σπουδών έχει γίνει πεδίο αντιδράσεων ήδη από το 2013, με τους Μητροπολίτες Θεσσαλονίκης, Πειραιώς και Καλαβρύτων να τίθενται ανοιχτά κατά της δημιουργίας του. Μάλιστα, τον Νοέμβριο του 2015, λίγο πριν το υπουργείο Παιδείας να δώσει το πράσινο φως για τη δημιουργία του προγράμματος σπουδών, ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ έστειλε επιστολή στον αρμόδιο υπουργό, Νίκο Φίλη, σημειώνοντας: «Το τραγελαφικό της εν λόγω πρωτοβουλίας σύγκειται στο γεγονός ότι η ομολογιακή Θεολογική Σχολή του ΑΠΘ έχει συγκεκριμένη ομολογιακή βάση και οντολογικό θεμέλιο την Τριαδολογία, τη Χριστολογία, την Εκκλησιολογία και την εσχατολογία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, ενώ η σχεδιαζόμενη Κατεύθυνση Ισλαμικών Σπουδών στην ιδία Θεολογική Σχολή τα εντελώς αντίθετα, τον αντιτριαδισμόν και την κατεγνωσμένη υπό της Α’ Οικουμενικής Συνόδου Χριστολογική αίρεση του Αρειανισμού και την υλιστική εσχατολογία. Αντιλαμβάνεσθε ευχερώς ότι αυτό αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία που δεν συμβαίνει πουθενά σε καμία χώρα της γης και βέβαια υποβάλλομε τη ρητορική ερώτηση στους εισηγητές της ρυθμίσεως εάν θα ήτο ποτέ δυνατόν οι θεοειδείς Πατέρες της Εκκλησίας να συστέγαζαν στο ίδιο εκπαιδευτικό Ίδρυμα την Αλήθεια της Θείας Αποκαλύψεως και την εγκληματική απομείωση και στρέβλωσή της, ως αυτή που ανθρωποπαθώς διετύπωσε ο Άραβας έμπορος Μωάμεθ που συνήψε τον 7ο γάμο του με τη σύζυγο του γιου του Ζαΐντ και τον 9ο γάμο του μετά της 7ετούς κορασίδος Αϊσέ!!! (Θαυμάσατε Προφήτη!), αντιγράφων τον Άρειο, τον Απολλινάριο, το Νεστόριο, τον Σεβήρο και τον Διόσκορο».

 

Και για Ελληνες Ορθόδοξους η κατεύθυνση

Εκτός από την πιο δημοφιλή επιχειρηματολογία περί αιτημάτων της μουσουλμανικής μειονότητας, οι υποστηρικτές του εν λόγω προγράμματος προβάλλουν και ακόμα μία πλευρά. Οι φοιτητές αυτής της σχολής δεν θα είναι απαραίτητα μουσουλμάνοι, καθώς και Έλληνες Ορθόδοξοι μπορούν να επιλέξουν αυτή την κατεύθυνση.

Όπως σημειώνουν, οι γνώσεις για το Ισλάμ από Έλληνες Χριστιανούς είναι περιορισμένες και αποτελεί αδυναμία της χώρας, όταν μόνο στην Αθήνα κατοικούν παραπάνω από 200.000 μουσουλμάνοι, να μην υπάρχει ένας φορέας με επιστημονικό υπόβαθρο που να είναι σε θέση να διαχειριστεί τη μουσουλμανική θεολογία. Όσο για την άποψη ότι σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ή στην Αμερική δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο, πηγές αναφέρουν ότι η Ελλάδα, και ειδικότερα η Ορθοδοξία, έχει ένα μεγάλο πλεονέκτημα: «Η Ορθοδοξία είναι το μόνο χριστιανικό δόγμα που συνομίλησε με το Ισλάμ και από τη θέση του ισχυρού και από τη θέση του ισότιμου εταίρου και από τη θέση του υποταγμένου. Μιλάει από όλες τις θέσεις κι αυτό της δίνει σοφία για τον χειρισμό του Ισλάμ που δεν έχει καμία άλλη ομολογία χριστιανική αυτήν τη στιγμή. Θα το θυσιάσουμε αυτό για να μιμηθούμε ακραίες χριστιανικές ομολογίες της Ευρώπης;».

Παράλληλα, η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων αλλά και το υπουργείο Παιδείας έχουν υποστηρίξει τη δημιουργία του τμήματος, καθώς, όπως έχει επισημανθεί, είναι αποστολή τους να υποστηρίζουν τη διδασκαλία γνωστικών αντικειμένων στην Ελλάδα. Ειδικότερα η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων σημειώνει ότι έχει πλήρη επίγνωση της ανάγκης για Έλληνες επιστήμονες που να μπορούν να μιλήσουν για το Ισλάμ. Άλλωστε, τόσο το υπουργείο Παιδείας όσο και το Τμήμα Θεολογίας έχουν καταστήσει απολύτως σαφές ότι πρόκειται για πανεπιστημιακό πρόγραμμα σπουδών που έχει καθαρά ακαδημαϊκή και επιστημονική στόχευση και όχι κάποιου είδους ιερατική σχολή για μουσουλμάνους.