Oσοι παρακολουθούν τις τελευταίες εξελίξεις στις σχέσεις του Οικουμενικού Πατριαρχείου και της Εκκλησίας της Ελλάδος δεν είναι αισιόδοξοι για το μέλλον. Ελπίζουν, ωστόσο, ότι μέχρι τον Ιούνιο, οπότε θα γίνει στην Κρήτη η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος των Ορθοδόξων Εκκλησιών, θα βρεθεί η «χρυσή τομή» ώστε όλα να κυλήσουν ομαλά. Ετσι κι αλλιώς, πρόκειται για ένα από τα σημαντικότερα εκκλησιαστικά γεγονότα των τελευταίων αιώνων, αφού γίνεται για πρώτη φορά μετά το Σχίσμα του 1054!

Πέρα, όμως, από αυτό το γεγονός, επίσης σημαντικό είναι ότι θα πραγματοποιηθεί σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη περίοδο για την πατρίδα μας, αλλά και την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, λόγω των εξελίξεων στη Συρία.

Όλοι το αναγνωρίζουν αυτό. Και ο κ. Βαρθολομαίος και ο κ. Ιερώνυμος, αλλά και το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών. Το ερώτημα αν θα παραστεί ή όχι στη Σύνοδο ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και Πάσης Ελλάδος απασχολεί ιδιαίτερα το Φανάρι, αλλά και την ελληνική κυβέρνηση. Και αυτό γιατί θα είναι ισχυρό πλήγμα για την όλη πρωτοβουλία του κ. Βαρθολομαίου, εάν, για παράδειγμα, παραστεί ο Ρώσος πατριάρχης και απουσιάζει ο Έλληνας Αρχιεπίσκοπος.

Αυτό το γνωρίζουν καλά και στην Αρχιεπισκοπή και στη Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και, για τον λόγο αυτόν, επικρατεί έντονος προβληματισμός. Όπως, επίσης, γνωρίζουν ότι θα ασκηθούν πιέσεις από την κυβέρνηση και όχι μόνο και θα είναι δύσκολο να αγνοήσει η Εκκλησία της Ελλάδος μια τόσο σημαντική εκδήλωση (και τελικά όπως ανακοινώθηκε από την Ιερά Σύνοδο ο Αρχιεπίσκοπος θα είναι επικεφαλής της αντιπροσωπείας της Εκκλησίας της Ελλάδος η οποία θα παραστεί στη Σύνοδο).

Αν κάποιος επιχειρήσει να καταλάβει τα αίτια αυτής της «νέας κόντρας», θα πρέπει να ανατρέξει στο 2007. Τότε, και ενώ ο μακαριστός αρχιεπίσκοπος ήταν άρρωστος, ο μακαριστός Μητροπολίτης Μεγάρων και Σαλαμίνος Βαρθολομαίος, χωρίς την έγκριση της Εκκλησίας της Ελλάδος, προχώρησε στην ανακήρυξη της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής στο Μάζι της Αττικής και του Ιερού Ναού της Παναγίας της Ιμβριώτισσας στη Σαλαμίνα ως σταυροπηγιακών. Η απόφαση αυτή -παράνομα, εκτιμά η Εκκλησία της Ελλάδος- προωθήθηκε και δημοσιεύτηκε στην «Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως» (ΦΕΚ, 31/12/2007). Για την Εκκλησία της Ελλάδος αυτή η κίνηση δεν ήταν παρά μια «πράξη εισπήδησης» η οποία έκρυβε τον κίνδυνο το Φανάρι να επεκταθεί και σε άλλα μοναστήρια και να αποκτήσει σε αυτά δικαιώματα.

Το πόσο σημαντικό είναι αυτό για τις δύο Εκκλησίες αποδεικνύεται από το γεγονός ότι στο Σύνταγμα της Ελλάδος μόνο δύο μονές -η Μονή Βλατάδων και η Μονή Αναστασίας της Φαρμακολύτριας- αναφέρονται ως σταυροπηγιακές.

Μετά την κοίμηση του μητροπολίτη Μεγάρων Βαρθολομαίου και την ανάδειξη στον θρόνο του κ. Κωνσταντίνου, ο κ. Ιερώνυμος ζήτησε από τον νέο ιεράρχη να ακυρώσει την απόφαση. Ο κ. Κωνσταντίνος δεν «υπάκουσε», με αποτέλεσμα η ΔΙΣ να αποφασίσει την ακύρωση της απόφασης με την οποία οι δύο μονές είχαν χαρακτηριστεί σταυροπηγιακές. Από εκεί και πέρα άρχισε και η κόντρα. Η ΔΙΣ έστειλε την απόφαση ακύρωσης για να δημοσιευτεί στην «Εφημερίδα της κυβερνήσεως». Όμως, η δημοσίευση δεν έγινε, γιατί, όπως λένε στην Αρχιεπισκοπή, φωτογραφίζοντας τον κ. Βαρθολομαίο, «κάποιος» παρενέβη. Η εξέλιξη αυτή δυσαρέστησε τον κ. Ιερώνυμο, ο οποίος απέστειλε επιστολή στην κυβέρνηση με την οποία διαμαρτυρόταν για την μη δημοσίευση της απόφασης.

Η συνέχεια ήταν ακόμα πιο αρνητική. Στη Μονή Αγίας Παρασκευής Μαζίου υπηρετούσε ο αρχιμανδρίτης Αμφιλόχιος Στεργίου. Όταν εκοιμήθη ο Μητροπολίτης Ιωαννίνων Θεόκλητος, ο κ. Βαρθμολομαίος πρότεινε έμμεσα για την κάλυψη της κενής θέσης τον κ. Αμφιλόχιο.

Ο κ. Ιερώνυμος αγνόησε την προτροπή του Πατριάρχη, με αποτέλεσμα ο κ. Αμφιλόχιος να ψηφιστεί μόνο από επτά αρχιερείς.

Ο κ. Βαρθολομαίος πέρασε στην αντεπίθεση και εξέλεξε τον Αμφιλόχιο Μητροπολίτη Αδριανουπόλεως και ταυτόχρονα τον όρισε υπεύθυνο του γραφείου του Πατριαρχείου στην Αθήνα.

Και έτσι φτάσαμε στην απουσία του Ιερώνυμου από τη Σύναξη των προκαθημένων των Ορθοδόξων Εκκλησιών, που έγινε τον περασμένο μήνα στη Γενεύη, που δεν ήταν παρά ένα ηχηρό μήνυμα προς το Φανάρι. Επισήμως, η απουσία αποδόθηκε σε προσωπικούς λόγους. Όμως, την περασμένη εβδομάδα «αποκαλύφθηκαν» με τον πιο επίσημο τρόπο οι πραγματικές αιτίες της μη συμμετοχής του Ιερώνυμου στη Σύναξη: Ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος στη συνεδρίαση της Διαρκούς Ιεράς Συνόδου (ΔΙΣ) κατέθεσε σφραγισμένο φάκελο, όπου εξηγεί τους λόγους της απουσίας του. Όμως, όσοι είναι κοντά και στην Εκκλησία γνωρίζουν πολύ καλά ότι πίσω από αυτό υπάρχουν οι Νέες Χώρες (οι περιοχές οι οποίες απελευθερώθηκαν μετά το 1912) και οι οποίες διοικητικά πέρασαν στη Εκκλησία της Ελλάδος με την Πατριαρχική Πράξη του 1928. Τα δικαιώματα του Φαναρίου τότε, λόγω της έντασης στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας, είναι μόνο πνευματικά.

Αν και αυτήν τη φορά Φανάρι και Αθήνα έρθουν σε ανοικτή κόντρα, αυτή θα είναι η τρίτη από την εκλογή του κ. Βαρθολομαίου το 1991. Αφού, και με τον Σεραφείμ και με τον Χριστόδουλο οι σχέσεις των δύο Εκκλησιών είχαν περάσει από 40 κύματα. Μάλιστα, το 2004 το Οικουμενικό Πατριαρχείο είχε επιβάλει επιτίμιο στον μακαριστό Αρχιεπίσκοπο, προκαλώντας την παρέμβαση της τότε κυβέρνησης, αλλά και οικονομικών παραγόντων!

 

Η Πράξις 769 του 2007

Τι αναφέρεται στο «Φύλλο της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως» υπ’ αριθμ. 2476 της 31ης Δεκεμβρίου 2007:

Πράξις 769

Νομοκανονικόν καθεστώς Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων και Ιερού Ναού Παναγίας Ιμβριωτίσσης Σαλαμίνος.

 

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΜΕΓΑΡΩΝ ΚΑΙ ΣΑΛΑΜΙΝΟΣ

Έχοντες υπ’ όψιν:

α) τα υπό των θείων και ιερών Κανόνων (γ της β, θ, ιζ και κη της Δ Οικουμενικής Συνόδου) και της ιεράς παραδόσεως διακελευόμενα περί της ηυξημένης, δεσποζούσης και υπεραρχικής θέσεως του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχου εν τη καθ’ ημάς Ορθοδόξω Εκκλησία και των εξ αυτών αδιαστάτως και καθολικώς ισχυόντων Πατριαρχικών ευθυνών, δικαιωμάτων και προνομίων, εξ ων ιδία το διδόναι απαντοχή Σταυροπήγια,

β) τας, συμφώνως τω προρρηθέντι Πατριαρχικώ προνομίω, Σταυροπηγιακάς καθιερώσεις, ενώπιον ημών αυτών, των εν τη καθ’ ημάς εκκλησιαστική Επαρχία κανονικώς και νομίμως ιδρυμένων και λειτουργούντων: α) της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων και β) του εν Σαλαμίνι Ιερού Ναού Παναγίας Ιμβριωτίσσης του ομωνύμου Πνευματικού Κέντρου Ιμβρίων υπ’ Αυτού τούτου του Οικουμενικού Πατριάρχου,

γ) τα υπ’ αριθμ. 944/17.10.1988 και 66/10.2.2000 σεπτά Πατριαρχικά και Συνοδικά Γράμματα,

δ) τα διαλαμβανόμενα εν άρθροις:

1. 3 παρ. 1 και 2 του εν ισχύι Συντάγματος,

2. 1 παρ. 1,2,4, 29 παρ. 1 και 39 παρ. 1 του ν. 590/1977, «περί του καταστατικού χάρτου της Εκκλησίας της Ελλάδος» (ΦΕΚ 146/τ.Α),

3. 27 του νόμου 3467/2006, «επιλογή στελεχών πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ρύθμιση θεμάτων διοίκησης και εκπαίδευσης και άλλες διατάξεις» (ΦΕΚ 128/τ.Α ),

4. μόνω του π.δ/τος 281/1988, «Ίδρυση της Ιεράς Ανδρικής Κοινοβιακής Μονής Αγίας Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων» (ΦΕΚ 127/τ.Α),

5. μόνω του «Καταστατικού Μοναστικού Κανονισμού της Ιεράς Μονής Αγίας Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων» εις την ως έχει υπ’ αριθμ. 1/2007 Κανονιστικήν Πράξιν αυτής (Φ.Ε.Κ. 718, 11347/τ.Β /2007) ως και

ε) 1. το υπ’ αριθμ. 831/18.11.1988 ημέτερον έγγραφον και 2. τας υπ’ αριθμ. 619/22.6.2001 και 765/10.5.2007 (Φ.Ε.Κ 1356/τ.Β /2007) ημετέρας Πράξεις, βεβαιούμεν:

ότι τη ημετέρα παρακλήσει η Ιερά Μονή Αγίας Παρασκευής Μαζίου Μεγάρων και ο εν Σαλαμίνι Ιερός Ναός Παναγίας Ιμβριωτίσσης καθιερώθησαν ανεκκλήτως τη επικλήσει του Παναγίου Πνεύματος την 26.5.1999 και 20.10.2000 αντιστοίχως, υπό της ΑΘΠ του Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικού Πατριάρχου Βαρθολομαίου, συνωδά τω αυτοδικαίω Αυτού προνομίω, εις Πατριαρχικά Σταυροπήγια Όθεν, απολαύουσι μεν διηνεκώς των ιδιαζόντων και αρχαιόθεν ισχυόντων διά τα τοιαύτα εκκλησιαστικών δεσμίων, εξ ων και το μνημονεύειν εν τοις διατεταγμένοις του κανονικού ονόματος του εκάστοτε Οικουμενικού Πατριάρχου και το μηδεμίαν προς ουδένα έτερον πλην Αυτού έχειν εσαεί οίαν δη τίνα αναφοράν η και υποχρέωσιν διέπονται δε μετά και των εν αυτοίς προσηρτημένων μετοχιών (ΦΕΚ 1356/τ.Β /2007) αποκλειστικώς και μόνον υπό των καταστατικών αυτών κανονισμών (ΦΕΚ 718, 1134/τ.Β /2007).

Η παρούσα ημών Πράξις προσκομισθήτω μεν πανευλαβώς τη ΑΘΠ τω Οικουμενικώ Πατριάρχη Βαρθολομαίω, επιδοθήτω δε τοις προδιαληφθείσιν Ιεροίς Πατριαρχικοίς Σταυροπηγίοις και διαφυλαχθήτω εν τω παρ’ ημίν Αρχείω προς μόνιμον και διηνεκή την παράσταση.

Η παρούσα να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

Εν Μεγάροις, 13 Αυγούστου 2007

Ο Μητροπολίτης

† Ο Μεγάρων και Σαλαμίνος Βαρθολομαίος