Στη Μαρία Μπραουδάκη

Δεν χρειαζόμαστε «νέες αφορμές διχασμού και πόλωσης», υπογραμμίζει ο Μητροπολίτης Δημητριάδος Ιγνάτιος, ο οποίος, οριοθετώντας τις κόκκινες γραμμές της Εκκλησίας, σημειώνει: «Μην κατεβάσετε τις εικόνες από τα δικαστήρια και τα σχολεία, μην καταργήσετε την επίκληση της Αγίας Τριάδας από το Σύνταγμα, μην καταργήσετε τον θρησκευτικό όρκο, μην αλλάξετε το καθεστώς της μισθοδοσίας του κλήρου, μην αποβάλετε τα Θρησκευτικά από υποχρεωτικό μάθημα».

Ο ιεράρχης, επικαλούμενος τη μακραίωνη σχέση λαού και Εκκλησίας, τονίζει: «Είναι πολύ σοβαρό ζήτημα εάν ο πολιτικός κόσμος της χώρας έχει τη λαϊκή εντολή να αποκοπεί από σαφείς αρχές και αξίες της Ελληνικής Επανάστασης». Ενώ κάνει λόγο για «ιστορικό λάθος», εάν «ο πολιτικός κόσμος πιστεύει ότι η Επανάσταση προήλθε αποκλειστικά από Νεοέλληνες Διαφωτιστές με ευρωπαϊκή παιδεία»...

Παράλληλα, ζητά από την κυβέρνηση να δώσει στην Εκκλησία ουσιαστικό περιθώριο αυτοδιοίκησης, λέγοντας ότι, «ενώ ορισμένοι πολιτικοί χώροι είναι αρκετά έτοιμοι να απαντήσουν θετικά σε ένα ενδεχόμενο εξαφάνισης της Εκκλησίας από την κοινωνική ζωή, δεν βλέπουν τόσο άνετα μια αποχώρηση του Κράτους από τον παρεμβατισμό και τον έλεγχο στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας».

 

Πολύς λόγος γίνεται τελευταία για αλλαγές στο status των σχέσεων Εκκλησίας-Πολιτείας. Η απάλειψη των θρησκευτικών συμβόλων από τους δημόσιους χώρους συνιστά αιτία αντιπαλότητας με την κυβέρνηση;

Η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Ελλάδα δεν αισθάνεται ότι έχει αντιπάλους. Και αυτό, διότι ο ρόλος της δεν είναι να υπερασπιστεί δικά της κεκτημένα, αλλά να διακονήσει την κοινωνία, χωρίς εξαιρέσεις και αποκλεισμούς. Εξάλλου, πρέπει να σας ενημερώσω ότι εδώ και λίγα χρόνια εργάζεται για την εκλογίκευση των σχέσεων της με την Πολιτεία με συστηματικό και αθόρυβο τρόπο, χωρίς αυτό όμως να έχει το περιεχόμενο που εννοούν όσοι μιλούν ακόμα για «χωρισμό Κράτους και Εκκλησίας». Τονίζω την έννοια του Κράτους, γιατί συχνά εννοούν τον χωρισμό του Γένους των Ελλήνων από την Ορθοδοξία και την παράδοσή της ή την άνωθεν αποθρησκευτικοποίηση της κοινωνίας και τον αποκλεισμό της Εκκλησίας από τον δημόσιο χώρο. Κάτι τέτοιο και δεν μπορεί να συμβεί, λόγω της μακραίωνης σχέσης μεταξύ Εκκλησιάς και ελληνικού λαού, αλλά και δεν αρμόζει πλέον στις ανοικτές σημερινές κοινωνίες.

Σε ό,τι αφορά, δε, την παρουσία των θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιους χώρους, τον θρησκευτικό όρκο για τους πολιτικούς άρχοντες και στα δικαστήρια, την επίκληση της Αγίας Τριάδος στο προοίμιο του Συντάγματος κ.λπ., η παρουσία αυτή στη δημόσια ζωή έχει χαρακτήρα συμβολισμού και αναγνώρισης εκ μέρους της Πολιτείας της ιστορικής συμβολής της Εκκλησίας στη διάσωση του νεοελληνικού έθνους. Δεν είναι τυχαίο ότι αυτοί οι συμβολισμοί ανάγονται στις εθνοσυνελεύσεις της εποχής της Επανάστασης ως πολιτική επιλογή των ιδρυτών του νέου Κράτους. Είναι, λοιπόν, πολύ σοβαρό ζήτημα εάν ο πολιτικός κόσμος της χώρας έχει τη λαϊκή εντολή να αποκοπεί από σαφείς αρχές και αξίες της Ελληνικής Επανάστασης, κάνοντας το ιστορικό λάθος να πιστεύει ότι η Επανάσταση προήλθε αποκλειστικά από Νεοέλληνες Διαφωτιστές με ευρωπαϊκή παιδεία. Έτσι, σε κάθε διάλογο, τον οποίο η Εκκλησία θεωρεί όχι μόνο θεμιτό, αλλά ίσως και απαραίτητο, θέτει ως βασική προϋπόθεση την αναγνώριση αυτού του αδιαμφισβήτητου γεγονότος, που έχει ιστορικά τεκμηριωθεί. Κυρίως, όμως, που έχει ριζώσει στη συλλογική συνείδηση του λαού μας.

 

Τι άλλο αντιλαμβάνεστε ως κόκκινη γραμμή σε ένα διάλογο για αλλαγές στις σχέσεις των δύο πλευρών;

Η κρατούσα άποψη συνδέει, επίσης, τη μισθοδοσία του κλήρου με το ζήτημα του «χωρισμού». Η Εκκλησία δεν έχει κανένα φόβο να συζητήσει το ζήτημα, γιατί η έκταση της εκκλησιαστικής περιουσίας, που το Κράτος αφαίρεσε σταδιακά από το 1834 μέχρι σήμερα χωρίς αποζημίωση, είναι επιχείρημα που αποβαίνει συντριπτικά υπέρ της Εκκλησιάς. Σας θυμίζω ενδεικτικά ότι τα ομοσπονδιακά κρατίδια της Γερμανίας προτιμούν να επιχορηγούν με πλέον των 420 εκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο την Γερμανική Ευαγγελική Εκκλησία, αντί να την αποζημιώσουν με ένα εφάπαξ πόσο για την περιουσία που της αφαίρεσαν τον 19ο αιώνα. Είναι νομίζετε τυχαίο αυτό;

Σε ό,τι αφορά το μάθημα των Θρησκευτικών, είναι πλέον στην εποχή μας, όσο ίσως ποτέ άλλοτε, απόλυτα αναγκαίο. Όχι μόνο επειδή το λέει το Σύνταγμα, αλλά κυρίως γιατί χάρη σ’ αυτό είναι δυνατόν το σύνολο των μαθητών της χώρας να δημιουργήσουν τις προϋποθέσεις της ομαλής ένταξής τους τόσο στη θρησκευτική όσο και στην κοινωνική ζωή, με σεβασμό στις παραδόσεις και την πίστη αυτού του λαού, που έχει οικοδομήσει έναν ξεχωριστό πολιτισμό με αρχές και αξίες που απορρέουν από την Ορθοδοξία και την παράδοσή του. Με αυτές τις προϋποθέσεις, Εκκλησία και Πολιτεία καλούνται να ενώσουν τις δυνάμεις τους για την επίτευξη ενός κοινού στόχου: τη διαρκή βελτίωση της ελληνικής κοινωνίας σε όλους τους τομείς.

 

Είναι η εποχή κατάλληλη για συζητήσεις περί διαχωρισμού Εκκλησίας-Κράτους;

Πάντοτε είναι κατάλληλη εποχή για συζήτηση και συνεργασία. Ιδιαίτερα η εποχή μας, που επαναφέρει στο προσκήνιο θέματα αξιών και ανάγκη για επαναπροσανατολισμό και αποφάσεις, που θα έχουν ως ζητούμενο το νόημα της ζωής. Αυτό, όμως, που δεν έχει ανάγκη η εποχή μας, ιδιαίτερα στην πατρίδα μας, είναι νέες αφορμές διχασμού και πόλωσης. Δεν πρόκειται, λοιπόν, για ζήτημα καταλληλότητας εποχής. Στην ουσία, είναι ζήτημα πληρότητας της ενημέρωσης και αντικειμενικότητας της πληροφόρησης της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας γύρω από την ιστορία των σχέσεων του Ελληνικού Κράτους με την Ορθόδοξη Εκκλησία. Εξάλλου, παραμένει διαχρονικά το ζήτημα της ρεαλιστικής αποτίμησης της σημασίας που έχει η Ορθόδοξη πίστη και παράδοση για τον Έλληνα πολίτη, τον οποίο ως πρόσωπο δεν μπορείς να διχοτομήσεις –άλλο ο πολίτης, άλλο ο πιστός– μόνο και μόνο εμμένοντας σε ιδεολογικές εμμονές, που μάλιστα τελικά και ιστορικά έχουν ανατραπεί.

Άρα, σε ό,τι αφορά την Εκκλησία, θα παραμένει μάνα και τροφός για κάθε πιστό και πολίτη αυτού του τόπου, έτοιμη να ανταποκριθεί και σε κάθε αίτημα για συζήτηση που τυχόν προκύψει, με πνεύμα συνεργασίας, αλληλοσεβασμού και ετοιμότητας για ανταπόκριση στις σύγχρονες συνθήκες, με παράλληλη αποστασιοποίηση από εμμονές και προκαταλήψεις.

Παραμένει διαχρονικά το ζήτημα της ρεαλιστικής αποτίμησης της σημασίας που έχει η Ορθόδοξη πίστη και παράδοση για τον Έλληνα πολίτη, τον οποίο ως πρόσωπο δεν μπορείς να διχοτομήσεις –άλλο ο πολίτης, άλλο ο πιστός– μόνο και μόνο εμμένοντας σε ιδεολογικές εμμονές

Τι πρέπει πρώτιστα να διεκδικήσει η Εκκλησία, στο πλαίσιο της επιτροπής για τις σχέσεις των δύο πλευρών;

Πρώτα απ’ όλα, η κοινή Επιτροπή Εκκλησίας και Πολιτείας βασίστηκε σε μια επαινετή πρωτοβουλία του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, η οποία συνεχίσθηκε από τέσσερις κυβερνήσεις. Ένας πρώτος στόχος για την Εκκλησία, που μέχρι στιγμής φαίνεται ότι πάει καλά, είναι η κατάρριψη κάποιων στερεότυπων αντιλήψεων και παραπληροφορήσεων γύρω από την ίδια, οι οποίες εκτρέφονταν κυρίως από την απουσία θεσμικής επικοινωνίας της με το Κράτος. Η επικοινωνία, δηλαδή, μέχρι τη σύσταση της Επιτροπής έμενε στο επίπεδο των προσωπικών επαφών των κορυφαίων εκπροσώπων τους.

Δεύτερον, στο πλαίσιο της Επιτροπής η Εκκλησία οφείλει να διεκδικήσει μεγαλύτερο και ουσιαστικό περιθώριο αυτοδιοίκησης απέναντι στο Κράτος. Αυτό που συνέβαινε από τον 19ο αιώνα και πολλά απομεινάρια αυτής της νοοτροπίας εξακολουθούν ακόμα, είναι οι επεμβάσεις της Πολιτείας στα εσωτερικά ζητήματα της Εκκλησίας με καρατομήσεις μη αρεστών αρχιεπισκόπων, αναγκαστικές παραιτήσεις μητροπολιτών και αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο λειτουργίας της Εκκλησίας, προκειμένου να εξασφαλίζεται ο απόλυτος κυβερνητικός έλεγχος στη διοίκηση, την οργάνωσή της και την περιουσία της, ερήμην ή και ενάντια στη θέληση της Εκκλησίας.

Προς αυτήν την κατεύθυνση της απάλειψης τέτοιων ψηγμάτων εργάζεται η Εκκλησία και η Επιτροπή είναι μια καλή ευκαιρία ανάδειξης τέτοιων απολιθωμάτων. Ένας τρίτος στόχος θα πρέπει να είναι η εξασφάλιση στήριξης της Εκκλησίας στο πνευματικό και κοινωφελές της έργο, όχι απαραίτητα με υλικούς όρους, αλλά με άρση γραφειοκρατικών, πολλές φορές, αγκυλώσεων. Η Επιτροπή στο σημείο αυτό έχει επιτελέσει σπουδαίο επιτελικό έργο.

 

Συγκεκριμένα, ποια είναι τα «απολιθώματα» αυτά;

Επί παραδείγματι, μπορώ να σας αναφέρω. Ενώ ορισμένοι πολιτικοί χώροι είναι αρκετά έτοιμοι να απαντήσουν θετικά σε ένα ενδεχόμενο εξαφάνισης της Εκκλησίας από την κοινωνική ζωή, δεν βλέπουν τόσο άνετα μια αποχώρηση του Κράτους από τον παρεμβατισμό και τον έλεγχο στο εσωτερικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Εδώ υπάρχει μια μορφή κρατικού ολοκληρωτισμού, η οποία στην Ελλάδα συνδυάζεται κατά περίεργο τρόπο με το αίτημα για χωρισμό Εκκλησίας και Κράτους, που κανονικά θα έπρεπε να αποκλείει τέτοιους παρεμβατισμούς.