Του Χρήστου Α. Αποστολίδη, δικηγόρου Παρ’ Αρείω Πάγω, υπ. Διδάκτωρ Νομικής Σχολής ΑΠΘ.

 

Μεταξύ των προτεινόμενων μέτρων για εξεύρεση φορολογικών εσόδων εμφανίζεται κατά καιρούς και ιδιαίτερα συχνά το τελευταίο χρονικό διάστημα σε μερίδα του έντυπου, ηλεκτρονικού και διαδικτυακού τύπου η φορολόγηση των «ιερών χρημάτων» και του «παγκαριού» της Εκκλησίας. Αναγράφηκε, μάλιστα, με ιδιαίτερη έμφαση η κυβερνητική βούληση για σύσταση ειδικού σώματος εκατό εφοριακών που θα διενεργήσουν ελέγχους και θα κάνουν «φύλλο και φτερό» τα οικονομικά της Εκκλησίας. Μάλιστα, βρήκαν ιδιαίτερη απήχηση δηλώσεις Βέλγου ευρωβουλευτή που ευθέως αναφέρθηκε στην κατάργηση των προνομίων της Εκκλησίας και στην ανάγκη μεγαλύτερης φορολόγησής της.

Όλα τα παραπάνω διατυπώνονται υπό μορφή απειλής, λες και η Εκκλησία αρνήθηκε ποτέ τον έλεγχο ή έχει κάτι να φοβηθεί. Ίσα-ίσα που η ίδια με δική της πρωτοβουλία δημιούργησε εσωτερικές δικλίδες οικονομικού ελέγχου, όπως προκύπτει από τη λειτουργία της Γενικής Εκκλησιαστικής Οικονομικής Επιθεώρησης, το έργο της οποίας αναγνωρίζεται ως αρκούντως επιτυχημένο και που σκοπό έχει να διενεργεί ελέγχους και επιθεωρήσεις τακτικές και έκτακτες σε όλα τα εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα. Είναι προφανές, συνεπώς, ότι τέτοιου είδους εξαγγελίες, που σκόπιμα ανακυκλώνονται και με ιδιαίτερο στόμφο ανακοινώνονται, εντάσσονται σε μια λογική αποπροσανατολισμού της κοινής γνώμης, που λογικό είναι να αγνοεί την πραγματικότητα και να αναζητά εξιλαστήρια θύματα για τη σοβαρότατη οικονομική κρίση που βιώνει η πατρίδα μας.

Η αλήθεια, λοιπόν, είναι ότι τα περίπου 8.500 εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα (μητροπόλεις, ενορίες, ιερές μονές κ.λπ.) φορολογούνται, και μάλιστα βαριά, καταβάλλοντας κάθε χρόνο αρκετά εκατομμύρια ευρώ. Το φορολογικό καθεστώς τους είναι σύνθετο και ευρύ και κατ’ έτος η Ιερά Σύνοδος ανακοινώνει (σοφώς πράττουσα) το συνολικό ποσό των φόρων που καταβλήθηκαν στο ελληνικό Δημόσιο. Δυστυχώς, η κοινή γνώμη επηρεάζεται από τον μύθο της τεράστιας ακίνητης εκκλησιαστικής περιουσίας, χωρίς να μπαίνει στη λογική να εξετάζει εάν αυτή είναι προσοδοφόρα ή απρόσοδη.

Η αλήθεια είναι ότι τα περίπου 8.500 εκκλησιαστικά Νομικά Πρόσωπα (μητροπόλεις, ενορίες, ιερές μονές κ.λπ.) φορολογούνται, και μάλιστα βαριά, καταβάλλοντας κάθε χρόνο αρκετά εκατομμύρια ευρώ

Ποτέ η Εκκλησία δεν αρνήθηκε να αναλάβει την ευθύνη για τα οικονομικά βάρη που της αναλογούν, στο πλαίσιο, όμως, της αρχής της φοροδοτικής ικανότητας. Φυσικά και απαιτεί, όμως, σε αναλογία με τα φυσικά πρόσωπα, να της αναγνωρίζονται και κάποιες φοροαπαλλαγές, τις οποίες δικαιούται ενόψει του ευρύτατου και τεράστιου φιλανθρωπικού έργου που επιτελεί. Γιατί η Εκκλησία δεν είναι ένας κερδοσκοπικός οργανισμός που στοχεύει στο κέρδος και στα επιτυχημένα οικονομικά αποτελέσματα. Αντίθετα, συνιστά έναν ξεκάθαρα φιλανθρωπικό φορέα, που αποσκοπεί στην ανακούφιση των ενδεών συνανθρώπων μας και στηρίζεται κυρίως στην εθελοντική προσφορά των πιστών της, άρα δεν πρέπει, επ’ ουδενί λόγω, να ταυτίζεται από τον φορολογικό νομοθέτη με μια κερδοσκοπικού χαρακτήρα εταιρεία.

Κάθε χρόνο το Νομικό Πρόσωπο της Εκκλησία της Ελλάδος, οι μητροπόλεις, οι ιερές μονές αλλά και οι ενορίες δαπανούν εκατομμύρια ευρώ σε ποικιλόμορφες ανθρωπιστικές δράσεις (π.χ., συσσίτια με χιλιάδες μερίδες φαγητού καθημερινά, διανομές τροφίμων, κλινοσκεπασμάτων και λοιπών ειδών πρώτης ανάγκης, οικονομικές ενισχύσεις απόρων οικογενειών σε συνδυασμό με δωρεάν φροντιστηριακά μαθήματα και πολλές άλλες μικρότερης ή μεγαλύτερης εμβέλειας ανακουφιστικές και βοηθητικές ενέργειες).

Δεν θα ήταν καθόλου υπερβολή να ισχυριστούμε ότι όλα τα παραπάνω δρουν αποτρεπτικά στην εκδήλωση ακραίων επιθετικών φαινομένων διαμαρτυρίας από τους χιλιάδες των συνανθρώπων μας που διαβιούν χωρίς οικονομικούς πόρους και χωρίς καμία προοπτική εντός του πλαισίου της ανθρωπιστικής κρίσης που μαστίζει τα τελευταία χρόνια την πατρίδα μας. Πρακτικά, δηλαδή, η Εκκλησία είναι αυτή που έχει αναλάβει εξ ιδίων πόρων το έργο για την ανακούφιση της κοινωνίας, που κανονικά θα έπρεπε να βαρύνει την Πολιτεία. Αυτό δεν μπορούμε να το παραβλέψουμε και οφείλουμε να της το αναγνωρίσουμε.

Είναι, συνεπώς, αδήριτη ανάγκη η Εκκλησία να ενημερώνει αναλυτικά για το πολύπλευρο έργο της την κοινή γνώμη, όχι φυσικά με εγωιστική προσέγγιση και διάθεση προβολής, αλλά ως απόδειξη της διάφανης και χρηστής διάθεσης και αξιοποίησης των οικονομικών της και επιτέλεσης του ρόλου της.