Οι Άγιες Ημέρες του Πάσχα μπορεί να πέρασαν, όμως το ιατρικό μυστήριο παραμένει άλυτο εδώ και περισσότερα από 2.000 χρόνια… Πόσο επιστημονικά βάσιμες είναι οι πληροφορίες και οι περιγραφές που αναφέρονται στα Ευαγγέλιά μας για τον σταυρικό θάνατο του Ιησού; Πέρα από τους μύθους και τους συμβολισμούς, η Ιατρική προσπάθησε να παράσχει μια εξήγηση για τα Θεία Πάθη και ιδού οι απαντήσεις που έδωσε, όπως τις κατέγραψε η Βασιλική Τζουράκη:

 

«Εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος…»

Οι ιστορικές πηγές που χρησιμοποίησαν είναι οι περιγραφές των τεσσάρων Ευαγγελιστών, αλλά και συγγραφείς του 1ου αιώνα μ.Χ., Χριστιανοί, Εβραίοι και Ρωμαίοι, οι οποίοι αναφέρουν πληροφορίες για την ιουδαϊκή και τη ρωμαϊκή νομοθεσία, καθώς και για τον τρόπο που εκτελούνταν οι ποινές της μαστίγωσης και της σταύρωσης. Ανάμεσά τους, ο Σενέκας, ο Λίβιος και ο Πλούταρχος.

Σύμφωνα με τις επικρατέστερες απόψεις, η σταύρωση του Χριστού έγινε την Παρασκευή 7 Απριλίου (14 του ιουδαϊκού μήνα Νισάν) του έτους 30. Ο Μυστικός Δείπνος έλαβε χώρα το προηγούμενο βράδυ της Πέμπτης και στη συνέχεια ο Ιησούς πήγε να προσευχηθεί στον κήπο της Γεσθημανής.

Εδώ, σύμφωνα με την περιγραφή του γιατρού-Ευαγγελιστή Λουκά, από την αγωνία μπροστά στον επικείμενο θάνατο και λόγω της εσωτερικής σύγκρουσης, που εκφράστηκε με την παράκληση: «Πάτερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ εμού, πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γιγνέσθω», ο Ιησούς έβγαλε ιδρώτα σαν αίμα. Αυτό το σπάνιο φαινόμενο, λένε οι ειδικοί, που ονομάζεται αιματίδρωση, μπορεί να συμβεί μετά από αφόρητο ψυχικό στρες, από το οποίο προκαλείται η ρήξη μικρών αιμοφόρων αγγείων και έξοδος του αίματος μαζί με τον ιδρώτα μέσα από τους ιδρωτοποιούς αδένες. Η κατάσταση αυτή κάνει το δέρμα ευαίσθητο και εύθραυστο.

 

«Στέφανον εξ ακανθών»

Τα γεγονότα της βασανιστικής εκείνης νύχτας, από τη σύλληψη μέχρι την τελική καταδίκη, περιλαμβάνουν επανειλημμένες διαπομπεύσεις, κακοποιήσεις (ακόμα και το ακάνθινο στεφάνι, λένε οι ειδικοί, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή αιμορραγία στο γεμάτο από αιμοφόρα αγγεία δέρμα του κρανίου), μεταφορές από τον έναν στον άλλο «κριτή» (υπολογίζεται ότι εκείνη τη νύχτα ο Ιησούς περπάτησε, εξαντλημένος και χτυπημένος, γύρω στα τέσσερα χιλιόμετρα) και την ανελέητη μαστίγωση κατ’ εντολή του Ποντίου Πιλάτου. Αυτή η τελευταία ποινή δεν ήταν ένας απλός ξυλοδαρμός. Το φραγγέλιο που χρησιμοποιούσαν αποτελείτο από μια δεσμίδα πέτσινα λουριά, στα οποία ήταν δεμένα μεταλλικά μπαλάκια ή αιχμηρά κόκαλα αρνιού. Τα απανωτά χτυπήματα με αυτά μετέβαλλαν ολόκληρο το πίσω μέρος του σώματος του καταδικασμένου σε μια ανοιχτή πληγή. Η αιμορραγία μαζί με το σοκ από τον αφόρητο πόνο μπορούσε και να καταλήξει στο μοιραίο. Συνήθως σταματούσαν τη μαστίγωση ένα βήμα πριν από αυτό, αφήνοντας τον κατάδικο μισοπεθαμένο, κατάλληλα «προετοιμασμένο» για να σταυρωθεί. Ο ιουδαϊκός νόμος απαγόρευε να δοθούν περισσότερες από 40 βουρδουλιές – και για να μη γίνει λάθος στο μέτρημα και δώσουν παραπάνω, τις είχαν κάνει 39. Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει ότι οι Ρωμαίοι στρατιώτες που μαστίγωσαν τον Ιησού μετρούσαν, μην τύχει και Τον χτυπήσουν περισσότερο.

«Ετρύπησαν τας χείρας μου και τους πόδας μου…»

Έτσι, λοιπόν, ο Ιησούς καταδικάστηκε στον σταυρικό θάνατο, μια ποινή πολύ σκληρή, που οι ίδιοι οι Ρωμαίοι, αφού την πήραν από τους Καρχηδόνιους, την τελειοποίησαν, έτσι ώστε να φέρνει τον θάνατο με αργή και βασανιστική ασφυξία… Οι σταυρώσεις γίνονταν για υγειονομικούς λόγους έξω από κατοικημένες περιοχές. Οι ξύλινοι σταυροί δεν ήταν μονοκόμματοι, αλλά το κάθετο σκέλος τους έμενε μόνιμα καρφωμένο στον τόπο της εκτέλεσης. Το οριζόντιο, που μπορεί να ζύγιζε και πάνω από 50 κιλά, μεταφερόταν έως εκεί από τον κατάδικο, ο οποίος συνοδευόταν από στρατιωτικό απόσπασμα. Όταν οι κατάδικοι έφταναν στο μέρος της σταύρωσης, τους προσφερόταν ένα ποτό από κρασί με μύρο, που είχε κάποιες ναρκωτικές ιδιότητες, ωστόσο ο Ιησούς αρνήθηκε να το πιει. Στη συνέχεια, ο μελλοθάνατος ξαπλωνόταν ανάσκελα στο οριζόντιο σκέλος και τα χέρια του καρφώνονταν στο ξύλο.

Η άποψη ότι το κάρφωμα γινόταν στις παλάμες έχει ανατραπεί, μια και αυτές θα ξεσκίζονταν από το βάρος του σώματος. Φαίνεται ότι τα καρφιά περνούσαν ανάμεσα από τα οστά των καρπών. Έπειτα, το οριζόντιο σκέλος ανυψωνόταν και στερεωνόταν στον κατακόρυφο στύλο – συνήθως, την εποχή του Ιησού, στην κορυφή του, δίνοντας στον σταυρό το σχήμα κεφαλαίου Τ. Κατόπιν έστρεφαν τα σκέλη προς τα πλάγια, ελαφρώς λυγισμένα, και τα κάρφωναν μαζί με ακόμα ένα καρφί, που περνούσε και από τους ταρσούς των δύο ποδιών. Η διαδικασία ολοκληρωνόταν με τη στερέωση στην κορυφή του σταυρού μιας επιγραφής με το όνομα και το έγκλημα του καταδίκου.

«Η δύναμίς μου εξηράνθη ως όστρακον…»

Μέχρι να έλθει ο θάνατος, ο σταυρωμένος περνούσε ένα βασανιστικό διάστημα, που διαρκούσε από κάποιες ώρες μέχρι δύο ή τρία εικοσιτετράωρα. Το κρέμασμα του σώματος από τα καρφιά δεν προκαλούσε μόνο απερίγραπτο, διάχυτο πόνο, αλλά και εξανάγκαζε τον θώρακα να μένει διαρκώς «ανοιχτός» σε θέση εισπνοής, ώστε τα πνευμόνια να μην μπορούν να αδειάσουν για να πάρουν καινούργιο αέρα. Με αυτό τον τρόπο, σταδιακά το αίμα και οι ιστοί άδειαζαν από οξυγόνο και πλημμύριζαν με διοξείδιο του άνθρακα, ενώ οι πνεύμονες γέμιζαν υγρό. Καθώς ο κατάδικος ασφυκτιούσε, προσπαθούσε να ανασηκωθεί πάνω στα καρφωμένα πόδια του για να ανασάνει, τρίβοντας την κομματιασμένη από το μαστίγωμα πλάτη του πάνω στο ξύλο του σταυρού. Όταν όμως ανασηκωνόταν, ο πόνος από τα πόδια και τις αρθρώσεις των ώμων και των χεριών ήταν αφόρητος και τον ανάγκαζε να ξαναφεθεί να κρέμεται. Ο σωματικός πόνος και η έλλειψη οξυγόνου τον έφερναν σε ημικωματώδη κατάσταση. Στο τέλος, έχοντας χάσει τις αισθήσεις του, αδυνατούσε να ανασηκωθεί για να πάρει ακόμη μία ανάσα και πέθαινε από ασφυξία.

Εννοείται ότι η ομιλία, για την οποία είναι απαραίτητη η εκπνοή, ήταν πάρα πολύ δύσκολη για τον σταυρωμένο. Ωστόσο, αναφέρεται ότι ο Ιησούς μίλησε πάνω στον σταυρό και μάλιστα τρεις φορές για πράγματα που αφορούσαν άλλους. Την πρώτη απευθύνθηκε στον Θεό ζητώντας συγχώρεση για εκείνους που Τον σταύρωναν, τη δεύτερη στον διπλανό και την τρίτη απευθύνθηκε στη Θεοτόκο και τον Ιωάννη. Τα άλλα λόγια Του ήταν η απελπισμένη κραυγή: «Θεέ μου, γιατί με εγκατέλειψες;», η έκκληση «διψώ», στην οποία οι στρατιώτες απάντησαν βουτώντας ένα σφουγγάρι σε ξίδι και φέρνοντάς το στα χείλη Του, καρφωμένο σε ένα καλάμι από ύσσωπο (πιθανόν αυτό δεν ήταν πράξη βασανισμού, γιατί πράγματι το ξίδι το χρησιμοποιούσαν για τόνωση και για ξεδίψασμα εκείνη την εποχή ακόμα και οι ίδιοι οι στρατιώτες) και, τέλος, η κραυγή «Τετελέσται. Πάτερ, εις χείρας Σου παρατίθεμαι το πνεύμα μου».

 

«Η καρδία μου έγινε ως κηρίον…»

Η τελευταία κραυγή για πολλούς μελετητές είναι μια ένδειξη ότι ο θάνατος προήλθε από κάποιο έντονο γεγονός, όπως μια καρδιακή ανακοπή. Η ιατρική εξήγηση για το αίμα και το νερό που, σύμφωνα με το Ευαγγέλιο, έτρεξαν από τα πλευρά του Ιησού όταν τον λόγχισε ο Ρωμαίος στρατιώτης για να επιβεβαιώσει τον θάνατό Του είναι η συσσώρευση υγρού ανάμεσα στην καρδιά και τη μεμβράνη που την περιβάλλει, το περικάρδιο, το οποίο έρρευσε μαζί με το αίμα με το τρύπημα της λόγχης. Η συμφόρηση αυτή επιβάρυνε ακόμα περισσότερο τη λειτουργία της καρδιάς, που προσπαθούσε να αντλήσει το πυκνόρρευστο, ελαττωμένο από την αιμορραγία και κενό από οξυγόνο αίμα. Άλλες εξηγήσεις αναφέρονται σε μια πολυπαραγοντική αιτιολογία θανάτου, που περιλαμβάνει το σοκ εξαιτίας της αιμορραγίας, την ασφυξία και την οξεία καρδιακή ανεπάρκεια…

 

* Οι πληροφορίες προέρχονται από δημοσιευμένες μελέτες των ιατρών Γουίλιαμ Ντ. Εντουαρντς (Παθολογικό Τμήμα της Κλινικής Μάγιο, η μελέτη δημοσιεύθηκε στην «Εφημερίδα» της Αμερικανικής Ιατρικής Εταιρείας), Ρ.Π. Κλέπερ, Τρούμαν Ντέιβις και Πιερ Μπαρμπέ.