Του π. Αντώνιου Χρήστου, εφημερίου του Ι. Ν. Αγίου Νεκταρίου Βούλας

 

Το μεγαλείο της Ορθοδοξίας μας σίγουρα είναι η αγάπη! «Ο Θεός αγάπη εστί, και ο μένων εν τη αγάπη εν τω Θεώ μένει και ο Θεός εν αυτώ», διαβάζουμε στην Α’ Επιστολή του Ιωάννου, στο δ’ κεφάλαιο και στον στίχο 16. Αυτή η αγάπη είναι που πρέπει να μας χαρακτηρίζει και να μας ξεχωρίζει από κάθε άλλον άνθρωπο, άθρησκο ή πιστό άλλης θρησκείας. Όλοι σε παγκόσμιο επίπεδο μιλούν γι’ αυτήν, αλλά η πρακτική άσκηση και η υλοποίηση της εντολής της αγάπης, στον Ορθόδοξο κόσμο διαφέρει σε ποιότητα από παντού. Αυτό φαίνεται καθαρά σε όλα τα συναξάρια και γεροντικά της Εκκλησίας μας.

Ο Χριστός είναι σαφής με πάρα πολλές αναφορές στο Ιερό του Ευαγγέλιο. Ενδεικτικά, αναφέρομαι σε λίγες χαρακτηριστικές, από τις πάρα πολλές που υπάρχουν: «καθώς ηγάπησέ με ο πατήρ, καγώ ηγάπησα υμάς· μείνατε εν τη αγάπη τη εμή» (Ιω. 15, 9), «ταύτα εντέλλομαι υμίν, ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιων. 15, 17), «εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους, καθώς ηγάπησα υμάς ίνα και υμείς αγαπάτε αλλήλους» (Ιων. 13, 34), «εν τούτω γνώσονται πάντες ότι εμοί μαθηταί εστε, εάν αγάπην έχητε εν αλλήλοις» (Iω. 13, 35). Μάλιστα, αυτή η αγάπη πρέπει να είναι τόσο ανιδιοτελής και καθολική, που πρέπει να εκδηλώνεται ακόμα και στους εχθρούς μας: «Εγώ δε λέγω υμίν αγαπάτε τους εχθρούς υμών, ευλογείτε τους καταρωμένους υμάς, καλώς ποιείτε τοις μισούσιν υμάς και προσεύχεσθε υπέρ των επηρεαζόντων υμάς και διωκώντων υμάς» (Ματθ. ε’, 44) κ.ά. Η αγάπη, λοιπόν, είναι αδιαπραγμάτευτη και έχουμε έναν Θεό, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, που όχι μόνο μας έδειξε με το παράδειγμά του την αγάπη, αλλά ΕΙΝΑΙ Ο ΙΔΙΟΣ Η ΑΓΑΠΗ και ανέβηκε πάνω στο Σταυρό και έχυσε το Πανάγιό Του αίμα για όλους εμάς, χωρίς να φταίει σε τίποτα.

Η αγάπη δεν μπορεί να διατηρηθεί σε εμπαθή και εγωιστικά περιβάλλοντα, όπως και η καθαρότητα στη βρωμιά και τη δυσωδία

Μέχρι εδώ, λοιπόν, νομίζω ότι τα πράγματα είναι κατανοητά (αν και είναι οξύμωρο, γιατί την αγάπη κυρίως δεν την καταλαβαίνεις, αλλά τη βιώνεις και τη νιώθεις). Εκεί που μπερδεύει κάπως τα πράγματα, είναι ότι επικαλούνται την αγάπη κυρίως άνθρωποι εκτός της Εκκλησίας ή εντός της Εκκλησίας με χλιαρή σχέση μαζί της και ανθρώπους που καταστρατηγούν ευθέως άλλες βασικές εντολές του Θεού, π.χ., τη νηστεία ή τις προγαμιαίες σχέσεις κ.λπ. Εδώ δεν έχουμε την αγάπη με την Ορθόδοξη διάσταση και πρακτική, αλλά έχουμε έναν άκρατο αγαπητισμό, που ουσιαστικά ακυρώνει την αγάπη στη πράξη. Γιατί η αγάπη δεν μπορεί να διατηρηθεί σε εμπαθή και εγωιστικά περιβάλλοντα, όπως και η καθαρότητα στη βρωμιά και τη δυσωδία.

Ο Χριστός μας είναι επίσης σαφής: Εάν αγαπάτέ με, τας εντολάς τας εμάς τηρήσατε....» (Ιων. 14, 15), «ο έχων τας εντολάς μου και τηρών αυτάς, εκείνός εστιν ο αγαπών με· ο δε αγαπών με αγαπηθήσεται υπό του πατρός μου, και εγώ αγαπήσω αυτόν και εμφανίσω αυτώ εμαυτόν» (Ιων. 14, 21). Επομένως, δεν μπορεί κάποιος να μιλά για αγάπη χωρίς να προϋποθέτει τήρηση των εντολών Του Θεού. Όλων των εντολών, όχι μόνο αυτών που μας βολεύουν και να απορρίπτουμε αυτές που μας ζορίζουν ή, κατά τη γνώμη μας, είναι αναχρονιστικές ή ξεπερασμένες. Δεν μπορεί κάποιος να καταργεί, π.χ., τη νηστεία, λέγοντας ότι απλώς πρέπει να αγαπά ή όλη την υπόλοιπη ασκητική ή λειτουργική ζωή της Εκκλησίας μας. Βεβαίως, πρέπει να ισχύει εδώ και το αντίστροφο, ότι κανείς μπορεί να ασκείται ή να νηστεύει και να εκκλησιάζεται, χωρίς να έχει αγάπη προς τον Θεό, τον συνάνθρωπο και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Η δικαιοσύνη του Θεού, λοιπόν, είναι η φιλανθρωπία Του και θα μας κρίνει φιλάνθρωπα, αλλά, από την άλλη, είναι και δίκαιος και θα σεβαστεί τη δική μας στάση. Προσοχή, λοιπόν: άλλο αγάπη, άλλο αγαπητισμός! Μην τα συγχέουμε...