Του Αρχιμ. Διονυσίου Χατζηαντωνίου, εφημερίου του Ι. Ν. Αγίας Φιλοθέης Δήμου Φιλοθέης - Ψυχικού, δρος Θεολογίας

 

Στο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου νικήθηκαν οι νόμοι της φύσεως τέσσερις φορές από αυτήν τη στιγμή της συλλήψεώς Της μέχρι και την Κοίμηση και την εις ουρανούς Μετάστασή Της.

  • «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», όταν οι μεγάλης ηλικίας και στείροι Ιωακείμ και Άννα γέννησαν τη Μαρία.
  • «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», όταν η δεκαπενταετής Μαρία, υπακούοντας στο θείο θέλημα, συνέλαβε «άνευ σποράς ανδρός», αλλά «εκ Πνεύματος Αγίου» τον Υιό και Λόγο του Θεού.
  • «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», «εν τη Γεννήσει» του Κυρίου, οπότε και διαφυλάχθηκε η Παρθενία της Θεοτόκου.
  • «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», όταν γέννησε τον Χριστό «ανωδύνως και αλοχεύτως». Κατά τον Άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, εφ’ όσον ο Θεός Λόγος συνελήφθη «ανηδόνως», χωρίς ηδονή, επόμενο ήταν να γεννηθεί και «ανωδύνως», χωρίς πόνους.
  • «Νενίκηνται της φύσεως οι όροι», όταν μετά την Αγία Κοίμησή Της ο Υιός Της, εκτός από την παναγία ψυχή Της, παρέλαβε και ανέστησε το πανάγιο σώμα Της. Κατά την παράδοση της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων, την οποία αναφέρει ο Άγιος Ιουβενάλιος Αρχιεπίσκοπος Ιεροσολύμων στους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου, μετά την ταφή της Αειπαρθένου Μαρίας, ένας από τους Αγίους Αποστόλους που δεν ήταν παρών την ημέρα της ταφής Της ζήτησε να προσκυνήσει το θεοδόχο σώμα Της. Ανοίγοντας τον τάφο στη Γεθσημανή, δεν βρήκαν το σώμα Της, παρά μόνο τα εντάφιά Της, και οσφράνθηκαν άφατη ευωδία.

Ο Άγιος Ιουβενάλιος αναφέρει ότι οι Άγιοι Απόστολοι, βλέποντας με έκπληξη «το του μυστηρίου θαύμα», σκέπτονταν αυτό μόνο: Όπως ο Θεός Λόγος ευδόκησε να γίνει άνθρωπος δι’ αυτής και όπως κατά τον τόκο Της διεφύλαξε άφθαρτη την Παρθενία Της, έτσι πάλι ο ίδιος ευδόκησε μετά την Κοίμησή Της να τιμήσει «το άχραντον και αμίαντον σώμα» Της, με την αφθαρσία και τη μετάθεσή του στην αιωνιότητα «προ της Καθολικής Αναστάσεως».

Αρκετοί Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν αναφορά στην ανάσταση του νεκρού σώματος της Παναγίας από τον Χριστό. Ο Άγιος Κοσμάς ο Μελωδός γράφει χαρακτηριστικά στο Κοντάκιο και στον Κανόνα της εορτής της Κοιμήσεως ότι «τάφος και νέκρωσις ουκ εκράτησεν» τη Θεοτόκο, αλλά ο Υιός Της τη μετέστησε προς τη ζωή. Όπως, λοιπόν, τη διατήρησε Παρθένο κατά τη Γέννησή Του, έτσι και διατήρησε αδιάφθορο το σώμα Της στον τάφο και το συνεδόξασε με θεία μετάσταση.

Ο Άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης γράφει ότι η Παναγία καταξιώθηκε ζωή καινούργια, που είναι η ανάσταση, και ο Άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς τονίζει ακριβέστερα: «Μόνη αυτή μαζί με το σώμα Της κοντά στον Υιό Της κατέχει τον ουρανό˙ διότι δεν ήταν δυνατόν να κατέχει η γη και ο θάνατος το ζωαρχικό θεοδόχο σώμα». Αποδεικτικό στοιχείο για την ανάστασή Της από τους νεκρούς γίνονται για τους μαθητές τα σινδόνια και τα εντάφια, που μόνα απέμειναν στον τάφο και βρέθηκαν από εκείνους που ήλθαν να τη ζητήσουν, όπως συνέβηκε προηγούμενα με τον Χριστό. Έτσι, είναι η μόνη από όλους τους αιώνες και από όλους τους αρίστους που βρίσκεται με το σώμα στον ουρανό μαζί με τον Υιό και Θεό Της.

Αρκετοί Πατέρες της Εκκλησίας κάνουν αναφορά στην ανάσταση του νεκρού σώματος της Παναγίας από τον Χριστό

Ο Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης ομιλεί ακόμα καθαρότερα περί αναστάσεως του νεκρού σώματος της Παναγίας από τον Χριστό. Το να αναστηθεί από τους νεκρούς η Παναγία, γράφει, να αναληφθεί με το σώμα Της και να είναι ζωντανή στους ουρανούς το αποδεχόμαστε, διότι μόνο αυτό ήταν «ασυγκρίτως θεομητροπρεπέστερον», μόνο αυτό δηλαδή άρμοζε στη Μητέρα του Θεού από το να παραμένει το άχραντο σώμα Της νεκρό στη γη ως χωρισμένο από την αγιότατη ψυχή που το ζωοποιεί. Αν και αυτό νεκρώθηκε, κατόπιν αναστήθηκε σε εγγύηση της δικής μας ανάστασης.

Η Υπεραγία Θεοτόκος και Αειπαρθένος Μαρία μετέστη, λοιπόν, προς τη Ζωή «Μήτηρ υπάρχουσα της Ζωής», όμως δεν εγκατέλειψε τον κόσμο. Γι’ αυτό διαρκώς, και ιδιαίτερα αυτές τις ημέρες του Δεκαπενταύγουστου, «αι γενεαί πάσαι μακαρίζομεν την μόνην Θεοτόκον», γιατί ως προστάτης ακοίμητος πρεσβεύει στον Υιό Της «ημέρας και νυκτός υπέρ ημών».