Του Αλεξάνδρου Π. Κωστάρα, ομότιμου καθηγητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Θράκης

 

Η «εκτροπή» του θρησκευτικού βιώματος των αρχαίων Ελλήνων από την παραδοσιακή «κοίτη» του Δωδεκάθεου στη νέα «κοίτη», που έδειχνε ο Απόστολος Παύλος, στη βάση της διδαχής του Ναζωραίου, ήταν –και ως σχεδιασμός, αλλά και ως εφαρμογή– μια πράξη κοσμοϊστορικής σημασίας. Και τούτο όχι μόνο διότι είχε μια μοναδικότητα στην ιστορία της ανθρωπότητας, αλλά και διότι η νέα «κοίτη», όπως ακριβώς συνέβη και με την παλιά, θα έδινε τα νάματά της στην οικουμένη λόγω της δεσπόζουσας, πολιτιστικής ιδίως, θέσης που είχε ο ελληνισμός στον τότε γνωστό κόσμο.

Είναι γνωστό ότι οι μεγάλες «εκτροπές» στην ιστορική πορεία των λαών γίνονται συνήθως με επαναστάσεις, αν δεν συντελούνται με τη διαβρωτική δύναμη κάποιου μηχανισμού ή με τη «γενετική» παρέμβαση ορισμένων «αρχιτεκτόνων» άλλων συναφών «εκτροπών», όπως συμβαίνει στις μέρες μας. Η εν λόγω όμως «εκτροπή» έγινε χωρίς όπλα, αλχημείες ή φενακισμούς. Άλλωστε, οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν άνθρωποι του ορθού λόγου και του φιλοσοφικού στοχασμού και δεν μπορούσε να τους ξεγελάσει κανένας. Όλα λοιπόν έγιναν μόνο με την επιχειρηματολογική πειθώ του Παύλου και τη φωτιστική Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τον συνόδευε σε όλες τις περιοδείες του. Η σημαντικότερη από αυτές ήταν στην Αθήνα, έστω κι αν ο Απόστολος Παύλος δεν έστειλε ούτε μία επιστολή στους Αθηναίους. Τους τα είπε όλα στην Πνύκα, αφού είχε προηγουμένως φροντίσει να σκορπίσει σε αυτούς τις σπερμολογίες των «ξένων δαιμονίων» του.

Οι αρχαίοι Έλληνες ήσαν άνθρωποι του ορθού λόγου και του φιλοσοφικού στοχασμού και δεν μπορούσε να τους ξεγελάσει κανένας. Όλα λοιπόν έγιναν μόνο με την επιχειρηματολογική πειθώ του Παύλου και τη φωτιστική Χάρη του Αγίου Πνεύματος, που τον συνόδευε σε όλες τις περιοδείες του

Η «κατείδωλος» πόλη και ο «Άγνωστος Θεός»

Φτάνοντας στην Αθήνα, ο Απόστολος Παύλος έμεινε έκπληκτος από την εικόνα που αντίκρισε με την πρώτη κιόλας περιήγησή του σε αυτήν, αφού είδε μια «κατείδωλο» πόλη, δηλαδή γεμάτη από αγάλματα αφιερωμένα στους θεούς. Αυτά τα αγάλματα υποδηλώνουν με σαφήνεια δύο πράγματα: αφ’ ενός μεν τη βαθιά θρησκευτικότητα του λαού της πόλης, αφ’ ετέρου δε το ειδικότερο περιεχόμενο του θρησκευτικού του βιώματος. Πράγματι, οι Αθηναίοι, όπως βέβαια και όλοι οι αρχαίοι Έλληνες, ήσαν άνθρωποι βαθιά θρησκευόμενοι. Και αυτό δεν φαινόταν μόνο από τα αγάλματα των θεών τους. Ήταν ορατό πρώτιστα από τον τρόπο της ζωής τους, αφού οι αρχαίοι πρόγονοί μας πριν από οποιαδήποτε σπουδαία στιγμή της καθημερινότητάς τους ζητούσαν μέσα από τις θυσίες ή τις άλλες λατρευτικές εκδηλώσεις του θρησκευτικού τους συναισθήματος την αρωγή των θεών. Ακολουθούσαν δηλαδή πιστά τον άγραφο δεοντολογικό κανόνα, που σηματοδοτούσε τη συμπεριφορά κάθε πολίτη της αρχαίας Ελλάδας: Από Θεού άρξασθαι.

Έτσι, όταν ο Παύλος χαρακτήριζε τους αρχαίους Αθηναίους «δεισιδαιμονέστερους», δηλαδή περισσότερο θρησκευόμενους, από όλους τους ανθρώπους που είχε γνωρίσει, δεν τους κολάκευε με αυτά που τους έλεγε, για να καθίσουν να τον ακούσουν, αλλά έβαζε τη σωστή επιγραφή σε αυτό που έβλεπε.

Πρέπει με έμφαση να υπογραμμισθεί στο σημείο αυτό ότι η υπερχειλής θεοσέβεια των αρχαίων Ελλήνων δεν αναιρείται από το γεγονός ότι κάποιοι σπουδαίοι άνδρες της εποχής, όπως ήταν π.χ. ο Σωκράτης, ο Αριστοφάνης και άλλοι, αμφισβητούσαν ή διακωμωδούσαν το Δωδεκάθεο. Η ασέβεια προς τους θεούς του Ολύμπου δεν υποδήλωνε ασφαλώς την αθεΐα των συγκεκριμένων πολιτών, αλλά τη διαφορετική αντίληψή τους για το θείο, που δεν χωρούσε στα κατεστημένα ειδωλολατρικά σύμβολα. Και μπορεί βέβαια αυτή η διαφορετική περί θεού αντίληψη να οδήγησε τον Σωκράτη στο κώνειο, ήταν όμως θεμέλιος λίθος, για να τοποθετηθεί επάνω σε αυτόν, ανάμεσα στα αγάλματα των άλλων θεών, και ο βωμός στον Άγνωστο Θεό, που προσήλκυσε την προσοχή του Παύλου, ο οποίος χρησιμοποίησε τον βωμό αυτό για να ανοίξει τη νέα «κοίτη» στο θρησκευτικό βίωμα των αρχαίων Ελλήνων.

 

Η ταυτοποίηση του «Αγνώστου Θεού» ανοίγει τη νέα «κοίτη»

Αποφασιστική σημασία για το σχετικό εγχείρημα του Παύλου είχε η ταυτοποίηση του «Αγνώστου Θεού» των αρχαίων Ελλήνων με τον Θεό που ευαγγελιζόταν ο Ναζωραίος. Χρήσιμα εργαλεία προς τον σκοπό αυτόν αποδείχθηκαν η αρχαιοελληνική πεποίθηση για την αθανασία της ψυχής και την άλλη ζωή, η λειτουργία που επιτελούν σε αυτήν οι Κριτές του Άδη και άλλα συναφή. Δίπλα σε αυτά τα στοιχεία ερχόταν τώρα να προστεθεί και η περί Θεού διδασκαλία του Σωκράτη, στην οποία εμμέσως κάνει αναφορά στον λόγο του ο Απόστολος Παύλος, επικαλούμενος προς τεκμηρίωση της επιχειρηματολογίας του απόψεις από την αρχαιοελληνική γραμματεία, που σκιαγραφούσαν την εικόνα του αληθινού Θεού ως υπαρκτού μεν, αλλά αόρατου. Ενός Θεού που είναι Πατέρας όλων των ανθρώπων και λατρεύεται πνευματικά και όχι με χειροποίητα κατασκευάσματα λατρείας (Πραξ. ιζ, 24 επ.).

Μέσα από το κήρυγμα του Παύλου στην Πνύκα ανασκευάζεται η πεπλανημένη αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για τη σχέση τους με τον Θεό, αφού τώρα «καταγγέλλεται» κάτι εξαιρετικά σπουδαίο, που εντυπωσιάζει τους Αθηναίους: ο Θεός δεν είναι εικόνα του ανθρώπου, αλλά, αντιθέτως, ο άνθρωπος εικόνα του Θεού. Με τον τρόπο αυτόν, τα «καινά δαιμόνια» του Σωκράτη, που είχαν απερίφραστα καταδικαστεί από τους εκπροσώπους της άρχουσας αντίληψης των Αθηνών, εναρμονίζονταν πλήρως με τα «ξένα δαιμόνια» του Παύλου και γίνονταν τώρα εξαιρετικά χρήσιμη «σκαπάνη» για τη διάνοιξη της νέας θρησκευτικής «κοίτης» του ελληνισμού, επαληθεύοντας έτσι τον Λόγο του Κυρίου, ότι ένας λίθος (και τέτοιος ασφαλώς ήταν και ο ίδιος ο Χριστός) που τον αποδοκιμάζουν, τον απορρίπτουν δηλ. ως άχρηστο, οι οικοδομούντες έρχεται κάποια στιγμή που γίνεται τελικά ακρογωνιαίο θεμέλιο του οικοδομήματος.

Μέσα από το κήρυγμα του Παύλου στην Πνύκα ανασκευάζεται η πεπλανημένη αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων για τη σχέση τους με τον Θεό, αφού τώρα «καταγγέλλεται» κάτι εξαιρετικά σπουδαίο, που εντυπωσιάζει τους Αθηναίους: ο Θεός δεν είναι εικόνα του ανθρώπου, αλλά, αντιθέτως, ο άνθρωπος εικόνα του Θεο

Βέβαια, ο Απόστολος Παύλος, για να πείσει τους Αθηναίους, δεν τους παρέπεμπε μόνο σε οικεία ή, εν πάση περιπτώσει, γνωστά σε αυτούς στοιχεία. Τους μιλούσε ακόμη και για κάποια άλλα, πρωτάκουστα «δαιμόνια», που τους ξένιζαν και ως πρώτη αντίδραση προκαλούσαν τη θυμηδία. «Ακούστε τι μας λέει τούτος εδώ ο σπερμολόγος. Ο Θεός σαρκώθηκε στο πρόσωπο του Χριστού, σταυρώθηκε και αναστήθηκε υπογράφοντας έτσι ο Ίδιος την ανάσταση των νεκρών. Αν είναι δυνατόν!». Ήταν η «μωρία του κηρύγματος», για την οποία κάνει λόγο σε σχετική επιστολή του ο Παύλος (Α’ Κορ., α 21). Ωστόσο, αυτή η «μωρία» μετά το πρώτο ξάφνιασμα των αρχαίων Ελλήνων δεν κράτησε πολύ. Όχι μόνο διότι οι ίδιοι οι Αθηναίοι, συνηθισμένοι σε ανάλογες υψιπετείς πνευματικές ενασχολήσεις, ζήτησαν από τον Παύλο να επανέλθει και να τους πει περισσότερα πράγματα για αυτό το ζήτημα, αλλά και διότι αυτές οι ξενίζουσες «σπερμολογίες» του έδεναν με τις βιωματικές μαρτυρίες πολλών Ελλήνων που είχαν ακούσει τον Ναζωραίο να προαναγγέλλει τον Θάνατο και την Ανάστασή Του.

Δεν πρέπει να παραβλέπεται ότι τα σχετικά με τον Κύριο γεγονότα μπορεί να διαδραματίσθηκαν στην Ιουδαία, δεν έμειναν όμως εκεί. Στόμα με στόμα διαδόθηκαν στις κοντινές περιοχές –και τέτοια ήταν ασφαλώς και η Ελλάδα– και έτσι σαν τη μεγαλοσαββατιάτικη, λαμπρινή λαμπάδα από μια φλόγα άναψαν το αστραφτερό Φως της Αναστάσεως, που καταύγασε την Οικουμένη. Η νέα «κοίτη» του θρησκευτικού βιώματος των αρχαίων Ελλήνων ήταν πια γεγονός.

Η εκπροσώπηση του αληθινού Θεού αλλάζει χέρια

Όσο το θρησκευτικό αυτό βίωμα «κυλούσε» στην παλιά «κοίτη» της ειδωλολατρίας, το προνόμιο της μονοθεΐας ανήκε αδιαμφισβήτητα στους Ιουδαίους. Η στάση τους όμως απέναντι στον Ναζωραίο, τον Σαρκωμένο, Σταυρωμένο και Αναστάντα Λόγο του Θεού, άνοιξε ένα βαθύ και αγεφύρωτο «ρήγμα» στη σχέση τους με τον Αληθινό Θεό. Έτσι, μόλις τα πρώτα «ρυάκια» της νέας θρησκευτικής πίστης των αρχαίων Ελλήνων, που σχηματίστηκαν στην Αθήνα, στην Κόρινθο και στα άλλα κέντρα του ελληνισμού, μετατράπηκαν σε «χειμάρρους», που γέμισαν τη νέα «κοίτη», η εκπροσώπηση του Αληθινού Θεού άλλαξε χέρια: πέρασε από τους Εβραίους στους Έλληνες. Το είχε προαναγγείλει αυτό άλλωστε ως παντογνώστης ο Χριστός, όταν λίγο πριν από το Σωτήριο Πάθος Του έλεγε στους Ιουδαίους ότι θα αφαιρεθεί από αυτούς η εκπροσώπηση της Βασιλείας των Ουρανών και θα δοθεί σε ένα έθνος (εννοούσε προφανώς τους Έλληνες), το οποίο θα καλλιεργήσει συστηματικά τον σπόρο του Λόγου του Θεού, για να παράγονται μέχρι της συντελείας των αιώνων οι ψυχοτραφείς καρποί Του προς σωτηρία εκείνων που θέλουν να τους γευθούν (Ματθ. κα’ 43). Δεν πρέπει ακόμη να λησμονείται ότι τη συνάντηση της διδαχής του Ναζωραίου με τον ελληνισμό την είχε χαρακτηρίσει ο Ίδιος, σε άλλη ευκαιρία, ως στοιχείο της δόξας Του (Ιω., ιβ’ 23).

Μόλις τα πρώτα «ρυάκια» της νέας θρησκευτικής πίστης των αρχαίων Ελλήνων, που σχηματίστηκαν στην Αθήνα, στην Κόρινθο και στα άλλα κέντρα του ελληνισμού, μετατράπηκαν σε «χειμάρρους», που γέμισαν τη νέα «κοίτη», η εκπροσώπηση του Αληθινού Θεού άλλαξε χέρια: πέρασε από τους Εβραίους στους Έλληνες

Ελληνισμός & Χριστιανισμός συμπορεύονται πια στη νέα «κοίτη»

Από τότε λοιπόν που ο Χριστιανισμός έγινε η νέα θρησκευτική ταυτότητα του ελληνισμού, έχουμε μια αδιατάρακτη συμπόρευση των δύο αυτών εννοιών μέσα στην Ιστορία. Και είναι ανιστόρητοι όσοι υποστηρίζουν ότι ο Χριστιανισμός δεν έχει καμιά σχέση με τον ελληνισμό, επειδή, τάχα, ο πρώτος μεταφέρει στον δεύτερο στοιχεία της μυθολογίας των Εβραίων! Ο Χριστιανισμός έχει χαραχθεί ανάγλυφα στο γονιδίωμα του ελληνισμού και, όπως αποδεικνύεται ιστορικά, διέσωσε τον τελευταίο, όταν η δυσμενής ιστορική συγκυρία (βλ. οθωμανική δουλεία) απειλούσε με εξαφάνισή του. Σήμερα, μάλιστα, στους αλλοτινούς και ύπουλους καιρούς που ζούμε, ο Χριστιανισμός με τη μορφή της Ορθοδοξίας, την οποία έλαβε μετά την αποστασία των καθολικών από τις αρχές της ορθής πίστης στον Χριστό, αποτελεί το κατ’ εξοχήν αναπαλλοτρίωτο στοιχείο της εθνικής μας ιδιοπροσωπίας, διότι μόνον αυτό εξασφαλίζει την επιβίωσή μας ως Έθνους.

Ας έχουν επομένως υπόψη τους οι άθεοι διαχειριστές της εξουσίας στην Ελλάδα ότι η ιστορία 4.000 χρόνων του ελληνισμού είναι ιστορία θρησκευτικής μαρτυρίας. Ο ελληνισμός δεν έχει να παρουσιάσει πρότυπα αθεΐας. Αυτό είναι ένα «φρούτο» των τελευταίων ιδίως αιώνων της προηγούμενης χιλιετίας. Και είναι ασφαλώς δικαίωμά τους αναφαίρετο - συνταγματικά μάλιστα κατοχυρωμένο- να αρκούνται στον επαρχιωτισμό της αθεΐας αντί να απολαμβάνουν την οικουμενικότητα του Χριστιανισμού, που «αναβλύζει» και αυτός μέσα από τις πολιτιστικές αξίες του ελληνισμού. Έχουν όμως υποχρέωση να σέβονται με τις κυβερνητικές πράξεις και παραλείψεις τους την επικρατούσα θρησκεία των Ελλήνων. Και αν δεν χορηγείται σήμερα κώνειο στους ασεβείς όπως αυτό που αναγκάστηκε να πιει ο Σωκράτης, υπάρχει πάντως σίγουρα ένα άλλου είδους κώνειο, που στέλνει μέσα από την κάλπη ο λαός σε εκείνους που ασεβούν προς την εντολή του.

Ο ελληνισμός δεν έχει να παρουσιάσει πρότυπα αθεΐας. Αυτό είναι ένα «φρούτο» των τελευταίων ιδίως αιώνων της προηγούμενης χιλιετίας.