Του Γιώργη Μυλωνά

 

«Πού οδηγούμεθα; Ένας Κατακουζηνός να εκθέτει σπίτι του έναν κομμουνιστή μπογιατζή. Να τον επαινεί ο Σεφέρης και να κόπτεται υπέρ αυτού ένας Χατζηκυριάκος-Γκίκας! Πού οδηγούμεθα, ύψιστε Θεέ;». Με αυτό το σχόλιο η εφημερίδα «Αθηναϊκή» υποδεχόταν το 1946 την πρώτη έκθεση έργων του Θεόφιλου στην Αθήνα, στο σαλόνι του Άγγελου Κατακουζηνού, δώδεκα χρόνια μετά τον θάνατο του καλλιτέχνη. Οι καιροί ήταν δύσκολοι, η Αθήνα έβγαινε από την Κατοχή και έμπαινε στον Εμφύλιο, κομμένη στα δύο.

Σήμερα, πάλι σε πείσμα του μαύρου κλίματος της εποχής, ο αυτοδίδακτος εκπρόσωπος μιας τέχνης αυθόρμητης, που μοιάζει να πηγάζει από τα ξωκλήσια της Μάνης, μας υποδέχεται αυτήν τη φορά στο γενέθλιο τόπο του, τη Μυτιλήνη. Στο πολύπαθο από την εγκατάλειψη Μουσείο Θεόφιλου στη Βαρειά της Λέσβου ολοκληρώθηκε η αποκατάσταση των έργων του κορυφαίου λαϊκού ζωγράφου, του «εν ξιφήρεις» φουστανελά που σύστησε στο φιλότεχνο κοινό του Λούβρου τον Αντώνη Κατσαντώνη, τον Αθανάσιο Διάκο και τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

Ο λόγος για μια συλλογή από 86 έργα φιλοτεχνημένα από τον Θεόφιλο Χατζημιχαήλ κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Τα έργα του Θεόφιλου, ζωγραφισμένα απευθείας σε ύφασμα και χωρίς την ύπαρξη προετοιμασίας, ήταν ευάλωτα στην πατίνα του χρόνου. Έπειτα από τρία χρόνια εργασιών, 23 από αυτά επανεκτίθενται συντηρημένα και σε νέες κορνίζες μουσειακών προδιαγραφών, ενώ στο ανακαινισμένο μουσείο της Λέσβου λειτουργούν αφυγραντήρες και κλιματιστικά, διατηρώντας ιδανικές τις συνθήκες για τα έργα. Τα έντονα χρώματα από φυσικά υλικά που έφτιαχνε μόνος του ο Θεόφιλος είναι και πάλι ολοζώντανα.

 

Μια ζωή γεμάτη στερήσεις

Τον έχουν αποκαλέσει «Παπαδιαμάντη της ζωγραφικής» και οι συνειρμοί με τον κοσμοκαλόγερο της πεζογραφίας είναι εύλογοι. Πρώτο παιδί μιας φτωχικής πολυμελούς οικογένειας, ο Θεόφιλος (π. 1870) γνώρισε τη ζωγραφική μέσα στην εκκλησιά, κοντά στον αγιογράφο παππού του. Δεν είναι τυχαίο, ίσως, το ότι το μοναδικό έργο που φέρει το κατά κόσμον όνομά του, με την υπογραφή «Έργο Θεόφιλου Γαβριήλ Κεφαλά», είναι μια εικόνα των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στο σκευοφυλάκιο του Ιερού Ναού Ταξιαρχών στις Μηλιές Πηλίου.

Ήταν ιδιαίτερο παιδί ο γιος του τσαγκάρη. Η αριστεροχειρία και ο τραυλισμός του τον καθιστούσαν διαφορετικό και αντικείμενο σκωπτικών πειραγμάτων από τους συνομηλίκους του. Ήταν ο «ζερβοκουτάλας», άνθρωπος μισοσακάτης κατά την αντίληψή τους, άποψη που πιθανότατα συμμεριζόταν και ο ίδιος ο Θεόφιλος. Κατέφευγε στη μοναξιά, κλειδωνόταν στο υπόγειο του πατρικού του σπιτιού και ζωγράφιζε τραγουδώντας κλέφτικα τραγούδια. Αλλά και πιο μεγάλος στα χρόνια έπεφτε θύμα εμπαιγμού και περιφρόνησης, ειδικά λόγω της επιλογής του να εγκαταλείψει τον ευρωπαϊκό τρόπο ένδυσης και να φοράει φουστανέλα, όπως οι ήρωες που θαύμαζε κι απεικόνιζε στα έργα του.

Έφυγε από το νησί σε ηλικία περίπου 18 ετών και πέρασε κάποια χρόνια της ζωής του στη Σμύρνη. Από τη μικρασιατική πόλη ταξίδεψε για την Αθήνα, όπου κατά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 επιχείρησε να καταταγεί στον στρατό, χωρίς να γίνει δεκτός. Σε ένα από τα τέσσερα χειρόγραφα που έχει αφήσει γράφει: «(…) Τέλος, φθάσαμε στην Αθήνα και εγώ περπάταγα μοναχός στον δρόμο και κράταγα τη σημαία μου και τραγουδούσα πολεμικά τραγούδια στον δρόμο που πάει από τον Πειραιά στην Αθήνα. Μπροστά στην παράγκα του φόρου απάντησα ένα κάρο που τράβαγε για την Αθήνα. Ανέβηκα σ’ αυτό κρατώντας πάντα τη σημαία μου και φωνάζοντας “Ζήτω” μ’ όλη μου τη δύναμη. Επειδή δεν μας κατέταξαν στην Αθήνα, επήγα στον Βόλο και εκεί με πήρανε εθελοντή. Βρέθηκα στις μάχες του Βελεστίνου και του Δομοκού μαζί με άλλους αντάρτες...».

Στη Μαγνησία ο Θεόφιλος πέρασε κοντά 30 χρόνια της ζωής του και άφησε πλήθος σημαντικών έργων του. Ζωγράφιζε σε σπίτια, καφενεία, ταβέρνες, χάνια και στο χωριό Μηλιές φιλοτέχνησε την εκκλησία της Αγίας Μαρίνας. Εκτός από τη ζωγραφική του δραστηριότητα, ο Θεόφιλος συμμετείχε στη διοργάνωση λαϊκών θεατρικών παραστάσεων στις εθνικές γιορτές και την περίοδο της Αποκριάς, όπου κρατούσε τον πρωταγωνιστικό ρόλο, άλλοτε ντυμένος σαν Μεγαλέξανδρος, με τους μαθητές σε παράταξη μακεδονικής φάλαγγας, και άλλοτε σαν ήρωας της Ελληνικής Επανάστασης, με εξοπλισμό και κουστούμια που έφτιαχνε ο ίδιος.

Εικάζεται πως αφορμή για την αναχώρησή του από τον Βόλο και την οριστική επιστροφή στο νησί του ήταν ένα επεισόδιο σε ένα καφενείο: Κάποιος, για να διασκεδάσει τους παρευρισκομένους, έριξε τον Θεόφιλο από μια σκάλα όπου ήταν ανεβασμένος και ζωγράφιζε. Παρά τις κοροϊδίες και τα πειράγματα του κόσμου, συνέχισε να ζωγραφίζει, πραγματοποιώντας αρκετές τοιχογραφίες σε χωριά, έναντι ευτελούς αμοιβής, συνήθως για ένα πιάτο φαγητό και λίγο κρασί. Πολλά από τα έργα του αυτής της περιόδου έχουν χαθεί, είτε από φυσική φθορά είτε εξαιτίας καταστροφής τους από κατόχους τους. Ο Θεόφιλος πέθανε τον Μάρτιο του 1934, παραμονές του Ευαγγελισμού. Η κηδεία του έγινε από τη Δημαρχία και δεν είναι γνωστό πού βρίσκεται ο τάφος του.

Ο αείμνηστος ζωγράφος Παναγιώτης Φειδάκης αφηγείται μια μαρτυρία του καραγωγέα που μετέφερε τον Θεόφιλο με τον αραμπά του στο λιμάνι του Βόλου, προκειμένου ο ζωγράφος να πάρει το καΐκι για τη Μυτιλήνη: «Όταν φόρτωσε το μπαούλο με τα πράγματά του στη βάρκα που θα τον πήγαινε στο καΐκι, ο Θεόφιλος έβγαλε την κουμπούρα του και, κοιτώντας όρθιος και επίσημος προς το Πήλιο και τα χωριά όπου έζησε για περίπου τριάντα χρόνια, πυροβόλησε δύο φορές στον αέρα, σαν σε αποχαιρετισμό! Σαν να ήταν αληθινός οπλαρχηγός! Ήθελε να ζει τελετουργικά και η ζωή του να είναι ο κόσμος που ζωγράφιζε! Σαν παραμύθι. Οι άσχετοι θα τον περνούσαν για ψώνιο».

 

Ο ζωγραφικός τρόπος του Θεόφιλου

Ο Θεόφιλος είχε τη δύναμη να μεταμορφώνει, με τα δικής του κατασκευής χρώματα, τις πιο ταπεινές επιφάνειες, όπως χαρτόνια, σανίδια, τενεκέδες, βαμβακερά πανιά, τοίχους μαγαζιών και σπιτιών, σε έργα τέχνης. Τον γεμάτο λεβεντιά και δροσιά κόσμο του μας τον μεταφέρει κυρίως μέσω των χρωμάτων του, που, επηρεασμένα από το φως του νησιού, εκφράζουν μιαν ατμόσφαιρα και ένα τοπίο ελληνικό. Σαρκώνει τους ήρωες του Γένους σαν μορφές αγίων, όπως ακριβώς διδάχτηκε τη ζωγραφική στις εκκλησιές της Μυτιλήνης. Τη στάση αυτής της μορφής, γεμάτη λεβεντιά και ιερατικότητα, εμπνευσμένη από τις παραστάσεις των στρατιωτικών αγίων, την υιοθέτησε για μια ολόκληρη σειρά από ήρωες. Από την άποψη αυτή, ο Θεόφιλος αντιπροσωπεύει το τελευταίο στάδιο της ελληνικής ζωγραφικής, που, ριζωμένη στο Βυζάντιο, άνθησε και έδωσε καρπούς έως το τέλος του 19ου αιώνα.

Σχεδόν όλα τα θέματα από την εποχή της Τουρκοκρατίας έως τις μέρες του, τα πιο πρόσφατα, δηλαδή, γεγονότα που συνήθως τον συγκινούν και πιο άμεσα, τα μεταχειρίζεται με άνεση και ελευθερία, όπως νομίζει πως θα τα τονίσει ή θα τα αποδώσει καλύτερα. Αντίθετα, με δέος ζωγραφίζει και σαν αγιογράφος μένει προσκολλημένος όσο μπορεί στο πρότυπό του όταν ιστορεί σκηνές από το Βυζάντιο, την αρχαία ιστορία και τη μυθολογία. Διστάζει να κάνει ριζικές αλλαγές ή προσθήκες. Στην κατηγορία αυτή ανήκουν και οι σκηνές από τον «Ερωτόκριτο», που για τις νεφελώδεις ιστορικές γνώσεις του Θεόφιλου αναφέρονταν σε κάποια μεγάλη στιγμή της ελληνικής ιστορίας. Ανάλογα δούλεψε και όσα θέματα ζωγράφισε από την Παλαιά Διαθήκη.

Με δέος ζωγραφίζει και σαν αγιογράφος μένει προσκολλημένος όσο μπορεί στο πρότυπό του όταν ιστορεί σκηνές από το Βυζάντιο, την αρχαία ιστορία και τη μυθολογία

Ο σύνδεσή του με τη γενιά του ’30

Η «αναστήλωση» του ζωγραφικού έργου και του Μουσείου Θεόφιλου προσλαμβάνει κι έναν ιδιαίτερο συμβολισμό, καθώς συναντά τον αγώνα που έδωσε για την καθιέρωση του ζωγράφου η γόνιμη γενιά του ’30. «Το βρισίδι που φάγαμε τα χρόνια της έκθεσης Θεόφιλου το ξεχνάς – καλά κάνεις», έγραφε ο Γιώργος Σεφέρης σε επιστολή του προς τον Άγγελο Κατακουζηνό, ο οποίος δεν είχε σκοπό να παραιτηθεί από την προσπάθεια ανάδειξης του ζωγράφου και δημιουργίας ενός Μουσείου Θεόφιλου. Με την ίδια ζέση, ένας άλλος Μυτιληνιός, ο Οδυσσέας Ελύτης, ζητούσε με άρθρο του να οργανωθεί μια μεγάλη έκθεση «για την περισυλλογή και τη διάσωση των έργων του Θεόφιλου».

Τελικά, με έξοδα του Μυτιληνιού Στρατή Ελευθεριάδη-Teriade, φημισμένου καλλιτεχνικού εκδότη στο Παρίσι, το Μουσείο Θεόφιλου αναγέρθηκε το 1964 σε ένα προάστιο της Μυτιλήνης, τη Βαρειά, εκεί όπου γεννήθηκε και πέρασε τα παιδικά του χρόνια ο λαϊκός ζωγράφος. Τα εγκαίνια έγιναν μέσα σε πανηγυρικό χαρακτήρα, παρουσία σημαντικών εκπροσώπων της γενιάς του ’30 και εκατοντάδων κατοίκων του νησιού. Ο τότε Μητροπολίτης Μυτιλήνης κ. Ιάκωβος έκλεισε τη σύντομη ομιλία του στο μνημόσυνο με τις φράσεις: «... πολλές φορές ο Κύριος εκλέγει και χρησιμοποιεί τα “μωρά του κόσμου”, τα ασθενή, τα αγενή, τα “εξουθενωμένα” ίνα καταισχύνη αυτούς που δεν θέλουν να εκτιμήσουν το χάρισμα του Θεού, όταν τούτο δίδεται εις τους ταπεινούς, τους απλοϊκούς και τους καταφρονημένους του κόσμου τούτου».

 

Ο Σεφέρης για τον Θεόφιλο

«... Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας φτωχός φουστανελάς που είχε τη μανία να ζωγραφίζει. Τον έλεγαν Θεόφιλο. Τα πινέλα του τα κουβαλούσε στο σελάχι του, εκεί που οι πρόγονοί του βάζαν τις πιστόλες και τα μαχαίρια τους. Τριγύριζε στα χωριά της Μυτιλήνης, τριγύριζε στα χωριά του Πηλίου και ζωγράφιζε. Ζωγράφιζε ό,τι του παράγγελναν, για να βγάλει το ψωμί του. Υπάρχουν στον Άνω Βόλο κάμαρες ολόκληρες ζωγραφισμένες από το χέρι του Θεόφιλου, καφενέδες στη Λέσβο, μπακάλικα και μαγαζιά σε διάφορα μέρη που δείχνουν το πέρασμά του – αν σώζουνται ακόμη. Ο κόσμος τον περιγελούσε. Του έκαναν, μάλιστα, και αστεία τόσο χοντρά, που κάποτε τον έριξαν κάτω από μιαν ανεμόσκαλα και του ’σπασαν ένα-δυο κόκαλα. Ο Θεόφιλος, ωστόσο, δεν έπαυε να ζωγραφίζει σε ό,τι έβρισκε. Είδα πίνακές του φτιαγμένους πάνω σε κάμποτο, πάνω σε πρόστυχο χαρτόνι. Τους θαύμαζαν κάτι νέοι που τους έλεγαν ανισόρροπους οι ακαδημαϊκοί. Έτσι κυλούσε η ζωή του και πέθανε ο Θεόφιλος, δεν είναι πολλά χρόνια, και μια μέρα ήρθε ένας ταξιδιώτης από τα Παρίσια. Είδε αυτή τη ζωγραφική, μάζεψε καμιά πενηνταριά κομμάτια, τα τύλιξε και πήγε να τα δείξει στους φωτισμένους κριτικούς που κάθονται κοντά στο Σηκουάνα. Και οι φωτισμένοι κριτικοί βγήκαν κι έγραψαν πως ο Θεόφιλος ήταν σπουδαίος ζωγράφος. Και μείναμε μ’ ανοιχτό το στόμα στην Αθήνα. Το επιμύθιο αυτής της ιστορίας είναι ότι λαϊκή παιδεία δε σημαίνει μόνο να διδάξουμε το λαό, αλλά και να διδαχτούμε από το λαό…».

 

 

Το Μουσείο Θεόφιλου στην περιοχή Βαρειά απέχει από το αεροδρόμιο της Μυτιλήνης 5 χλμ. και από το λιμάνι 3,7 χλμ. Με την αστική συγκοινωνία ο επισκέπτης χρειάζεται ένα τέταρτο από τον σταθμό των λεωφορείων. Είναι ανοιχτό καθημερινά, εκτός από τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες.