Του Μ. Γ. Βαρβούνη, καθηγητή Λαογραφίας στο Τμήμα Ιστορίας και Εθνολογίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

 

Για όλους τους Έλληνες, αλλά και για τους Ορθόδοξους Χριστιανούς όπου γης, η εορτή της Κοίμησης της Θεοτόκου, στις 15 Αυγούστου, και οι δύο εβδομάδες της νηστείας και των παρακλήσεων προς τη Θεοτόκο που προηγούνται αποτελούν ασφαλώς το τελετουργικό κέντρο και την πνευματική αποκορύφωση του πολύτροπου καλοκαιριού. Μια γιορτή που συγκινεί όσο και το Πάσχα, που σε πολλά μέρη αναπαράγει πασχαλινές τελετουργίες και ανάλογους συμβολισμούς, όπως ο Επιτάφιος της Παναγίας, και που γι’ αυτό ονομάζεται και «Πάσχα του καλοκαιριού». Επίσης, δε, μια περίοδο που αποτελεί το κεντρικό σημείο ενός κατεξοχήν θεομητορικού μήνα, του Αύγουστου, που είναι αφιερωμένος από την αρχή έως το τέλος στην Παναγία και ο οποίος τελειώνει με τον πανηγυρικό εορτασμό της καταθέσεως της Αγίας Ζώνης της, στις 31 Αυγούστου.

Οι λατρευτικές και πνευματικές αυτές αφορμές μπορούν, νομίζω, να μας προβληματίσουν σχετικά με τον τρόπο που κι εμείς συμμετέχουμε στη θεομητορική αυτή εορταστική σειρά και εθιμοταξία. Και τούτο, επειδή η καλοκαιρινή περίσταση των διακοπών συχνά οδηγεί σε λύσεις που δεν σέβονται την ιερότητα των ημερών, την οποία θέτουν σε δεύτερη μοίρα, μπροστά στον κοσμοπολιτισμό, την άνεση και τη διασκέδαση. Και δεν είναι μόνο η νηστεία, από τις αυστηρότερες και παλαιότερες του ετήσιου εορτολογικού κύκλου, είναι και η συμμετοχή μας σε παρακλήσεις, σε εσπερινούς και λειτουργίες, δεδομένου ότι στα μέσα της περιόδου έχουμε και τη μεγάλη δεσποτική εορτή της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος (6 Αυγούστου).

Με δυο λόγια, βρισκόμαστε και πάλι ενώπιον του διλήμματος της τήρησης ή μη της παράδοσής μας, της συμμόρφωσης ή μη της ζωής μας σε όσα η ελληνορθόδοξη παράδοσή μας προστάζει. Και τούτο, επειδή στην παράδοση του λαού μας, ο Δεκαπενταύγουστος με τη νηστεία, τις παρακλήσεις και τις περιστασιακά μαυροντυμένες γυναίκες για να τιμήσουν την Παναγία, αποτελεί σταθμό ιερό και καθιερωμένο στην καλοκαιρινή χρονική ακολουθία. Αποτελεί περίοδο ηθελημένης στέρησης, η οποία μέσα στην καλοκαιρινή ραστώνη καλλιεργεί τις αρετές της εγκράτειας, της υποταγής του ιδίου θελήματος και της απόδοσης έμπρακτης τιμής σε ένα ιερό πρόσωπο, το οποίο καθημερινά επικαλούμαστε στις προσευχές και τις ικεσίες μας.

 

    Η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου και η συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες του δεν είναι τήρηση κενών τύπων, είναι ουσία και συνιστά πράξη πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας

 

Οι αρετές αυτές αποτελούν κομβικά σημεία της παράδοσής μας, δεδομένου ότι πρόκειται για βασικές συνιστώσες του ελληνορθόδοξου ήθους, αυτού που χαρακτηρίζει όχι μόνο τις τελετουργικές εκφράσεις, αλλά και τις εκδηλώσεις της παραδοσιακής καθημερινότητας του λαού μας. Αποτελούν παραδοσιακές εφαρμογές της προβαλλόμενης από την Εκκλησία και την Ορθόδοξη θεολογία «χαρμολύπης», έμπρακτες πραγματώσεις ενός ελληνορθόδοξου τρόπου ζωής, μιας ελληνορθόδοξης κοσμοθεωρίας και βιοθεωρίας, που είναι απολύτως Χριστοκεντρικές, και μέσα από τις εορτές, τις νηστείες και τις ιερές ακολουθίες διαμορφώνουν ήθος ζωής και υπόδειγμα ύπαρξης. Η νηστεία και η πανηγυρική λήξη της με την ευωχία –πνευματική και υλική– της εορτής δεν αποτελούν κενό τύπο, αλλά υλοποιούν ουσία κοινωνικής, οικογενειακής και ατομικής ύπαρξης.

Γι’ αυτό τον λόγο η νηστεία του Δεκαπενταύγουστου και η συμμετοχή στις ιερές ακολουθίες του δεν είναι τήρηση κενών τύπων, είναι ουσία και συνιστά πράξη πνευματικής και πολιτισμικής αυτοσυνειδησίας. Αν αυτό το συνειδητοποιήσουμε, το εφαρμόσουμε και το τηρήσουμε σε οικογενειακό επίπεδο, αν σε αυτό συνηθίσουμε τα παιδιά μας, τότε θα μπορούμε να γευθούμε την πραγματική πνευματική ευφροσύνη της εορτής και να βιώσουμε τον ελληνορθόδοξο Δεκαπενταύγουστο σε όλο το εύρος της μεγαλοσύνης του, πλουτίζοντας την καθημερινότητά μας.