Του Πάνου Ευαγγέλου

 

Ως μεγάλη νίκη της Εκκλησίας και προσωπικά του Αρχιεπισκόπου Ιερώνυμου χαρακτηρίζεται από πολλούς ιεράρχες η διατήρηση στην ουσία του ισχύοντος καθεστώτος που ρυθμίζει τις σχέσεις Εκκλησίας - Πολιτείας. Ο πρωθυπουργός, στο προαύλιο της Βουλής όπου παρουσίασε τις προτάσεις του για την αναθεώρηση του Συντάγματος, αφού χαρακτήρισε τις σχέσεις του κράτους με την Εκκλησία ως ένα εξαιρετικά ευαίσθητο θέμα, υποστήριξε πως «πρέπει να αποφευχθούν οι συγκρούσεις και να αναζητηθούν οι ευρύτερες δυνατές συναινέσεις ανάμεσα στην Πολιτεία, την Εκκλησία και τους πολίτες».

Όπως είπε, με τις προτάσεις του είναι ανάγκη η κατοχύρωση της θρησκευτικής ουδετερότητας του κράτους, διαβεβαιώνοντας ότι δεν θα θιγεί η αναφορά, για ιστορικούς και πρακτικούς λόγους -όπως είπε-, της αναγνώρισης της Ορθοδοξίας ως κρατούσας θρησκείας. Επίσης μίλησε για την ανάγκη εκσυγχρονισμού των σχετικών ρυθμίσεων, χωρίς να θίγεται το θρησκευτικό αίσθημα κανενός. Ζήτησε, τέλος, συναίνεση για την υποχρεωτική καθιέρωση του πολιτικού όρκου για όλους τους αιρετούς βουλευτές, δικαστές και τους υπόλοιπους δημόσιους λειτουργούς, όπου απαιτείται.

Στο Σύνταγμα της Ελλάδος οι σχέσεις κράτους - Εκκλησίας περιγράφονται αναλυτικά στο Άρθρο 3, όπου σημειώνεται ότι στην Ελλάδα επικρατούσα θρησκεία είναι αυτή της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας του Χριστού, ενωμένη δογματικά με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και με κάθε άλλη ομόδοξη Εκκλησία του Χριστού.

Επίσης στο ίδιο άρθρο περιγράφεται το διοικητικό καθεστώς της Εκκλησίας της Ελλάδος, όπου γίνεται ρητή αναφορά στο αυτοκέφαλό της, στη διοίκησή της από την Iερά Σύνοδο των εν ενεργεία αρχιερέων και από τη Διαρκή Ιερά Σύνοδο, που προέρχεται από αυτή και συγκροτείται όπως ορίζει ο Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας, αλλά και στην απαραίτητη και συνταγματικά κατοχυρωμένη τήρηση των διατάξεων του Πατριαρχικού Tόμου της κθ’ (29) Iουνίου 1850 και της Συνοδικής Πράξης της 4ης Σεπτεμβρίου 1928.

Η αποδοχή από την πλευρά της κυβέρνησης του ρόλου της Ορθόδοξης Εκκλησίας ήρθε σε μια εποχή που το κλίμα μεταξύ ιεραρχών και υπουργείου (Φίλης) δεν ήταν καλό λόγω των αλλαγών που επιδιώκει ο υπουργός Παιδείας για τα Θρησκευτικά, την προσευχή κ.ά. Το κλίμα επιδεινωνόταν επίσης κάθε φορά που παράγοντες της πολιτικής ζωής του τόπου και κυρίως της κυβέρνησης αναφέρονταν στον χωρισμό κράτους - Εκκλησίας.

Ο κ. Τσίπρας και ο κ. Ιερώνυμος ήταν γνώστες αυτής της κατάστασης, η οποία απασχόλησε και τα μέσα ενημέρωσης, αν και οι δύο άνδρες ήθελαν να τηρηθούν χαμηλοί τόνοι από όλους. Για τον λόγο αυτό είχαν αναπτύξει και συνεχίζουν να έχουν άριστες σχέσεις, τις οποίες επιβεβαιώνουν κάθε φορά που συναντιούνται. Και τις επιβεβαίωσαν και πριν από δύο μήνες περίπου, όταν συναντήθηκαν στην Αρχιεπισκοπή και συζήτησαν τις προτάσεις της κυβέρνησης για τις αλλαγές στο Σύνταγμα.

Ο πρωθυπουργός τότε είχε διαβεβαιώσει τον κ. Ιερώνυμο ότι δεν θα υπάρξουν αιφνιδιασμοί και αλλαγές στις σχέσεις Εκκλησίας - κράτους, παρά τα όσα ακούγονται. Στη Σύνοδο τώρα εκτιμούν ότι το θέμα του διαχωρισμού με την προτεινόμενη αναθεώρηση θα κλείσει οριστικά.

Ωστόσο υπάρχουν κάποια ζητήματα που έχουν να κάνουν με τις επιλογές πολιτών, όπως η καύση νεκρών, το σύμφωνο συμβίωσης, τα θρησκευτικά σύμβολα, η προσευχή στα σχολεία και η καθιέρωση του πολιτικού όρκου, τα οποία η κυβέρνηση θα υποχρεωθεί να τα προωθήσει υπακούοντας στις θέσεις της Ε.Ε., που έχουν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Εκκλησία για τα ζητήματα αυτά έχει εκφράσει τις θέσεις αλλά και τις αντιρρήσεις της. Μάλιστα πριν από έναν μήνα ο ίδιος ο Αρχιεπίσκοπος ενόψει της συζήτησης για την αναθεώρηση του Συντάγματος είχε αποστείλει σε όλους τους βουλευτές το βιβλίο του «Απάντηση στα μυθεύματα του αντικληρικαλιστικού λαϊκισμού». Στην ουσία πρόκειται για ένα βιβλίο το οποίο απαντά σε όλους εκείνους που κατά καιρούς έχουν ταχθεί υπέρ του χωρισμού κράτους -Εκκλησίας.

Αφορμή για την αντίδραση του κ. Ιερώνυμου αποτέλεσε το βιβλίο του κ. Νίκου Αλιβιζάτου τίτλο «Πραγματιστές, δημαγωγοί και ονειροπόλοι», το οποίο συμπτωματικά έφτασε στα χέρια του. Στο βιβλίο αυτό ο κ. Αλιβιζάτος αποκάλυπτε ότι το 2005 υπήρχε η σκέψη να επιστραφεί στην Εκκλησία η περιουσία που είχε διαθέσει στο έθνος, αναλαμβάνοντας στο εξής τη μισθοδοσία του κλήρου και όλα τα λειτουργικά της έξοδα, ενώ θα της δινόταν για τον σκοπό αυτό περιθώριο δύο χρόνων για να προσαρμοστεί στα νέα δεδομένα.

 

Το βιβλίο-απάντηση στον Αλιβιζάτο

Στο βιβλίο του ο κ. Ιερώνυμος ανάμεσα στα άλλα αναφέρει: «Κανείς δεν αρνείται τον εκσυγχρονισμό και την προσαρμογή της κρατικής νομοθεσίας προκειμένου να λειτουργούν σωστά οι θεσμοί. Επιφυλάσσεται κανείς όταν με τέτοιες πρωτοβουλίες υπονομεύονται στην πράξη οι θεσμοί, οι οποίοι διαφύλαξαν και συγκροτούν το έθνος». Αυτό, υπογραμμίζει ο Αρχιεπίσκοπος, «φαίνεται στο ότι επιχειρείται ο λεγόμενος χωρισμός “Κράτους και Εκκλησίας”, όταν στην πραγματικότητα αυτό λειτουργεί ως διαχωρισμός “Έθνους και Εκκλησίας” που προσβάλλει την ίδια την αυτοσυνειδησία του Έθνους και της πατρίδος μας». 

O κ. Ιερώνυμος στέκεται ιδιαίτερα και στην εκκλησιαστική περιουσία τονίζοντας πως μητροπόλεις, ναοί και μονές έδωσαν και τα «ασημικά» στον Αγώνα του 1821 και όποτε άλλοτε χρειάστηκε, θέλοντας να αναδείξει τη διαχρονική προσφορά τους.

Ακόμη στο βιβλίο του αναφέρει ότι «κατά καιρούς εμφανίζονται διάφορες οργανωμένες “ενώσεις” και εταιρείες, οι οποίες αναλαμβάνουν ποικίλες πρωτοβουλίες, προκειμένου, όπως ισχυρίζονται, να προσαρμόσουν το “απηρχαιωμένο θεσμικό πλαίσιο”, το οποίο επικρατεί στην Ελλάδα και το οποίο γεννά τα οικονομικά προβλήματα. Έτσι συντάσσονται σχέδια νόμων και Συντάγματος και με αυτά επιδιώκεται να ασκηθεί επιρροή στις κατά καιρούς κυβερνήσεις, διαφόρων μάλιστα ιδεολογικοπολιτικών κατευθύνσεων».

Ο Αρχιεπίσκοπος στο βιβλίο του τονίζει επίσης πως κανένας πιστός με καλή προαίρεση δεν αρνείται ορισμένες αναγκαίες μεταρρυθμίσεις στην εκκλησιαστική διοικητική πραγματικότητα. Όμως, επισημαίνει ότι «η επιτροπή με δολιότητες και αμέτρητα ψεύδη παρασύρει με λαϊκίστικο τρόπο τον λαό και τους κυβερνώντες. Εμείς στην Εκκλησία, οι οποίοι εκφράζουμε αυτήν την παράδοση του τόπου, στην οποία οφείλεται η διατήρηση της εθνικής μνήμης και της ελευθερίας, αρκούμαστε να είμαστε “πραγματιστές”, αφήνοντας στους άλλους τους χαρακτηρισμούς των “δημαγωγών” και των “ονειροπόλων”».

 

Τα 16 «αμαρτήματα»

Ο κ. Ιερώνυμος κάνει ειδική αναφορά στις απώτερες επιδιώξεις όλων όσοι δήθεν κόπτονται «για το καλύτερο» τούτου του τόπου, οι οποίες είναι:

1. Η μη ανάρτηση θρησκευτικών συμβόλων σε δημόσιες υπηρεσίες.

2. Η κατάργηση της υποχρεωτικής προσευχής.

3. Η δημιουργία ενός «θρησκευτικού νομικού προσώπου ως μοναδικού φορέα της συλλογικής θρησκευτικής δράσης».

4. Η κατάργηση της φορολογικής απαλλαγής των θρησκευτικών κοινοτήτων (σημειωτέον ότι τούτο έχει γίνει χωρίς ακόμη να ρυθμισθεί το θέμα της συντηρήσεως των ευαγών ιδρυμάτων της Εκκλησίας).

5. Η μετατροπή της Εκκλησίας της Ελλάδος και των εξαρτώμενων από αυτήν νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (μητροπόλεις, ενορίες, μονές κ.ά.) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (η εξομοίωσή τους, δηλαδή, με τις ποδοσφαιρικές ομάδες, τους συλλόγους κ.λπ.).

6. Η κατάργηση του Γραφείου της Ναοδομίας, ώστε η ανέγερση κτιρίων με λατρευτικούς χώρους να καλύπτεται στο εξής με τις διατάξεις του κτιριοδομικού κανονισμού που αφορούν τα κτίρια της κατηγορίας «συνάθροισης κοινού».

7. Η σταδιακή μετατροπή του μαθήματος των Θρησκευτικών από ομολογιακό σε θρησκειολογικό. Επί λέξει γράφονται στο βιβλίο τα εξής: «Το μάθημα των Θρησκευτικών να συμπεριλάβει την εισαγωγή στην Ιστορία και την Κοινωνιολογία και τη δογματική όλων των θρησκειών. Στο Λύκειο το μάθημα μετονομάζεται “Θρησκειολογία”».

8. Η ιδιωτικοποίηση της εκκλησιαστικής Εκπαίδευσης.

9. Η κατάργηση του θρησκευτικού όρκου.

10. Η μη συμμετοχή θρησκευτικών λειτουργών σε ορκωμοσίες που πραγματοποιούνται σε δημόσιες Αρχές και υπηρεσίες.

11. Η καθιέρωση του πολιτικού γάμου ως υποχρεωτικού.

12. Η κατάργηση της αναγραφής του θρησκεύματος σε δημόσια έγγραφα, τίτλους σπουδών ή βεβαιώσεις δημόσιας Αρχής.

13. Η δημιουργία διακεκριμένου χώρου πένθους και αποχαιρετισμού για την καύση των νεκρών.

14. Η μετονομασία του «Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων» σε «Υπουργείο Παιδείας» με την ταυτόχρονη κατάργηση της Γενικής Γραμματείας και της Γενικής Διεύθυνσης Θρησκευμάτων.

15. Η κατάργηση των οργανικών θέσεων ιερέων -και των αντίστοιχων υπηρεσιακών μονάδων- στις Ένοπλες Δυνάμεις, στα Σώματα Ασφαλείας και στα σωφρονιστήρια.

16. Η κατάργηση ή τροποποίηση διατάξεων όπως ισχύουν σήμερα των Ν. 590/1977 «Περί του Καταστατικού Νόμου της Εκκλησίας της Ελλάδος», Ν. 5383/1932 «Περί των Εκκλησιαστικών Δικαστηρίων και της προ αυτών διαδικασίας», Ν. 4149/1961 «Περί Καταστατικού Νόμου της εν Κρήτη Ορθοδόξου Εκκλησίας και άλλων τινών διατάξεων», Ν. 476/1976 «Περί Εκκλησιαστικής Εκπαιδεύσεως» και του Ν.Δ. 90/1973 «Περί του Θρησκευτικού Σώματος των Ενόπλων Δυνάμεων».