Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

 Από τη Μεταπολίτευση και εντεύθεν, διαπιστώνει κανείς από τις προτάσεις των κομμάτων κατά την επεξεργασία του Συντάγματος του 1975 ότι υπήρχε σαφής τάση περιορισμού των συνταγματικών αναφορών στην Εκκλησία και χαλάρωσης των σχέσεων με αυτή. Μεταξύ των διανοουμένων, υπήρξαν ορισμένοι όπως ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος ο οποίος, το 1980, εν όψει της εντάξεως της Ελλάδος στην τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), είχε γράψει σε μια έκδοση της σχολής που είχε ιδρύσει στη Μαγούλα Σπάρτης σχετικά με την πρόθεση ορισμένων να απαλείψουν από τον πρόλογο του Συντάγματος τη φράση «Εις το όνομα της Αγίας, Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος». «Εθεώρησα χρέος τότε να γράψω ένα άρθρο και να πω ότι δεν είναι μόνον θρησκευτικό το νόημα αυτού του προλόγου. Οχι. Αυτό είναι σύμβολο εθνικό. Το έβαλαν οι αγωνισταί του ’21. Και εκτός αυτού, θα έπρεπε και άλλα σύμβολα να έχει το ελληνικό Σύνταγμα από την Ιστορία μας. Και όχι να είναι τελείως άχρωμο, όπως άχρωμο είναι το κείμενο αυτό». (Ι. Θεοδωρακόπουλου, Μαθήματα της Εβδομης Περιόδου, 5- 12 Οκτωβρίου 1980, Η Πολιτική των Ελλήνων»).

Οι πρόσφατες δηλώσεις του πρωθυπουργού ότι θα σεβαστεί τον όρο «επικρατούσα θρησκεία» και παράλληλα θα προωθήσει το ουδετερόθρησκο κράτος, πυροδότησαν νέο κύκλο συζητήσεων σχετικά με τη σχεδιαζόμενη αναθεώρηση του Συντάγματος. Στην πραγματικότητα η διάταξη του Συντάγματος (άρθρο 3 παρ. 1) σύμφωνα με την οποία «Επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας» αποτελεί «...πλέον απλή διακήρυξιν περί του ότι οι Ελληνες είναι, κατά την συντριπτικήν τους πλειοψηφία, χριστιανοί ορθόδοξοι χωρίς να έχη περαιτέρω εννόμους συνεπείας, με αποτέλεσμα ο κοινός νομοθέτης να μη δεσμεύεται πλέον εκ του Συντάγματος, αλλά να είναι ελεύθερος να προχωρήση εις περαιτέρω χαλάρωσιν των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, πλην, εάν αντίθετος διάταξις εις το Σύνταγμα το απαγορεύει». Απομένει να διευκρινιστεί το πως αντιλαμβάνεται ο πρωθυπουργός τον όρο «επικρατούσα θρησκεία», δεδομένου ότι το Σύνταγμα δεν απαγορεύει στον νομοθέτη να καταργήσει την αργία κατά τις θρησκευτικές εορτές ή να διακόψει τη μισθοδοσία του Κλήρου ή να μην αναγνωρίζει εφεξής στην Εκκλησία την ιδιότητα του ΝΠΔΔ (Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου). (Αναστ. Μαρίνου, «Σχέσεις Εκκλησίας και Πολιτείας», Αθήναι 1984, σ.σ. 22- 23).

Απομένει να διευκρινιστεί το πως αντιλαμβάνεται ο πρωθυπουργός τον όρο «επικρατούσα θρησκεία»

Στο άρθρο 3 παρ. 1 του Συντάγματος, κατοχυρώνονται το αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Ελλάδος και η διοίκησή της, ενώ το Σύνταγμα καθιερώνει τη θρησκευτική ελευθερία ορίζοντας (άρθρο 13, παρ. 2) ότι κάθε γνωστή θρησκεία είναι ελεύθερη και τα σχετικά με τη λατρεία της τελούνται ανεμπόδιστα υπό την προστασία των νόμων, για να προσθέσει (άρθρο 13, παρ. 3) ότι οι λειτουργοί όλων των θρησκειών υπόκεινται στην ίδια εποπτεία του κράτους και στις ίδιες υποχρεώσεις απέναντί του, με τους λειτουργούς της επικρατούσας θρησκείας (Κωνστ. Γεωργόπουλου, «Επίτομο Συνταγματικό Δίκαιο», 7η εκδ. Αθήνα-Κομοτηνή 1995, σ.σ.530- 532).

Διά στόματος όμως του πρωθυπουργού διακηρύσσεται η επιδίωξη της δημιουργίας ενός ουδετερόθρησκου κράτους και εμμέσως κρίνεται ανεπαρκής η έννοια της προστασίας της θρησκευτικής ελευθερίας την οποία εγγυάται το Σύνταγμα. Η ουδετερότητα όμως του κράτους έναντι της θρησκείας ή των θρησκειών διαφέρει από την θρησκευτική ελευθερία κατά τούτο: Αποτελεί ιδεολογία. Αντί, λοιπόν, να προστατεύσει το ελληνικό κράτος την θρησκευτική επιλογή ή και την αθεϊστική επιλογή των πολιτών του, καλείται μέσω των δηλώσεων του πρωθυπουργού να επιτελέσει έναν νέο, πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα, ρόλο: Να καλλιεργήσει και να διαδώσει με τους ιδεολογικούς και άλλους μηχανισμούς του την ιδεολογία της ουδέτερης στάσης, να εισαγάγει δηλαδή μία νέα κοσμοθεωρία και να της προσδώσει κρατική ισχύ.

Στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, η πλειοψηφίσασα γνώμη υπέρ της διατηρήσεως του συμβόλου του σταυρού στα δημόσια σχολεία (υπόθεση Lautsi) εκφράστηκε και επί της ουδετεροθρησκείας μέσω της σύμφωνης γνώμης (occuring opinion) του δικαστή Bonello. Σύμφωνα με τη γνώμη του τελευταίου, η ουδετεροθρησκεία ουδεμία σχέση έχει με τη θρησκευτική ελευθερία, η οποία προστατεύεται με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Επομένως, η ουδετεροθρησκεία μπορεί να προσβληθεί στα δικαστήρια ως καλυμμένος προσηλυτισμός. Καλείται, επομένως, ο πρωθυπουργός να επανεξετάσει τις περί ουδετεροθρησκείας προτάσεις του, οι οποίες ενδεχομένως να οφείλονται σε παρανόηση και να τις εναρμονίσει με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.