Του Γεωργίου Αθ. Τσούτσου

 

Σύμφωνα με το Δελτίο Τύπου της Ιεράς Μητροπόλεως Λαγκαδά, Λητής και Ρεντίνης, στις 11 Νοεμβρίου πραγματοποίησε εθιμοτυπική επίσκεψη στην Ιερά Μητρόπολη ο γενικός πρόξενος της Τουρκικής Δημοκρατίας στη Θεσσαλονίκη, Orhan Yalman Okan.

Από τις δηλώσεις του κ. προξένου σημειώνουμε τη θετική του αναφορά στον ρόλο του Οικουμενικού Πατριάρχη στην προάσπιση της ειρήνης και στην κρίση του ότι η σύγκληση της Αγίας και Μεγάλης Συνόδου «... αποτελεί ιστορικό γεγονός». Από την πλευρά του, ο Μητροπολίτης Λαγκαδά κ. Ιωάννης, μεταξύ άλλων, ζήτησε τη συμπαράσταση του κ. προξένου στη δημιουργία κλίματος συνεργασίας ανάμεσα στους δύο λαούς και στην προστασία της θρησκευτικής ελευθερίας.

Καταρχήν, πρέπει να επισημανθεί ότι η αναγνώριση από την τουρκική εξωτερική πολιτική της σημασίας του Οικουμενικού Πατριαρχείου μπορεί πράγματι να αποτελέσει στοιχείο ουσιαστικής σύγκλισης ανάμεσα στις δύο χώρες. Στο πλαίσιο αυτό, οι πρόσφατες εξελίξεις στην Τουρκία με τη δημιουργία της Μητροπόλεως της Ιωνίας και της Επισκοπής Ερυθραίας, καθώς επίσης η οικοδόμηση για πρώτη φορά από το 1923 του Ιερού Ναού της Παναγίας Πισιδιώτισσας κινούνται προς την ορθή κατεύθυνση.

Αρνητική εξέλιξη υπήρξε η τοποθέτηση μόνιμου ιμάμη στην Αγία Σοφία. Γνωρίζουμε, πάντως, ότι ο ιμάμης διαμένει σε παρακείμενο κτίριο και τελεί εκεί τις θρησκευτικές του αρμοδιότητες, συμπεριλαμβανομένης της προσευχής. Ευχόμεθα να παραμείνει το πράγμα ως έχει, χωρίς να μεταφερθούν οι δραστηριότητες αυτές εντός του οικοδομήματος της Αγίας Σοφίας. Παρατηρείται, επίσης, μια στασιμότητα σε ζητήματα της Ομογένειας εδώ και περίπου δύο έτη, ενώ πάντοτε εκκρεμεί το θέμα της Χάλκης.

Πέραν αυτών, το ζήτημα της θρησκευτικής ελευθερίας τίθεται από τουρκικής πλευράς ως προς το ζήτημα της εκλογής των μουφτήδων στη Δυτική Θράκη. Οι ψευδομουφτήδες της Θράκης, Ιμπραήμ Σερήφ της Κομοτηνής και Αχμέτ Μετέ της Ξάνθης, ανακινούν το ζήτημα σε κάθε ευκαιρία. Το περασμένο καλοκαίρι έγινε στην Άγκυρα η παρουσίαση ενός πεντάτομου έργου σχετικά με το Ισλάμ στα Βαλκάνια, χρηματοδοτημένου από την ΤΙΚΑ, μια κυβερνητική υπηρεσία η οποία υπάγεται απευθείας στον πρωθυπουργό και διαθέτει τεράστιο προϋπολογισμό. Πρέπει να σημειωθεί ότι υπήρξε και συμμετοχή πολλών Ελλήνων πανεπιστημιακών και του γράφοντος.

Κατ’ αυτόν τον τρόπο δόθηκε η ευκαιρία και στις ελληνικές απόψεις να παρουσιαστούν μαζί με τις τουρκικές, πράγμα το οποίο ασφαλώς προάγει τη δυνατότητα σφαιρικής πληροφόρησης περί της θρησκευτικής ελευθερίας και όχι μόνον. Σε μια φιλική συζήτηση με τον Ιμπραήμ Σερήφ τονίστηκε από ελληνικής πλευράς ότι δεν υπάρχει πάγιος κανόνας σε όλες τις μουσουλμανικές χώρες ως προς την εκλογή ή μη των μουφτήδων. Εν τελευταία αναλύσει, στην ίδια την Τουρκία οι μουφτήδες δεν διορίζονται από την κοινότητα, αλλά από το κράτος. Μάλιστα, προ ολίγων ετών, ο τότε γ.γ. του ΥΠ.ΕΞ., Άγγελος Συρίγος, είχε παρατηρήσει σε διεθνή συνάντηση ότι και ο ίδιος ο Πατριάρχης εκλέγεται από την Τουρκία («Παρόν», 9/6/2013). Ο ψευδομουφτής Κομοτηνής αντέτεινε ότι στην Τουρκία είναι μουσουλμάνοι. Η παρατήρηση αυτή, όμως, αποδυναμώνεται από τα λεχθέντα από τον ίδιο, ότι ουδέποτε είχε προβλήματα με το εκεί ελληνικό στοιχείο και επίσης ότι αντιλαμβάνεται την καχυποψία του μέσου Έλληνα πολίτη έναντι αυτού του αιτήματος κατόπιν των όσων έγιναν στην Κύπρο.

Ο γράφων από τη συζήτηση αυτή αντελήφθη ότι ο Ιμπραήμ Σερήφ εκφράζει μια ατομική φιλοδοξία, η οποία όμως δεν συνδυάζεται με τυχόν αντικειμενικά προβλήματα, τα οποία θα καθιστούσαν το αίτημά του περί εκλογής μουφτή κατανοητό. Ο Αχμέτ Μετέ, ο οποίος φαίνεται να διαθέτει ισχυρή προσωπικότητα σε συνδυασμό με μια δυναμική φυσική εμφάνιση, φαίνεται δυστυχώς να καλλιεργεί έμμεσα ή άμεσα εθνικιστικά χαρακτηριστικά. Η τουρκική κυβέρνηση συντηρεί αυτό το θέμα, για το οποίο μέχρι στιγμής δεν προκύπτει δυνατότητα επίλυσής του στο μέλλον. Κατά τα άλλα, η Τουρκία μπορεί να αποτελέσει παράγοντα ειρήνης και σταθερότητας στην περιοχή, επιδεικνύοντας πραγματικό ενδιαφέρον για την καλύτερη ενσωμάτωση των μουσουλμανικών μειονοτήτων στα Βαλκάνια και, αντίστροφα, των Χριστιανών που διαβιούν στην Τουρκία.